Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

έξεστι Μηνυμαλίοις σκαριμπαρωδείν





Η ακούσια παρωδός Valentina Hasan που έκλεισε την προηγούμενη ανάρτηση, θύμα του επαίσχυντου τηλεοπτικού κανιβαλισμού, έχει, όπως όλες οι όψεις της μιζέριας, το αντίθετό της:




Η Susan Boyle δεν παρώδησε. Παρωδήθηκε η, ενδεχομένως στημένη, προσπάθεια διακωμώδησης αυτού που ήθελε.  Στημένο ή όχι, το show δούλεψε, το κράτησαν οι μαϊμούδες της διαρκούς παρωδίας του συναισθήματος. 

Λίγη ακόμη εμμονή με την παρωδία. Η αναζήτηση ενός πλήρους ορισμού για την παρωδία κινδυνεύει να πέσει θύμα του οριζόμενου αντικειμένου, αφού παρωδία είναι να πειράζεις κάτι, έτσι ώστε να είναι πάντα κάτι άλλο αλλά σχετικό με αυτό που πειράχτηκε. Πάντως, όπως επισημαίνει ο Agamben στο δοκίμιό του του για την παρωδία, η κλασική της σημασία καταδεικνύει έναν διαχωρισμό μεταξύ άσματος (ωδής) και λέξης, μεταξύ μέλους και λόγου. Αυτός ο διαχωρισμός, προσθέτει, φαίνεται να έχει συντελεστεί ολοκληρωτικώς στον Καλλία, ο οποίος συνθέτει ένα έργο όπου οι λέξεις παραχωρούν τη θέση τους στη συλλαβιστή απαγγελία της αλφαβήτου.








Πρόκειται για μια αναφορά στο δέκατο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου και για την πρόσληψή του από τον Agamben. Άλλες προσλήψεις (ας τη χρησιμοποιούμε με κάποιο τρόπο τη λέξη, γιατί αλλιώς θα την ξεχάσουμε) βρίσκουν μιαν ακόμη απόδειξη για τη μοναδικότητα και ... τη μη τυχαιότητα της ελληνικής γλώσσας. 

Πάντως, απ' το δοκίμιο αυτό απ' τις Βεβηλώσεις του Agamben, ας πάρουμε μια γεύση από μια μεσαιωνική γαλλική παρωδία: Το Audigier, παρουσιάζει ο συγγραφέας, είναι ένα σύντομο ποίημα σε αρχαία γαλλικά, γραμμένο περίπου στα τέλη του 12ου αιώνα και τό οποίο διασώθηκε σε ενα μόνο χειρόγραφο και το οποίο άντιστρέφει στήν πλέον αχαλίνωτη και έκφυλη κοπρολογία τη μυστηριακή αύρα πού βρίσκεται στο επίκεντρο της ιπποτικής πρόθεσης. Η επιλογή του, επιβεβαιώνει ότι έξεστι Μηνυμαλίοις σκατολογείν:



Η Γρινμπέρζ με κατεβασμένα τα βρακιά της
          μουνί και κώλο ξεσκέπασε
κουλουριασμένη πάνω του 
          το πρόσωπό του σκέπασε·
κι από τον κώλο της
          σκατά ποτάμια ξέρασε.
Με τον κόμη Ωντιζιέ σε έναν κοπρώνα
          ανάσκελα ξαπλωμένο
η Γρινμπέρζ τους τένοντές της τρίβει 
          στο πρόσωπό του το χεσμένο. 
Δυο φορές τον κώλο της φίλησε
          μέχρι να τον δει καθαρισμένο...






Είναι νομίζω λάθος να ξεχνάμε τον παρωδό Σκαρίμπα. Παρωδός των πάντων, παρωδός και της παρωδίας.  

Υπείκοντες εις τας παρορμήσεις της αλλοπροσάλλου ημών φύσεως, κατακαιόμενοι από τον συνδαυλισμόν ιδιοσυγκρασίας ανίσου - φοβεροί εν μέσω των τρόμων μας, εν τω μέσω των αμφιβολιών μας μοιραίοι - θα καταυγάσωμεν μολαταύτα διά της θριαμβευτικής τεθλασμένης μας - των αστραπών των ψυχών μας - στην σκοτεινήν ταύτην μοίραν. Διαγράφομεν ημείς αντιθέτως τον κύκλον μας. Με ακατασίγαστον εντός μας την μαγγανείαν των φλάουτων, θα εξακολουθήσωμεν εις το διηνεκές την τρομώδη πορείαν μας, επί μάλλον και μάλλον ριγηλοί και αντίνομοι - υψηλοί και χυδαίοι - μέχρις ου επ' αυτοφώρω συλλάβομεν τον παρθένον αριθμόν, το σημείον, το σύνθημα, που συμβολίζει το σύμπαν!....

Ο Mario Vitti, που παραθέτει αυτό το απόσπασμα απ' Το θείο τραγί στο βιβλίο του για τη γενιά του '30, διαπιστώνει ότι σ' αυτό το ρητορικό κομμάτι, η συντακτική δομή της καθαρεύουσας βρίσκεται σε διάσταση με τις λέξεις. Οι λέξεις, δηλαδή, έρχονται να γεμίσουν την έκταση της δομής σαν ανεξάρτητα υλικά απ' αυτή. Ο Σκαρίμπας παρωδεί το καθαρευουσιάνικο ρητορικό ύφος. Γενικά, παρωδεί τα πάντα, και τα πιο προχώ της εποχής του. Η παρωδία του Σκαρίμπα είναι ειρωνική, πικρή, τρελή. Στον Μαριάμπα, βάζει τον "δημόσιο λειτουργό" - ήρωά του να υπογράφει έγγραφα με κάτι "ταπεινότατος δούλος σας", κάτι "την δεξιάν σας ασπάζομαι", κάτι "Υγείαν εύχομαι και αν ερωτάτε και δι' εμέ, είμαι καλά και σας χαιρετώ". Ναι, σε δημόσια αλληλογραφία  του Διευθυντού του Δημοσίου Αγροκηπίου Χαλκίδος! 

Η επιμελήτρια των απάντων του Σκαρίμπα στη Νεφέλη Κατερίνα Κωστίου, στη διδακτορική της διατριβή με θέμα τον Σκαρίμπα και, ανάμεσα στ' άλλα, την παρωδία στο έργο του, διαπιστώνει ότι στόχος του συγγραφέα όταν παρωδεί είναι το παιχνίδι, αλλά κυρίως η αποκάλυψη των συμβάσεων και των ορίων του ίδιου του έργου του. Στο Βατερλώ του, στην πρώτη έκδοση, γράφει η Κωστίου, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μότο τη φράση του Ντοστογέφσκι «0 ίσκιος ενός αμαξά με τον ίσκιο μιας βούρτσας έσβενε τον ίσκιο μιας άμαξας»·  συγχρόνως την παρωδεί: «Ο ίσκιος ενός θερμαστή, με τον ίσκιο μιας τσάντας, δρασκέλαε κατά τον ίσκιο ενός "Κέυλαντ"...»

Υπονομεύει, γράφει η Κωστίου, τον υπερρεαλισμό, ο Σκαρίμπας. Ο κ. Σκαρίμπας
ούτε συρρεαλιστής είναι στο νέο του βιβλίο ούτε λογικεύεται, έγραψε ο Α. Σταθόπουλος το 1930 για το Σόλο του Φίγκαρω


To υποσυνείδητ' ολόσωμο. Και τον φαντάζομαν χώρα. Τον σκέφτομαν πως θάχε ριχτεί με τα μούτρα. Ευρύνοντας τα όρια της τέχνης μέχρι σχεδόν του απρόσιτου. Δεν θα έκτεινε- μπορούσα να  πω μολαχαύτα - και την ορθόδοξη αισθητική των πραγμάτων. Όχι, όχι, δεν θα την έκτεινε αυτήν. Μόνο ανατρέποντας την. Θα ξεκίναε απ' την πρώτη ουσία της. Απ' αυτήν τούτη την καταβολή του συστήματος. Ω τον άτιμο!... Θάλεγε κανείς πως θα παραμόρφωνε την παραδεδεγμένη "ηθική" της, κάμνοντας την υπόσταση: έκφραση και την ουσία: μορφή. Ακριβώς, του αρχικέρατά αυτουνού, η καλλιτεχνική του αντίληψη θ' ακολουθάει τώρα μιαν αντίθετη κλίμακα, μιαν ανάστροφη ιεραρχία αξιών: απ' τον αισθησιασμό προς το αίστημα - αχ, αχ, αχ,- απ' αυτό προς την αίστηση, κι απ' αυτήν προς το ένστιχτο. Και θα ήταν σαν μια ώς τον πάτο κατάδυση! Ναι. Και τον έβλεπα, να βουτάει με τα ούλα του προς τα υποσυνείδητα βάθη, σκεδόν διάκρινα, στον σορό, μόνο τις πατούσες του τώρα... Σε λίγο θάχει φτάσει έως τ' άπατα. Και τότε θάταν για νάταν. Τότε θα βλέπαμε δεν ξέρω πόσες γαρίδες στο  πάπλωμα και πόσα λαχανόφυλλα νάχουν αποκοιμηθεί στο τηγάνι. 0 Breton με τα τσαρούχια τ' ολόσωμος.






Μιαν άλλου τύπου παρωδία, προσπάθησα κι εγώ με τον Καβάφη και την Ιθάκη, στο αφιέρωμα του Τεφλόν. Πρώτα - πρώτα δεν άργησα να καταλάβω τη δυσκολία να γράψω με τον τρόπο του Καβάφη, όπως πολλοί έχουν προσπαθήσει, κι ο Λαπαθιώτης εξαίσια, βέβαια:

Όμως εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,
εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,
που για να τα εκφράσει ο νους αγωνιά,
να δυνηθείς να εκφράσεις, μην το στοχασθείς...

Ήταν μεγάλη η δυσκολία, άλλοτε μου συνέβη ανύποπτα, μέσα στης ίωσης την αλλοκοτιά, μα τώρα όχι. Έτσι προέκυψε η Ιθάζ. Ένα κολλάζ από στίχους του Καβάφη, φορές με αλλαγμένο αριθμό ή πρόσωπο. Οι στίχοι, ένας προς έναν. Μία προς μία οι στροφές. Να η πρώτη:



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάζ,
εν μέρει για να εξακριβώσεις μια εποχή
εν μέρει και την ώρα να περάσεις,
εξηντλημένος και κυρτός, 
σακατεμένος από χρόνια κι από καταχρήσεις,
προσπάθησε να τες φυλάξεις, ποιητή,
τες ανιαρές περιαυτολογίες.
Τα κούφια λόγια που ήσαν η δικές σου βασιλείες,
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική,
ξανά πια δεν θα τα βρεις.
Τα κούφια λόγια και την άμυαλη τη γνώσι 
κάθε ευκαιρία χαμένη τώρα τα εμπαίζει.


Είχα ξεκινήσει αλλιώς. Μ' ένα δίστιχο που έμεινε δύστυχο, δημοσιεύτηκε μονάχο στο Τεφλόν, και πριν από κανένα μήνα ήρθε κι αυγάτισε. 

Σαν μπεις στης παρωδίας το τριπάκι,
να εύχεσαι να βγεις λίαν συντόμως...

Μέχρι να βάλω τη συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση, ας θυμηθούμε μιαν παρωδία ντοκιμαντέρ, του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, που βραβεύτηκε και σε φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, για τη δήθεν συνάντηση μια νύχτα του Καβάφη με τον Πεσσόα







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου