Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ο Ξεπεσμένος Δερβίσης



Αυτός ο κόσμος 
είναι σφαίρα
και γυρίζει.
Πλάνης δερβίσης.
Ανέστιος, φερέοικος.
Το νάι πέφτει 
από τα χέρια.
Αιμωδιασμένος.

Στο τούνελ, απάγκειo.
Μπου ντουνιά.
Το νάι ζεσταίνει. 
Φυσά, ζεσταίνει.
Μακάμ ουζάλ. 
Ήχος πλάγιος
του δευτέρου.
Τρόπος υπολύδιος.

Γύρω απ' το νάι 
το γλυκύ
χορεύουνε 
το ζήτα 
κι οι κουκκίδες.
Κι είτα, 
το εξωρισμένο ζήτα
έρπει και ριγά 
που διάλυσαν 
το πράο το ναι 
οι κουκκίδες.

Χαρά 
στους πλάνητες 
που νιώθουν
και γυρίζουν.

Neyzen Tefvik - Huseini Taksim by orsel1000


     Ἦτον Δερβίσης; Ἦτον βεκτασῆς, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμᾶς, διαβα-σμένος; Ὑψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, ἄγριος. Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμᾶν του. 
     Ἦτο εἰς εὔνοιαν, εἰς δυσμένειαν; Εἶχεν ἀκμάσει, εἶχεν ἐκπέσει, εἶχεν ἐξο-ρισθῆ; Μποὺ ντουνιᾶ τσὰρκ φιλέκ. Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καὶ γυρίζει.
      Ἐκείνην τὴν βραδειὰν τὸν εἶχε προσκαλέσει μία παρέα. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ φίλοι ἀχώριστοι. Ἀγαποῦσαν τὴν ζωήν, τὰ νιᾶτα. Ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οἱ ἄλλοι ἔτρωγαν. 
     Ἦτον λοταρτζῆς κ’ ἐκέρδιζε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Τί νὰ τὰς κάμῃ; Τοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι καὶ τοὺς ἐφίλευε. Ἦσαν λοτοφάγοι, μὲ ὀμικρὸν καὶ μὲ ὠμέγα. 
     Ἀγαποῦσαν τὰ τραγούδια, τὰ ὄργανα. Ὁ Δερβίσης δὲν ἔπινε κρασί, ἔπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ἦσαν κι αὐτοί. Τοῦ εἶπαν νὰ τραγουδήσῃ. Ἐτραγούδησε. Τοῦ εἶπαν νὰ παίξῃ τὸ νάϊ. Ἔπαιξε. 
     Δὲν τοὺς ἤρεσε. Ὤ, αὐτὸς δὲν ἦτον ἀμανές. 
     Δὲν ἦτον, ὅπως τὸν ἤξευραν αὐτοί. Ἀλλ’ ὁ Δερβίσης τοὺς ἔλεγε τὸν καθ’ αὐτὸ ἀμανέν.


 Kani Karaca by recephuzzam


     Παρῆλθεν ὥρα. Ὁ κλήτωρ, ὅστις ἐπεριπάτει ἐκεῖ τριγύρω, ἐσκέπτετο τί νὰ εἶχε γίνει ὁ Δερβίσης, τὸν ὁποῖον εἶχε ἰδεῖ νὰ καταβαίνῃ εἰς τὴν σήραγγα.
     Ποῦ νὰ εἶναι;
     Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν τὴν ἄφωνον ἀπήντησε φωνή, ἦχος, μέλος γλυκύ.
     Ὁ ξένος μουσουλμάνος εἶχε παγώσει ἐκεῖ ὅπου ἐκάθητο κ’ ἐνύσταζε. Διὰ νὰ ζεσταθῇ,ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ τὸν τυχόντα ἦχον, ὅστις τοῦ ἦλθε κατ’ ἐπιφορὰν εἰς τὴν μνήμην.
     Νάϊ, νάϊ, γλυκύ.
     Νάζι - κατὰ ἓν ζῆτα ἐλαττοῦται.
     Αὔρα, οὐρανός, ᾆσμα γλυκερόν, μελιχρόν, ἁβρόν, μεθυστικόν.
     Νάϊ, νάϊ.
     Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός.
     Τὸ Ναὶ τὸ ἥμερον, τὸ ταπεινόν, τὸ πρᾷον, τὸ Ναὶ τὸ φιλάνθρωπον.
     Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελῳδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος.



Απόμακρος.
Τ' αφτιά του 
φχαριστιούνται τη φωνή
σαν άχνη, που το άπειρο ικετεύει.
Σαν τη φωνή κι αυτός, 
το έαρ ελαχταρούσε.

Ήταν τρυγόνι χειμαζόμενο 
που σκοτεινά μινύριζε. 

Μ. Λιαπάκης - Σ. Μάλαμας από vereniki88




Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης σε pdf
με επιλογικό σημείωμα του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου
και 15 ζωγραφιὲς τοῦ Δημήτρη Μοράρου.

Το 2011 ήταν "έτος Παπαδιαμάντη".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου