Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013


άλλους φοβάμαι






Δεν τους φοβάμαι τους χαρτογιακάδες, 
τους ντίτζιταλ λαπάδες, και τους ρέφες.
Τους έμαθα. Ξέρω να περιμένω, 
στον καιρό τους, να ξεμυτίσουν
σφύζοντας από εκκρίματα 
του άγχους και της μανίας. 
Δεν τους φοβάμαι. Θα τους κουλεντρίσω.
Μήτε κανένα ζόρι τους θα με φταρώσει. 




Άλλους φοβάμαι· 
κάτι νεανίες ατρόμητους 
βεβαιότητας αγύριστης.
Βήματα μπρος μονάχα, και 
ποτέ δισταχτικά, που κάνουν. 
Που δεν κοτάνε να σκεφτούν 
για πίσω βήμα. Ούτε και για μισό. 




Τους άφοβους, που
δεν ανέχτηκαν δεσμεύσεις.
Που δεν αγάπησαν, θα πει. 
Που δεν πονέσαν. 
Πώς να μην τους φοβάμαι.




    










Χωρίς αγάπη όποιος μπορεί, μπορεί και να σταυρώνει
τους άλαλους που η μπόρεση του έρωτα τους αλέθει.
Γιατί αγαπά τη δύναμη που δένει με συνάφεια
της εξουσίας τα μόρια, τι αγάπησαν και κείνα·
αλλά γαπήσαν φορτικά την ίδια τους τη φύση
που στην ανυπαρξία της τους είχε ξεγελάσει.
Μια τιμωρία πρέπει τους· με άρπα και με σάζι
τραγούδια για τον έρωτα ολημερίς να κούνε.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013


Δύναμη και Βία



Η διπολία Δύναμη και Βία
πάλι από το Περί Βίας της Arendt
Το πολιτικό πεδίο όπου εκδηλώνεται η δύναμη 
και η υποχώρησή της, που αφήνει χώρο στη βία. 
Τα αντίθετα όχι σαν σχέση ενότητας αλλά σύγκρουσης.
Το καλό και το κακό, τόσο γυμνά, η ελπίδα κι ο φόβος, 
οι διπολίες σαν ταλαντώσεις που εκκρεμούν αιώνια,
δηλαδή όσο χρειάζεται να πεις: τέλειωσε κιόλας;

Η δύναμη, η ισχύς, δεν χρειάζεται τη βία, 
παρά μόνο σαν αδυνατεί. 
Η καταστροφική βία, η εργαλειοφόρος, 
μπορεί να εξαφανίζει τη δύναμη,
αλλά αυτό το επέτρεψε 
η δύναμη που υποχώρησε

Οι εξάρσεις, όπως τις λένε, της βίας
θα μαρτυρούν ότι αυτός ο κόσμος,
έτσι όπως είναι φτιαγμένος, ξόφλησε. 
"Η εξύμνηση της βίας στις μέρες 
μας οφείλεται κατά μέγα μέρος 
στην οδυνηρή ματαίωση της ικανότητας 
του πράττειν στον νεότερο κόσμο
έγραφε η Arendt το 1968. 

Είχε ήδη εξηγήσει πριν από 10 χρόνια ότι 
"η πράξη δεν είναι ποτέ δυνατή μέσα στην απομόνωση"
κι ότι "καθιερώνει πάντοτε σχέσεις" με μια "εγγενή τάση
να ανατρέπει κάθε περιορισμό και να υπερβαίνει κάθε όριο.".






Η δύναμη (ή ισχύς) [power] αντιστοιχεί στην ικανότητα του ανθρώπου, όχι απλώς να πράττει, αλλά να πράττει από κοινού. Η δύναμη δεν είναι ποτέ κτήμα ενός ατόμου· ανήκει σε μια ομάδα και συνεχίζει να υπάρχει μόνο όσο καιρό η ομάδα μένει μαζί. Όταν λέμε για κάποιον ότι «κατέχει την ισχύ» αναφερόμαστε ουσιαστικά στο γεγονός ότι του παρέχεται η δύναμη από έναν ορισμένο αριθμό ανθρώπων να ενεργεί εξ ονόματός τους. Από τη στιγμή που η ομάδα από την οποία προήλθε εξαρχής η δύναμη (potestas in populo, χωρίς ένα λαό ή μια ομάδα δεν υπάρχει δύναμη) εξαφανίζεται, χάνεται και «η δύναμή του». Στην τρέχουσα γλώσσα, όταν μιλάμε για έναν «ισχυρό [powerful] άνδρα» ή για μια «ισχυρή προσωπικότητα», ήδη χρησιμοποιούμε τη λέξη «ισχύ» μεταφορικά· αυτό στο οποίο αναφερόμαστε χωρίς μεταφορά είναι η «ρώμη» ή η «κραταιότητα». 

Η βία [violence] διακρίνεται για τον εργαλειακό χαρακτήρα της. Φαινομενολογικά βρίσκεται κοντά στη ρώμη, αφού τα όργανα της βίας, όπως όλα τα άλλα εργαλεία, σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται με σκοπό τον πολλαπλασιασμό της φυσικής ρώμης, μέχρις ότου, στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής τους, γίνουν ικανά να την υποκαταστήσουν.






Η δύναμη δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, καθώς είναι συμφυής με την ίδια την ύπαρξη των πολιτικών κοινοτήτων αυτό που χρειάζεται είναι νομιμοποίηση. Η συνήθης χρήση αυτών των δύο λέξεων ως συνωνύμων δεν προκαλεί λιγότερη σύγχυση και πλάνη από την τρέχουσα εξομοίωση υπακοής και υποστήριξης. Η δύναμη αναδύεται όποτε οι άνθρωποι συνευρίσκονται και δρουν από κοινού, αλλά αντλεί τη νομιμότητά της από την αρχική συνεύρεση μάλλον παρά από οποιαδήποτε πράξη μπορεί να επακολουθήσει. Η νομιμότητα, όταν αμφισβητηθεί, στηρίζεται στην επίκληση του παρελθόντος, ενώ η δικαιολόγηση σχετίζεται με ένα σκοπό που τοποθετείται στο μέλλον. Η βία μπορεί να είναι δικαιολογήσιμη, αλλά δεν θα είναι ποτέ νόμιμη. Η δικαιολόγησή της φαίνεται τόσο λιγότερο εύλογη όσο περισσότερο ο επιδιωκόμενος σκοπός της απομακρύνεται στο μέλλον. Κανένας δεν αμφισβητεί τη χρήση βίας σε περίπτωση αυτοάμυνας, διότι ο κίνδυνος δεν είναι μόνο εμφανής αλλά και παρών, και ο σκοπός που αγιάζει το μέσο είναι άμεσος.


Η δύναμη και η βία, παρ' όλο που είναι ξεχωριστά φαινόμενα, συνήθως εμφανίζονται μαζί. Όπου συνδυάζονται, η δύναμη, όπως έχουμε διαπιστώσει, είναι ο πρωταρχικός και κυρίαρχος παράγοντας. [...] Δύναμη και βία είναι πράγματα αντίθετα· όταν η μία επικρατεί απόλυτα, η άλλη απουσιάζει. Η βία εμφανίζεται εκεί όπου η δύναμη κινδυνεύει, αλλά, αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, καταλήγει στην εξαφάνιση της δύναμης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι σωστό να θεωρείται αντίθετο της βίας η μη βία· η αναφορά στη μη βίαιη δύναμη είναι στην πραγματικότητα πλεονασμός. Η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη, αλλά είναι εντελώς ανίκανη να τη δημιουργήσει. Η μεγάλη εμπιστοσύνη του Χέγκελ και του Μαρξ στη διαλεκτική «δύναμη της άρνησης», χάρη στην οποία τα αντίθετα δεν καταστρέφουν το ένα το άλλο, αλλά εξελίσσονται ομαλά το ένα στο άλλο διότι οι αντιφάσεις προάγουν και δεν παραλύουν την ανάπτυξη, στηρίζεται σε μια πολύ παλαιότερη φιλοσοφική προκατάληψη: ότι το κακό δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια στερητική τροπικότητα του καλού, ότι το καλό μπορεί να προέλθει από το κακό· ότι, κοντολογής, το κακό δεν είναι παρά μια προσωρινή εκδήλωση ενός κρυμμένου ακόμη αγαθού. Τέτοιες γνώμες καταξιωμένες στο χρόνο έχουν γίνει επικίνδυνες. Τις συμμερίζονται πολλοί που δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα του Χέγκελ ή του Μαρξ, για τον απλό λόγο ότι εμπνέουν την ελπίδα και διαλύουν τον φόβο - μια απατηλή ελπίδα που χρησιμοποιείται για να διαλύσει έναν εύλογο φόβο.



                                        frozenwarnings   -   Odd Nerdrum:  the Murder of Andreas Baader


Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013


περί εργαλείων τύπου zastava
και λοιπών



Στο Περί Βίας (πρώτη έκδοση 1970) η Hannah Arendt ξεχωρίζει τη βία από τη ρώμη και τον εξαναγκασμό, αλλά και τη δύναμη από το κύρος. Tα 60's έχουν αφήσει στο διάβα τους το μούδιασμα του ανικανοποίητου. Η Arendt δεν διστάζει ν' ασκήσει κριτική στα κινήματα των φοιτητών και των μαύρων, αλλά και στον εκθειασμό της βίας, στην οποία αντιδιαστέλλει τη δύναμη (η προσεχής διπολία στο μπλογκ MHNYMAL) ενώ επιμένει στον απαραίτητα εργαλειακό χαρακτήρα της. 






Η βία [violence] ... διακρίνεται για τον εργαλειακό χαρακτήρα της. Φαινομενολογικά βρίσκεται κοντά στη ρώμη, αφού τα όργανα της βίας, όπως όλα τα άλλα εργαλεία, σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται με σκοπό τον πολλαπλασιασμό της φυσικής ρώμης, μέχρις ότου, στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής τους, γίνουν ικανά να την υποκαταστήσουν.

σελ.104





Η βία είναι φύσει εργαλειακή· όπως όλα τα μέσα, έχει πάντα ανάγκη καθοδήγησης και δικαιολόγησης από το σκοπό που επιδιώκει. Και ό,τι χρειάζεται δικαιολόγηση από κάτι άλλο δεν μπορεί να είναι η ουσία κανενός πράγματος.
σελ.112



Η βία, ας μην το ξεχνάμε, δεν εξαρτάται από αριθμούς ή γνώμες, αλλά από όργανα, και τα όργανα της βίας, όμοια με όλα τα άλλα εργαλεία, αυξάνουν και πολλαπλασιάζουν την ανθρώπινη ρώμη. Αυτοί που αντιτάσσουν απλή δύναμη στη βία σύντομα διαπιστώνουν ότι έχουν να αναμετρηθούν όχι με ανθρώπους αλλά με τεχνήματα των ανθρώπων, που η απανθρωπιά και η καταστροφική αποτελεσματικότητά τους αυξάνονται κατ' αναλογία προς την απόσταση που χωρίζει τους αντιπάλους. Η βία μπορεί πάντα να καταστρέψει τη δύναμη· από την κάννη ενός όπλου βγαίνει η πιο αποτελεσματική διαταγή, με αποτέλεσμα την πιο άμεση και τέλεια υπακοή. Αυτό που ποτέ δεν μπορεί να προέλθει από την κάννη είναι η δύναμη.
σελ.114



Η βία, όντας φύσει εργαλειακή, είναι ορθολογική στο βαθμό που είναι αποτελεσματική ως προς την επίτευξη του σκοπού ο οποίος πρέπει να τη δικαιολογήσει. Και επειδή όταν πράττουμε ποτέ δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις απώτερες συνέπειες των πράξεων μας, η βία μπορεί να παραμείνει ορθολογική μόνο εφόσον επιδιώκει βραχυπρόθεσμους στόχους. Η βία δεν προάγει σκοπούς, ούτε την ιστορία ή την επανάσταση, ούτε την πρόοδο ή την αντίδραση· αλλά μπορεί να χρησιμεύσει στη δραματοποίηση αδικιών και στην προσέλκυση της προσοχής του κοινού σ' αυτές.
σελ.140








το χέρι παγωμένο πυροβόλησε 
σιώπησε η πόλη πυροβόλησε ξανά 
δέκα φορές και δώδεκα παγώσαν όλα 
ξαπλώθηκαν στο δρόμο 
τον μέτρησαν με βία κατά ριπάς 
εν δυο η πατρίδα εν δυο 
θέλει στα αίματα νεκρούς 
νέκρα σιωπή βούισμα στ' αυτιά 
στο παγωμένο χέρι το εργαλείο 
έκαιγε στο τέλος όλοι νύσταξαν
τη νύχτα εκείνη από τιμή 
που χώθηκε στης κάμερας τη μύτη
λάμψεις μανίας ξαμοληθείτε
προς τους συγγενείς
το χέρι παγωμένο μέρες δέκα δώδεκα
έμεινε πίσω ο δείχτης στη σκανδάλη
ψάξτε για κάποιον δίχως δείχτη
δίχως πρόσωπο με πόδια που λυγάνε
με θερμοφόρα στο καλό 
το δίχως δείχτη χέρι









Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες
(σονέτο)




                                                                  ~ κατά τας γραφάς ~




Άδειο κεφάλι στεγανό. Γλομπέ φαλάκρα.
Εγκληματίες, τρομοκράτες, φασισμός.
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.
Φτέρουγες σκέπασαν κατά συνθήκην άκρα.


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες γνήσια δημοκρατικές. 
Σ' έχουν προβλέψει όλες οι στατιστικές. 
Το κράτος πάντα προστατεύει την τιμή σου. 


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες και βιάσου. 
Ήρθε ο καιρός να δοκιμάσεις αν χωράς 
στο δρόμο που έτρεχες μικρό παιδί σαν ήσουν. 


Ίδρωτες βρέχει, θα λερώσουν την προβιά σου, 
να μοιάζεις έντομο αστικής παραφοράς. 
Άργησες μάλλον. Έρχονται να σε ρυθμίσουν.