Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014


κάθε απρίλης θάβει κάποιον μάρτη





Ο θάνατος περιφέρεται κάθε μέρα τριγύρω, περιέχει τη ζωή, λίγο πιο κοντά, λίγο μακρύτερα, γίνεται είδηση για τους πολλούς και συντριβή για τους λίγους, τάμαθες; πέθανε ο δείνα, τάμαθες; ο τάδε έπαθε κατάθλιψη μετά τον θάνατο του δείνα. Κάποτε είναι βαρετός, και πάντοτε κουραστικός αυτός ο περί θανάτου λόγος, τόσες και τόσες βλακείες γι' αυτόν, που δεν μπορείς ούτε αυτός να λες γι' αυτόν, αρσενικός πάντως, κανείς δεν διεκδίκησε το πολιτικώς ορθόν περί του γένους του θανάτου, περί του φύλου ούτε λόγος, δεν είναι δα και άγγελος, πώς να τον λέγαμε, αυτό, ουδέτερο; μην είναι μόνο φόβος καταχωνιασμένος; μα μόνο ουδέτερος δεν είναι ο αμακατζής, αλλά να που ξαναρχίσαν οι βλακείες, οι αοριστολογίες που αναδεύουνε τα κατακάθια των απωλειών μας που είναι κληρονομιές, είμαστε κληρονόμοι του άταφου βιωμένου χρόνου, της αδέσποτης μνήμης.  

Ο φονιάς του φύλακα βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Ρέντα. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Παπαγιώργη, που ο αδερφός του είχε πεθάνει στον ύπνο του κι εκείνος έγραψε στο Περί Θανάτου, προτελευταία υποενότητα του Περί Μέθης, νάναι καλά και η μποτίλια που μας απάλλαξε από την πληκτρολόγηση:

Άπειροι αυτοί που πέφτουν και κοιμούνται τον αξύπνητο. Πεθαίνουν στις μάχες και στους ωκεανούς, στον αέρα, στο διάστημα και στις μεγάλες λεωφόρους· πεθαίνουν στα σπίτια τους και στα εργοστάσια· πεθαίνουν περπατώντας ή σε στιγμές αφροδίσιας παραφοράς· πεθαίνουν στις κλινικές και στα νοσοκομεία· πεθαίνουν από δηλητήριο, πιστόλι ή μαχαίρι, από ξένα ή από δικά τους χέρια· πεθαίνουν θέλοντας και μη. Το φαινόμενο είναι τόσο οικείο και καθημερινό ώστε ενδιαφέρει μονάχα τους στατιστικολόγους. Αρκεί όμως, σαν κάννη, να το στρέψει κανείς προς τον εαυτό του για να γίνει εν ριπή οφθαλμού σκάνδαλο. Πεθαίνουν οι άλλοι, η ανώνυμη μάζα ή τα πιο κοντινά πρόσωπα —άλλα κι εγώ;
Μολονότι όλη η νεκρή ανθρωπότητα το μαρτυράει εν χορώ, ο θάνατος παραμένει για τον άνθρωπο κάτι απαράδεκτο και ακατανόητο. Γενικά την κρυπτική της βαθύτητα η ζωή την οφείλει πιθανώς στο ότι την διάγουμε ολόκληρη, ή το μεγαλύτερο μέρος της, με τη βασανιστική σκέψη μιας στιγμής που είναι απολύτως αδύνατο να βιώσουμε. Εξ ου και οι αμήχανες εκφράσεις: «έχασε τη ζωή του», «πεθαίνει» κτλ. Κανείς δε χάνει τη ζωή του... Κανείς δεν πεθαίνει σε ενεστώτα... Τη στιγμή του θανάτου ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Ακόμα και στην τελευταία του στιγμή δε «χάνει» ούτε «πεθαίνει» —απλώς ανήκει στη ζωή.
Όσο λογικό δαιμόνιο κι αν διαθέτει ο θνητός, του είναι αδύνατο να κατανοήσει το πέρασμα από την παρουσία στην απουσία, να δεχτεί την ελάχιστη στάχτη που αφήνει το καμένο του κορμί. Σαν τερατώδης άρνηση της ζωής, ο θάνατος παραμένει το απροσπέλαστο. Κανείς ζωντανός δεν τον γνωρίζει κι όσοι τον «γνώρισαν» δεν μπορούν πια να μας μιλήσουν. Σκοτεινός ορίζοντας στις ακρώρειες της ζωής, αλλά και αθέατη σκιά πίσω από κάθε μας πράξη, απειλεί σιωπηλά και στη σιωπή καταδικάζει όσους τον «βιώνουν».
Αυτή την αλλόκοτη μη βιωσιμότητα του θανάτου ο Επίκτητος τη χαρακτήριζε πολύ απλά: ουδέν προς ημάς. Δεν μας αφορά.

Κι ο Επίκουρος, στη γνωστή του φράση, όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ' ημείς ουκ εσμέν. Που θα πει, όταν είναι παρών ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων εμείς απουσιάζουμε· κι όταν θα απουσιάσουμε αυτός θα είναι πια παρών. Στο Σύνδρομο Αγοραφοβίας, όπου ο Παπαγιώργης εξομολογήθηκε την έκτιση μιας εξοντωτικής ποινής πανικών, κληροδότησε στον άγνωστο τυχαίο αναγνώστη μιαν αποτύπωση με λέξεις του βάσανού του στην κηδεία του αδερφού του. Ένας γιατρός, έγραψε, του αποκάλυψε το πραγματικό όνομα του συνδρόμου του: άγχος θανάτου. 

Από το νου μου πέρασαν όλα τα είδη πτώσεων, λιποθυμίας, κατάρρευσης, λιποψυχίας. Φυσικά, δεν έγινε τίποτε. Ο αδελφός μου με κράτησε για άλλη μια φορά στο ύψος μου. Έβρεχε, θυμάμαι, κρατούσαμε τις ομπρέλες· κι εγώ, μέσα σε ένα μαύρο παλτό του πατέρα μου, παρίστανα τον αληθινό. 




Τι να πιεις; παραμένει το ερώτημα. Γιατί το τι να πεις οδηγεί στον λάθος δρόμο της απόδρασης στη φυλακή του λόγου, της σκέψης δηλαδή. Αλλά, τι να πιεις; κι η σκέψη ότι η σκέψη είναι λόγος, συνάρθρωση των λέξεων που τη συνιστούν, είναι μια σκέψη, είναι λόγος, που αν τη διώξεις και παραδοθείς στα μουγκρητά, μόνο μια σκέψη θα σ' έχει σπρώξει να το κάνεις, άσε που η γλώσσα σου θά έχει καταδικαστεί σε οικτρή ειρκτή. Μαρτύριο. Έτσι τελειώνει το Περί Μέθης:

Κάθε Παρασκευή θάβει μια Πέμπτη και κάθε μεγαλοβδομάδα μια μικρή, κάθε Απρίλης θάβει κάποιον Μάρτη και κάθε χρόνος κάποιον άλλο χρόνο, ο αιώνας θάβει τον αιώνα και μέχρι την έλευση του μεγάλου ενιαυτού το μαύρο γάλα προσμένει να γαλουχήσει τις γενιές των θνητών. Αλλά η μέθη δεν πρέπει να πέφτει στα χέρια των γυναικών και των εφήβων. Οι γυναίκες μεθάνε μόνο με έρωτα, ενώ η ήβη δεν έχει ικανή υποψία της νύχτας. Οι ευγένειές της έχουν το σφυγμό των θετικών πλευρών της ζωής. Μόνο ό άντρας που είναι αληθινά βασάνης, τιμωρημένος από τη σκέψη και την ηδονή, μπορεί να πετάει τις σάρκες του στα όρνια. Γι' αυτόν μιλάει ο στίχος του Μποντλέρ: χωρίς φόβο και τύψη θα γείρω καταγής να κοιμηθώ σαν το σκυλί.

Από τον Οδυσσέα του Τζόυς η πρώτη φράση, περί τεθνεώσης Πέμπτης και Παρασκευής νεκροθάφτισσας, από τη Νέκυια, απ' όπου και οι σκέψεις του Λεοπόλδου Μπλουμ, δια του Καψάσκη: να θάβαμε όρθιους τους νεκρούς για εξοικονόμηση χώρου ή/και να χρησιμοποιούσαμε ένα είδος φέρετρου με σανίδα που γλιστράει και τους αφήνει στο βάθος του τάφου για εξοικονόμηση ξύλου. Τι να πιεις, τουτέστιν. Κι ο λόγος περί Παπαγιώργη και Περί Μέθης. Κλείνοντας. 

Ό,τι κι αν της πουν, η απόλυτη μέθη αποκρίνεται με τα λόγια του Δάντη: Non son colui che credi: Δεν είμαι εκείνος που νομίζεις. Απλούστατα δεν είναι τίποτα. Μια φλόγα που σβήνει και δεν θα ξανανάψει στον αιώνα. Σαν το χοντροκέφαλο μοσχάρι ο μεθυσμένος δεν θέλει να διδαχτεί τίποτα. Μόνο η πτώση του τον ελκύει.





Απρίλη, μάγκα νεκροθάφτη
του δισυπόστατου του Μάρτη,
 ο μεθυσμένος που είδες κάτω να λασπώνεται
να, βάζει μπρος τα δυο του χέρια και σηκώνεται.
Μα ως πότε άραγε θα κάνει το κουμάντο;
Κάποτε θάρθουν της διοικήσεως τα κομάντο.
Ξερός θα μείνει· κασονάτο θα τον πάρουνε
τα κωλοπαίδια, τα τσιράκια, βρε, του Χάρου. Ναι.





Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014


της κοινωνίας η αποστροφή





Γυρνώ ένα χρόνο πίσω και μένω στο ίδιο σημείο. Τέτοιες μέρες για κλέφτες μιλάμε. Ή για φιλέλληνες, όπως ο Μπάιρον. Όμως οι συνέπειες του περσινού ατυχήματος (ονόματι πλιζτουμίτγιου) παραμένουν. Ο χρόνος είναι τρίμμα, όχι τρίμμα - τετριμμένος και ληστής. Ένα βήμα σημειωτόν μόνο, με τη βοήθεια, από πέρυσι, του Elias. Για τις Σκέψεις ενός Ληστού ο λόγος, του Παπαρρηγόπουλου, όχι του ιστορικού, αλλά του Δημητρίου, του λογοτέχνου. Ο ληστής του Παπαρρηγόπουλου τα βάζει με τη σύγχρονή του κοινωνία. Δεν είναι αντικοινωνικός με την έννοια που δίνει ο αμετανόητος μαρξιστής Hobsbawm σε κάποιους ληστέςόπως εκείνοι που αντιμετώπιζαν τις επαναστάσεις σαν ασυνήθιστα καλές ευκαιρίες για εγκλήματα ή που συμπλήρωναν τη σεξουαλική τους διασκέδαση με τον βιασμό. O ληστής είναι πολέμιος αυτού του αλλόκοτα μικτού χώρου, μέσα στον οποίο τα ιδιωτικά συμφέροντα αποκτούν δημόσια σημασία και τον οποίο ονομάζουμε "κοινωνία" (Hannah Arendt, αναφερόμενη στην κοινωνία, όχι όμως στους ληστές). 



που πήγε με τον Άρη (ανφάς)
και ουχί ο φαρμακοποιός
από του Φίγκαρω το Σόλο




ακ-ολούθε



 - α π ο σ π ά σ μ α τ α   από τις 
Σκέψεις ενός Ληστού του Δ. Παπαρρηγόπουλου

- π α ρ έ μ β ο λ α   από την 
Ανθρώπινη Κατάσταση της H. Arendt (μτφ. Λυκιαρδόπουλου - Ροζάνη)



Όσον περισσοτέραν σχέσιν έχει τις με την κοινωνίαν τοσούτον δυστυχέστερος είναι. Ο ευγενής, εάν υπάρχη τοιούτος, είναι δυστυχέστερος του πτωχού του εν ταις πόλεσι ο πτωχός του χωρικού, ο χωρικός του ποιμένος, ο ποιμήν του ληστού. Ο δε άνθρωπος εύρισκεν ευτυχίαν εις το οικογενειακόν βίον κατά τους χρόνους των απλών εκείνων ηθών, διότι ήτο στενώτερος ο κύκλος της κοινωνικότητάς του, αλλ’ επελθών δρομέως ο πολιτισμός και συνδέσας προς αλλήλους τους ανθρώπους και τα έθνη, εχαλάρωσε τους οικογενειακούς δεσμούς. Εις τούτο δε συνετέλεσαν ουκ ολίγον και η της γυναικός χειραφέτησις, προϊόν του πολιτισμού.

Εις τας κοινωνίας των ευδαιμόνων εκείνων χρόνων ο άνθρωπος είχε δύω βίους, τον εξωτερικόν βίον και τον εσωτερικόν. Ο πρώτος ήτο ο εν τη κοινωνία ταραχώδης πάντοτε βίος, ο επιφέρων θλίψεις, πόνους και μύρια άλλα, ο δεύτερος, μεταξύ της οικογενείας, όστις ήρεμος ων τότε και ειλικρινής εξηφάνιζε τας θλίψεις του εξωτερικού βίου. Ήτο το φάρμακον της ασθενείας, φάρμακον όμως δραστήριον και ηδύ συνάμα, αποτελεσματικόν και ευάρεστον.

Η γυνή τότε κατώτερα ούσα του ανδρός, και υπακούουσα εις τούτον, δεν ύψωνε την κεφαλήν και εν τη ταπεινώσει της ταύτη ήρχε της οικίας ηπίως και εναρέτως. Ο δε ανήρ γνωρίζων την δύναμιν και επιρροήν του, δεν κατεχράτο αυτής αλλ’ απεναντίας την αδυναμίαν του ωραίου φύλου γνωρίζων επροστάτευε και ηγάπα αυτό.
Δ.Π.


Η μυχιότητα της καρδιάς, αντίθετα από το ιδιωτικό νοικοκυριό, δεν έχει αντικειμενικό συγκεκριμένο χώρο μέσα στον κόσμο, ούτε η κοινωνία, εναντίον της οποίας διαμαρτύρεται και ορθώνεται, είναι δυνατό να εντοπιστεί με την ίδια βεβαιότητα όπως ο δημόσιος χώρος. [...] Το σύγχρονο άτομο και οι ακατάπαυστες συγκρούσεις του, η ανικανότητά του να βολευτεί μέσα στην κοινωνία είτε να ζήσει εντελώς έξω απ' αυτήν, οι αιωνίως μεταβαλλόμενες διαθέσεις του και ο ριζοσπαστικός υποκειμενισμός της συναισθηματικής του ζωής, γεννήθηκε μέσα σ' αυτή την εξέγερση της καρδιάς. [...]
Η επαναστατική αντίδραση εναντίον της κοινωνίας, μέσα στην οποία ο Rousseau και οι Ρομαντικοί ανακάλυψαν την εσωτερικότητα του ατόμου, στρεφόταν προπάντων εναντίον των ισοπεδωτικών αξιώσεων του κοινωνικού, εναντίον αυτού που θα αποκαλούσαμε σήμερα εγγενή κομφορμισμό σε κάθε κοινωνία. [...] Από την άποψη αυτή το αν ένα έθνος συνίσταται ή όχι από ίσους δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι η κοινωνία αξιώνει από τα μέλη της να ενεργούν σαν να αποτελούσαν μέλη μιας τεράστιας οικογένειας, η οποία δεν έχει παρά μία γνώμη και ένα συμφέρον. Πριν από την σημερινή αποσύνθεση της οικογένειας, αυτό το κοινό συμφέρον και η ομογνωμία αντιπροσωπεύονταν από τον αρχηγό του σπιτιού, που ασκούσε την εξουσία του με βάση αυτό το κριτήριο, αποτρέποντας την πιθανή διχόνοια ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Η καταφανής σύμπτωση της ανάδυσης της κοινωνίας με την παρακμή της οικογένειας δείχνει καθαρά πως στην πραγματικότητα η οικογενειακή μονάδα αφομοιώθηκε με αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες. 
H.A. 



Ω! μισούμεν και αποστρεφόμεθα την κοινωνίαν διότι αυτή είναι δείγμα την σμικρότητος του ανθρώπου, διότι εξαφανίζει την ατομικότητά του, το εγώ, διότι ο άνθρωπος δεν ζη ειμή δι’ αυτήν, μη έχων ούτε θέλησιν ούτε ελευθερίαν.

Όστις αποτελεί μέρος μιας κοινωνίας, ενός κράτους, είναι δούλος, διότι δεν ανήκει εις αυτόν, ανήκει εις το έθνος. Ώστε ενώ ο Αδάμ μόνος του εσχημάτιζε οίκον, οι απόγονοι αυτού σχηματίσαντες κοινωνίαν όλοι ομού, εσχημάτισαν τον οίκον αποτελούντες έκαστος ελάχιστον μέρος, ο Αδάμ ήτο το εγώ, οι δε απόγονοί του ήσαν τα στοιχεία του εγώ.

Τα τετράποδα ζώα είναι κατά τούτο ανώτερα του ανθρώπου. Διότι ο μεν άνθρωπος εσχημάτισε κοινωνίαν ένεκα της σμικρότητος και αθλιότητός του, τα δε ζώα έμειναν άνευ κοινωνιών γιγνώσκοντα την δύναμίν των. Ο άνθρωπος είναι τρυφηλός και επιθυμεί την κοινωνίαν, το ζώον είναι εγκρατές και δεν έχει ανάγκην αυτής. Ο άνθρωπος καλείται βασιλεύς πάντων των κτισμάτων και εν τούτοις είναι το χαμερπέστατον των όντων, ενώ ο λέων καλείται βασιλεύς των ζώων και είναι ανώτερος του ανθρώπου. Εν συνόψει, δε, το ον το τείνον προς το τέλειον διακρίνει το ελάχιστον των αναγκών κι έχει περισσοτέρας ανάγκας, ο άνθρωπος ή το ζώον; Σιωπώμεν διότι θέλομεν ευρεθή εις την ανάγκην να είπωμεν πικροτάτην αλήθειαν.

Κοινωνία! Λέγουσιν οι εν αυτή και νομίζουσιν ότι λέγουσί τι μέγα, λαμπρόν, αλλά τι καλόν υπάρχχει εντός αυτής, είπετε εν, μόνον εν και κύπτω την κεφαλήν υπό την βαρείαν της κοινωνίας τυραννίαν.

Αλλ’ είσθε μικροί και ποταποί, αι δυνάμεις υμών κατεστράφησαν, ο νους ημβλύνθη το πνεύμα κατέπεσε και η σαρξ ασθενής ανέκαθεν ήδη απέβη ασθενεστάτη. Η κοινωνία; είναι αναγκαία δι’ υμάς. Κυλίεσθε, εντός αυτής, κυλίεσθε.

Δ.Π.



Αντί για την δράση, η κοινωνία αναμένει από κάθε μέλος της ορισμένο είδος συμπεριφορά, επιβάλλοντας αναρίθμητους ποικίλους κανόνες, που όλοι τους κατατείνουν να "ομαλοποιούν" τα μέλη της, να τα κάνουν να συμπεριφέρονται όπως πρέπει, να αποκλείουν την αυθόρμητη δράση και τα εξαιρετικά κατορθώματα. [...]· με την εμφάνιση της μαζικής κοινωνίας, η σφαίρα του κοινωνικού, ύστερα από μιαν εξέλιξη αρκετών αιώνων, έχει φθάσει στο σημείο να περικλείει και να ελέγχει όλα τα μέλη μιας δεδομένης κοινότητας εξ ίσου και με την ίδια δύναμη. Η κοινωνία όμως εξισώνει κάτω απ' όλες τις περιστάσεις, και η νίκη της ισότητας στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι παρά η πολιτική και νομική αναγνώριση του γεγονότος ότι η κοινωνία έχει καταστήσει τον δημόσιο χώρο και ότι διάκριση και διαφορά έχουν καταστεί ιδιωτικά ζητήματα του ανθρώπου.          
H. A.



Ακούσατε κύριοι, πεπολιτισμένοι, εις το στερέωμα υπάρχουσι κόσμοι τόσοι όση η άμμος της θαλάσσης, εις τους κόσμους τούτους κατά το μάλλον και ήττον ευρίσκονται κάτοικοι πολύ ίσως δαφέροντες των της γης, νομίζετε λοιπόν κύριοι ότι τα όντα ταύτα επειδή δεν ομοιάζουσι με τον άνθρωπον, επειδή δεν έχουσι τους αυτούς χαρακτήρας και δεν εκφράζονται επίσης, δεν έχουσι ψυχήν; Τολμηρός τω όντι αφορισμός;

Τα ζώα δεν περιορίζονται υπό των νόμων ουδέ υπάρχει εις αυτά δια πάσαν πράξιν ην εκλαμβάνει κακήν, και εν τούτοις τις πράττει περισσότερα εγκλήματα ο άνθρωπος ή τα ζώα; είδετε λύκον να φονεύση λύκον τοσούτον συχνά ως άνθρωπος άνθρωπον;

Δ.Π.


Ένα από τα χαρακτηριστικά της ιδιωτικότητας, πριν από την αποκάλυψη της ενδόμυχης προσωπικής σφαίρας, ήταν ότι ο άνθρωπος υπήρχε στον χώρο του όχι ως πραγματικά ανθρώπινη ύπαρξη αλλά μόνο ως δείγμα του ζωικού είδους άνθρωπος. Αυτό ακριβώς ήταν ο απώτατος λόγος της έσχατης περιφρόνησης που έτρεφαν για την ιδιωτικότητα οι αρχαίοι. Η εμφάνιση της κοινωνίας έχει μεταβάλει την εκτίμηση του συνόλου αυτής της σφαίρας, αλλά πολύ λίγο έχει αλλάξει την φύση της. Ο μονολιθικός χαρακτήρας κάθε τύπου κοινωνίας, ο κομφορμισμός της, που δεν επιτρέπει παρά μόνο ένα συμφέρον και μία γνώμη, πηγάζει σε τελευταία ανάλυση από την μοναδικότητα του ανθρώπινου είδους. Επειδή ακριβώς αυτή η μοναδικότητα δεν αποτελεί φαντασία, ούτε μόνο επιστημονική υπόθεση [...], η μαζική κοινωνία, όπου ο άνθρωπος ως κοινωνικό ζώο κυριαρχεί των πάντων και όπου εκπρώης όψεως η επιβίωση του είδους μπορεί να εξασφαλιστεί σε παγκόσμια λίμακα, μπορεί συγχρόνως να απειλήσει την ανθρωπότητα με αφανισμό. 
H. A. 


Ότι πράττει ο ληστής το πράττει εξ ανάγκης και τοσούτω μάλλον πρέπει να θαυμάζηται η γενναιοφροσύνη του, όσον περισσότερους έχει εχθρούς. Έχει δε την κοινωνίαν πάσαν, τον κόσμον πάντα. Επί των αποτόμων όμως ορέων εις α κατοικεί συνήθως, καθίσταται ισχυρός, και αντί να σμικρύνηται, ως νομίζετε σεις, απομακρυνόμενος της κοινωνίας, μεγαλύνεται και κραταιούται, έχει σύμμαχον τον κεραυνόν, την βροντήν, τας βροχάς και τους βράχους, έχει σύμμαχον τον φόβον, την πλεονεξίαν και τους τοιούτους θεούς οίτινες εισδύοντες εις τας ψυχάς των κατατρεχόντων αυτούς τας εξασθενεί.
Δ.Π.





παλιάτσος και ληστής 
εκ του ροκ του παρελθόντος μας






Ύστατο xαίρε, Παπαγιώργη,
που έγραψες και τα Καπάκια και που
εισήγαγες τη  ληξιαρχική ηθική 
από την Αρχαιολογία της Γνώσης


Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014


Άσε, τίποτα.




Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό 
ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ.

Έτσι ήξερα ότι ξεκινούν οι ελληνικοί στίχοι του Uscudara, του σεφαραδίτικου που ταξίδεψε στην Ελλάδα, στην Τουρκία, στην Ισπανία, στην Αίγυπτο, έγινε παραδοσιακό, τραγουδήθηκε και τραγουδιέται σ' όλη τη Μεσόγειο, μα και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπως το θέλησε η, σύμφωνα με τον Orson Welles, πιο συναρπαστική γυναίκα, η Eartha Kitt, ή η δρυίδα, όπως τη λεν, Loreena McKennitt. Στο γιουτούμβιο που έκλεισε την προηγούμενη εξάρτηση, όπου η Uscudara δια πνοής του θαυμαστού J. Savall, άκουσα αλλιώς το στίχο για το κορίτσι. Όχι 12, αλλά 20 χρονών. Σε άλλη περίπτωση η ηλικία κινείται στο όριο της ενηλικίωσης. Σαν πολιτική ορθότητα να μυρίζει η διασκευή. Στην εποχή μας η παιδική ηλικία, όπως κατασκευάστηκε και εμφιαλώθηκε στα σχολικά άσυλα, επιτρέπει το βομβαρδισμό με σεξ-ναπάλμ-μηνύματα, της Μπάρμπι τα καμώματα, κεκεδίζει ψυχαναλυτικούς εκσταδιασμούς και ως εκεί. Τα γυφτάκια που παντρεύονται στα 12 ανήκουν σ' έναν άλλο κόσμο. Εδώ, δίπλα στον άλλο κόσμο, ισχύει η θεωρία της αποπλάνησης. Και πράγματι ισχύει, αφού τα παιδιά παραμένουν παιδιά και, ως μπαλαμά, απαιτείται να έχουν, και έχουν, ειδική μεταχείριση από το κράτος, την οικογένεια, την ιατρική την ψυχολογία, την πολεοδομία, τη μαγειρική, την τηλεόραση, τον τύπο, τη λογοτεχνία, το σινεμά, τη ραπτική, την επιπλοποιΐα, τη γειτόνισσα. Αλλά αλλού είναι αλλιώς. Αλλού στα 12 τ' ακρωτηριάζουν τα κοριτσάκια· άλλη ιστορία κι αυτή η κλειτοριδεκτομή. 






Η ειδική μεταχείριση της παιδικής ηλικίας προϋποθέτει την υιοθέτηση των ειδικών συμπεριφορών στους ειδικούς χώρους. Οι δρόμοι δεν περιλαμβάνονται σ' αυτούς τους χώρους. Η κατάληψή τους από πεζούς που θέλουν να διαμαρτυρηθούν είναι πονοκέφαλος και ευκαιρία. Οι δρόμοι είναι αυτοκινητόδρομοι επιστρωμένοι με ειδικά υλικά και φέρουν ειδική σήμανση. Δεν έχει σημασία η ηλικία των πεζών που θα διαμαρτυρηθούν. Δεν είχε σημασία η ηλικία του Berkin Elvan, όπως δεν είχε και του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Δεν είχε σημασία τη στιγμή εκείνη, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Όπως δεν είχε ποτέ άλλοτε οπουδήποτε κάτω από παρόμοιες συνθήκες. 

Στις μέρες μας, που η χαρά της συλλογικότητας δεν λείπει μόνο αλλά ούτε καν αναζητείται, μένει μονάχα ο θυμός που ταριχεύεται στη σιωπή. Κάποτε καλούσαμε απ' το δρόμο τους περίεργους των μπαλκονιών να βγουν από τα κλουβιά τους, συγκλονισμένοι από τη δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά, αλλά, ίσως, πιο πολύ από τη γενικευμένη απάθεια. Πάνε κοντά τριάντα χρόνια κι η απάθεια μεταδόθηκε σαν πανούκλα. Ως και τα τραγούδια εκείνα, που δεν άντεχα ούτε και τότε το μίσος τους, μεταμορφώθηκαν. Μαρίλδα... 

Άσε, τίποτα.  



Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014


χειμώνα, έρχεται η σειρά μας



Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ στο βιβλίο του Pierre Bayard που εξηγεί πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει, όχι γιατί δεν το έχω διαβάσει, αλλά γιατί μάλλον δεν θα το διαβάσω ποτέ, άρα δεν έχει νόημα να ισχυριστώ εμμέσως, μιλώντας γι' αυτό, ότι το έχω διαβάσει, διότι μπορώ να μιλήσω για βιβλία που πρόκειται να διαβάσω, και πάντα αφού έχω διαβάσει την εισαγωγή και τα συμπεράσματα, μερικές φορές αυτό αρκεί για κάποιον που ενδιαφέρεται για το ζουμί, λέξη από την οποία δεν προέρχεται το ρεζουμέ, εκτός αν ενδιαφέρει η πραγμάτευση ενός ειδικού θέματος, οπότε χρειάζεται η ανάγνωση συγκεκριμένου κεφαλαίου ή αποσπάσματος, όπως πράττεται κατά την συγγραφή ακαδημαϊκών πονημάτων, μέθοδος η οποία δεν είναι απολύτως ασφαλής, καθώς στο επιμέρους χρησιμοποιούνται αναφορές σε όρους που ορίζονται αλλού, αλλά, τέλος πάντων, το να μιλώ για βιβλία που ναι μεν δεν έχω διαβάσει αλλά με κάποιον τρόπο θα διαβάσω είναι ένας δικός μου περιορισμός, κι αυτό γιατί θα ήταν σαν να τα έχω διαβάσει, εξάλλου έτυχε κάποτε να διαβάσω βιβλία για τα οποία χωρίς πριν να τα έχω διαβάσει μπορούσα να μιλώ γι' αυτά και διαπίστωσα ότι δεν αποκόμισα τίποτα καινούριο μετά το διάβασμα· και το αντίθετο, βέβαια. Αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, που τώρα που το ξαναξεφύλλισα είπα ότι μπορεί τελικά κάποτε να το διαβάσω, λίγο, ξεκινά με αυτή τη φράση του Oscar Wilde:


Ποτέ δεν διαβάζω ένα βιβλίο όταν πρέπει να γράψω την κριτική του·
επηρεάζεται κανείς τόσο πολύ!





Όταν διάβασα αυτή τη φράση γέλασα πολύ κι αυτό με προβλημάτισε σχετικά με το τι είναι αστείο. Σκέφτηκα ότι η μητέρα μου δεν θα γελούσε με αυτή τη φράση, που τη δοκίμασα σε ανθρώπους που από πριν πίστευα ότι θα γελάσουν και πράγματι γέλασαν. Ίσως αυτές οι διαφορές στον τρόπο σκέψης είναι καθοριστικές για τις ανθρώπινες σχέσεις και για το μέλλον τους, αφού θα πρέπει με κάποιον τρόπο να συνεννοούμαστε, πράγμα όλο και δυσκολότερο κατά πως φαίνεται σ' αυτή τη μετάβαση που βιώνουμε και που όπως κάθε μετάβαση μοιάζει άσχημη όπως τα κλαδιά της μουσμουλιάς αυτή την εποχή με τα γερασμένα περσινά και με τα φρέσκα φύλλα. Τώρα μόλις σκέφτηκα ότι κάποτε με ενθουσίαζε ο φουτουρισμός και η ρώσικη εκδοχή του, όχι η ιταλική, κατά το πολιτικώς ορθόν, αλλ' ας μην ανοίξει ο ασκός των ωραίων φασιστών, σκέφτηκα ότι με ενθουσίαζε ο φουτουριστικός ενθουσιασμός για το νέο που έρχεται και η συναφής απέχθεια για το παλιό που χάνεται, όμως τώρα που γίνομαι σιγά σιγά μέρος του προβλήματος, όπως θέλει μια έκφραση μοδέρνα, μέρος του παλαιού δηλαδή, με την έννοια της γενεσιουργίας του παρόντος μέλλοντος, ουχί των υπερσυντελύκων, αν και το μέλλον του παρόντος ίσως να είναι το πραγματικό, με άλλη έννοια, τώρα που, πάντως, όλο και περισσότερο παλιώνω, τώρα αλλάζω θεωρίες, ξαναλλάζω θεωρίες, αλλά τώρα μόλις σκέφτηκα ότι κάποτε θα έλεγα σοβιετική εκδοχή του φουτουρισμού, τώρα λέω ρώσικη, ο Μαγιακόβσκη, που ακούγεται και στο 97% του Σιγανίδη, είναι γενικώς αποδεκτός, ίσως λόγω αυτοχειρίας, όμως να που η αλλαγή είναι πάντα παρούσα, σαν ζόρικια Ουκρανή και σαν Ρωσίδα ρούσα. 

Για να γκίξω εκεί όπου θα ήθελα να γκίξω πρέπει να θυμηθώ την προηγούμενη εξάρτηση περί ληξιαρχικής ηθικής όπως εξηγείται στην αδιάβαστη Αρχαιολογία της Γνώσης. Αλλού, σε μια εκτενή συζήτηση του 1978, o Foucault αναφερόταν στη μοναδική εμπειρία του ανθρώπου να θέτει σε κριτική εξέταση τον εαυτό του μέσω των επιστημών της ζωής και δη της βιολογίας και τελικά να μετασχηματίζει τον εαυτό του μέσα από τη συγκρότηση μιας γνώσης. Αυτή η ιδέα του μετασχηματισμού, που συμφωνεί με την ιδέα του αντιανθρωπισμού ή της άρνησης (της αναζήτησης, μάλλον) της ανθρώπινης φύσης, γίνεται δια της διαδικασίας της γνώσης ως savoir και όχι ως connaissance. Με το savoir (vivre) ο άνθρωπος τροποποιείται, ισχυριζόταν, από αυτό που γνωρίζει ή από την ίδια τη διαδικασία της γνώσης και πάει λέγοντας. Όσο για τα βιβλία, δεν υπάρχουν μόνο βιβλία - αλήθειες ή βιβλία - αποδείξεις, υπάρχουν και βιβλία - εμπειρίες: αυτά που σε κάνουν ν΄αλλάζεις την ίδια την ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου. Είναι αλήθεια ότι αυτό συμβαίνει και ότι το πάθαινε κι ο ίδιος κόντρα στις ληξιαρχικές ηθικές. Εννοείται ότι άλλα, τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου, αλλάζουν βαθιά τις αντι-ληξιαρχικές ιδέες. Η εμπειρία, όταν είναι βιβλίο, μοιάζει με την εμπειρία στο ζευγάρωμα με μια πόρνη, για να θυμηθούμε και τον Benjamin. Αν δεν την εφαρμόσεις στον έρωτα πάει χαμένη. Ή παραμένει γνήσια, όπως το πάρει κανείς.









Όσα συμβαίνουν στην ατμόσφαιρα αυτές τις μέρες είναι οι μάταιες προσπάθειες του χειμώνα να εμποδίσει την άνοιξη που άρχισε να λουλουδιάζει. Τούτη η γης που την πατούμε ταΐζει αγόγγυστα κάθε λογής φυτεμένα κι αυτοφυή. Έρχεται πάλι η σειρά μας. 









Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014


ληξιαρχική ηθική



 Μη με ρωτάτε ποιος είμαι
και μη μου λέτε να παραμείνω ο ίδιος:
αυτή είναι μία ληξιαρχική ηθική·
διέπει τα δημόσια έγγραφά μας.













Ρωτήστε. 
Ο ίδιος είμαι.   
Γεννήθηκα στον τόπο που 
γράφει το δελτίο ταυτότητας. 
Έχω ΑΜΚΑ και ΑΦΜ.
Στον ίδιο τόπο ζω πενήντα χρόνια. 
Ίδιος καφές κάθε πρωί. Ίδιο κουκούτσι εντός.
Ο ίδιος αύριο ίδια ώρα ίδιο γραφείο. 
Μάρτυς προστατευόμενος του άτακτου χορού
των ξύλινων σφραγίδων. 

Οργίζομαι ώσπου σιωπώ. 
Κατανοώ κάθε ανθρωπιά. 
Δεν είμαι ο ίδιος. Όλο αλλάζω. 
Αλλάζω ιδέες. Άλλος ήμουν χθες,
άλλη θική, με δίχως πράξεις ληξιάρχου,
ίδιο κουκούτσι, άλλο λικέρ.

Ιδέες καριόλες με πλανεύανε στους δρόμους
Άπραγο παρχιωτόπουλο τις έπαιρνα ποπίσω.
Έφαγα ξύλο από τους νταβατζήδες·
δεν είχα φράγκα κι ήθελα έρωτες
Μα τις βαριόμουν τελικά, καημένο πάθος.

Ο ίδιος είμαι. Κώθων. 
Ίδια γυαλιά, ίδιο ποδήλατο, ίδια θέα.
Μα είμαι άλλος, άλλος χθες, αύριο άλλος.
Της Καλλιρρώς και της Αφέντρας εγγονός,
ο ίδιος πάντοτε άλλος πάντα. Ίδια μερίδα
ωσότου λήξει με μια 
πράξη τελευταία
Ληξιαρχείο από γκισέδες και συμπόνια.







pankonstantopoulos




σ΄άλλη πόλιν εγεννήθηκα
σ' άλλη μ' άνοιξαν μερίδα
και σ' άλλην αγαπήθηκα
άπονη γαϊτανοφρύδα