Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011


αμάν πια με τον θάνατο



Κι αφού με τάματα και παρακάλια το σμάρι των νεκρών
λιτάνευσα, πιάνω τα πρόβατα, κι εκεί στον λάκκο κόβω
τον λαιμό τους - έτρεχε μαύρο το αίμα τους. Κι ευθύς μαζεύτηκαν, 
από το έρεβος του κάτω κόσμου, ψυχές νεκρών που ο θάνατος τους βρήκε:
νύφες, παλληκαράκια, συφοριασμένοι γέροντες,
κορίτσια τόσο τρυφερά, με λαβωμένη την καρδιά από το πρόωρο πένθος·
πολλοί κι οι χτυπημένοι από κοντάρια χάλκινα,
άντρες που πολεμώντας έπεσαν, στο χέρι τους κρατώντας
ματοβαμμένα τα όπλα τους.

Ομήρου Οδύσσεια, Νέκυια
μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης
Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, ΑΠΘ







πως διαφεντεύει ο θάνατος ακώλυτα
απ' όταν πρωτοφάνηκε η ζωή
το ξέρουνε κι οι πέτρες

κι εκείνες που στους λιθοβολισμούς ριχτήκαν
κι οι λίγες που σφραγίσανε ταφάκια
για κολατσό τού δαμαστή του χρόνου
κι όσες μνημεία τις χτίσανε χέρια πιστών
και τ' αγκωνάρια που κοιμούνται
σε μαυσωλεία σε πυραμίδες και
στης γης μέσα τις κρύπτες

πως είναι ο θάνατος αφέντης όλων
που τους γέννησε η ασήμαντη ζωή
κι αμάναμαν
ακλόνητος αφέντης δούλων κι αφεντάδων
και πιότερο των αφεντάδων
που θολωμένοι απ' των νικών τους
πάνω σε θνητούς τη ζάλη
ξεχνούνε πως η τελική τους μοίρα
δεν διαφέρει από των ηττημένων
το ξέρουν όλοι
το πικρό το ποιηματάκι

ας το βουλώσουν
το λοιπόν οι ποιητές
που για το θάνατο βαρούν ταμπούρλα
του τάζουνε και του προσφέρουν στίχους
σάμπως αξιώματα να λαχταρούν
για να αποκτήσουν
στο βασίλειο το παγερό του

αμάν πια
μάθετέ το ποιητές
δεν θα τον ανταμώσετε ποτέ
τον πανικό βιαστή
της φρικιασμένης σας ψυχούλας









Ralph Stanley by hyperdiabolical

 




Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Καρυωτάκης, Μπαλάντα... από τα Νηπενθή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου