Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014


τίποτα δεν αλλάζει


Δεν αλλάζει τίποτα.
Κανείς δεν αποφάσισε 
την ανθρωπιά ν' απαρνηθεί·
να πάει να κοιμηθεί 
δίπλα στους πρόσφυγες που σώθηκαν·
να φάει ό,τι τους δώσαν για φαΐ·
εκεί που αποπατούν ν' αποπατήσει·
στον ύπνο να τον τρώνε μαύρα ψάρια
που υπάκουσαν στους άθαφτους νεκρούς.
Δεν γνώρισα κανένανε να ελπίζει 
στους απελπισμένους. 
Μα είναι πολλοί που επιφωνούν
πως θάρθει απ' τους απελπισμένους η ελπίδα.
Το είδα στο ίντερνετ, το είδα στο γιουτιούμπ.
Και πήρα θέση. Καταγγέλω την αναλγησία.
Φρίττω, πολίτες, φρίττω. 

Θα πάω μέχρι τη θάλασσα να κατουρήσω,
να ξεχαστώ που ζώστηκα μες στο κουκούλι·
έτσι όπως στο τελείωμα θα κρυώνω,
να τρεμουλιάσω, να γελάσω σαν παιδί.

Τίποτα δεν αλλάζει. Κι ας θέλει ένα κλικ





Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014


κοτζάμ χειμώνας εκατάντησεν ενέχυρο



με μάτια νάδεια να χαράκια στο λαιμό 
γυρνοβολά ένα ευρό δέκα ευρά 
δύο τρεκλίσματα κάρτα νεργίας ράτσα 
σκυλιά βροχής σουβλάκια έι τι εμ
απόδειξη ευρό ένα πιν 
ένα λαχείο ένα κουλούρι 
στάση λεωφορείο στάση έντρομη 
κρυφό χαμόγελο δυο μάτια μάτια τέσσερα 
θα σβήσει ο ουρανός η ώρα θα ποκοιμηθεί 
στη θάλασσα θα ρχίσουνε 
οι γλάροι τα ίδια ψέμματα 
τα κύματα ζουν λίγα ναι φτερόλεπτα 
η θάλασσα η θάλασσα γελά 
η θάλασσα υπνωτίζει κάθε ανεμελιά 
ρέγγα όχι φασολάδα όχι λάδι 
κωνώπων διυλιστήριον όχι λύπη 
να τον περάσεις το χειμώνα με υγεία 
όχι με λίπη υγεία μόνο αλλιώς δεν ξέρω 
πάμε κάτω πάνω μάιντ πλιζ δε γκαπ 
πρόσεχε να τον χάνδακα τρίξε τα δόντια
ρίξε στο ντενεκέ τις λέξεις 
κόψε το φύλλο κομματάκια 
τεμάχισε τις λέξεις στρίψε γράμματα 
κρύψε τη σκέψη στης αλήθειας να στον τύμβο
κράτα το εισιτήριο το εισιτήριο 
φακές ρεβύθια λάδι όχι όχι λάδι 
στόμα νοιχτό γελά δείχνει τα δόντια 
οι προθεσμίες λήξαν κάποτε 
τώρα ο θυμός του θύματος του κύματος 
έπειτα θύμα κύμα κλέφτηκαν στο χάος 
οι ναύτες έβρεχαν αλάτι όσα βλέπανε γδαρσίματα
έπειτα έπεσε η κυβέρνηση ανέβηκε άλλη 
τι κίνηση στους δρόμους μονοξείδιο 
οθόνες φλυαρούσαν καθησύχαζαν τον τηλεπανικό
τη μέρα που έσπασαν το έι τι εμ 
την ώρα που το διάλυσε η κουτάλα κατερπίλαρ 
τα φράγκα γκλιν τα φράγκα γκλον 
και φσσσσσστ τα καταβροχθισμένα πενηντάευρα
ένα ευρό δέκα ευρά το μωβ πεντακοσάρικο 
που μοσχοβόλαε διακοπές θέατρα συναυλίες
ταβέρνες όλα με αντίτιμα ευρά 
νάχες τα φάρμακα τουλάχιστον για τώρα
πήραμε λάθος τους αιώνες δεκαεφτά γενιές 
δεν είμαστε άνθρωποι ντέους λούπους 
ένα ευρό δέκα ευρά θέμα συνήθειας 
μην υποστείλεις τη σημαία στην παρέλαση
λιώναμε αναμνήσεις στο γουδί 
σπίρτο τσιγάρα δυο να καίγαμε 
τις ρουφηγμένες μνήμες 
να τρώγαμε στης μάνας 
χωρίς του οιδίποδα τη ρετσινιά 
την τιμωρία του πατέρα του αδερφού 
που λίπαναν το χώμα σάπια καύλα 
να τρέχαμε κατά τη νύχτα που μικραίνει 
που όσο νάναιμίκρυνε  
νάβγει ο χειμώνας 
άνοιξη να μυρίσουνε η αύρα ναι το δάσος 
ένα ευρό κιμάς δέκα ευρά κατεψυγμένος πόνος άνθρωπος που ελπίζει
σκέφτεται κρίνει εκκρίνει ψόμματα θυμάται
να λέγει να ταυτίζεται ναγγίζεται 
ούτε λυγμός ούτε καν γδούπος ούτε 
φτηνό για τη σπονδή κωλόκρασο 
ενώ η βροχή ποντίζει το χειμώνα 
τον πάει στην αγορά χρυσού ένα ευρό 
δέκα ευρά κοτζάμ χειμώνας εκατάντησεν ενέχυρο
κρασί φτηνό ντουλιά φτινί κριβή ανεργία 
κάρτα νεργίας κάρτα κρατούν 
καρτούν αδέσποτα σκυλιά τσομπαναραίοι 
εν της νυκτός τω μέσω ρέει φως ναπενθές  
δια-λύσαν τα κουνούπια 
μην διαλύεις τον κώνωπα 
είπεν ο βλαξ παροιμιώδης 
η μάνα τύλιξε την πίττα λουμινόχαρτο 
με γδούπον έναν τόνο σίδερο λυγμό 
τρόπο καημό σφυγμό θυμό θυμάρια κείτονται λέξεις άλαλες στην τυποποίηση 
λέξεις επίμορτες βαρούν τον τύπο ποίηση



GWGardner



διότι,
εδώ που τα λέμε,

η δρόγειος είναι χρέος που λεν βαρύ
κι ο άτλας εκ λουμπάγκου υποφέρει
τα χέρια εκ της θαλάσσης υδαρή
γλιστρά και γδουπ η δρόγειος πριν εκφέρει

λέξεις λυγμών ληγμένα λόγια προϊόντα
ο δυστηνής ο φαβορίτας ο μεσιέ
άναυδος που έστεκε και ήκουε βοώντα
εμέ των στίχων τον υπότροπο πλασιέ





MayRoosevelt

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014


της Αγάθως



Διάβαζε τον Σεφέρη λαίμαργα. Την συγκινούσε κι εντρυφούσε. Έτσι λαίμαργα που κατέβαζε τους στίχους, αμάσητους, δεν προλάβαινε ούτε γεύση ούτε υφή. Όμως τον είχε μάθει απέξω. Ήταν πια εύκολος γι' αυτήν. Ένας απλός παλμός. Συχνά απάγγελνε βαδίζοντας νωχελικά στην αμμουδιά. Την είχε ακούσει μια φορά ένας ποιητής μοναχικός, ένας που οι στίχοι του κατέβαιναν ασκέρι από την κούτρα να την πολιορκήσουν. Εκείνη απάγγελνε. Πάντα Σεφέρη: 

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.



Εκείνος εκεί, μονάχος, με τ' ασκέρι του· κι εκείνη, εκεί. Σεφέρη και ξερό ψωμί. Φορές απάγγελνε στην αμμουδιά απέξω, και το βιβλίο το κρατούσε κάτω από τη μασχάλη. Εκεί πολλούς εγνώρισε, άντρες που της αρέσαν για το κάτι τι τους. Όταν εβάδιζε μονάχη, τους θυμόταν. Εκείνος ο κλαρίμπας, ο μοσχοδημοκράτης. Δημοκρατία μοσχοβολούσε, αγωνιστής κανονικός, γρήγορα τον βαρέθηκε. Είχε γνωρίσει στη δουλειά έναν καινούριο, της συνεπούς αριστεράς. Αυτός ήταν αληθινός αγωνιστής, μουσάτος φροντισμένος, με ιδέες για το αύριο αυτού του τόπου, τρυφερός, γραμματέας στην οργάνωσή του, την ενέπνεε. Του άρεσε κι ο Σεφέρης, μα προτιμούσε Κατσαρό κι Αναγνωστάκη. Εκεί στην αμμουδιά τού έπεσε από τη μεγάλη τσέπη το βιβλιαράκι του Μπαντιού που του είχε χαρίσει η κολλητή της. Τα ερωτόλογα στην αφιέρωση δεν άφηναν αμφιβολία ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους. Της είχε χαρίσει τον έρωτα ο Ζήσης. Κι ήτανε παντρεμένη η ρουφιάνα μ' εκείνον τον Μουλά. Έφαγε το σουτ ο Ζήσης πριν προλάβει ν' απολογηθεί. Πιο τρυφερός ήταν ένας ονειροσκόπος. Ίσως την είχε αγαπήσει αυτός, ήταν φτιαγμένος ν' αγαπάει. Πάντα έτοιμος. Συνήθως έτοιμος. Αφηρημένος, όμως, εκεί που την εχάιδευε ξεχνιόταν κι άρχιζε να μιλάει για Κυριακές χωρίς Δευτέρες να παραμονεύουν. Γρήγορα τον βαρέθηκε. Τον άφησε ένα σούρουπο να ρεμβάζει την ακρογιαλιά, τον άφησε όπως τον είχε βρει, μονάχο. Της είχε μείνει όμως ένα γαμώτο ανικανοποίητο. Ήθελε κάποιον τέτοιονε, να έχει οράματα, να κοιτάει ψηλά. Ένας κοκκινοτρίχης με γυαλιά, πάντα πρόθυμος για ορειβασία, τηνε συγκίνησε κάπως, όχι σε βάθος, ήταν όμως γυμνασμένος και γελαστός. Ορειβάτης. Δεν άργησε να καταλάβει πως στην υπόγα του ήταν ορειβάτης, ο καημένος. Στ' άρματα, φώναζε, εμπρός στον αγώνα, κι αγωνιζόταν να φτάσει στης υπόγας την κορφή, ν' αγναντέψει της Αγάθως το κορμί κουρνιασμένο στο ντιβάνι. Α πα πα. Η αμμουδιά τής πήγαινε, όχι εκείνη η μούχλα του αμφίβολου αγώνος. Τον έτζασε. Καλύτερα, χίλιες φορές, σκέφτηκε, ο Πελοπίδας, ο δημόσιος υπάλληλος. Κι ας κατάντησε όπως κατάντησε απ' τα μνημόνια τ' απανωτά. Μα ήταν το τάιμιν λάθος. Ο άνθρωπος είχε ταξιδέψει μ' αεροπλάνα και βαπόρια, Ελλάδα, Ευρώπη κι Αφρική, το ήξερε η Αγάθω. Μα τώρα που τον γνώρισε κι αυτή και περπατούσανε μαζί στην άμμο, ξεφύσαγε ολοένα και το σκεφτόταν και στο σουβλατζίδικο να τηνε πάει. Ας πάει κι αυτός, λοιπόν, μαζί μ' όλους τους άλλους, και τους άλλους, τους αισθηματίες. Όπως κι εκείνος ο εποχέας, εδώ που τα λέμε, που όσο αναπτυσσόταν με ρυθμούς υψηλοτάτους πού να πατήσει της Αγάθως την αμμουδιά. Οραματιστής του καλύτερου μέλλοντος, αγωνιστής αυτοδημιούργητος άλλοτε, με βήματα που χώνονται στην άμμο, βαρύς, μ' εκείνον τον καπνό της έπαρσής του της προκαλούσε ασφυξία, ο δυστυχής κι αυτός. 

Ο μοναχικός ο ποιητής, ο λιποτάκτης, δεν είχε ελπίδα. Άλλο Σεφέρης, κι άλλο Λευτέρης. Και τα δυνατά του που έβαλε, μέχρι Μπορίς Βιαν της μετάφρασε, υπέστη ήττα μπλαζέ. Την κοίταζε στο τέλος με λύπη. Σκεφτότανε το νέρωτα, σκεφτότανε το θάνατο, τα δυο βουνά. Είστε ολίγος, του είπε την τελευταία φορά. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην αμμουδιά της. Παρώδησε ένα ποίημα και την ξέχασε:





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
M’ αυτή, υπό μάλης το Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».

Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 

Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Το ανωτέρω παραποίημα δημοσιεύθηκε 
με τίτλο Της Αγάθως Κατάφαση 
στο τεύχος 8 του ποιητικού κλπ
σκεύους Τεφλόν.

η υπόθεση MHNYMAL 
~ΑΠΟΡΗΔόΝ~