Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013


η ελευθερία ως κόλαση:
η γλώσσα των άλλων



Υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται τον θάνατο, κι άλλοι που ο θάνατος τους επι-σκέφτεται στην ανεμελιά τους. Η υποδοχή του θανάτου στο ξεπροβόδισμα των αποθαμένων τρέφει τη σκέψη που προκαλεί η επί-σκεψη. Όμως δεν ζούμε με τη σκέψη του θανάτου. Ζούμε παρά τον θάνατο. Και πόσες ποικιλίες θανάτου διαβαίνουμε ως το τέλος; 



tassos langis



Τι είναι όλοι οι άλλοι άνθρωποι; Πώς γεννιέται ο πόθος να πεθάνουν; Όλοι; Είναι η κόλαση. Το ανακαλύπτει στο τέλος του θεατρικού του Σάρτρ Κεκλεισμένων των Θυρών, και στην αρχή ενός αιωνίου μαρτυρίου, ο Γκαρσέν. Θα ζήσει εκεί, σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε στίλ δεύτερης αυτοκρατορίας, μαζί με την Ινέζ και την Εστέλλα, επιθυμώντας την Ινέζ που τον περιφρονεί και θέλει την Εστέλλα που την αποκρούει γιατί φλερτάρει τον Γκαρσέν που δεν την θέλει και λίγο πριν την ανακάλυψή του, ήξερε ότι βρίσκεται στην κόλαση, δεν ήξερε όμως τι είναι η κόλαση, είχε ξεσπάσει:
Ανοίχτε, που να σας πάρει ο διάολος! Θα υποστώ τα πάντα, τις φλογισμένες τανάλιες, το καφτό μολύβι, τις σούβλες, τους στραγγαλισμούς - όλα τα σατανικά μηχανήματα που 'χετε, ο,τιδήποτε ζεματάει, γδέρνει και σκίζει - θα δεχτώ κάθε βασανιστήριο που θα μου κάνετε. Όλα είναι προτιμώτερα απ' αυτή την αγνία της ψυχής, απ' αυτόν τον σιγανό πόνο που τρώει τον άνθρωπο, τον σιγοψήνει και ποτε δεν χτυπάει αρκετά να δώσει τέλος.

Παλιά μετάφραση, του Μάριου Λαέρτη, από την τρίτη  "βελτιωμένη" έκδοση των εκδόσεων Μέντωρ, χ., βέβαια, χ., αδύνατο να λινκάρεις σε παραπομπή. O Σαρτρ πίστευε ότι ήταν, κι αυτός όπως όλοι, καταδικασμένος να ζει ελεύθερος





Όμως ο Στίρνερ πίστευε ότι η «ελευθερία» είναι και παραμένει μια λαχτάρα, ένα ρομαντικό παράπονο, μια χριστιανική ελπίδα για το επέκεινα και το μέλλον. Κι έπειτα η κραυγή. Η έσχατη κραυγή του Γ. Μακρή στους αντίλαλους του κενού, φέρνει στο νου την κραυγή χαράς δίχως σκέψη του Στίρνερ:
Ένα απότομο τίναγμα μου παρέχει την ίδια υπηρεσία με το πιο α- νήσυχο σκέπτεσθαι, ένα άπλωμα των μελών αποτινάζει τη βάσανο των σκέψεων, ένα αναπήδημα διώχνει τον βραχνά του θρησκευτικού κόσμου από το στήθος μου, μια δυνατή κραυγή χαράς ρίχνει κάτω φορτία που κουβαλούσα χρόνια. Η τεράστια όμως σημασία της δίχως σκέψη χαρούμενης κραυγής δεν μπορούσε να αναγνωριστεί όσο διαρκούσε η μακριά νύχτα του σκέπτεσθαι και του πιστεύειν.

Ο Στίρνερ τα 'βαλε με όλους που στην εποχή του υπόσχονταν ελευθερία, που τους αποκαλούσε φιλελεύθερους: πολιτικούς, κοινωνικούς και ανθρωπιστές. Οι αστοί, πιστοί του πολιτικού φιλελευθερισμού, δέχονται ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ελεύθερος άνθρωπος είναι ο υπάκουος υπηρέτης: 
Τι τρομερή ανοησία! Κι όμως, αυτό είναι το νόημα της μπουρζουαζίας, και ο ποιητής της, ο Γκαίτε, όπως και ο φιλόσοφός της, ο Χέγκελ, κατάφεραν να εξυμνήσουν την εξάρτηση του υποκειμένου από το αντικείμενο, την υπακοή στον αντικειμενικό κόσμο. 

Για τους σοσιαλιστές και τον κοινωνικό φιλελευθερισμό τους, ο Στίρνερ ήταν εξίσου αιχμηρός και, για τον υπαρκτό, προφητικός:
Μπροστά στον ανώτατο ιδιοκτήτη, θα γίνουμε όλοι ίσοι - κουρελήδες. Για την ώρα, κάποιος είναι ακόμη κατά την εκτίμηση κάποιου άλλου "κουρελής", "επί ξύλου κρεμάμενος"· κατόπιν όμως παίρνει τέλος αυτή η εκτίμηση, είμαστε όλοι κουρελήδες, και ως συνολική μάζα της κομμουνιστικής κοινωνίας μπορούμε να ονομαστούμε "συρφετός κουρελήδων".

Οι ανθρωπιστές σοσιαλιστές, τέλος, έβλεπε να ολοκληρώνουν την κουρελοσύνη:
Πρέπει πρώτα να κατεβούμε στην πιο κουρελίδικη, στην πιο φτωχή κατάσταση, αν θέλουμε να φτάσουμε στην κυριότητα, διότι πρέπει να βγάλουμε από πάνω μας καθετί ξένο. Τίποτα όμως δεν μοιάζει πιο κουρελίδικο από τον γυμνό άνθρωπο. 
  



Το από πάνω σκίτσο του Ένγκελς απεικονίζει τους Ελεύθερους εγελιανούς αριστερούς νέους του Βερολίνου, στους οποίους σύχναζε και ο κολλητός του Μαρξ, όπως κι ο Στίρνερ. Οι Ελεύθεροι σε κατάσταση διαφωνίας. Ανάμεσά τους ο μοναδικός και το ιδιόκτητό του πούρο, μοιάζει να είναι αλλού, δεν συμμετέχει στις αντιπαραθέσεις των λοιπών, που εξήγησε στο κύριο πόνημά του ότι τοποθέτησε την υπόθεσή του στο τίποτα. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, που ειρωνεύτηκαν αυτή την τοποθέτηση, ήταν ένας σαχλός ηθικολόγος. Τον αποκαλούσαν Σάντσο (από τον ήρωα του Θερβάντες) κι έκαναν τον Μοναδικό του φύλλο και φτερό:
Η φιλοσοφική του έλλειψη ιδεών ήταν ήδη, αυτή καθεαυτή, το τέλος της φιλοσοφίας, όπως η ανέκφραστη γλώσσα του ήταν το τέλος όλων των γλωσσών.

Ο Στίρνερ δεν είχε αμφιβολία: Όποιος δεν μπορεί να απαλλαγεί από μια σκέψη είναι, στο βαθμό αυτό, μόνον άνθρωπος, δούλος της γλώσσας, αυτού του ανθρώπινου θεσμού, αυτού του θησαυρού ανθρώπινων σκέψεων. Αν αυτή η σκέψη φαινόταν σε κάποιους στα μισά του 19ου αιώνα σαχλή, δεν θα συνέβαινε το ίδιο έπειτα από καμιά εκατοστή χρόνια. Όπως επισήμανε ο Αβρόν...
... ο Στίρνερ, αντίθετος προς τη λεκτική τυραννία, πολύ πριν μας αποκαλύψουν οι στρουκτουραλιστικές θεωρίες της εποχής μας την επιρροή της γλώσσας στη σκέψη, δημιουργεί για δική του χρήση μια γλώσσα ιδιότροπη, ευμετάβλητη, αυθαίρετη, η οποία, αντί να μεταφέρει ξένες σκέψεις, παραμένει στην υπηρεσία της ριζικής πρωτοτυπίας του εγώ. «Η γλώσσα», γράφει σε ένα εκπληκτικά "μοντέρνο" χωρίο, «ή το "Ρήμα"  ασκεί πάνω μας τη χειρότερη τυραννία, επειδή φέρνει εναντίον μας μια ολόκληρη στρατιά έμμονων ιδεών». 





Γλώσσα, σκέψη, ελευθερία. Όχι ελεύθερες σκέψεις, αλλά ελευθερία από τη σκέψη. Αυτη η σκέψη, γλωσσικά κατασκευασμένη, ωρυόταν στον πυρήνα του Μοναδικού:
Η δύναμη των λέξεων ακολουθεί εκείνη των πραγμάτων: πρώτα εξαναγκάζεται κανείς με το ραβδί και μετά με την πεποίθηση. Η δύναμη των πραγμάτων ξεπερνά το θάρρος μας, το πνεύμα μας· απέναντι στη δύναμη μιας πεποίθησης, και συνεπώς της λέξης, ακόμη και το όργανο βασανισμού και το ξίφος χάνουν τη δύναμη και την υπεροχή τους. [...] Δεν υπάρχει ούτε μια αλήθεια, δικαίωμα, ελευθερία, ανθρώπινη ιδιότητα κ.ο.κ. που να έχει υπόσταση μπροστά σε μένα, και στην οποία να υποτάσσομαι. Δεν είναι παρά λέξεις, τίποτε άλλο από λέξεις, όπως όλα τα πράγματα δεν είναι για τον χριστιανό παρά «μάταια πράγματα».

Εκατόν είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φουκώ δημοσίευε τις Λέξεις και τα Πράγματα. Χωρίς αναφορές στον Στίρνερ, σκεφτόταν το cogito κι αναρρωτιόταν:
... μπορώ τάχα να πω ότι είμαι αυτή η γλώσσα, την οποία μιλώ και όπου η σκέψη μου γλιστρά μέχρι σημείου νά βρίσκει μέσα της το σύστημα όλων των δικών της δυνατοτήτων, αλλά η οποία εντούτοις δεν υπάρχει παρά μέσα στη βαρύτητα προσχώσεων που ποτέ δεν θά είναι ικανή να τις ενεργοποιήσει εξ ολοκλήρου;

Έλα ντε. Πώς τόλεγε ο Heidegger; Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να είναι αυτός ο πλάστης και ο μάστορας της γλώσσας, ενώ είναι αυτή η δέσποινα του ανθρώπου... Αλλά, ας μην πλατιάζουμε, να μην πω δολιχοδρομούμε, που είναι εντυπωσιακότερο. Αυτή η θερινή διαδρομή, οι ύμνοι στην ελευθερία και την ουτοπία της, θα βαδίσει, τουλάχιστον ως προς τη θερμοκρασιακή της ένταση, προς το τέλος της. Καλοκαιράκι είναι όμως ακόμη. Ας μην βιαστούμε πολύ. Ξανά Φουκώ, για το τέλος, αντιταγμένο σε όλους εκείνους:
Σε όλους εκείνους που δεν θέλουν να τυποποιήσουν χωρίς να εξανθρωπολογήσουν, που δεν θέλουν να μυθολογήσουν χωρίς να αποφενακίσουν, που δεν θέλουν να σκεφτούν χωρίς να σκεφτούν παρευθύς ότι ο άνθρωπος δεν είναι αυτός που σκέπτεται, σε όλες αυτές τις αδέξιες και στρεβλές μορφές στοχασμού, δεν μπορούμε παρά να αντιτάξουμε ένα φιλοσοφικό γέλιο - δηλαδή, κατά ένα μέρος, γέλιο σιωπηλό. 






Μα εμένανε, που από μικρόν με βασανίζουν σκέψεις,
με πιάνει η γλώσσα διάβαστο και με βαθμολογάει·
με τεριρέμ παραπονώ και παραπαίω με πόνο
και μνημονεύω τα μωρά που γέροντες τα ξέρω. 
Ακρέβω τα ρουμπολιαστά κλαρούμια της μπραντέλας,
κρακώνω τις ξαντρόχλυρες μπουρλούχες που λιμώνουν
και βγάζω δώδεκα σκριμιές, μία για κάθε μήνα. 
Αφήστε με, κουράστηκα, πάω να πραγκίσω γκλούνια. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου