Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Νοσταλγία

Μία παιδούλα, η Νοσταλγία, ξαγρυπνά
Τι να μπορέσει σ’ ένα κόσμο αλαλιασμένο;
Καημένη δούλα που, η φτωχή, στα σκοτεινά
Θέλει να πέσει, να σωθεί απ’ τον πεθαμένο

Του πεθαμένου η ανάσα βιαστική
Από το πουθενά σιμώνει και παγώνει
Του τρομαγμένου τη λαλιά που κατοικεί
Στα σκοτεινά, στης νοσταλγίας το μπαλκόνι

Απ’ το μπαλκόνι, στου καπνού την ερημιά
Η δούλα πέφτει με τα χείλη δαγκωμένα
Πεισμώνει η νύχτα, παγωμένη η ξαστεριά
Κόκκινοι κρύσταλλοι από χείλη ματωμένα

Εδώ που μάτωσε του χρόνου ο χαλκάς
Του τρομαγμένου η νύστα έλιωσε το δρόμο
Λες και ντελάλησε της δούλας ο νταλκάς
Λες και του πεθαμένου πάτησε τον ώμο
Λες και του πεθαμένου πάτησε το νόμο


Γι’ αυτό μην κλαις
Γι’ αυτό μην λες
Πως οι νοητές γραμμές που ενώνουν τις ματιές
Είναι ένας κύκλος απειλές
Ξεκουρδισμένος αμανές
Για τις ανόητες θυσίες, για τις μάταιες χαρές

Ότι κι αν το θες,
Όσο κι αν κλαις
Ορθές κοφτές οι λέξεις μπαίνουν στις πληγές
Θραύσματα από άλλες εποχές
Στη θύμησή τους οι βροχές
Πάλι με λάσπες πλημμυρίζουν τις υπόγειες στοές

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

με το ΑΝ και με το ίΣΩς

αυτό που χρόνια καρτερείς
δεν θα σε περιμένει
αν μια στιγμή το φανταστείς
ν' αρχίσει να φυραίνει

αν με το αν φτιάχνεις σκαριά
για μακρινά ταξίδια
στρώνεις με την καρδιά βαριά
της μοίρας σου στρωσίδια

με το αν και με το ίσως
έγινε ο σεβντάς περίσσιος
με το ήττον ή το μάλλον
έγινες σεβντάς των άλλων

μιας ώρας δρόμος ως εδώ
μπρος στου γκρεμού τη χώρα
σιμώνω λίγο για να ιδώ
αλλά δεν παίρνω φόρα

αν κάνεις πίσω χάθηκες
αν έρθεις μπρος γλιτώνεις
αν όλα τα αν σιχάθηκες
με ίσως μην τα θολώνεις


με το άν και με το ίσως
έγινε ο σεβντάς περίσσιος
και τα μάτια σου τα υγρά
στέλνουν σήματα λυγρά

κουφές χορεύτριες σκιρτούν
στης μουσικής τη ρότα
με τις φωνές που αντηχούν
αναγαλλιάζουν πρώτα

κι ύστερα πιάνουν το σκοπό
που ακούει μόνο η ψυχή τους
αλυσσοδένουν το θυμό
τον σφίγγουν στο κορμί τους

με το αν και με το ίσως
έγινε ο σεβντάς περίσσιος
απ' το ζάλογγο στ' αρκάδι
των φιλιών σχισμένο υφάδι

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

ο ΕποχέΑς

_
ο Εποχέας χρόνια μοχθούσε
ήταν ο ήρως της εποχής
των ομολόγων του υπερτερούσε
το είδωλό του τον τιμούσε


ο Εποχέας ακολουθούσε
κανόνες, τύπους μιας ηθικής
πολιτικώς @ ορθώς ενεργούσε
το είδωλό του υπηρετούσε


ο Εποχέας αδημονούσε
ασφυκτιούσε κάθε στιγμή
για να προλάβει ευφυώς ξενυχτούσε
στο είδωλό του προσοχή εφιστούσε


ο Εποχέας επινοούσε
είδωλα λάιτ αναπνοής
εξοχικό και τζιπ επιθυμούσε
το είδωλό του ανησυχούσε



ο Εποχέας επιτηρούσε
με τεταμένη την προσοχή
αναπτυσσόταν, νόμιζε - όμως γερνούσε
το είδωλό του κατανοούσε


ο Εποχέας απαριθμούσε
εικόνες σκόρπιες σκόρπιας ζωής
λάθη και πάθη ξανά συγχωρούσε
το είδωλό του ομονοούσε



ο Εποχέας δε νοσταλγούσε
ο δρόμος του μέλλοντος ήταν φαρδύς
τους νοσταλγούς, εξάλλου, επιτιμούσε
το είδωλό του εμφανώς συναινούσε


ο Εποχέας ευελπιστούσε
πως θα μπορούσε να ονειρευτεί
μα όταν στο βλέμμα του ακουμπούσε
το είδωλό του αναριγούσε




ο Εποχέας δεν το μπορούσε, δεν το μπορεί




μα ο δυστυχής ο Εποχέας
μ' ενοχές
στο όνειρό του συμπυκνώνει προσταγές
μιας εποχής αλλοτινής, απρόσιτης
του ειδώλου του μιας σκοτεινής απώθησης
____________________________
δεν νοσταλγεί, γιατί το χθες το απεχθές
τον τυραννάει σαράντα χρόνια μ' εμμονές
το είδωλό του φταίει
το είδωλο που θέλει
να μένουν ανοιχτές του ονείρου του οι πληγές
μα πια δεν τον χωράει
ο κόσμος που βροντάει
στου ονείρου τις καταπακτές




2001



μετά 10 έτη, η συνέχεια

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

ΚΑΡάΒΙ στΟ ΠέΛΑΓΟ

Καράβι στο πέλαγο
Διαύγεια άλλη
Μην πεις το καράβι
Μην πέσεις στο πέλαγο

Βροχή δρόμοι έρημοι
Φανάρια σβησμένα
Μην πεις τη βροχή
Το κύμα μην κλέψεις


Σιγή μ’ εμβατήρια
Πομπές βουβές τρομαγμένες
Μην έρθεις ποτέ εδώ
Στα άρρωστα κτίρια


Τα κτίρια στη σκέψη σου
Θ’ ανέβω τις σκάλες
Θα πέσω στα πόδια σου
Στη νύχτα οπτασία
Πιο μόνος, πιο λίγος

Στυλώνεις την ομίχλη στου
Χαϊδεύεις το ρόγχο
Το γέρικο πάθος
Να σέρνεται ξέρει

Μην πας σ’ άλλα μέρη
Μην πας σ’ άλλη θάλασσα
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις
Στη νύχτα οπτασία

απολυμένος θερμαστής

στο αναβατόριο ανάπηρες κοκόνες
σάπιες ωχρές ολοφυρμών εικόνες
ανατολή
η νύχτα βγαίνει απ’ τους αιώνες
ανηφορίζει ο ήλιος να σκεπάσει τους κοιτώνες
στης αναπόδραστης ολότελης αγρύπνιας τους στρατώνες

αχνίζει η γη
μυρίζει τη βροχή της άλλης μέρας
από μακριά, κουκκίδα ο γέροντας πατέρας
ορφανεμένος απ’ του γιου του το χαμό
με βήμα αργό σκυφτός μπαϊλντισμένος
ψελλίζει αντίο, θα ’μαι πάντα ξένος

ολόγυρά του τα κοράκια σαν αιώνες
χορεύουν τον πυρρίχιο χορό και ρουθουνίζουν
ξέρουν καλά πώς να εφορμούν και βρίζουν
την τύχη που τους είχε τάξει άλλη τύχη

βαθιά απ’ τη γη μέσα απ’ τα πόδια του ρουφάει
στριγκιά φωνή που το στερέωμα σχίζει
λάβα ξερή λίγο κρατάει
μετά κοφτή λίγο πιο λίγο ώσπου καθόλου
απολυμένος θερμαστής του γκρίζου θόλου

έΤΣΙ που Λές

...

Έτσι που λες.
Ο πανδαμάτωρ χρόνος, ο περίγελως, ο πόρνος.

Δεν αντιστάθηκες
Η αντίσταση θα ήταν
βάναυση. Για σένα.
Αφού η ώρα βασάνιζε τα λεπτά
Ο δήμιος δάνειζε το τσεκούρι
Ο κύλινδρος ισοπέδωνε τα χαρίσματα
Η φύση παραμόνευε τον οίστρο
Ώσπου στέρεψε η παιδιόθεν αίγλη
Στέγνωσε η κίβδηλη αγωνία

Έτσι που λες.
Ο πανδαμάτωρ χρόνος, ο αλήτης, ο τιποτένιος.

Τώρα,
όπως τα κατάφερες…

Αλλά, τι να σου πω;
Τι θ’ ακούσεις;

Μόνο η σιωπή να σκέπαζε τους βέβηλους
Να κάθονταν η στάχτη
Ν’ ανασαίναμε

ο νοέμβρης του παρισιού



ΠΡΟΛΟΒΟΣ

 
έχει κουρνιάσει ο συρφετός κι έχει λουφάξει
η κωμωδία homo sapiens ήταν σούπα
αρσιβαρίστες της ζωής και αριβίστες
τα μούπες σούπα
η άδεια κούπα
τα φτιασιδώματα κουρτίνες της κατάθλιψης
μα ποιας σκατά θλίψης
μάλλον της σύνθλιψης
της χαρωπής και ντελικάτης new επίκυψης
νέοι καιροί με νέα ήθη νέους ρόλους
απ' τον ησιμερνό απλώνονται στους πόλους
δείτε τους όλους
τους αποστόλους
της θρησκευόμενης ψηφιακής ρουφήχτρας
αυτής της νύχτας
αυτής της νύχτας
αυτής της νύχτας του αγίου βαρθολομαίου
του αναμφιβόλως αναπάντεχου μοιραίου





 ΚΥΡΙΩΣ ΜΝΗΜΑ

Α.
1. Κυνηγημένος σαν αγρίμι στο βουνό
2. Αναρωτιέσαι κι απορείς ποιος σ’ έχει δώσει
3. Αλαφιασμένος δρόμο ανοίγεις να χαθείς
4. Της υποτίμησης των όχλων ήσουν θύμα
5. Μ’ αδιαφορείς / Και συγχωρείς
6. Όσους κοιμήθηκαν στης μέθης το χορό
7. Όσους φοβήθηκαν και κρύψαν το σωρό
8. Με τα σκουπίδια της αλήτικης ζωής
9. Μην απορείς / Μην αρκεστείς
10. Σ’ ό,τι ξεδιάντροπα σου στέρησαν και δεις
11. Μες’ απ’ τα τόσα δάκρυά σου – δάκρυα πρίσματα
12. Πέσε στα κύματα / Κάψε τ’ αθύρματα
13. Μιας σαλεμένης ιστορίας σε παραπήγματα

Β.
1. Αυτό να ξέρεις: θα ‘ρθει πάλι ο καιρός
2. Που ο τρυφερός κορμός απ’ τους καρπούς θα γείρει
3. Και θα συνθλίψει τις αχάριστες ματιές
4. Και θα κηρύξει σε αργία τους λαβυρίνθους
5. Σκέψου τους μύθους / Και θυμήσου τα φιλιά
6. Ζεστά φιλιά σου συντροφεύαν την ανάσα
7. Βγες απ’ την κάσα / … … …
8. Όπως ο Λάζαρος κατέβα τα σκαλιά
9. Φτάσε στο τέλος και ξεκίνα απ’ την αρχή
10. Με μουσική εκκωφαντική απ’ τις γκρανγκάσες
11. Κι από τις πίπιζες που σου τρυπούν τ’ αυτιά
12. Λιώσε και πάλι της ψυχής σου το σημάδι
13. Εκείνο που (θυμάσαι;) το ’χες μοιραστεί
14. Θαρρούσες τάχα είχες δίδυμο στον πόνο
15. Σ’ άφησε μόνο / Κι όλο το χρόνο
16. Ψυχομαχεί ο έρωτας του φεγγαριού
17. Κλαίει ο ευρώς του θερινού μεσημεριού

Γ.
1. Όλα τα χρόνια που βουβός παραφυλάς
2. Ν’ αρχίσει πάλι στη βροχή να σιγοβράζει
3. Σ΄ αρχαίο καζάνι της θυσίας το σφαχτό
4. Για να χορτάσουν οι αιώνια πεινασμένοι
5. Τότε να ξέρεις˙ ο συρμός θα εκτροχιαστεί
6. Όλα θ’ αλλάξουν / Κι όλοι θα πάψουν
7. Να σε χειρίζονται, να σε προγραμματίζουν
8. Το 1/3 να ’σαι στη στατιστική τους
9. Θα ’ναι η αρχή γι’ αυτούς / Και για το τέλος τους
10. Κάτω απ’ τη λάμα σου θα λιώσουν, θα σπαράξουν
11. Θα αιμορραγήσουν την οργή σου να ξεπλύνουν
12. Μα θα ναι σύντομο το διάλειμμα και συ
13. Θεσμός θα γίνεις ή ξανά θα γκρεμιστείς

Δ.
1. Απ’ του μαστού της συμφοράς το μαύρο γάλα
2. Μαύρισε ο τόπος και ουρλιάξαν τα σκυλιά
3. Γλύψαν εκεί που είχε χυθεί – κι ήταν φαρμάκι
4. Είν’ το σαράκι που στο τέλος σε νικά
5. Γιατί χαμένη απ’ την αρχή ήταν η μάχη