Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

λίγο πριν



Πρελούδιο του Νικόλα

δεν ξέρω
τι θα πει νέος ή γέρος
τι θα πει 63
ποιοι μάγκες δεν υπάρχουν πια
τι θα πει φυλάξου για το τέλος
γιατί ραγίζει απόψε η καρδιά
τι θα πει ιδού ο νυμφίος έρχεται 
τη νύχτα της μέρας που πέθανες
πότε πέρασε κι η άλλη μισή ζωή δίχως 
να καταλάβω εγώ αυτή τη φορά

ξέρω πως
κι αν τώρα πια μέσω νεφών το γέλιο σου απλώνεις
ακόμα στου βινύλιου τα σκρατς θα μας λυτρώνεις


18 Απριλίου 2011


 

σ’ είδα λίγο πριν πεθάνεις τρομαγμένο κι ορφανό

από αγάπη κι από ελπίδα σ’ ένα μαύρο ουρανό

την ψυχή σου είδα να σβήνει σ’ ένα πρόσωπο ωχρό

μέσα στην πολυκοσμία περιέργεια κι αηδία



μια ζωή πάντα λαθραία, απ’ το γέλιο αρπαχτή

μεσ’ στα τόσα ψέματά σου μια αλήθεια αντηχεί

καταπίνει τον καιρό μου, μου βαραίνει τη ζωή

με το ξύπνημα θυμάμαι, λείπεις – θε μου – πώς κοιμάμαι



πώς γελώ τώρα πώς θέλω πάλι να ειρωνευτώ

να χλευάσω να χορτάσω κι ό,τι άλλο να γευτώ

λες και τίποτα δεν ξέρω λες και πρέπει να σκεφτώ

για να θυμηθώ το τέλος να γλιτώσω απ’ το έλος



στο βυθό τής πολυθρόνας στης οθόνης το κενό

να πασχίζεις βουτηγμένος ν’ ανορθώσεις το μυαλό

αχθοφόρος τής ευθύνης σαν καβούκι παγερό

το χαμένο σου το βλέμμα λιώνει στο πηγμένο αίμα



έφτασε λοιπόν το τέλος την παράσταση σχολάς

μέσ’ απ’ το βαρύ κασόνι και καλείς τούς π’ αγαπάς

να ’ρθουν για να σε φιλήσουν για στερνή φορά ζητάς

θα σε κούρασε η πομπή σου σ’ αγκαλιάζει τώρα η γη σου



λαχταράς να ξαποστάσεις να ξορκίσεις το κακό

πριν της μάνας σου το δάκρυ σού κυλήσει στο λαιμό

λες και θες να ξεστομίσεις «φτάνει πια, ευχαριστώ

ένα χάδι λαχταρούσα μα ν’ αγγίξω δεν κοτούσα



τώρα εσένα δε σε μέλει τι θ’ αλλάξει στον καιρό

αν στερέψει το ποτάμι και θα ψάχνουν για νερό

αν το δάκρυ μου στερέψει τίποτα δεν σου στερώ

έχει πάψει να υποφέρεις μόνο από χώμα ξέρεις



ψάχνω στις φωτογραφίες ν’ αναστήσω τις στιγμές

που έτρεχες και κυνηγούσες και χυνόσουν στις ακτές

κλαίω σα μικρό παιδάκι όπως κάποτε στο χτες

με κρατούσες απ’ το χέρι, μου ’δειχνες καινούρια μέρη



κι αν παράδεισος υπήρχε κι αν δεν τέλειωνε η ζωή

στοργικά θα σε φιλούσε του παράδεισου το ουρί

ό,τι σου άξιζε όσο ζούσες να ’ταν τώρα να το βρεις

που το σώμα σου σαπίζει που το δάκρυ μου στραγγίζει



τώρα που η παλιοζωή μας έχει γίνει πιο φτηνή

τώρα που σαν τύψη πέφτει η νύχτα κι ανυπομονεί

να συρθεί κάτω απ’ τα φώτα να γλιτώσει την ποινή

το πιοτό ποιος θα κεράσει το βοτάνι ποιος θα κάψει



κι όλες οι ανοησίες που για σένα θα ειπωθούν

κάποτε θα μ’ εκνευρίζουν πιο συχνά θα μ’ απωθούν

λεν για μοίρες και καντήλια κι όταν φύγουν θα χωθούν

στην πραγματικότητά τους με τα τρέντι νυχτικά τους



Φλεβάρης 2006
(ετικετοειδούς Τασ-και-Μπαμπ)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου