Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

το πώς

vivre-sa-vie

Το πειραγμένο μηχανάκι κατηφόρισε 
σαν του μελιού τη ράθυμη καντάδα
στη δημοσιά που γλίτωνε απ' τη σκέψη.

Δεν ακουγόταν, δεν ακούστηκε,
καμιά σειρήνα ή κραυγή ή
σσσστ προσταχτικό να λυτρωθούν
τα πάντα σα σιωπή και 
σα να καταργήθηκαν οι γρύλοι.

Η δύση έπλεε σ' ωκεανούς·
να καταλάβεις, δεν κουνιόταν φύλλο,
να μεταλάβεις λάδι η θάλασσα,
αστέρια στάγδην ταπεινά στο πέραν.
Μύριζε μόνο της γυναίκας μοναξιά.
Ήρθε ο καιρός και πάλι να μιλήσω. 
Με λένε Αδάμ. Είμαι ο Κύριός σου.
Έχω τη δύναμη να σε κρατώ σα λάφυρο·
μα σε κρατώ σαν αγκαλιά της μάνας.
Ξέρω τι θέλεις. Ξέρεις τι γυρεύω. 


Ήρθε ο καιρός και πάλι·
έτσι κυλά, σαν τόπι 
απ' την κορφή της πυραμίδας.
Είναι που ξεμαθαίνεις γρήγορα και 
που μετά φοβάσαι. 




Όμως δεν είναι δα μυστήριο η επαφή μας.
Είναι της συμφωνίας μας το φρούτο το μεστό·
την ώρα που κοιμήθηκεν η πλάση.
Την ώρα που το βλέμμα σου
το πώς είχε διαθλάσει.


Melody

divinelande



4 σχόλια:

  1. ετσι ο Αδαμ και ετσι η Ευα
    Ονειρευτηκανε
    την Αμαρτια

    την Πτωση απο τον παραδεισο ,
    τον πόνο
    την Ιστορια ,
    το αυξανεσθαι και πληθυνεσθαι ,τον Πολεμο και την σκλαβια . την Φτωχεια και τον Θανατο ,Υστερα
    ξυπνησαν και ηταν παντα εκει κατω απο το Ξυλο στην αγκαλια του Θεου και ο Οφις τους κοιταζε με λιγωμένα μάτια ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τον ξέρω αυτόν τον Όφι
      κι εσύ τον ξέρεις Νόσφυ.
      Πάντα τον βλέπω εμπρός μου λιγωμένο.

      Στην αγκαλιά τη θεία
      ζωές ταξιανθία.
      Και 'γω περαστικός. Για λίγο μένω.

      Διαγραφή
  2. μ' άρεσε
    μπράβο Λευθεράκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αχ, Μαρίλδα, Εύας κόρη,
      σ' αγαπάω απριόρι.

      Διαγραφή