Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013


μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη



Η εξαίρεση της καταργημένης κρατικής ραδιοτηλεόρασης από την εξαίρεσή της λόγω της αδήριτης ανάγκης επιβολής ενός έκτακτου μέτρου, ακροβατεί σ' ένα τεντωμένο σκοινί που δεν οδηγεί πουθενά ή μάλλον θα οδηγήσει στο κενό μόλις διαπιστωθεί ότι το κενό δικαίου της έκτακτης ανάγκης αποκτά ισχύ νόμου, για να θυμηθούμε τον Agamben. Το ίδιο εξάλλου επιθυμεί διακαώς ν' αποκτήσει ανάλογη ισχύ και το προβεβλημένο ως εξίσου επιτακτικό δικαίωμα αντίστασης. 

Ο απεργός πείνας Κ. Σακκάς επικαλείται ακριβώς αυτό το δικαίωμα αντίστασης, που ο Agamben διαπιστώνει τις αναλογίες του με την κατάσταση εξαίρεσης ως προς τη νομιμοποίηση της ανομίας, ενώ απαντά στους εχέφρονες με γραμμές του Νερούντα: 


Αργοπεθαίνει 
όποιος δεν διακινδυνεύει 
τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα 
για να κυνηγήσει ένα όνειρο, 
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του
τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του 
να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.





Ο Σακκάς δεν πιστεύει ότι αργοπεθαίνει. Θέλει να νικήσει έστω κι αν η μόνη νίκη που μπορεί να νιώσει είναι της εφαρμογής των διατάξεων που διασφαλίζουν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, διατάξεων ενός δικαίου που ο ίδιος χλευάζει. Η διαφορά ανάμεσα σε περιπτώσεις όπως αυτή του Σακκά και εκείνη των συλληφθέντων ακροδεξιών πριν από τρεις μήνες στο Βόλο, που αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, είναι προφανής. Και για να επιβεβαιωθεί αυτή η διαφορά θα έφτανε και μόνο το ότι εκείνοι δεν απάντησαν, ούτε θ' απαντούσαν, με λόγια κάποιου ποιητή για τη μεταχείρισή τους. Όμως και τούτη η βεβαιότητα μου πέφτει βαριά. 

Η ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτη. Το δικαίωμα στην ελευθερία πέρα από ένα μέγιστο όριο προφυλάκισης είναι ελάχιστο. Και είναι για όλους. Ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, την όποια προέλευσή τους, τις κατηγορίες που τους βαραίνουν. 













Όταν θα τρως, πίνοντας μπύρες, μουσακά
να ξεγελάσεις της ημέρας σου την πείνα
σκέψου για μια στιγμή τον Κώστα τον Σακκά
σε απεργία πείνας που κοντεύει μήνα



Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013


η εξαίρεση της εξαίρεσης



Τον πρώτο καιρό κατεβαίναμε στο ημιυπόγειο όπου έμενε η οικογένεια της κυρα-Λενιώς, η οικογένεια είχε άντρα, είχε παιδιά, είχε και την αδερφή τής κυρα-Λενιώς, που επέβαλε, σκέφτομαι τώρα, στον άντρα της να μένει μαζί τους η αδερφή της και που γι' αυτό, επειδή είχε επιβολή, λέγαμε να πάμε στης κυρα-Λενιώς και όχι στου Γεράσιμου. Κατεβαίναμε για τον Άγνωστο Πόλεμο. Η κυρα-Λενιώ ήταν η πρώτη στη γειτονιά που πήρε, με τα λεφτά του Γεράσιμου, επαγγελματία οδηγού, τηλεόραση. Ύστερα από λίγο καιρό πήρε κι η θειά μου που έμενε δίπλα· κι από τότε έλεγα πάμε στης θείας της Λιλής, όχι για την επιβολή της στην οικογένειά της, αυτή δεν είχε επιβολή, αλλά γιατί ήταν η θεία. Οι επισκέψεις έγιναν πιο πυκνές. Πήγαινα κατευθείαν μετά το σχολείο, έβλεπα ασπρόμαυρα κινούμενα σχέδια: τον Πρίγκιπα του Διαστήματος και το Παιδί της Θάλασσας. Τα σαββατόβραδα ζούσαμε ώρες οικογενειακής θαλπωρής. Για την ελληνική ταινία ανηφόριζαν κι ο παππούς με τη γιαγιά και η χήρα νύφη του θείου με τα παιδιά της. Αργότερα, όταν πια πήραμε κι εμείς, επιτέλους, τηλεόραση, το θέμα της Κυριακής ήταν πού θ' ακούσουμε τα ματς και πού θα δούμε το βράδυ την Αθλητική Κυριακή με τον Διακογιάννη. Κατά βάθος τα βαριόμουν αλλά αναλάμβανα το μερίδιο που μου αναλογούσε στις ανδρικές συνήθειες της οικογένειας.  

Η ιστορία της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης είναι δεμένη στις παιδικές αναμνήσεις των μεσήλικων που συνέρρευσαν αυτές τις μέρες στην Αγία Παρασκευή. Αν και για πολλούς ξεκινούν απ' τις μέρες της χούντας, είναι αναμνήσεις μιας εποχής σιγουριάς για το μέλλον, δεν ήταν δα και τόσο πολλοί οι αντιστασιακοί, αναμνήσεις μιας εποχής που το μέλλον θα ήταν στα χέρια αυτού που θ' αποφάσιζε να το διεκδικήσει με τη δουλειά του, με τα προσόντα που θ' αποκτούσε σπουδάζοντας, με τις ικανότητές του. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ίσως κάποτε διαμαρτυρήθηκαν που πληρώνουν την ΕΡΤ με τη ΔΕΗ, ίσως να εγκατέλειψαν τα κρατικά κανάλια και το ραδιόφωνο επιβιβαζόμενοι στο πλοίο του λάιφ στάιλ, που έμελλε ν' αποδειχτεί πλοίο των τρελών, σαγηνευμένοι απ' τις φωνές του Τράγκα που σκέπασαν τον ψίθυρο του θείου Νώντα κι απ' την εικόνα του Πρετεντέρη που παραμέρισε εκείνη του Φρέντυ Γερμανού. Είχαν πιστέψει τότε ότι δεν είχαν ανάγκη πια τις βεβαιότητες, ότι μπορούσαν να διεκδικήσουν μιαν άλλη, εύκολη και γκλάμορους επιτυχία. Το πλοίο προσάραξε στο Καστελόριζο. 

Ετούτη η νοσταλγία, πιστεύω, κινητοποίησε τον κόσμο. Δεν ξέρω αν η κυβέρνηση είχε σχέδιο ή ήταν αψυχολόγητη η ενέργειά της. Μια υπόθεση λέει ότι εφαρμόζοντας διαρκώς καταστάσεις εξαίρεσης, παίζοντας πάνω στη γκρεμίλα του δικαίου, δοκιμάζονται τα όρια του πληθυσμού. Σε ανάλογες περιπτώσεις, όταν άλλοτε οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου άπλωναν τις αρίδες της κυβέρνησης στα χωράφια του κοινοβουλίου, οι αντιδράσεις ήταν απλώς τηλεοπτικές. Αυτό που δεν πρόβλεψε κανείς τώρα ήταν ότι θα πάλλονταν οι τόσο ευαίσθητες χορδές των πικραμένων τηλεθεατών, που θα έκλειναν πίσω τους την πόρτα με τη μαυρισμένη οθόνη για να γίνουν οι ίδιοι τηλεοπτικό προϊόν στον παράνομο σταθμό των ελεύθερων αγωνιζόμενων απολυμένων της ΕΡΤ, που θα εξέπεμπε "Εδώ Ραδιομέγαρο - Εδώ Ραδιομέγαρο".

Όσο για την δήθεν κατάσταση ανάγκης, που θα επέβαλε, θαρρείς σε τηλεζώα, άλλη μια υποταγή, η πραγματικότητα μίλησε με τη φωνή του ΝίτσεΗ ανάγκη θεωρείται αιτία της εμφάνισης κάποιου πράγματος. Στην πραγματικότητα όμως είναι συχνά μόνον ένα αποτέλεσμα του πράγματος που έχει ήδη εμφανιστεί.










Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013


Εκτάκτως:
Στίχοι Υπέρ Δημοσίου



Με τον ίδιο τίτλο ξανά.
Αναδιαταγμένο, απ' την παλιά καρακάξα.


old-pictures-of-die-hard




θάθελα νάχαμε δημόσια τιβί
και ας μην έβλεπα· τι σημασία έχει;
ανάγκη έκτακτη έχει μόνιμα συμβεί
σε οθόνες όξινη δημοκρατία βρέχει







θάθελα νάτανε δημόσια η νάσα
του δημοσίου του παγκόσμιου, βεβαίως,
και να πηγαίναμε εκδρομές χωρίς ανάσα
μία το μήνα, ίσως κι εβδομαδιαίως


θάθελα νάτανε δημόσιο το φεγγάρι
του δημοσίου του διαστημικού, εννοείται,
εκεί ναφήναμε ο καθείς απόνα χνάρι
κύριε αρμστρονγκ, σόρι, να μας συγχωρείτε


θάθελα νάτανε δημόσιος ο ήλιος
βολταϊκά μ’ ενέργεια τζάμπα να γεμίζει
και να τον χόρταινε δημόσια η υφήλιος
του δημοσίου νάν η ενέργεια, ιτ’ ς ίζι


θάθελα νάτανε δημόσια τα κτελ
ταεροπλάνα, τα καράβια, οι σινεμάδες
να μην υπήρχαν για ο,τιδήποτε καρτέλ
του δήμου νάτανε οι βροχές και οι λιακάδες 


θάθελα νάτανε δημόσιο το καρφούρ
ο βασιλόπουλος, το λιντλ και ο μασούτης
και στα πεντάστερα να κάνανε όλοι βουρ
να κατουρούσε μέσα κι ο γεροξεκούτης 


θάθελα νάτανε δημόσια τα φαστφούντ
οι πιτσαρίες, τα μπαράκια, οι ταβέρνες
να μη χρειάζεται να φέρει ο ρόμπιν χουντ
τα κλεψιμαίικα, με τα φτερά στις φτέρνες 


θάθελα νάτανε δημόσια η τιβί
η ακριβοπούλου, η όλγα τρέμη, ο πρετεντέρης
να λεν ειδήσεις για το τι θα τους συμβεί
ο τελευταίος να δουλεύει και λαντζέρης 


θάθελα νάτανε δημόσιος ο μπάμπις
και όλοι οι άλλοι οι φιλελεύθεροι λακέδες
με κωλοτούμπες αυτονόητες θα λάμπεις
και βλέπω, μπάμπις, να σου ρίχνουμε κεσέδες 


θάθελα νάτανε δημόσιος ο οτε
ελτα, δεη, νερό και δημοσιές μεγάλες
χωρίς διόδια, δίχως ράμπες πια ποτέ
δεν θα χρειάζονται όσοι τρώγαν με κουτάλες 


θάθελα νάτανε δημόσια μια φορά
της εκκλησίας όλη η περιουσία
και τα χαράτσια να μην ήταν συμφορά
δια το ποίμνιον, σωστή ψυχρολουσία


θάθελα, ακόμα, κι όλες οι άγιες οι μονές
εις την δημόσιαν την τέρψιν να δοθούνε
σταρχονταρίκια οι σεβάσμιες μοναχές
σε πάμπλικ πάρτι δημοσίως να γλεντούνε


θάθελα νάτανε δημόσιο το σαφράν
να μοιραζόταν δωρεάν σε συναθροίσεις
νάτρωγαν λίγο κι όσοι δεν μπορούν να φαν
στην καλλιέργεια να γίνονταν μυήσεις


θθάθελα νάτανε δημόσια τα ταξί
και οι ταρίφες νάταν μόνιμοι κι ορέοι
και σε νησάκια, όπως είναι οι παξοί,
να χαλαρώνανε ταρίφες κι αγοραίοι


θάθελα νάτανε δημόσια τ αει
να μην τα ελέγχουν κάτι γάτοι ιδιώτες
αυτό θα τόθελαν κι οι αρχαίοι οι θεοί
και των αρχαίων συμποσίων οι συμπότες


θάθελα νάτανε δημόσια τα σπα
οι πλαζ, οι φούρνοι, τα μπιλιάρδα, οι αρμάδες
κι όταν καμία καταιγίδα θα ξεσπά
με τα δημόσια αδιάβροχα, πασάδες 


θάθελα νάτανε δημόσια η εξοχή
οι παραλίες, καφετέριες και ντίσκο
ποτά δημόσια για κάθε εποχή
θάθελα νάχαμε, πολύ σωστό το βρίσκω


θάθελα νάτανε δημόσια τα ματ
του κράτους ζόφου να μην ήτανε σκυλάκια
και τον κοσμάκη να μη στέλνανε στο κατ
και να τα βάζαν να φυτεύουνε δεντράκια


θάθελα νάτανε δημόσια η νεοσέτ
θάθελα νάτανε δημόσιο το ικέα
όμως να ήταν και η φάμπρικα υφανέτ
και νάχε ο μήνας καθημερινά εννέα 


θάθελα νάχαμε δημόσια φεστιβάλ
με συναυλίες, παραστάσεις, διαλέξεις
και το δημόσιο νάταν ιντερνασιονάλ
για όλου του κόσμου τις φυλές και τις ορέξεις 


θάθελα νάτανε δημόσιος ο βυθός
όλες οι τράτες, τα υποβρύχια, τα σκάφη
και με τις μάσκες να χαζεύουμε εμβριθώς
απ’ την ιθάκη και τη ρόδο ως την ανάφη 


θάθελα νάχαμε δημόσιους, έστω, τάφους ·
ας αναλάβουν την κηδεία των φαντασμάτων
των ιδεών μας, που εμπνέουν γελοιογράφους
και των ελπίδων μας των δύστυχων κλασμάτων


θάθελα νάτανε δημόσια τα γραφεία
των τελετών · και μόνιμα όλα τα κοράκια ·
αφού οι μισθοί δεν φτάνουν ούτε για τροφεία
ας μας προωθήσουν δημοσίως στα θυμαράκια


θάθελα νάτανε δημόσια τα πάντα
αυτό είναι τόνειρο της κοινοκτημοσύνης
άνευ ορίων, μαυσωλείων κι ανδριάντα
άλλως: ο εφιάλτης της παρούσης καταισχύνης


θάθελα νάτανε δημόσια τα κοτέτσια,
τα χοιροστάσια, τα μαντριά κι οι βοσκοτόποι
και σε τσιμπούσια με τρανά δημογιουβέτσια
να το γλεντούσαμε οι δόλιοι οι ανθρώποι


θάθελα νάτανε δημόσια τα λουτρά,
τα γυμναστήρια, οι φυσικοθεραπείες
κι οι δημογέροντες να είχανε κι εξτρά
δημογερόντισσες μαγκιόρες στις θωπείες


θάθελα νάτανε δημόσιος ο θεός
και να τον βγάζαν ένα χρόνο σ’ εφεδρεία
να δει κι εκείνος τι θα πει ανηλεώς
να μαστιγώνεσαι – οποία ανανδρία


θάθελα νάτανε δημόσιες οι βίλες
που η δεή τους θάναι είκοσι χιλιάδες
να δούμε όλοι, που το παίζουμε τσαντίλες
γιατί οι πλούσιοι μας τόσο είναι ζοχάδες


θάθελα νάτανε δημόσιο το καρότο
και το μαστίγιο, δημόσιο κι εκείνο
να τρώγαμε όλοι μας το δροσερό το πρώτο
και τάλλο αχρείαστο κι εδώ και στο πεκίνο



θάθελα νάτανε δημόσια τα μακντόναλντς
νανακαινίζονταν σε χασαποταβέρνες
να καταργούνταν και τα μπλόγκιν κατά μόνας
κι όχι πισίνες· να βουτάγαμε σε στέρνες


θάθελα νάτανε δημόσιο το ass τής hell
κι όλες οι τρύπες, τα εξογκώματα, οι κεραίες
και οι βενζίνες, η bp μα και η shell:
ιδέες τρελές, θα πεις, αλλά τρελές ωραίες


θάθελα νάτανε δημόσιο το φιλί
να σου το έδινα δημόσια, όπως λάχει,
και της δημόσιας αιδούς η απειλή
στου ανίκητου έρωτα να έπεφτε τη μάχη 


θάθελα νάταν το δημόσιο αλλιώς
νάχε συμβούλια, σοβιέτ σε συνελεύσεις
και να μην άλλαζε τα ρούχα ο μανολιός,
διευκρινίζω για τυχόν υπονομεύσεις 


θάθελα, επίσης, δημοσίως να το πω
πως το δημόσιο δεν είναι όπως το κράτος
κάτω το κράτος – και ας είναι χαρωπό
έτσι κι αλλιώς εδώ που φτάσαμε είναι πάτος 


θάθελα νάτανε δημόσιο το αύριο
με μονιμότητα, χωρίς καθόλου άγχος
της ιστορίας να μη ζούσα το προκάμβριο
να ήταν μόνιμοι κι ο εργάτης κι ο ξωμάχος 


θάθελα νάτανε δημόσιο κάθε τι
τα φαρμακεία, οι κλινικές και οι ενέσεις
μονάχα ο σεβ ιδιωτικώς να επαιτεί
αυτός που σέκανε σταλήθεια να πονέσεις 


θάθελα, όμως, πιο πολύ την ώρα αυτή,
του κεφαλαίου νάταν δημόσια τα υπερκέρδη
κι αυτή του χρέους η πατάτα η καυτή
να έπαυε νάναι της ζωής μας τροχοπέδη 


θάθελα, επίσης, να μην ήμουν αφελής
γιατί δημόσια αν ήταν όλη η κοινωνία,
η οικονομία θάταν λέξις ευτελής
κι όχι του βίου η τραγική μας ειρωνεία








Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013


θα είσαι η Γκούφυ

αυτός ο τόπος που όλο λες πως δεν αγάπησες 
σε καρτερεί μακρόθυμα να βρεις τι φταίει 
που το λες πως δεν αγάπησες τον τόπο 
που σε καρτερεί αφού 
η αγάπη φονικό δεν είναι ή 
τρύπιος μαστραπάς ή 
αράχνη μίτος δίχως άκριες ή 
όρκος δίχως χέρι ή 
κάθε τι που δεν μπορεί δεν δύναται 
δεν θέλει να πληρώσει με χρήμα πράμα 
χρήσιμο θα πει λοφίο τρεμάμενο των αγενών 
κι όπως το λες δεν αγαπάς τη μήτρα γη 
ας βύζαξες στα χείλη την αρμύρα 
τόπος δεμένος στην ουρά σου σε κομμάτια 
σε κεραμίδια σε φραγκόσυκα 
σε γριών καμώματα που νιώθουν από θάνατο 
καθώς το έμβρυο από μήτρα 
και ξαγρυπνούν όσο κοιμούνται 
σαν δυο φύσεις γκιόσες μιλημένες 
και καταπίνουνε τον τόπο κουφιοδόντες 
τονε μοιράζουνε στα πόσα δεν κατέω 
μην έστω μην τα θυμηθείς τα χνάρια 
στον χωματένιο δρόμο 
στο παγωμένο υπόστεγο των προσμονών 
να σε πονά στα ψέματα πως δεν 
αγάπησες αφού αγάπησες 
τόπο που γαίμα 
σε ταΐζει κάθε γιόμα





Γκόλφω ΚαραθάνουiKirillos




ΚΙΝΔΥΝΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ
(εκ κόρακος τροζού πάρ' ένεση)

Είπες· θα πάγω σ' άλλη γη. Μα, πού να πας;
Δεν θα 'χει Τάσο εκεί, μονάχα Τζέημς και Τζώννυ.
Και θα διψάσεις, θα 'χει τρύπα ο μαστραπάς. 
Θα 'σαι το γιόμα που τη νύχτα του μουτζώνει.

Σ' αυτόν τον τόπο, που όλο λες πως θες να πας,

θα είσαι η Γκούφυ, να ξεχάσεις πια τη Γκόλφω.
Κάθε σου φίλος θα 'ναι ντίτζιταλ λαπάς
κι ίσως, μην το γελάς, θαυμάζει τον Αδόλφο.





luna-et-hazel.tumblr