Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

λ-έξεις

Θαρρώ, θα τις σκορπίσω τις λέξεις
Ψίχουλα της τράπεζας του νεκροτόμου
Θα καρφωθούν στο εύκαμπτο δάπεδο
Στην κοιλιά της μεσήλικης ονείρωξης της πίστης
Υπόκωφοι κρότοι απ’ τον βομβαρδισμό των λέξεων
Κάτι τσικ – τσικ δηλαδή τίποτα το σπουδαίο
Μα τα μυρμήγκια αγχωμένα να προλάβουν τα λεξίχουλα
Θα κουφαθούν οριστικά
Ο ιδρώτας το γαλακτικό οξύ η οργή του στομάχου
Θα επιζήσουν στη σάλα της μυρμηγκοφωλιάς

Οι λέξεις ζυγίζονται καθ’ εκάστην
Παρακολουθούν με αγωνία την πορεία των κιλών
Στήνουν οδοφράγματα στις λύπες της γλώσσας
Συγκαλούν τα σημεία στίξης σε αλλεπάλληλες συσκέψεις
Ξημερώνονται στη βουή του χειμώνα
Κι αντέχουν το άλγος των ψυχών
Λέξεις λένε είναι κι αυτές
Με γράμματα απ’ το τέλος της αλφαβήτας
Λέξεις ψίχουλα μύτες πορδώδεις
Έξεις ωμώδεις

Αλίμονο οι λέξεις αλίμονο και οι προηγούνται των λέξεων
Πώς δηλαδή να εκφραστείς με λέξεις που διατυμπανίζουν την αιθάλη τους
Και καταπνίγουν της λιμοκτονούσας γραμματικής τις επεμβάσεις
Πώς να ανεχτείς τη σύνταξή τους σε συντακτικό υποκείμενα κατηγορούμενα αντικείμενα
Λέξεις δηλαδή τίποτ’ άλλο

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Θαλασστίχοι

Οι λέξεις κι ας ενόμισαν πως σύνθεσαν το ποίημα

Μονάχες εναπέμειναν και γύρευαν το σήμα

Που η θάλασσα εξαπέστειλε ανεπαίσθητο σαν κύμα

Να σεργιανά στης άπνοιας το επινοημένο λήμμα

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Έσονται

Όλοι ολολύζουν κι ολοφύρονται
κι ολόκληρο τον κόσμο αν τους διέθετες για εκδούλευση
θα έλεγαν όχι δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή
δεν είναι η κατάλληλη στιγμή
ίσως κάποιαν άλλη φορά ίσως αύριο
ίσως μεθαύριο πάντως όχι νωρίτερα από αύριο γιατί
σήμερα δεν γίνεται ολοφυρόμενοι δεν
υπάρχει περίπτωση να ενσκήψουν στο αγχώδες πήγμα των ορυγμάτων
μιας εν τάχει επικής επόλαυσης.

Όλοι κραυγάζουν σαν άλλοι οπαδοί της υστερίας της ημέρας της κρίσης
ήτοι ένοχοι της απλής κλίσης απλών ονομάτων όπως
κόστος βαρύτης ασπίς κρότος μόχθος λοστός αφιόνι ρίγος αλήθεια
πτήση κρίση φύση φυσιοκράτης κραταιός φαιός κλπ.

Όλοι απορούν για το φέγγος της υπόρρητης νύχτας
όπως αυτή σκιαγραφήθηκε ανόρεχτα
κι όμως απολαυστικά από τους κουτεντέδες της εικόρασης
και τους φανφαρόνους της μυθοκλασίας.
Αλίμονο ψελλίζουν κι απορούν δια τον ρούν
του ποταμού ζωροάστρη μιας ανατομής όψεως κατόψεως και ανόψεως.
Ας όψονται.

Σύντομα θα λογοδοτήσουν στης αιωρούμενης φόδρας τον όλεθρο
όπως του ράφτη του πολύπειρου το λάθος
όπως το ρεζίλεμα στη βεγγέρα των χνώτων.

Ας κλάσουν τον άρτο το ψωμί του παπά
την πολλοστή βρώση των πάνδεινων και μεγαλοπρεπών ονύχων της σήψης.

Ταμπουρωθείτε.
Έσονται πρώτοι.