Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013


έσχατη κραυγή του Γ. Μακρή
στους αντίλαλους του κενού


στον Γ. Μακρή


ελευθερία είπε είναι βάσανο
που ισορροπείς με ρίσκο πορσελάνης
όλο κοιμάται στα βουνά
όλο τον μάχεται τον θάνατο
καθώς απλώνει το τουλπάνι της σφιγγός
ο ίδιος ο θεός ο θέρος ελευθέρως

ανέβηκε στον τελευταίο νόροφο
κόντεψεν η παλίρροια να πνιγεί
από ουτοπίας αναρρόφηση

ελευθερία είπε είναι μόνον άλμα
στο κενό από ανθρώπινα τέλος
μπλέκονταν με ταγκίλα νευωδιές
άντεχαν έντρομες την πτώση
πάναγνη όπως η πρόσκρουση

αυτό μονάχα είπε
είναι ελευθερία
ΠΟΘΟΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Χορτάρι δυνατό θα νικήσει αυτό το παντοδύναμο 
μπουκάλι του έσχατου δηλητηρίου
σκέτο χορτάρι
κανένας πια δεν θα 'χει ανοίξει τα μάτια του
νομίζοντας ότι τα 'χει ανοίξει
ούτε τα σώματα ν' ασχοληθούν με την υγρή σαπίλα
ούτε η περίφημη γη θα έχει
να ανανεωθεί
και να έχουμε να φαμπρικάρουμε
νέα σώβρακα
γεωργικές μηχανές
οι άνθρωποι θα σαπίζουν παρά τα σκατά
πόσο διστάζω να μη βρίσκομαι σ' έναν λόφο
με μια έσχατη κραυγή στους αντίλαλους του κενού.



                                                                                    [1964;] 




[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το βαπόρι της ποίησης,
τεύχος 1, καλοκαίρι 1978]




Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013


Ποιος φοβάται την Παρθενόπη Λύκου;



Παρθενόπη τηνε λένε, θα πει παρθένα τάχα, το αντίθετο δηλαδή, πόρνη κατά το κοινώς. Κατά το κοινώς. Λύκου θα πει ανθρώπου, καθότι homo homini lupus. Η πλάνη της φυσιοκρατίας. Ελπίζω να μην είναι άνθρωπος ο λύκος για τον λύκο. Ελευθερία την έλεγαν οι έφηβοι κουνώντας επιδεικτικά ό,τι νάναι. Ελευθερία, πόρνη - ξ, ο, - πόρπη των οιδιπόδων, των παιδιών με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, προδότες, κομμουνιστές. Ποιος τη φοβάται τη Βιρτζίνια; 




Η ελευθερία και-σαν-κε-σές γιαούρτι μας έχωσε τις προάλλες στα εντόσθια του Λεβιάθαν, στο αποχετευτικό δίκτυο του Παρισιού σύμφωνα με τον Ουγκώ των Αθλίων, στον πριν από ένα χρόνο ευφημισμένο λαβύρινθο της περιπλάνησης των λακανικών και μη περιττωμάτων, τον αυθεντικό τόπο όπου πολλών κακών μύρια έπονται. Και στον Οδυσσέα του Τζόυς, μέσω Περέκ τότε, ευθέως τώρα, στην προηγούμενη ανάρτηση με επίκεντρο τον ποιητή Κατσαρό. Τι σύμπτωση, αλήθεια. 

Τζόυς: 
Καλά είναι εδώ. Ας χτίσουμε ένα αφοδευτήριο. 

Το κατάλληλο μέρος για μέρος. Ανακουφιστήριο. Απελευθέρωση. 
Πόσο ελεύθερος μπορεί να νιώσει κάποιος που κρατιέται, κρατιέται, κρατιέται; 

Κατσαρός: 
Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. 

Το κατάλληλο συμβάν. Στατικότης ενω τα πάντα ρει. 

Σε άλλο σημείο των Αθλίων, ο Ουγκώ αναφέρεται στην περίφημη λέξη του Καμπρόν, του στρατηγού του Ναπολέοντα στο Βατερλώ. Ο Ε. Χ. Γονατάς χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα την αναφορά του συγγραφέα στα σκατά, την απάντηση, δηλαδή, του Καμπρόν στην προτροπή του Άγγλου ομολόγου του να παραδοθεί ο στρατός του, για να υποστηρίξει την αξία του Ουγκώ. Το να κεραυνοβολείς με μια τέτοια λέξη τον κεραυνό που σε σκοτώνει, σημαίνει για σένα νίκη, μετέφρασε ο Κοτζιούλας.  Ανακάλυψα με λύπη τις παραλείψεις της μετάφρασης που είχα χρησιμοποιήσει στα εντόσθια του Λεβιάθαν (η παραπομπή για την ημιομώνυμη ανάρτηση), μιας μετάφρασης του 1968, του Γ. Κουχτσόγλου, στην ανάλυση της λέξης του Καμπρόν, σε μια πρόχειρη αντιπαραβολή με το γαλλικό πρωτότυπο. Απ' την ίδια μετάφραση, πάραυτα, αφού δεν βρήκα χρόνο για να βρω του Κοτζιούλα, όπου σκουλίκι, ο Καμπρόν: 

Σε τούτο το σκουλίκι της γης έλαχε να διαμαρτυρηθεί. Και ζήτησε μια λέξη, όπως θα ζήταγ' ένα ξίφος. Τον εκμηδενίζει το τεράστιο αποτέλεσμα μιας νίκης δίχως νικητές, μιας νίκης μέτριας, και εξεγείρεται απελπισμένος. Ναι, είναι νίκη τιποτένια. Το να φτύσει πάνω της δε θάχε μεγάλη σημασία. Τον πιέζει η δύναμη, η ύλη, ο αριθμός. Κι έτσι μέσα στην ψυχή του βρίσκει τη μόνη κατάλληλη έκφραση: ξέχεσμα. 

Στο επόμενο κεφάλαιο, ο Ουγκώ γράφει ότι οι ηττημένοι Γάλλοι τελικά νίκησαν σ' αυτό τον συμβολικό αγώνα, αφού νίκησε η ελευθερία. Και εννοούσε τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης και του διαφωτισμού. Ο διαφωτισμός πράγματι νίκησε. Σε τέτοιο σημείο που κάποιοι θεώρησαν ότι οδήγησε, αναπόφευκτα, σε επιτεύγματα τύπου Άουσβιτς. 




Ο άνθρωπος μπορεί, λέει, να είναι, θα παραδεχόμουν ίσως το να αισθάνεται - όχι το να είναι, ελεύθερος επειδή έχει την ικανότητα και όταν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει. Αναζητώντας νόημα κι ελευθερία σ' ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Βίκτορ Φράνκλ σκέφτηκε ότι το γεγονός ότι ο άνθρωπος έλκεται από τις αξίες, κλείνει μέσα του την ελευθερία της βούλησης: την ελευθερία του ανθρώπου να διαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή ή την απόρριψη μιας προσφοράς, π.χ. να πραγματοποιήσει έναν εν δυνάμει σκοπό ή να χάσει αυτή την ευκαιρία. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να λέμε ότι υπάρχει στον άνθρωπο “ηθική παρόρμηση”, ή ακόμα και “θρησκευτική παρόρμηση”, με την έννοια που θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος “κατεθύνεται από πρωτόγονα ένστικτα”. [...] Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ηθικά χάριν ενός σκοπού στον οποίον αφιερώνεται∙ π.χ. για κάποιο πρόσωπο που αγαπά, ή χάριν του Θεού στον οποίο πιστεύει. 

Ας μην μιλήσουμε και για ηθική τώρα. Πάντως, αυτό. Η ελευθερία είναι ελευθερία βούλησης. Ίσως όχι ακριβώς ελευθερία επιλογής, αφού η επιλογή προϋποθέτει την ύπαρξη προσφορών, σαν τις εκλογές ένα πράμα, πρέπει να μπεις στο παραβάν και να διαλέξεις προσφέροντα, ενώ πραγματικά ελεύθερος θα ήταν αυτός που μπορεί και να μη μπει στο παραβάν, αλλά τότε θα έπρεπε να βρεθεί κάπου αλλού και αυτό το αλλού συνιστά τόπο σχεσιακό, διανθρώπινο, άρα τόπο συμβιβασμών, επιλογών. Η εμμενής ελευθερία οδηγεί τον μοναδικό άνθρωπο να πάρει τα βουνά, κρατώντας την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας, έρποντας κάτω από τα πυκνά κλαδιά των σχέσεών του, που τον συνιστούν. 

Η αγωνιώδης αναζήτηση νοήματος του Καζαντζάκη (και) στην Ασκητική γεννά μέσα του τη φωνή που προστάζει: Ν' αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει! Είπεν ο Καζαντζάκης είμαι λέφτερος, είπε και να γραφτεί και γράφτηκε στον τάφο του. Σ' ετούτο το γραφείο δίπλα τα σκέφτηκε και τα σχεδίασε. Βιβλία που γεμίζουν το εμμενές κενό. Κλειστά όρθια βιβλία κι ανοιχτά ξάπλα. Λέφτερος, είπε, γιατί δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα. Αν δεν φοβηθώ, αν δεν ελπίσω, αγγίζω την ελευθερία. Δεν έχω χρεία μηδενός. 


Τι τον καλεί προς το τέλος της Ασκητικής ο άδειος του θεός; Να κάψει το σπίτι του! Εκεί που τόχτισε και νόμιζε πως όλα ήταν καλά, να του βάλει φωθιά, ηθικό πλειστηρικαυσμό πρώτης κατοικίας, σαν χρέος ζωής, όχι τραπέζης, αλλά χρέος: 
-"Κάψε το σπίτι σου!" φωνάζει ο Θεός. "Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί. Κάψε τις Ιδέες σου σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει. Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται τη πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Έμενα! Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης. Ακλούθα!..."





Κανένας Καζαντζάκης, δεν έκαψε τα βιβλία του. Άλλοι ίσως το έκαναν. Όμως τα αδιέξοδα, όταν επιμένουν, οδηγούν στην ίδια διέξοδο. Ο Παζολίνι πίστευε σε μια ελευθερία επιλογής: Ότι ελεύθερος γίνεται όποιος επιλέγει τον θάνατο. Η ελευθερία δεν μπορεί να διακηρυχθεί παρά μόνο διαμέσου ενός μικρού ή μεγάλου μαρτυρίου, διακήρυσσε, θεωρώντας χρέος του ν' αποκαλύπτει την τελική νίκη μιας εσωτερικής ορμής θανάτου. Σκέφτομαι ξανά και ξανά ότι η βαθιά πίστη στην ανθρώπινη ουσία, τα homo homini lupus, η ενστικτώδης ορμή θανάτου... Ο Γ. Μακρής...






μια λέξη - ξίφος: σπουδαίον ύφος.
μια σκατολέξη: χτικιό και τύφος


Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013


Πάλιν ζητάς ελευθερίαν;






Έκανε κουράγιο σταμάτησε το βήμα για να δει. Η μυρωδιά τον έβανε να προχωρά. Μόνος εκεί που κατουρούσε τα ρούχα η ζέστη. Ώριμος να κοιτάξει πέρα μακριά στου απρόσιτου σπηλαίου τον στόμα· σαν είσοδος αβύσσου τονε τραβούσε αργό βάσανο. Η τύψη μεταμορφωνότανε σε λύσσα η όραση ξαπλωνόταν ευρυγώνια· θέατρο αρχαίον πέτρα και δίψα. Ένα μηρμύγκι κοντοστάθηκε κι αντάλλαξε το μήνυμά του με το άλλο που ερχόταν απαλλού. Οι αέρηδες κορόιδευαν τη νύστα η νύχτα απορούσε. Ρώτησε τον συνεπιβάτη:

- Θέλεις να μάθεις για την αλλοτρίωση;
- Ξέρω για όσα μετακίνησαν τον εαυτό μου στον υπόγειο τόπο.
- Ωδές Ναυπλείοι. 
- Ω, δες νον πλυ. 
- Κάτω από του κάτη τα μάτια.
- Ελπίδες.
- Ελευθερία ανάπηρη σου τάζουν.
- Ελευθερία αν άπειρη σου τάζουν.
- Σ' αεροπλάνο μπρούμυτα τρυγάς.
- Όραση πτωχή. 
- Μην απολύεις τον δούλον σου. 
- Ελευθερία μετά τη γέννα.
- Λένε καλή λευτεριά. 
- Ελευθερία μέσω αιδοίων. 
- Ελεύθερη από απέριττο παιδίον.
- Όπως από τα περιττώματα.
- Ξαλαφρώνεις από απέριττα και περιττά. 
- Λέει ο Κατσαρός πως με αντίσταση...
- ... περνάς βέβαιος στην ελευθερία.
- Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει:
καλά είμαι εδώ.

- Ενδεδυμένος την τήβεννό του κοίταζε γύρω του και έλεγε:
Καλά είναι εδώ. Ας χτίσουμε ένα αφοδευτήριο.

- Τζόυς. Οδυσσέας. Κεφ. 7, σελ. 167, μετάφραση Καψάσκη.
- Σωστά. Ο καθηγητής ΜακΧιού για τον ρωμαϊκό πολιτισμό: 
Ήταν απέραντος· αλλά χυδαίος. Περιττώματα· υπόνομοι. Ο Ρωμαίος μετέφερε την περιττωματική ιδεοληψία.
- Πού οδηγούνται ελεύθερα τα ιδεοληπτικά περιττώματα;
- Στα εντόσθια του Λεβιάθαν.
- Ελευθερία σήπουσα.
- Ελευθερία βρωμούσα.
- Ελευθερίας ζητιανιά.
- Μιχάλης Κατσαρός: 4Μαζινό. 6, και τέλος:





Επί των κεραμέων πάλιν με εξεδίωξες.
Σε συνόδευον κάθε εσπέρα
εις τον οίκον σου.
Επί των κεραμέων οι βάνδαλοί σου.
Ήρχοντο εξήρχοντο εβάδιζον έπιπτον αι
   άμαξαί σου.
Επί των κεραμέων οι άνθρωποί σου
εβεβήλωσαν το πρόσωπό μου.
Εσύρθην υπό των φρουρών σου διήλθον
τον Βίκτωρά σου — και αι ελπίδες σου
εχάνοντο.
Πάλιν με επόμπευες εις τα θρυλικά σου
   ονόματα.
Πάλιν εις το πρόσωπόν μου το χέρι σου
εστάθη εις τον ραπισμόν.
Συνετρίβη εις το όνομά μου—είδον σε
   ταπεινόν να εισέρχεσαι.
Ο Άγιος Αυγουστίνος με εσυνόδευεν.
Μήπως άθλιε δεν ήσουνα Συ;
Ο Αυγουστίνος που τα πτηνά του ήρχοντο
   στο κελίον μου.
Δίπλα μου ο Γαβριήλ έκλαιγεν.
Ενώ έξωθεν η αμπάρα έπιπτεν επί των
κεφαλών σου.Η αμπάρα εφώναζον η αμπάρα σε
καταστρέφει.
Γιατί μου ζητάς να μου είπεις εις όλας τας
   γλώσσας
«εσύ φταις»
γιατί ανάγωγε ελάκτισες την μονάδα σου.
Σου έδιδον γην και ύδωρ
και εζητούσες το αίμα.
Σου έδιδον μέλη και οστά
και ήθελες την συντριβήν σου.
Σε εσυνάντησα εις την οδόν Μέρλιν
ένα απόγευμα.
Ξέρεις ακριβώς τι έγινεν.
Έπρεπε να διέλθω να δω μόνον το φως σου
να αγωνίζεται να εξέλθει της θύρας.
Έπρεπε με τον Λουκάν να με οδηγήσεις
εις την αλλοδαπήν σου.
Και εις τας φυλακάς η Θεοδώρα να μου
   φέρνει πουκάμισα.
Και μετά να σταματάς τα αποσπάσματα
μήπως με εκτελέσουν.
Ενώ το πλήθος εις την πλατείαν Ελευθερίας
να προσεύχεται
και οι φρουροί να κλαίουσιν.
Ελευθερίαν μου εζήτησες και σου έδιδον
μήπως ποτέ θα σταματήσει;
Τώρα επί του εδάφους του μαρτυρίου μου
κατοικείς
και γω
δεν έχω ούτε ναόν ούτε στέγη.
Ποιος ήτο το μήλον της έριδος;

Το Χρυσόμαλλον δέρας μου το περιέφερον
εις τα στρατόπεδα.
Το εδείκνυον. Εις τον σάκον μου
το μικρόν άγαλμα ο Ορέστης.
Πάλιν ζητάς ελευθερίαν;
Την πόλιν σου έδειξα και πάλιν έρχεσαι
τύραννος πάλι εις νέαν πόλιν;
Και συ κόρη του ποταμού
σου εστερέωσα τον Δούναβιν
πλούσιος καθαρός ρέει και επί των οχθών του
μέλπεις τα όνειρά σου.
Διατί με εμίσησας;


Επί της κεφαλής της ανομίας σας η αρά μου!










ελευθερία αρκετή, ελευθερία λίγη
ελευθερία καυστική σε δήλη μέρα λήγει
ελευθερία περιττή δίκην περιττωμάτων
ελευθερία όρθια πατούσα επί πτωμάτων



Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013


πάψε να το διαβάζεις






Ποιος είμαι και συ ποιος. 
Εδώ δεν έχω τάξη, νηλικία σχεδόν,
επάγγελμα, συνήθειες, τικ.
Ούτε μυρίζω.
Κοντεύω να ξεχάσω το χαρτί.
Δεν μ' αφορά η ελευθερία που ωφελεί, 
που οφείλει, που φιλεύει χάος το χάος. 
Αλλά δεν είναι χάος αυτό το δομημένο λάθος 
από αλγόριθμους και όγκους δυαδικούς.
Ποιος είμαι και σε ποιους
ανοίγω νόποιαν ώρα νάναι.
Ποια νάραγε νελευθερία ποια νάραγε θερία πολεμά. 
Σε ποιον ανήκουνε οι πλαστικές μου κάρτες
όταν ανήκω εδώ. Αλήθειες όλες κι όλες δυο.
Η μάνα μου ναξύριστο με ξέρει. 
Της γυναικός μου τον ιδρώτα τον αλείβω.
Της κόρης μου τις άβολες σιγές κάνω πως κρίνω.
Εμφιλοχωρώ σ' έμφυλο χορό. 
Ποιος; Ο ουδείς της επαρχίας των Μυκηνών,
ο μισερός από μολύσματα περιβολάρης;
Ο αιμάσσων φλύκταινες σπουδαίων λεξικών;
Ο ασφυκτιών από ελευθέρας στους αγώνες;
Ο ποιος; Ο κοφτερός που σκούριασε 
των ήχων και των αμυχών ψιλέμπορος;
Ποιος είμαι; Πες το.
Πες το, ποιος είμαι;
Ακόμα το διαβάζεις;
Μπορώ ποτέ να μην τελειώσει.
Ξέρω αλλού να γράφω και να βλέπεις ταυτοχρόνως.
Όμως ελεύθερος ποτέ δεν είναι ο χρόνος.
Ούτε κανείς. Κανείς. 
Πάψε να το διαβάζεις.
Καλοκαιριάτικα.