Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

κάτοχοι του χτες




Βρέθηκα,τελευταία, εκτός τόπου και χρόνου. Πολυτεχνείο, Γρηγορόπουλος, Μίσσιος, ό,τι δεν θυμάμαι, Χριστούγεννα.... Αλλού. Σιωπή. Τσιμουδιά. Περαστικά. Όμως ήμουν εδώ. Εδώ. Πολυτεχνείο. Εδώ ΒίλλΑμαλίας. Που δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου. Εκεί Μαρφίν. Που δεν πέρασα απέξω. Όλο το σκηνικό παγιδευμένο στης καθεμιάς, στου καθενός, την τσίπα. 

Εδώ 2012. Τέλος. Οι ιστορίες μας, αποσυρμένα έλκηθρα του Αη Βασίλη. Σαν το υπικό της αισθητικής φαμελιάς μας. Που συναρτά ρεμπέτικα, χιπ χοπ, μπλουζ, ανταλού και καντάδες. Χειμερινούς κολυμβητές και Διονυσίου. Μπαχ και μπαλαλάικες. Και τόσα κονκάρδια ταυτότητας. Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό στιχάκι και λέει: για, να με δω... Αντισταθείτε στης αντίστασης τη δηθενιά. Ν' αντισταθώ κι εγώ στην εδική μου κάθε λέξη, κάθε στιγμή και κάθ' επιμονή. 



Δεν είναι που αλλάζει ο χρόνος οσονούπω 
Είναι που κάτι τέλειωσε σύμφωνα με το γδούπο
Όταν πρόκειται ν' αλλάξει ο χρόνος, πολλοί μπαίνουν σε απολογιστικούς κύκλους. Στην πραγματικότητα σκοπεύουν να μπουν σε κύκλους προϋπο-λογιστικούς. Οι προϋπολογισμοί επιβάλλουν τελευταίως ελαττώσεις του μήκους των ακτίνων των κύκλων μας. Για να διατηρηθεί η επαφή με άλλους κύκλους, θα πρέπει, αν είναι εσωτερικοί, να μειωθεί κι αυτών το μήκος ακτίνας, αν είναι εξωτερικοί, ν' αυξηθεί. Δεν γίνεται να διατηρηθούν σταθεροί οι κύκλοι - ακτίνες και περιφέρειες. Μόνο τα κέντρα παραμένουν αμετακίνητα. Κύκλος ή γραμμή, ιδέα ή ζώο, ανεξάρτητη ή εξαρτημένη μεταβλητή, όσο κι αν προσπαθούμε να τον υπολογίσουμε, ο χρόνος δεν μας υπολογίζει διόλου. Άσχετο. Ο Καλβίνο, στην Αντέλμα από τις Αόρατες Πόλεις (στην παλιά έκδοση): 

Φτάνεις σε κάποια στιγμή της ζωής σου όπου, ανάμεσα στον κόσμο που έχεις γνωρίσει, οι νεκροί είναι περισσότεροι από τους ζωντανούς. Και το μυαλό αρνιέται να δεχτεί άλλες φυσιογνωμίες, άλλες εκφράσεις: σ' όλα τα καινούργια πρόσωπα που συναντάς, αποτυπώνει τις παλιές μορφές, βρίσκει για το καθένα τη μάσκα που του ταιριάζει περισσότερο. 





Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Εννοώ για ό,τι θα φέρει ο τάχα βελο(νο)ειδής χρόνος. Εννοώ ότι είμαι αισιόδοξος γιατί καρπώθηκα όσα χάθηκαν στο παρελθόν. Έχω μια καλή περιουσία απωλειών και κάτι χαμένους παράδεισους, από τότε που η παράδεισος αντηχούσε στα όνειρά μου. Εξηγεί ο Μπόρχες:

Ξέρω πως έχασα τόσα πράγματα που δε θα μπορούσα να τα καταγράψω και αυτές οι απώλειες, τώρα, είναι ό,τι μου ανήκει. Ξέρω ότι έχασα το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα άπιαστα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου πέθανε και πάντα στέκει στο πλευρό μου. Όποτε θέλω να μελετήσω στίχους του Σουίμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή του. Μόνο ό,τι έχει πεθάνει είναι δικό μας, μόνο αυτό που χάνουμε μας ανήκει. Το Ίλιον υπήρξε, όμως το Ίλιον παραμένει στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια παμπάλαιη νοσταλγία. Το κάθε ποίημα, με τον καιρό, είναι μια ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, και που δεν είναι δεμένες με της βραδιάς την άγωνία και τους συναγερμούς και την τρομοκρατία της ελπίδας. Δεν υπάρχουν παράδεισοι άλλοι από τους χαμένους παραδείσους. 



Κάτοχοι του χτες:
το ανωτέρω ποίημα του Μπόρχες
από την τελευταία συλλογή του
Συνωμότες (1985)



CCCYP


καλή χρονιά


Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

ξεράδια


ξέρω πολλά 
για τις συμβάσεις και
για τα συμβατά συντρίμματα 
για τα παράτονα συνθήματα 
ξέρω πολλά και 
για τις ώρες της υπομονής και
για τα δάκρυα τσιμουδιάς
στη λιτανεία που βουίζει
για όλα όσα θα 'τανε καλύτερα 
να μη γνωρίζω 

ξέρω πολλά

την τεχνική των πλέξεων λέξεων
που δεν τις ξεστομίζεις εύκολα
λες κι είναι αυτές που καίνε
κι όχι το πάντοτε φλεγόμενο 
βαρύ κι ασήκωτο 
άδειο κι  απόμακρο
βαθύ κι απόλυτο
τόσο ξερό
τρανό στον ουρανό
απειροστό μηδενικό
το απειροστό μηδενικό 
βρήκε δουλειά στον ουρανό 
μηδενικό τρανό
τις ώρες που τα σύμβολα 
συντρίβονταν ή λιώναν
ωχ της θερμότητας χυδαία υπερβολή
την ώρα που με φίλησες κυρά μου
που σαν το τίποτα τινάχτηκα 
στων λέξεων τον καπνισμένο ουρανό
τρανό μηδενικό των συμφερόντων 
της ατιμώρητης φυγαδευμένης σκέψης
που γυροφέρνει στην ανώμαλη πλαγιά
γδέρνεται φλομωθείσα ήτταν 
ξαναγυρνά στη συνοικία των θέλω
να τρώγει μανικώς απ' τα φαγιά
που μούχλιασαν μες 
στους λαμπρούς 
σκουπιδοντενεκέδες




Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012


δυο λογάκια
για τον μοσχοδημοκράτη



Ο μοσχοδημοκράτης ελίσσεται προσεκτικά στην έρημο του μετανεωτερικού πολτού, μεταφέρει σαν εύθραυστο μυρο-δοχείο την επιστημονική του κατάρτιση, αγνοεί τις παραμέτρους της κόλασης που υποδέχεται με ιπποτικές υποκλίσεις, είναι ευγενικός, ανθεκτικός, καθαρός, ψεκασμένος με αντιιδρωτικό, έχει περγαμηνές, δεν πίνει νες, ποτέ, μόνο φρεντοτσίνο, εμπνέει σεβασμό, ανθρωπιά και φιλότιμο. 

Ο μοσχοδημοκράτης κοιτάζει ψηλά, αγωνίζεται σκληρά, πλην τιμίως, αγνοεί το ρευστόν των καιρών, συγκεντρώνει επιμελώς τυπικά και άτυπα προσόντα, ονειρεύεται να είναι πρώτος μεταξύ ίσων, ίσον πρώτος, είναι ικανότατος, θέλει να τον θαυμάζουν για τις ικανότητές του, προτάσσει το κοινό καλό, μοσχοβολάει καλοσύνη. 

Ο μοσχοδημοκράτης δεν ενδιαφέρεται για οφίτσια, αισθάνεται όμως αναγκασμένος να υπηρετήσει θεσμούς, πιστεύει ευλαβικά στους θεσμούς, ελπίζει στους θεσμούς, προσφέρει εθελοντικά γνώσεις και ικανότητες για ιδέες που ενώνουν τους άλλους και που τον συγκινούν βουρκωτικά. 

Ο μοσχοδημοκράτης μοσχοβολάει δημοκρατία. Μοσχο-πουλάει την τεχνοκρατική του αυτάρκεια. Είναι μέσα στα κοινωνικά μέσα, είναι κοινωνικός, είναι αιρετός, είναι άξιος, ορκίζεται στην αξιοκρατία, πασχίζει για δίκαιες αξιολογήσεις που θ' αναδεικνύουν τους πραγματικά άξιους, αντιπαρατάσσει την εντιμότητα στο κουτσομπολιό, το ήθος στην κατινιά, είναι στοιχείο ηθικό και αδέκαστο. 

Ο μοσχοδημοκράτης δεν παίζει με τον διάλογο, παρακινεί σε διαβουλεύσεις, δεν αντιλαμβάνεται το χυδαίο χιούμορ κάποιων γραφικών που πιστεύουν ότι η δημοκρατία γίνεται να μυρίζει χνώτα κι ιδρωτίλα σε βαρετές συνελεύσεις. Πρεσβεύει μια σύγχρονη άμεση δημοκρατία, μια μοσχο-δημοκρατία όλο φρεσκάδα, πραγματικά άμεση, διαδι-κτυακή, με ηλεκτρονική ψήφο και επιστημονική εποπτεία. 



nostalgia77       -       alice russell
white stripes



Εν ολίγοις, 
ο μοσχοδημοκράτης 
τιμπώνει μοσχαλιές 
σαν κλαρίμπας. 
Γι' αυτό τον είπα 
τζούθρενο και κλεμεντέ. 


Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ο μοσχοδημοκράτης

Ο περδοξουρανόδεικτος, ο μπαργιλομαρντάγκας
ανακαταλαργιότανε στο τσακινομαργκάλι.
Δεν χρίμιζε τα λιάγκουβα, δεν πάρδιζε τα φλέγκια,
ούτε καρδαβoνόκλαγε τα σιμαζιά, τα μπίνια.


Καρδόναγε και μοσχαλιές τίμπωνε σα κλαρίμπας,
γιατί μαγροτσιλίβωνε τα πρόλαδια στα γκλόρνια.
Και κρούδερνε τις φαχαλιές στα κορδομαλεγάζια.
Ο τζούθρενος. Ο κλεμεντές. Ο μοσχοδημοκράτης.






Το στρόκτορο του μαργκίνου
αχτιβρώνεται δοκαμινέστερο των βηγυρών κονθίξεων.


Βιρδίνιος Παλακαραμανασακανέρης
Τζίφιλος της Μοσχοπαλεττριαντικής Δημοκρατίας



Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

μα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει


Στην από κάτω σκηνή από Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν του Ταρκόφσκι
ο λοχαγός Χόλιν κρατά τη Μάσα πάνω απ' το κενό για 12 δευτερόλεπτα. 


GlitcHead


Η νοσοκόμα Μάσα ενσαρκώνεται από την ηθοποιό Βάλια Μαλιάβινα που, όπως έγραψε ο Ταρκόφσκι ήταν σαν αρνητικό της νοσοκόμας του Μπογκομόλοφ, του συγγραφέα της νουβέλας στην οποία βασίστηκε η ταινία: 

... είχε κάτι ιδιότυπο, προσωπικό, απρόσμενο, κάτι που δεν υπήρχε στο διήγημα· έκανε το χαρακτήρα της Μάσα πιο σημαντικό, πιο σύνθετο, εξηγούσε πολλά γι' αυτήν και έδινε αφάνταστες προεκτάσεις στα δικά της επεισόδια.

Κάτι ιδιότυπο, προσωπικό, απρόσμενο... Το μυστήριο του έρωτα, οι θεωρίες της επιθυμίας, το κενό κάτω απ' τα αιωρούμενα πόδια της Μάσα που αφήνεται στη σφιχτή αγκαλιά του Χόλιν ενώ ο έρωτας αγκαλιάζεται με τον θάνατο. Στο δοκίμιο Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος, που περιέχεται στο βιβλίο Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης, ο Πέτρος Θεοδωρίδης υποστηρίζει ότι η απεγνωσμένη λαχτάρα της συνουσίας για τους ερωτευμένους υποκρύπτει μια επιθυμία θανάτου και επιμένει ότι ο έρωτας τείνει προς τον θάνατο κι ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου. Φυσικά, για χιλιάδες χρόνια, όπως και τότε στα παιδικά τα χρόνια του Ιβάν, γύρω στα 1944, θηλυκό θεωρείτο ό,τι ήταν ντροπαλό, δεκτικό, υποταγμένο, γράφει στο ίδιο βιβλίο, στο δοκίμιο Η επινόηση του έρωτα, ο Θεοδωρίδης. Κι η Μάσα, η Βάλια, του Ταρκόφσκι; Εξηγεί ο σκηνοθέτης: 

Πυρήνας του χαρακτήρα της Βάλιας είναι η ευάλωτη φύση της. Έδειχνε τόσο αφελής, αγνή και εύπιστη, που γινόταν αμέσως φανερό ότι η Μάσα - Βάλια ήταν τελείως ανυπεράσπιστη απέναντι σ' αυτό τον πόλεμο με τον οποίο δεν είχε καμία σχέση. Βασικό χαρακτηριστικό της φύσης και της ηλικίας της ήταν αυτό το ευάλωτο στοιχείο της προσωπικότητάς της. Οτιδήποτε ενεργό υπήρχε μέσα της, ό,τι θα έπρεπε να καθορίζει τη στάση της απέναντι στη ζωή, βρισκόταν ακόμα σε εμβρυακή κατάσταση. Έμοιαζε τελείως φυσικό να αναπτυχθεί δεσμός απέναντι σ' αυτή και στο λοχαγό Χόλιν, επειδή τον είχε αφοπλίσει η ανυπεράσπιστη φύση της. 

Τι τα θες, ο μαστρ-Αντρέι ήταν κι αυτός στον κόσμο του, που όποτε το θελήσουμε μπορεί να συνδιαλέγεται με τον δικό μας, προς το παρόν εδώ παρεισέφρησε δια γιουτουμβίου (ας όψεται το γιουτούμπι, που λένε), γι' αλλού ήταν να πάει αυτή η ανάρτηση. Ας πάει.




Λοιπόν. Το δοκίμιο Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος ήταν η πηγή έμπνευσης άσματος με τον τίτλο θνητός εμαυτός, δημοσιευμένο εδώ που έγραψα τώρα εδώ, τον προπερασμένο Μάη. Η συσχέτιση του αποσπάσματος στο οποίο παραπέμπει το δίστιχο του Μπάτη και των στίχων είναι εύκολη. Η πρώτη στροφή, ας πούμε, αναφέρεται στη διάσημη ρήση του Επίκουρου που περιλαμβάνεται στο δοκίμιο, ότι δηλαδή δεν μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα παρόντες και εγώ και ο θάνατός μου. Ή εγώ ή αυτός. Βεντέτα. Λάθος, λέει ο Θεοδωρίδης, διότι υπάρχουμε χάρη στο θάνατο. Ε, τότε ας πω κι εγώ ότι αυτός υπάρχει χάρη σ' εμάς, αντλεί απ' τη ζωή μας, την ανταλάσσει με το δικό του πείναι. Περιμπλεγμένο κομμάτι, ας το.

Ο Κικέρων θέλησε ν' απευθύνει στην ανθρωπότητα το μήνυμα ότι θα πρέπει είτε να αρχίσει να επιθυμεί τον θάνατο είτε τουλάχιστον να σταματήσει να τον φοβάται:

Γιατί αν η τελευταία μέρα της ζωής μας δεν φέρνει την καταστροφή μας, αλλά μια απλή αλλαγή τόπου, τι το καλύτερο θα μπορούσαμε να ευχηθούμε; Αν πάλι η μέρα αυτή φέρνει το οριστικό μας τέλος και τον αφανισμό μας, τι ωραιότερο από το να αποκοιμηθούμε φήνοντας στη μέση τους μόχθους της ζωής και, κλείνοντας τα μάτια, να παραδοθούμε γλυκά στον αιώνιο ύπνο;


Sleep and Death, Flaxman

Όμως, να πού ήθελα να φτάσω, πάλι στον Beckett, στο βιβλιαράκι Πρώτος Έρωτας που ένα κομμάτι του παρακίνησε τη δεύτερη στροφή του άσματος, αφού ήδη είχα ταυτιστεί, που λένε, με τον αφηγητή, κάθε βδομάδα, τόσα χρόνια, στο νεκροταφείο, βοηθός και συνοδός τής μάνας μου.



Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον των νεκροταφείων, εκεί κάνω περιπάτους πολύ ευχάριστα, πιο ευχάριστα από αλλού, πιστεύω, όταν είμαι υποχρεωμένος να βγω. Η μυρωδιά των πτωμάτων, που ξεχωρίζω καθαρά κάτω απ' τη μυρωδιά του χόρτου και του χώματος, δεν μου είναι δυσάρεστη. Είναι ίσως πολύ γλυκερή, κάπως επίμονη, αλλά τόσο προτιμότερη απ' τη μυρωδιά των ζωντανών, της μασχάλης τους, των ποδιών, του κώλου, τη μυρωδιά της άπλυτης πόσθης και των ξεστρατισμένων ωαρίων. Κι όταν τα υπολείμματα του πατέρα μου συμμετέχουν σ' αυτή, όσο μικρή και να 'ναι η συμμετοχή τους, λίγο θέλει να μου 'ρθουν δάκρυα στα μάτια. Όσο και να πλένονται οι ζωντανοί, όσο και να αρωματίζονται, βρωμούν. Ναι, σαν τόπο περιπάτου, άμα είναι κανείς υποχρεωμένος να βγει, αφήστε μου τα νεκροταφεία και τραβάτε περίπατο, εσείς, στους δημόσιους κήπους ή στην εξοχή. Τα στάντουιτς, την μπανάνα μου, τα τρώω με μεγαλύτερη όρεξη καθισμένος πάνω σ' έναν τάφο, κι αν μου 'ρθει η όρεξη να κατουδήσω, και μου 'ρχεται συχνά, έχω εκλογή. Ή τριγυρίζω με τα χέρια πίσω στην πλάτη, ανάμεσα στις πέτρες, τα μονοπάτια, τα ισώματα, τις κατηφοριές, και ξεδιαλέγω τις επιγραφές. Δεν μ' έχουν ποτέ απογοητεύσει οι επιγραφές, υπάρχουν, πάντα, τρεις ή τέσσερις τόσο για γέλια που πρέπει να στηριχτώ στο σταυρό, στη στήλη ή στον άγγελο, για να μην πέσω. Τη δικιά μου την έχω συνθέσει εδώ και πολύ καιρό και είμαι πάντα ευχαριστημένος γι' αυτό, αρκετά ευχαριστημένος. 


Βλακείες. Κι αν λέω αμάν πια, όλο κάτι ο Νέρωτας κι ο Θάνατος, όλο κάτι τέτοια,  αφού σου λέω μαλώνουν, τι θέλεις να τα μπλέκεις, ο έρωτας δε σε σπρώχνει στο θάνατο, στη ζωή σε κρατάει, πρέπει να το φιλοσοφήσεις για να μυριστείς την ορσμή του θανάτου, αλλά όταν το φιλοσοφείς δεν το ζεις, δηλαδή βλακείες, λέξεις, συλλαβές από γράμματα, νοήματα, αράδες στην οθόνη. Ο Ρώκριτος, ο ρομαντικός νέος του Κορνάρου, το 'νιωσε πως ο θάνατος είναι εμπόδιο στον έρωτα, που είναι τρέλα και φωτιά.


Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει,
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ' εκεί μου την αφήνει.
Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να 'ν' εκείνη
ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.


Canova - Louvre

Αν είχαν γίνει έρευνες, είμαι βέβαιος ότι θα ήταν ευρέως γνωστό αυτό που ξέρω καλά, δηλαδή ότι μετά από κηδείες, ενδεχομένως και μετά από επισκέψεις σε νεκροταφεία, οι άνθρωποι συνήθως αισθάνονται το ρίγος απ' το βέλος του γδυμνού κοπελιού· θυμίζουν το λένε στην Κρήτη. Ο έρωντας είναι bi· έχει γκόμενα τη ζωή και γκόμενο το θάνατο. Θα βγάλω από τη θήκη τη λύρα να παίξω εις το όνομα του πατρός τον Ερωτόκριτο.





έρωτα
φίλεψέ με λίγο θάνατο
κόλλυβα νοτισμένα από τα υγρά σου


ξερίζωσέ μου την καρδιά που μπλάβιασε στις παγωνιές του
γδάρε με ν' απαλλαγώ απ' τον έρωτα 
θάνατε 





και κάτι 
που ξέχασα 
να βάλω
απ' την αρχή
όμως ποτέ 
δεν είναι 
αργά:




Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

η απατηλή υπόσχεση της αγάπης




Από το ακέραιο ντύναι του προφασιστικού μικροαστισμού, βρεθήκαμε στο ακέραιο γδύναι όσων αγαπήθηκαν κι ένωσαν σε-ένα σώματα και ψυχές. Κι έπειτα, από τις θλιβερές διαπιστώσεις του Reich και την κυκλοτερή στιχουργία της ηλιόπετρας του Paz, στη θλιμμένη πέτρα στον ήλιο του Beckett, όπου οι όρκοι της αγάπης ακούγονται απατηλοί. Αυτή η διαδρομή των δυο τελευταίων αναρτήσεων μας οδηγεί στην Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης, το νέο βιβλίο του Πέτρου Θεοδωρίδη. Στο τελευταίο ομώνυμο με το βιβλίο μέρος τού επίσης ομώνυμου πρώτο δοκιμίου του βιβλίου, ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι η αγάπη η ανοιχτή στον ξένο, τον διαφορετικό, αλλά και στους αποχωρισμούς μας, η αγάπη που πρότεινε η J. Kristeva, είναι σήμερα ανέφικτη:


Στην εποχή μας αντιμετωπίζουμε μία θεμελιώδη αντίφαση. Από τη μία έχουμε μιαν υλική πραγματικότητα παγκοσμιοποιημένη, περίπλοκη και διάχυτη. Από την άλλη μια φαντασιακή ανα-παράσταση αυτής της πραγματικότητας που την ανασυνθέτει νοσταλγικά, που προσπαθεί να εξαλείψει τα κενά, να την αναπλάσει ως ενιαία και μοναδική. Ανάμεσα στο τοπικό και στο παγκόσμιο, ανάμεσα στην ατομική ταυτότητα και στο τοπικό διεισδύει διαρκώς η παγκοσμιοποίηση. Είναι σήμερα πιο κοντά μου η τοπική μικρή μου κοινότητα ή η κοινότητα στο διαδίκτυο; Είναι κοντύτερα η τοπική με την εθνική κοινότητα ή μήπως είναι πια δυνατή μια απευθείας, αδιαμεσολάβητη σχέση με την παγκόσμια κοινωνία;

Απέναντι στο είδος αγάπης που αποδέχεται τον αποχωρισμό και τον ξένο αντιτάσσεται σήμερα μια ηθική αγάπης που σημαίνει εξάρτηση, συναισθήματα προσκόλλησης σ' ένα άλλο άτομο ή ομάδα με τέτοιο τρόπο που μας είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε χωρίς αυτό. Η προσκόλληση - αγάπη αναδιπλώνεται στην εποχή μας και ως "κοινοτισμός" που μπορεί να προσδιορίζει, "τον εγκλεισμό των ατόμων σε μια ιδιαίτερη ομάδα σε βάρος της κοινής τους συνείδησης και των σχέσεων πέραν της ομάδας τους, με τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας" ως "μνησικακία ικανή να μετασχηματίζει την απώλεια νοήματος σε αναδίπλωση στον εαυτό" καθιστώντας την ομάδα "φυλή" που αποκτά συνοχή με την απόρριψη του εχθρού, ο οποίος είναι ικανός να παίρνει πολλές μορφές ή ως νεοεθνικισμός, μία νέα λατρεία του έθνους που χαρακτηρίζεται από διαστρέβλωση και αυθαιρεσία. 

Αγάπη των φυλών και του φυλετισμού. "Μόλις αποξηρανθεί η τεχνητή λίμνη της παγκοσμιότητας, τα περσινά βαλτοτόπια του τοπικισμού γυαλίζουν δελεαστικά σαν να ήταν τα φυσικά λιμάνια όσων έχουν ανάγκη να κολυμπήσουν με ασφάλεια". Ο φυλε-τισμός, που ως εκ θαύματος αναγεννήθηκε, στηρίζεται στην ευλογία της κοινότητας, στην επιδοκιμασία του ανήκειν, στη γεμάτη πάθος αναζήτηση της παράδοσης. "Με αυτή την έννοια τουλάχιστον η μακριά περιπλάνηση της νεωτερικότητας μάς έχει φέρει εκεί από όπου είχαν εκκινήσει οι προπάτορές μας. Ίσως οι κοινότητες, ζεστές και φιλόξενες, προσφέρουν αυτό που οι παγερές αφαιρέσεις απέτυχαν να μας δώσουν".
Η εποχή μας λέει: πίστευε στην Αγάπη ως δικτατορία των συναισθημάτων, ως κιτς Αγάπη. Ο Μίλαν Κούντερα μάς θυμίζει "στο Βασίλειο του κιτς επικρατεί η δικτατορία της καρδιάς. Πρέπει, φυσικά, τα συναισθήματα που υποκινούνται από το κιτς να μπορεί να τα συμμερίζεται η πλειοψηφία. Το κιτς κάνει να αναβλύζουν, το ένα μετά το άλλο, δυο δάκρυα συγκίνησης. Το πρώτο δάκρυ λέει: τι ωραία που είναι τα πιτσιρίκια που τρέχουν σ' ένα πάρκο! Το δεύτερο δάκρυ λέει: Τι ωραίο που είναι να συγκινείσαι, μαζί με ολόκληρη την ανθρωπότητα, βλέποντας τα πιτσιρίκια να τρέχουν σ' ένα πάρκο! Μόνο το δεύτερο αυτό δάκρυ κάνει το κιτς να είναι κιτς. Η αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων ουδέποτε θα μπορέσει να βασισθεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στο κιτς".

Τι λέει στον Άλλον - στον καθένα από εμάς, τον κάθε άλλο - η απάντηση της αγάπης που εκκρίνει η αγωγία; Λέει: "Είμαι αυτό που σου λείπει. Με την αφοσίωσή μου σε σένα, με τη θυσία μου για σένα, θα σε γεμίσω, θα σε ολοκληρώσω". Η κίνηση της αγάπης είναι διπλή: το υποκείμενο συμπληρώνει τη δική του έλλειψη προσφέροντας τον εαυτό του στον Άλλον. "Η εξαπάτηση που ενέχει η αγάπη συνίσταται στην ιδέα ότι αυτή η αλληλοεπικάλυψη δύο ελλείψεων ακυρώνει την έλλειψη ως τέτοια σε μιαν αμοιβαία πλήρωση". Γιατί η αγάπη ενέχει μια φαντασιακή αμοιβαιότητα μεταξύ του "να αγαπάς" και να "αγαπιέσαι" συνιστά τον απατηλό χαρακτήρα της αγάπης. Η αγάπη, κατά τον Λακάν, εξαπατά. Εξαπατά επειδή το να αγαπά κανείς σημαίνει "να δίνει κανείς εκείνο που δεν έχει". Η αγάπη δεν στοχεύει εκείνο που διαθέτει το αντικείμενο της αγάπης, αλλά εκείνο που του λείπει. Καταλαμβάνει τη θέση της έλλειψης του Άλλου, το τίποτε  πέρα από αυτόν. "Σ' αγαπώ, λέει το υποκείμενο στον Άλλο, αλλά επειδή ανεξήγητα αγαπώ σε σένα κάτι περισσότερο από σένα - το αντικείμενο μικρό α - σε ακρωτηριάζω". 




Ας πιάσουμε λίγο το νήμα του Λακάν εκεί που το άφησε ο Π. Θεοδωρίδης. Τι είναι αυτός ο ακρωτηριασμός; Συνεχίζει ο Λακάν, και σκατολογεί κι εδώ:

Αυτό είναι το νόημα του συμπλέγματος του μαστού, του στήθους, αυτό το mammal-complex, που ο Bergler βλέπει καλά τη σχέση του με τη στοματική παρόρμηση, με τη μικρή διαφορά ότι η περί ης ο λόγος στοματικότητα δεν έχει απολύτως τίποτε να κάνει με την τροφή, και ότι όλος ο τόνος της βρίσκεται σ' αυτό το φαινόμενο του ακρωτηριασμού. 

Σου δίνομαι, λέει ακόμη ο πάσχων, αλλά αυτή η δωρεά του προσώπου μου - όπως λέει ο άλλος - μυστήριο! αλλάζει ανεξήγητα σε δώρο ενός σκατού - όρος επίσης ουσιαστικός της εμπειρίας μας. 





Όταν έχει επιτευχθεί αυτή η στροφή, στο τέρμα της ερμηνευτικής διευκρίνησης, τότε αναδρομικά κατανοείται αυτός ο ίλιγγος, παραδείγματος χάρη, της λευκής σελίδας, που σε κάποιο πρόσωπο, προικισμένο αλλά κολλημένο στο όριο της ψύχωσης, είναι κάθε πρόσβαση στον Άλλον. Αυτή η λευκή σελίδα όπου σταματούν οι απερίγραπτες διανοητικές διαχύσεις του, αν κυριολεκτικά δεν μπορεί να την αγγίξει, είναι γιατί δεν μπορεί να τη διανοηθεί παρά σαν ένα χαρτί του καμπινέ. 





αυτό το άλφα το μικρό το μέγα
γδείναι ή ντείναι θα σου πει ταμάμ σημαίνον
από το άλφα το μικρό μέχρι το ωμέγα
ό,τι δεν έχω στο χαρίζω μετ' επαίνων

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

το ακέραιο γδυμένο είναι


ντυμένοι στο ρούχο με γούστο αχ πούναι τα γούστα κι οι ορισμοί του σικ αφού η μεταμοδέρνα μόδα λέει ναι σε όλα στον προϋπολογισμό της ηλιθιότητας η μόδα κάτι άλλο θα είναι τώρα ποιος να νοιάζεται να νοιάζονται όσοι λέγανε φέτος είναι στη μόδα το φούξια ποιος ξέρει τι θλίψη η θεραπεία του ψωνίζιν πάει τώρα η θεραπεία θα είναι γεντί κουλέ και θαραπειά και άγιος ο άγιος πέτρος και βάλε ό,τι έχεις είσαι ό,τι φοράς ωραίο τζιν το χρώμα μου αρέσει και τα γυαλιά ωραία ξέρει  να ντύνεται  είναι μανούλα  έχει γούστο  πώς τόλεγε  μωρέ  για το γούστο ο νίτσε 




Έπειτα πίσω στην Ισπανία του 36. 
Τι φορούν οι μαχητές; 
Δεν έχει σημασία, τι φορούν. 
Πίσω στη Μαδρίτη του 37




Μαδρίτη, 1937,
στην πλατεία του Αγγέλου οι γυναίκες
κεντούσαν και τραγουδούσαν με τα παιδιά τους, 
μετά χτύπησε συναγερμός κι ακούστηκαν φωνές,
σπίτια γονατισμένα μες στη σκόνη, 
πύργοι σκισμένοι μέτωπα λερωμένα με φτυσιές, 
κι ο λαίλαπας των κινητήρων συνεχώς:
κι οι δυο τους γδύθηκαν κι αγαπηθήκανε
για να υπερασπίσουν το αιώνιο μερτικό μας, 
το μερτικό μας σε καιρό και σε παράδεισο, 
ν' αγγίξουμε τη ρίζα μας και να την ξανακαταχτήσουμε,
να ξαναβρούμε την κληρονομιά μας ξεριζωμένη 
από κλέφτες της ζωής εδώ και χίλιους αιώνες,
κι οι δυο γδύθηκαν και φιληθήκανε
γιατί οι αγκαλιασμένες γυμνότητες
διασχίζουν το χρόνο κι είναι άτρωτες, 
τίποτα δεν τις αγγγίζει, ξαναγυρίζουν στην αρχή, 
δεν υπάρχει εσύ ούτε εγώ, αύριο ούτε χτες ούτε ονόματα,
ούτε διπλή αλήθεια, μέσα σ' ένα μόνο σώμα, μια μόνη ψυχή, 
ακέραιο Είναι...


Ποιο ενδυματολογικό είναι, το ακέραιο Είναι, ο Octavio Paz είκοσι χρόνια μετά την επίσκεψή του στην Ισπανία έγραψε την Πέτρα του Ήλιου, πέντε χρόνια μετά τη μετέφρασε ο Γιώργος Μακρής για την Ελένη (και για τη φωτιά), σημείωσε ο ίδιος, απ' αυτόν γνωρίσαμε το ποίημα, όπως κι ο νεότερος μεταφραστής, ο Κώστας Κουτσουρέλης, που βρήκε να λείπει απ' τη μετάφραση του Μακρή το σχήμα της οργάνωσης, η γεωμέτρηση της μορφής και να

οι δυο γυμνώθηκαν κι αγαπηθήκαν
ν' αγωνιστούν για το αιώνιο μερτικό μας,
το μερτικό μας στην Εδέμ, στο χρόνο,
τις ρίζες μας ν' αγγίξουν, ν' ανακτήσουν
τον κλήρο μας που της ζωής οι κλέφτες
χίλιους αιώνες τώρα μας αρπάξαν,
οι δυο γυμνώθηκαν και φιληθήκαν
γιατί οι γυμνότητές τους οι ενωμένες
ειν' άτρωτες κι υπερπηδούν το χρόνο,
ανέγγιχτες γυρίζουν στην αρχή τους,
δεν έχει εκεί εσύ ή εγώ, χθες, αύριο,
των δυο η αλήθεια ειν' μια ψυχή, ένα σώμα,
ω είναι ακέραιο...

Ηλιόπετρα, η Πέτρα του Ήλιου. Ρούχα δεν φορούσαν, γδύθηκαν, γυμνώ-θηκαν, οι γυμνότητες ενωμένες, αγκαλιασμένες, διασχίζουν το χρόνο, τον υπερπηδούν κι είν' άτρωτες. Ποιητικός μύθος. Άτρωτες. Ένα μόνο σώμα, μια μόνη ψυχή, μια ψυχή, ένα σώμα. Ακεραιότητα. Λιόπετρα πού να συναντηθούν η μεξικάνικη κυκλότητα, η μικρασιάτικη ελπίδα, δυο καρδιές να γίνουν ένα βρ' αμάν, ένα σώμα μια ψυχή, αμάν, γκελ αμάν.





Ακεραιότητα, μύθος ποιητικός. Τίποτα, ούτε άγγιγμα, ούτε ίχνος ζωής, όρκοι αγάπης, υπόσχεση απατηλή, ένα μούρμουρο και ούτε, απλώς εκεί στην πέτρα στον ήλιο, όχι στη λιόπετρα, όχι τοτεσάς, όχι τώρα, όχι: 
Τότες που 

εκεί στην πέτρα μαζί στον ήλιο, στην πέτρα εκεί που σταματούσε το δασάκι, κι ως που έφτανε το μάτι τα στάρια που είχαν πάρει να ξανθαίνουν, ανταλλάζοντας κάθε τόσο όρκους αγάπης, ένα μούρμουρο και ούτε, δίχως ποτέ ούτε ένα άγγιγμα, ούτε τίποτα αυτού του είδους, εσύ στη μιαν άκρη της πέτρας εκείνη στην άλλη, μιας μακρόστενης επίπεδης πέτρας του είδους μυλόπετρα, δίχως ποτέ ούτε ένα βλέμμα ο ένας του αλλουνού, απλώς εκεί μαζί στην πέτρα στον ήλιο, με τη ράχη γυρισμένη στο δασάκι, τα μάτια καρφωμένα στα στάρια ή κλεισμένα, κι ολοτρόγυρα όλα ασάλευτα, ούτε ίχνος ζωής, ψυχή ζώσα έξω, ούτε ν' ακούεται τίποτα



                                                                                                           24.media.tumblr


ακέραιο κλάσμα λιόπετρας
στον ήλιο δράμα πέτρας 
του ήλιου κυκλουβιού βροχής

τότες που 
τίποτα δεν άκουγες
τίποτα δεν έλεγες 
δεν ήθελες δεν ήταν θέλγητρα
της κραταιάς σάμπως ο θάνατος αγάπης
της αλύτρωτης αλήτρας 
δεν ήταν αλλά που πάντα
καταφτάνει πάντα σα μπληγή
που καίει

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

το ενδυματολογικό είναι


Τα ίδια. Βλέπω τα μαγαζιά να κλείνουν το ένα μετά το άλλο στον εμπορικό δρόμο της μικρής μας πόλης, χάνω απ' τα μάτια μου λίγο λίγο τα λάμποντα στοιχεία, μια παρακμή λες απλώνεται και γυρίζω πίσω στα τέλη των εβδομήνταζ, πιτσιρικάς. Τότε που είχαμε κιόλας κάμποσες μπουτίκ, μπουτίκε θυμάμαι είχα διαβάσει μια ταμπέλα, κανα δυο σαντουιτσάδικα, ο παλιός ράφτης του πατέρα μου πουλούσε λιβάις και λακόστ, από τη γκαλερί στον ίδιο δρόμο η μάνα μου φόρτωσε με νεκρές φύσεις και τοπία τους τοίχους, θυμάμαι πόσο καμάρωνα το μπαρ στην εσοχή του σαλονιού, δύο σκαμπό, πορτάκι κλπ. Είχαμε κάνει μεγάλη χαρά οικογενειακώς όταν ο Κ. έραψε ένα κουστούμι, αγγλικό κασμίρι με ρίγα, στον πατέρα μου. Κάποια στιγμή φόρεσα και λιβάις και κόκκινο λακόστ. Ομολογώ. Η ζωή κύλησε και κάποια στιγμή βρέθηκα ανάμεσα στο πλήθος στην Ερμού στην Αθήνα. 24 άτοκες δόσεις. Εκπτώσεις. Κουραστικά τα ψώνια, τη γλιτώσαμε πια την ταλαιπωρία. Την τελευταία φορά που βρέθηκα στην Ερμού πίστεψα πως πεθαίνω από ασφυξία. Καπνογόνα. 

Στις αρχές των ογδόνταζ ανακαλύψαμε και τον Βίλχελμ Ράιχ. Άκου Ανθρωπάκο, Οι Ρίζες της Σεξουαλικής Καταπίεσης, βεβαίως, ύστερα οι θεωρίες του φάνηκαν ξεπερασμένες, ίσως γραφικές, όλα εκείνα με την οργόνη και τις συσκευές... Άργησα πολύ να καταλάβω ότι σ' ένα βιβλίο, σ' ένα συγγραφέα μπορείς να βρεις κάποια κομμάτια που θα χορέψουν με τις σκέψεις σου, χωρίς να πρόκειται για τον χορό του Ησαΐα. Ο φασισμός ήταν μια πληγή του παρελθόντος, φασίστες ήταν κάτι ανησυχητικοί στη βόρεια Ευρώπη και κάτι λιγοστοί βδελυροί γύρω μας, άργησα να ξεφυλλίσω και τη Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού:


Η ταύτιση με την εξουσία, το κράτος, την επιχείρηση, το έθνος κλπ, που σημαίνει συνοπτικά: "Εγώ είμαι η εξουσία!" είναι ένα ψυχικό γεγονός, που μα δείχνει παραδειγματικά, πώς μεταβάλλεται μια ιδεολογία σε υλική δύναμη. Στην αρχή ο υφιστάμενος οραματίζεται απλώς να γίνει σαν τον προϊστάμενό του, ώσπου, σιγά-σιγά, με τη χρόνια υλική εξάρτηση, ολόκληρο το Είναι του αλλάζει σύμφωνα με την ιδεολογία της άρχουσας τάξης.




Έχοντας συνεχώς το βλέμμα του γυρισμένο προς τα "άνω", ο μικροαστός σχηματίζει μια ζωντανή διάσταση, μια "ψαλίδα" ανάμεσα στην οικονομική του κατάσταση και την ιδεολογία του. Ζει στενεμένα, αλλά φροντίζει την "εμφάνισή" του, συχνά ως τη γελοιοποίηση. Τρέφεται κακά, αλλά θέλει να είναι "καλά ντυμένος". Το ψηλό καπέλο και η βελάδα γίνονται τα υλικά σύμβολα αυτής της αγελαίας χαρακτηροδομής. Το ντύσιμο είναι το πιο χαρακτηριστικό σημάδι, για να κρίνει κανείς την ομαδική ψυχολογία ενός πληθυσμού. 




Σκέφτομαι πως όλ' αυτά, η διαδικτυακή απεραντολογία, κάποτε, μετά από χρόνια, θ' αποδοθούν στη γενιά της κρίσης. Μπερδεύτηκα πως έχω τη ζωή μπροστά, ενώ έχω βρεθεί τόσο πίσω κι όλα έχουν αλλάξει τόσο πολύ κι αυτό που κάνω εδώ, τα πλήκτρα που πατάω, είναι η αρχαιολογία του ίντερνετ, λίγα χρόνια σαν αιώνες, άφθονες γκουρμέ αναμνήσεις για πεινασμένους. 



Ericka Stucky - Bad (M. Jackson)
Traumton


Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

κατά μόνας

απαράβατος κανόνας
ονειρέψου κατά μόνας

παραβάτη δεν γνωρίζω
δεν πασχίζω δεν αθροίζω.

κατά μόνας τους χειμώνας
χειριστής παλιάς πομόνας

δωσ' της κλώτσο να τυλίξει
του φθινόπωρου την πλήξη

να χιονίσει αγάπη άχνη
στ' όνειρ' όποιου τηνε ψάχνει






το ανωτέρω εσπούδασα εν τω σπηλαίω κοράκου
η δε σπουδή σπουδαιότητος έτυχεν μεγιστάτης:


Ονειρέψου κατά μόνας: απαράβατος κανών.
Ως ταινία βραβευμένη εις το φεστιβάλ Καννών,
περί βίου ακανθοσπάρτου κορασίδων ορφανών,
ας κυλήσει η ζωή σου.

Λογικέψου τους χειμώνας: έτερος βαρύς κανών.
Εις τον στόχον μην εισέλθης παγερών τινών καννών
στρεφομένων ίνα πλήξουν, είθισται των αφανών,
την ασήμαντη ζωή σου.


Portland Cello Project - the Dream Transformation, Death and Birth