Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

κ. Κικίδη - Μουλά, Hasta Siempre


Σ. Ιατρίδου - Θ. Σακελλαρίδης 
Γ. Τσοκόπουλος - Μ. Άννινος



     Η κ. Κικίδη - Μουλά δεν έχει άλλες αντοχές. Μια σταγόνα, εκείνο το πρωινό, ξεχείλισε το ποτήρι. Ασφυκτιά. Η ζωή της με τον Μήτσο είναι αφόρητη. Μόνη παρηγοριά, η παρέα της. Στο τελευταίο δείπνο που διοργάνωσε, ανακοίνωσε τη μεγάλη της απόφαση. 




Η καλή μας η Ελένη η Κικίδη, 
που αγάπησε τον ευπαρτίδη, 
κινδυνεύει κατάθλα να πάθει 
να πληρώσει τα ίδια της λάθη. 


Τα παιδιά έχουν πια μεγαλώσει 
και ο Μήτσος την έχει αλώσει. 
Η καημένη η Ελένη η Κικίδη, 
που συχνά νιώθει σκέτο σκουπίδι... 


Ένα δείπνο ξανά θα οργανώσει, 
την παρέα να ενημερώσει 
για το χάος το εντός και το εκτός· 
για το ζειν ουδαμώς ανεκτώς. 


Θα καλέσει, λοιπόν, την παρέα, 
που κολλά στη φιλία βαρέα· 
στης φιλίας αυτή την υπόθα, 
δίχως κίνητρα να ’χουνε νόθα. 


Ένα θέμα έχει μόνο η Ελένη 
και μονάχα σ’ ετούτο χωλαίνει: 
το μενού δεν μπορεί όπως πρώτα 
να ’ναι πλούσιο σε στιλ «χειροκρότα». 


Δε βαριέσαι, η παρέα μετράει· 
και φαΐ αρκετό, να φτουράει, 
τότε σκέφτηκ’ η Ελένη Κικίδη: 
Και ας είναι και βήτα τα είδη. 


Για να μην πολυλέμε τα ίδια, 
στην κατάψυξη είχε και μύδια, 
τα εδέσματα άρεσαν σ’ όλους 
δαιτυμόνες και ονειροπόλους. 


Κι αφού διάβασαν ποίηση πάλι, 
το κρασί λίγη έφερε ζάλη, 
κάποιος άρχισε να κουτουλά 
και του είπε η Ελένη Μουλά: 


Βρε, Μουλά κάλλιο να μη με λέγαν 
και καλύτερα εδώ να με κλαίγαν. 
Δεν αντέχω το Μήτσο, την κόβα. 
Δεν μου παν τα σανδάλια ούτ’ η γόβα. 


Ο Μητσάρας, που απόψε είν’ έξω, 
και καλύτερα, να μην τα παίξω, 
μας τελείωσε, δεν τον αντέχω. 
Το λαλώ κι αμαρτίαν ουκ έχω. 


Σύντροφοί μου, αυτό το αγόρι, 
και στ’ αγόρια να πω πρέπει σόρι, 
μας το παίζει ένας γόης μινόρε 
και ζορίζεται για το ονόρε. 


Όμως πια δεν τραβάει άλλο η πλάκα 
και ο έρως δεν είναι για τράκα. 
Εγώ θέλω ζωή θυελλώδη 
κι όχι έτσι, ντεμί, νεφελώδη. 


Μια ο Μήτσος, η τρόικα δύο, 
Με πρησμένο έχω μείνει αιδοίο. 
Μια κυρία Κικίδη – Μουλά, 
που λαχεία στους δρόμους πουλά. 


Δεν αντέχω άλλο ετούτη τη ζήση· 
ούτε σκέφτομαι πια και τον Ζήση, 
που με φλέρταρε πριν λίγους μήνες 
και μου πρόσφερε σεξ σ’ αμμοθίνες. 


Δεν γουστάρω, δηλώνω, κανένα. 
Δεν μου φτάνουν καράβια και τρένα. 
Μακριά θέλω τώρα να φύγω, 
αφού εδώ, νιώθω πλέον να λήγω. 


Η ψυχή μου ριγά για την Τσιάπας, 
ας το μάθει λοιπόν απαξάπας. 
Στον αγώνα με τους Ζαπατίστας, 
να ζηλέψει ο εμπνευστής μου, ο Ταμίστας.






     Κάποιοι άνθρωποι, σε κάποια στιγμή της ζωής τους παίρνουν τη μεγάλη απόφαση. Μιαν απόφαση ανατροπής της ίδιας της ζωής τους, όπως οι ίδιοι την είχαν, ως τότε, οργανώσει. Ακόμα κι αν τους κυνηγά ένα αίσθημα απογοήτευσης, ακόμα κι αν αισθάνονται ότι πιάστηκαν κορόιδα, παραδέχονται ότι η ευθύνη είναι δική τους· και μόνο δική τους. Αυτή η πεποίθηση είναι αναγκαία συνθήκη για ν' αποφασίσουν την ανατροπή. 
     Όμως, καμιά φορά, όσο κι αν τους έχει βασανίσει η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, αυτό μόνο δεν φτάνει. Λες και χρειάζεται να συμβεί κάτι  τυχαίο, που θα καταλύσει την αποφασιστική αντίδραση. Οι επιστήμονες της ψυχής θα έλεγαν ότι εκ των υστέρων αποδίδεται σ' αυτούς τους καταλύτες η καταλυτική ιδιότητα. Ποιος ξέρει...
     Η κ. Κικίδη - Μουλά, ξεφορτώθηκε το συζυγικό επώνυμο, όχι στα χαρτιά, ακόμα, τη μέρα που διάβασε σ' ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Ουτοπία, από αυτά που έχει σε στίβες ο Μήτσος, ένα άρθρο του Holloway. Μάλλον, όταν διάβασε τα λόγια της ταγματάρχη των Ζαπατίστας Άννας Μαρίας, στο τέλος του άρθρου:

     Πίσω από εμάς είμαστε εσείς. Πίσω από τις κουκούλες μας είναι το πρόσωπο όλων των αποκλεισμένων γυναικών. Όλων των ξεχασμένων ιθαγενών. Όλων των καταδιωγμένων ομοφυλό- φιλων. Όλων των περιθωριοποιημένων νέων. Όλων των κατατρεγμένων μεταναστών. Όλων των φυλακισμένων για το λόγο τους και τη σκέψη τους. Όλων των ταπεινωμένων εργατών. Όλων των νεκρών από λησμονιά. Όλων των απλών και συνηθισμένων αντρών και γυναικών που δεν μετράνε, που δεν φαίνονται, που δεν έχουν όνομα, που δεν έχουν αύριο.




     Και, πόσο καταλυτική σύμπτωση... Την ίδια μέρα άκουσε στο ράδιο εκείνο το τραγούδι του Victor Heredia από τη Mercedes Sosa, που το ήξερε, αλλά πρώτη φορά το άκουγε σαν αφιέρωση των ζαπατιστριών, των mujeres zapatistas, στην Comandante Ramona. Κι ήταν η πρώτη φορά που το τραγούδι Razon de Vivir, που σημαίνει αιτία για να ζεις, τη συγκλόνισε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου