Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

σαν βγεις στον πηγαιμό,
πτοήσου


the Sirens                                                                 and Ulysses





σαν μπεις στης παρωδίας το τριπάκι
να εύχεσαι να βγεις λίαν συντόμως
δεν θάναι αναψυχής το ταξιδάκι
ο κάθε στίχος σκέτη λαιμητόμος

κύκλωπες, ποσειδώνες, λαιστρυγόνες
δεν θα μπορέσουν να παιδέψουνε τις λέξεις
μα ούτε και τίποτα ανέραστες γοργόνες
θα σε ρωτήσουν τον δεκέμβρη αν ζει ο αλέξης

ηδονικά μυρωδικά δεν θα εισπνεύσεις
μόνο κλανιές θα σου μπουκώνουν τα πλεμόνια
θάναι φτηνές της παρωδίας η εμπνεύσεις
η απαγγελίες θα σου πονάνε τα σαγόνια

πάντα στον νου σου νάχεις μόνο να την κάνεις
βιάσου, στο τρέξιμο ξεσκίσου, θα γεράσεις
δεν θάσαι πια ποτέ ο μάγκας κι ο αλάνης
θάσαι αμφιβόλου δυνατότητος και κράσης

η παρωδία σε πάει στην κόλαση του δάντη
που παρωδία ήταν κι αυτή, σαν τη ζωή σου
ποτέ δεν φέρεται, η σκρόφα, με το γάντι
γι' αυτό μη ντρέπεσαι, ανόητε, πτοήσου






Sincerest-Form-of-Parody

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

έξεστι Μηνυμαλίοις σκαριμπαρωδείν





Η ακούσια παρωδός Valentina Hasan που έκλεισε την προηγούμενη ανάρτηση, θύμα του επαίσχυντου τηλεοπτικού κανιβαλισμού, έχει, όπως όλες οι όψεις της μιζέριας, το αντίθετό της:




Η Susan Boyle δεν παρώδησε. Παρωδήθηκε η, ενδεχομένως στημένη, προσπάθεια διακωμώδησης αυτού που ήθελε.  Στημένο ή όχι, το show δούλεψε, το κράτησαν οι μαϊμούδες της διαρκούς παρωδίας του συναισθήματος. 

Λίγη ακόμη εμμονή με την παρωδία. Η αναζήτηση ενός πλήρους ορισμού για την παρωδία κινδυνεύει να πέσει θύμα του οριζόμενου αντικειμένου, αφού παρωδία είναι να πειράζεις κάτι, έτσι ώστε να είναι πάντα κάτι άλλο αλλά σχετικό με αυτό που πειράχτηκε. Πάντως, όπως επισημαίνει ο Agamben στο δοκίμιό του του για την παρωδία, η κλασική της σημασία καταδεικνύει έναν διαχωρισμό μεταξύ άσματος (ωδής) και λέξης, μεταξύ μέλους και λόγου. Αυτός ο διαχωρισμός, προσθέτει, φαίνεται να έχει συντελεστεί ολοκληρωτικώς στον Καλλία, ο οποίος συνθέτει ένα έργο όπου οι λέξεις παραχωρούν τη θέση τους στη συλλαβιστή απαγγελία της αλφαβήτου.








Πρόκειται για μια αναφορά στο δέκατο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου και για την πρόσληψή του από τον Agamben. Άλλες προσλήψεις (ας τη χρησιμοποιούμε με κάποιο τρόπο τη λέξη, γιατί αλλιώς θα την ξεχάσουμε) βρίσκουν μιαν ακόμη απόδειξη για τη μοναδικότητα και ... τη μη τυχαιότητα της ελληνικής γλώσσας. 

Πάντως, απ' το δοκίμιο αυτό απ' τις Βεβηλώσεις του Agamben, ας πάρουμε μια γεύση από μια μεσαιωνική γαλλική παρωδία: Το Audigier, παρουσιάζει ο συγγραφέας, είναι ένα σύντομο ποίημα σε αρχαία γαλλικά, γραμμένο περίπου στα τέλη του 12ου αιώνα και τό οποίο διασώθηκε σε ενα μόνο χειρόγραφο και το οποίο άντιστρέφει στήν πλέον αχαλίνωτη και έκφυλη κοπρολογία τη μυστηριακή αύρα πού βρίσκεται στο επίκεντρο της ιπποτικής πρόθεσης. Η επιλογή του, επιβεβαιώνει ότι έξεστι Μηνυμαλίοις σκατολογείν:



Η Γρινμπέρζ με κατεβασμένα τα βρακιά της
          μουνί και κώλο ξεσκέπασε
κουλουριασμένη πάνω του 
          το πρόσωπό του σκέπασε·
κι από τον κώλο της
          σκατά ποτάμια ξέρασε.
Με τον κόμη Ωντιζιέ σε έναν κοπρώνα
          ανάσκελα ξαπλωμένο
η Γρινμπέρζ τους τένοντές της τρίβει 
          στο πρόσωπό του το χεσμένο. 
Δυο φορές τον κώλο της φίλησε
          μέχρι να τον δει καθαρισμένο...






Είναι νομίζω λάθος να ξεχνάμε τον παρωδό Σκαρίμπα. Παρωδός των πάντων, παρωδός και της παρωδίας.  

Υπείκοντες εις τας παρορμήσεις της αλλοπροσάλλου ημών φύσεως, κατακαιόμενοι από τον συνδαυλισμόν ιδιοσυγκρασίας ανίσου - φοβεροί εν μέσω των τρόμων μας, εν τω μέσω των αμφιβολιών μας μοιραίοι - θα καταυγάσωμεν μολαταύτα διά της θριαμβευτικής τεθλασμένης μας - των αστραπών των ψυχών μας - στην σκοτεινήν ταύτην μοίραν. Διαγράφομεν ημείς αντιθέτως τον κύκλον μας. Με ακατασίγαστον εντός μας την μαγγανείαν των φλάουτων, θα εξακολουθήσωμεν εις το διηνεκές την τρομώδη πορείαν μας, επί μάλλον και μάλλον ριγηλοί και αντίνομοι - υψηλοί και χυδαίοι - μέχρις ου επ' αυτοφώρω συλλάβομεν τον παρθένον αριθμόν, το σημείον, το σύνθημα, που συμβολίζει το σύμπαν!....

Ο Mario Vitti, που παραθέτει αυτό το απόσπασμα απ' Το θείο τραγί στο βιβλίο του για τη γενιά του '30, διαπιστώνει ότι σ' αυτό το ρητορικό κομμάτι, η συντακτική δομή της καθαρεύουσας βρίσκεται σε διάσταση με τις λέξεις. Οι λέξεις, δηλαδή, έρχονται να γεμίσουν την έκταση της δομής σαν ανεξάρτητα υλικά απ' αυτή. Ο Σκαρίμπας παρωδεί το καθαρευουσιάνικο ρητορικό ύφος. Γενικά, παρωδεί τα πάντα, και τα πιο προχώ της εποχής του. Η παρωδία του Σκαρίμπα είναι ειρωνική, πικρή, τρελή. Στον Μαριάμπα, βάζει τον "δημόσιο λειτουργό" - ήρωά του να υπογράφει έγγραφα με κάτι "ταπεινότατος δούλος σας", κάτι "την δεξιάν σας ασπάζομαι", κάτι "Υγείαν εύχομαι και αν ερωτάτε και δι' εμέ, είμαι καλά και σας χαιρετώ". Ναι, σε δημόσια αλληλογραφία  του Διευθυντού του Δημοσίου Αγροκηπίου Χαλκίδος! 

Η επιμελήτρια των απάντων του Σκαρίμπα στη Νεφέλη Κατερίνα Κωστίου, στη διδακτορική της διατριβή με θέμα τον Σκαρίμπα και, ανάμεσα στ' άλλα, την παρωδία στο έργο του, διαπιστώνει ότι στόχος του συγγραφέα όταν παρωδεί είναι το παιχνίδι, αλλά κυρίως η αποκάλυψη των συμβάσεων και των ορίων του ίδιου του έργου του. Στο Βατερλώ του, στην πρώτη έκδοση, γράφει η Κωστίου, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μότο τη φράση του Ντοστογέφσκι «0 ίσκιος ενός αμαξά με τον ίσκιο μιας βούρτσας έσβενε τον ίσκιο μιας άμαξας»·  συγχρόνως την παρωδεί: «Ο ίσκιος ενός θερμαστή, με τον ίσκιο μιας τσάντας, δρασκέλαε κατά τον ίσκιο ενός "Κέυλαντ"...»

Υπονομεύει, γράφει η Κωστίου, τον υπερρεαλισμό, ο Σκαρίμπας. Ο κ. Σκαρίμπας
ούτε συρρεαλιστής είναι στο νέο του βιβλίο ούτε λογικεύεται, έγραψε ο Α. Σταθόπουλος το 1930 για το Σόλο του Φίγκαρω


To υποσυνείδητ' ολόσωμο. Και τον φαντάζομαν χώρα. Τον σκέφτομαν πως θάχε ριχτεί με τα μούτρα. Ευρύνοντας τα όρια της τέχνης μέχρι σχεδόν του απρόσιτου. Δεν θα έκτεινε- μπορούσα να  πω μολαχαύτα - και την ορθόδοξη αισθητική των πραγμάτων. Όχι, όχι, δεν θα την έκτεινε αυτήν. Μόνο ανατρέποντας την. Θα ξεκίναε απ' την πρώτη ουσία της. Απ' αυτήν τούτη την καταβολή του συστήματος. Ω τον άτιμο!... Θάλεγε κανείς πως θα παραμόρφωνε την παραδεδεγμένη "ηθική" της, κάμνοντας την υπόσταση: έκφραση και την ουσία: μορφή. Ακριβώς, του αρχικέρατά αυτουνού, η καλλιτεχνική του αντίληψη θ' ακολουθάει τώρα μιαν αντίθετη κλίμακα, μιαν ανάστροφη ιεραρχία αξιών: απ' τον αισθησιασμό προς το αίστημα - αχ, αχ, αχ,- απ' αυτό προς την αίστηση, κι απ' αυτήν προς το ένστιχτο. Και θα ήταν σαν μια ώς τον πάτο κατάδυση! Ναι. Και τον έβλεπα, να βουτάει με τα ούλα του προς τα υποσυνείδητα βάθη, σκεδόν διάκρινα, στον σορό, μόνο τις πατούσες του τώρα... Σε λίγο θάχει φτάσει έως τ' άπατα. Και τότε θάταν για νάταν. Τότε θα βλέπαμε δεν ξέρω πόσες γαρίδες στο  πάπλωμα και πόσα λαχανόφυλλα νάχουν αποκοιμηθεί στο τηγάνι. 0 Breton με τα τσαρούχια τ' ολόσωμος.






Μιαν άλλου τύπου παρωδία, προσπάθησα κι εγώ με τον Καβάφη και την Ιθάκη, στο αφιέρωμα του Τεφλόν. Πρώτα - πρώτα δεν άργησα να καταλάβω τη δυσκολία να γράψω με τον τρόπο του Καβάφη, όπως πολλοί έχουν προσπαθήσει, κι ο Λαπαθιώτης εξαίσια, βέβαια:

Όμως εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,
εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,
που για να τα εκφράσει ο νους αγωνιά,
να δυνηθείς να εκφράσεις, μην το στοχασθείς...

Ήταν μεγάλη η δυσκολία, άλλοτε μου συνέβη ανύποπτα, μέσα στης ίωσης την αλλοκοτιά, μα τώρα όχι. Έτσι προέκυψε η Ιθάζ. Ένα κολλάζ από στίχους του Καβάφη, φορές με αλλαγμένο αριθμό ή πρόσωπο. Οι στίχοι, ένας προς έναν. Μία προς μία οι στροφές. Να η πρώτη:



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάζ,
εν μέρει για να εξακριβώσεις μια εποχή
εν μέρει και την ώρα να περάσεις,
εξηντλημένος και κυρτός, 
σακατεμένος από χρόνια κι από καταχρήσεις,
προσπάθησε να τες φυλάξεις, ποιητή,
τες ανιαρές περιαυτολογίες.
Τα κούφια λόγια που ήσαν η δικές σου βασιλείες,
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική,
ξανά πια δεν θα τα βρεις.
Τα κούφια λόγια και την άμυαλη τη γνώσι 
κάθε ευκαιρία χαμένη τώρα τα εμπαίζει.


Είχα ξεκινήσει αλλιώς. Μ' ένα δίστιχο που έμεινε δύστυχο, δημοσιεύτηκε μονάχο στο Τεφλόν, και πριν από κανένα μήνα ήρθε κι αυγάτισε. 

Σαν μπεις στης παρωδίας το τριπάκι,
να εύχεσαι να βγεις λίαν συντόμως...

Μέχρι να βάλω τη συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση, ας θυμηθούμε μιαν παρωδία ντοκιμαντέρ, του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, που βραβεύτηκε και σε φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, για τη δήθεν συνάντηση μια νύχτα του Καβάφη με τον Πεσσόα







Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Παρωδίας το Ανάσασμα


σ' αυτό τον δύσκολο καιρό
για κάτι λίγα ευκαιρώ
κι είπα, τι κάνω;

μα βρήκα εύκολην οδό
ριμάρω για να παρωδώ
σαν τον φουστάνο



facelift



Επάνοδος στην παρωδία που ζει ανάμεσά μας, ο Φουστάνος είναι νομίζω ένας πλαστικός χειρουργός, ήτοι ένας παρωδός προσώπων πλουσίων, η παρωδία παντού τέρπεται από τη ληστεμένη ζωή μας, αλητεύει στις κατά λάθος επινοήσεις μας, στην παρωδία που ονομάζουμε παραποίηση διότι παραποιεί κάθε τι, όπως και τα ποιήματα, και διότι παρωδία είναι το παρατράγουδο, που είναι παραποίηση με νότες. Σα βγεις στον πηγαιμό για παρωδία τιτλοφορείται το αφιέρωμα του Τεφλόν, στο οποίο συμμετείχα, εκτός τριών άλλων, με το προ-προηγουμένως δημοσιευθέν Είμαστε Πάτοι. Γράφει στην εισαγωγή τού αφιερώματος, η Ράνια Καραχάλιου (Ρ.Κ.):

Στην πραγματικότητα, κάθε λεκτική αναπαράσταση αποτελεί μια (ανα)κατασκευή λόγου, και κατ' επέκταση ταυτοτήτων, η οποία προσαρμόζεται στην εκάστοτε περίσταση, ώστε να επιτευχθούν συγκεκριμένες επικοινωνιακές προθέσεις, αφού - μεταξύ μας τώρα - δεν επιδιώκουμε να μεταφέρουμε με ακρίβεια τα λόγια του άλλου, αλλά να προβάλλουμε την αξιο-λογική στάση μας απέναντι σε αυτά. 

Έτσι είναι, αλήθεια. Όταν μεταφέρουμε τα λόγια κάποιου άλλου (θα πρόσθετα: προφορικά ή γραπτά), πάντα, ευθέως ή πλαγίως, αυτό που λέμε δεν μπορεί παρά να είναι η δική μας εκτίμηση και στάση απέναντί τους και απέναντι του άλλου. Πρόκειται για την απλούστερη, ενίοτε ακούσια, παρωδία. Η παρωδία ως είδος στη λογοτεχνία είναι συνειδητή και συνήθως, όχι απαραίτητα, διακωμωδεί ή σατιρίζει. Το παρωδούμενο ή κάποιον/κάτι άλλο δι' αυτού. Οι παραποιήσεις που δημοσιεύονται στο μπλογκ MHNYMAL, υπό την γενική ετικέτα ΠαΡαΠοιήσειΣ, δεν ανήκουν, συνήθως, στην κατηγορία αυτή. Ίσως, κάποτε, οι παραποιήσεις, μ' αρέσουν οι διαστολές των εννοιών, είναι ακούσιες. Παρεισφρέουν σαν στίχοι από αλλού κι απ' άλλους, όπως οι στίχοι του Σαχτούρειου Ζακχαίου και η αποστροφή της Εβραίας του Μπρεχτ (εκείνη έλεγε, βέβαια, ψήφισα εγώ τον Τέλμαν - όχι την Κανέλη, μωρέ μήπως θέλει δύο λού; - και τους άλλους κομμουνιστές) που συνέδραμαν στο Αναγκαίο Κακό.







Στην περιδιάβασή της στην εν Ελλάδι παρωδία, η Ρ.Κ. υπενθυμίζει την παρωδία της Ιλιάδας Βατραχομυομαχία και την πληροφορία του Αριστοτέλη ότι ο κωμικός ποιητής του 5ου αι. π.Χ. Ηγήμων ο Θάσιος ήταν ο ιδρυτής της παρωδίας. Ο Lesky γράφει ότι παρότι η Βατραχομυομαχία είναι παλιότερη, ο Ηγήμονας έκανε την παρωδία αυθύπαρκτο είδος. Πάντως, ο Heinz-Günther Nesselrath στην Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία υποστηρίζει ότι δίκαια ο Πολέμων ανακήρυξε τον Ιππώνακτα ευρετή της παρωδίας παραθέτοντας τέσσερις εξάμετρους που σε επικό μέτρο, γλώσσα και ύφος παρουσιάζουν πλέον όχι τα κατορθώματα ενός ήρωα αλλά τις αμαρτίες ενός καλοφαγά. Ο Nesselrath κάνει λόγο για πανταχού παρούσα παρωδιακή φλέβα. Ιαμβογράφος, έφτιαχνε ίαμβους κουτσούς, χωλίαμβους, σκάζοντες τους λέγανε. Αλλά και στο Λεξικό Σούδα ή Σουίδα αναφέρεται ότι ούτος πρώτος έγραψεν παρωδία. Άσχετα από τη χρονική πρωτιά, γεύση Ιππώνακτα:



Φουσκώνει ο μανδύας σου την ιστορία 
των συναναστροφών σου, άθλιο θηλυκό. 
Ο σκαπανέας Ιππώνακτας την ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά. 
το ίδιο κι ο Αρίφαντος. Τί τύχη! 
δεν έπιασε τον κλέφτη να βρωμολογάει κλοπή. την ώρα 
που προσπαθούσε ν' αποκρούσει τον κανατά Αισχυλίδη, 
σε απάλλαξε ο Ιππώνακτας από την παρθενιά σου 
και τέρμα οι κουβέντες.


Ο Γιώργος Μπλάνας μετάφρασε στον Αρχίλοχο το πιο πάνω απόσπασμα. Διαθέτει, έγραψε, μεγάλη δόση εκδικητικότητας για Αρχίλοχος, αλλά και μεγάλη δόση ειρωνίας για Ιππώνακτας. Από τη μετάφραση της Ομάδας Φιλολόγων για τον Φιλιππότη, Ιππώναξ ο μισογύνης:


Δύο ημέρες η γυναίκα πολύ γλυκές μας δίνει
όταν την παντρευόμαστε κι όταν την πάμε πεθαμένη.

Αλιτήριος, πράγματι, προαιώνιος φεμινιστικός στόχος. Όμως, ο Ιππώναξ ο παρωδός μάλλον αλλάζει ρόλους. Όπως εδώ, στη μετάφραση του Θ. Κ. Στεφανόπουλου, που κάνει τον φτωχό του θεού επαίτη:



Ερμή, Ερμή μου, της Μαίας γιε, Κυλλήνιε,
επάκουσε την δέησή μου, γιατί τουρτουρίζω
και χτυπούν τα δόντια μου
Δώσε μια χλαίνη στον Ιππώνακτα και κανένα χιτωνάκο
και κανένα ζευγάρι σανδαλάκια και παντοφλάκια γούνινα
και εξήντα χρυσούς στατήρες, που ν᾽ ανεβώ στη ζυγαριά
κι ακόμα να γέρνει από την άλλη.

Γιατί εμένα ποτέ σου δεν μου έδωσες μια ζεστή χλαίνη,
το γιατρικό για το τουρτούρισμα το χειμώνα,
ούτε μου τύλιξες τα πόδια με ζεστές παντούφλες γούνινες
να μην ματώνουν οι χιονίστρες μου.






Κρίμα να μην έχουμε τώρα διαθέσιμη τη δουλειά του Γιάννη Δάλλα για τους ιαμβογράφους και τον Ιππώνακτα. Θα γίνει κι αυτό. Σύντομο μουσικό διάλειμμα, παρωδιακό, κι επανεπάνοδος στην παρωδία εντός των προσεχών ημερών. 







Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Διεθνές Συνέδριο του Φόβου


ο φόβος πλανάται και φυλάει
έρημα σώματα παραδόσεις
ομιλούντα κεφάλια πρησμένα μούτρα
ο φόβος ερεθίζει μηχανές και πεθυμούν
οπλίζει σκανδάλες κλειδαριές ασφαλείας
ο φόβος των οκτώ σαν δόσεις στεγαστικού
χαράτσι επίδομα ανεργίας
απελπισία στη συντήρηση
ελπίδα στην κατάψυξη
πίστη στον κυρίαρχο λαό
απέχθεια για τους εχθρούς του
ο φόβος για όλα όσα
μπορεί να συμβούν
τα πάντα




Το κάτωθι ποίημα του Βραζιλιάνου ποιητή 
Διεθνές Συνέδριο του Φόβου
σε μετάφραση Αντρέα Παγουλάτου
περιέχεται στο βιβλιαράκι, με ποιήματα του ίδιου 
και του επίσης πορτογαλόφωνου  Fernando Pessoa,
που συνόδευε το τεύχος 1-2 
του περιοδικού Νέα Συντέλεια (2004):



Προσωρινά δεν θα τραγουδήσουμε τον έρωτα, 
που κατέφυγε πιο χαμηλά απ' τα υπόγεια. 
Θα τραγουδήσουμε τον φόβο,
          που αποστειρώνει τ' αγκαλιάσματα, 
δεν θα τραγουδήσουμε το μίσος γιατί δεν υπάρχει,
δεν υπάρχει παρά ο φόβος, ο πατέρας μας
          κι ο σύντροφός μας, 
ο μεγάλος φόβος των σερτόες, των βάλτων, των ερήμων,
ο φόβος των στρατιωτών, ο φόβος των μανάδων,
          ο φόβος των εκλησιών,
θα τραγουδήσουμε τον φόβο των δικτατόρων,
          τον φόβο των δημοκρατών,
θα τραγουδήσουμε τον φόβο του θανάτου
          και τον φόβο για μετά τον θάνατο, 
μετά θα πεθάνουμε από φόβο
και πάνω απ' τους τάφους μας θα γεννηθούν
          κίτρινα και φοβισμένα λουλούδια.






Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

είμαστε πάτοι

Αναρωτιέμαι. Μήπως
είμαστε μέρος του σχεδίου.
Εκπεφρασμένοι εκ περιόπτου αιδοίου 
δια παντός· και δι' ου τα πάντα εγέρασαν.


Ανησυχώ μην 
είμαστε ένα μέρος του σχεδίου 
άλλοτε ασήμαντο, άλλοτε κομβικό.



Φανατικοί της κάθε διαφοράς,
της κατανάλωσης μανιστικαταπέλτες,
μαστιγωτές παντός μορίου εξουσιών
και στοχαστές επίμονοι αναγνώστες. 
Βεβαίως, εμβριθείς. Ληστές 
εφτάρφανοι της ίδιας μοίρας,
της ίδιας σαστιμάρας, 
μην είμαστε, 
φοβούμαι.





Έχει πλάκα που 
στ' ατομικά (κούνια που) αδιέξοδα 
καταζητείται η ένταξη σε μία δήθεν αφανή συλλογικότητα: 
Δεν ήμουν μόνος σε τούτα τ' αδιέξοδα. Ήμουν
συνένοχος της ύπαρξης. (Κατ (αν)) αλώθηκα
όσο αδύναμος τόσο αδίστακτος. Εγώ
ειμί  ως άλλος εσύ ο μόνος. 


Μα, ποιος, εγώ;
Ο πιθανότερος κάτι αύριο;
Εσύ; Ο ασφαλέστερος γίγας
της ευθυκρισίας;






Τούτη η γης που την πατούμε, 
μηδενός εξαιρουμένου, 
τούτη η γης τα πίνει όλα. Ενίοτε
εκχέει ό,τι δεν άντεξε
να πορροφήσει. 






Είμαστε κάτι ξεροσταλιασμένες 
φανφάρες. Η μνήμη μόνο μας κερνάει,
τους στίχους μας ποτίζει, τους γερνάει·
αγρίμια που σφαδάζουν στις αρένες. 

Είμαστε κάτι ατυχείς υμένες 
που κάθε συφορά μάς διαπερνά. Η 
θραύση μάς διαλύει στα στερνά. Η 
ποίησή μας γλύφει τους πυθμένες. 

Είμαστε κάτι διάσπαρτες παθήσεις
με τρόμο μήπως και θεραπευτούμε. 
Εντός μας μεταβάλλεται η φύσις. 

Από φριχτούς σοφούς θα πομπευτούμε. 
Θα καίγουνε τα τραύματα κι η φθίσις 
στην ποίηση θα ζητά να ξοδευτούμε.



το ως άνω παρατράγουδον (παραποίημα) 
υπό τον τίτλον είμαστε πάτοι
δημοσιεύθηκε εις το έσχατον (8ον) τεύχος 
του νέου, ουχί μόνον ποιητικού, σκεύους 
υπό την επωνυμίαν
τεφλόν
και δη εις το αφιέρωμα
εις την παρωδίαν
επιμελείας 
Ράνιας Καραχάλιου