Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014


ΑΠΟΡΗΔόΝ



1.
Γρόθοι στορίας κατέχουνε τα μέλλοντα φαρσί.
Άτοπη να ποδείχνεται η γεωγραφία των βρόχων.
Πώς στρέφονται στις αγωνίες αμέριμνα
τα οχήματα των όντων;
Πώς τα φρενάρουν όταν βρέχει προσμονές;
Πες. Πώς απολογιούνται στη μέση της παλαίστρας
γονατιστοί μπρος στο δοχείο μ' έντρομα τα περιττώματα;
Πώς έμπλεοι αφροντούς 
όλο ανακτούν την υποδόρια μνήμη;
Τόση μανία για ευφορικά ανοήτων;
Τόση απεραντοσύνη του κενού 
σε φιάλες μίας κρίσεως;

2.
Μυαλά που σούμπιτα τα στούμπισαν
σε κατακάθια ξυδιασμένης αλκοόλης.
Αλλού αιχμαλώτισαν ζωύφια πεινασμένα
μες σε καρδίας χύτρα παχύτητος.
Υφαίνουν έκδοχα εκδοχών.
Ποιος είναι κει ακόμα και ιστορεί;
Ποιος είναι αυτός που ιστορεί ακόμα;
Ποιος ξεφυλλίζει τις σελίδες των σιγών;
Ποια κόγχη ανταγωνίζεται η σιαγών;
Πώς διαμελίστηκαν λουλούδια λασπωμένα
σε διαδηλώσεις των τραυλών αισθήσεων;

3.
Δες. Λέξεις γραπώνουν τη σκέψη.
Ταξίμια χιμάνε στους κώδικες.
Χάδια κρεμούν τους αλγόριθμους.
Προβολείς επιβλέπουν την όραση.
Κάφτρες ξενυχτούν. Πυροτεχνουργούν.
Πόσες ερωτήσεις γίνεται να κουστούν;
Τρεις; Για το νέρωτα, το θάνατο, το θεό;
Εφτά; Για τη σκύλλα, τη χάρυβδη, το πλοίο, 
την ελπίδα, το δόρυ, το στήθος, τη νύχτα;
Καμιά; Για το αιμόφυρτο κενό 
που πόθησε; Την άνοιξη;

4.
Μπορώ να κατακρίνω:
κάθε δημόσια εκδορά του λόγου 
όπως και κάθε λόγο που εισφέρεται πικρός
μες στο κουκούτσι της κοινότροπης αλήθειας.
Μπορώ να τρέξω ακόμα μέτρα,
μέτρα,
θα λαχανιάσω,
μπορώ να συνεχίσω, αν θέλεις.
Μπορώ να μην μπορέσεις να σταθείς
σε ισορροπία. Ν' αυξήσω ενστικτωδώς
την εντροπία. Μπορώ και να πορίσω
ν' απορήσω:
Ποιος ξενυχτάει κι αλυχτάει;
Ποιος έκρυψε την πράσινη μποτίλια;
Ποιος τρύγησε το θέρος;
Ποιος θέρισε την ιστορία;
Γιατί κοιμούνται όσοι κοιμούνται;
Γιατί γίνονται ερωτ...

5.
Εν κατακλείδει
άπορος ιδεών απορών μαζάνθρωπος
άλλοτε με λουκούμι σκέτο και βαρύ
τώρα με καπουτσίνικα και τέτοια
ρωτώντας για τα ίδια
για εικοσιτετράωρες πληροφορίες άωρες
στήνοντας αυτί-καρτέρι-καταστάσεις
λέξεις βεληνεκούς βδομήντα φτερολέπτων
ρεμβάζοντας σπουδαία κενοτάφια 
σιγώντας καθώς οι όχθες ερημώνουν
καθώς στεγνώνει το που απόμενε ρυάκι
καθώς κρυώνει ο ήλιος και κοιμιέται.









Το ΑΠΟΡΗΔόΝ
δημοσιεύθηκε στο δέκατο τεύχος
του νέου ποιητικού σκεύους (και όχι μόνο) ΤΕΦΛΟΝ.
Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε το ενδέκατο τεύχος του. 



Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014


του Μπλούμ η μέρα:
φυσικά τα κύτταρα συνεχίζουν να ζουν







[...] Ιερά χωράφια. Θα υπήρχε περισσότερος χώρος αν τους έθαβαν όρθιους. Καθιστούς ή γονατισμένους δεν θα ήταν δυνατόν. Όρθιους; Κάποια μέρα, σε μία κατολίσθηση, θα μπορούσε να ξεπροβάλει από το έδαφος το κεφάλι και το δάχτυλο να δείχνει κάπου. Όλη η γη πρέπει να 'ναι σαν μια κηρήθρα: ορθογώνια κελλιά. Και διατηρεί το νεκροταφείο πολύ παστρικό, το γκαζόν κουρεμένο και γωνιασμένο. Ο ταγματάρχης Γκαμπλ ονομάζει τον κήπο του Όρος Ιερώνυμος. Λοιπόν, κινεζικά νεκροταφεία καλλιεργούν τεράστιες παπαρούνες που παράγουν το καλύτερο όπιο. Ο Μανστιάνσκυ μου το είπε. Πέρα εκεί βρίσκεται και ο Βοτανικός Κήπος. Το αίμα που φιλτράρεται στη γη αυτό είναι που δίνει τη νέα ζωή. Την ίδια ιδέα θα είχαν κι αυτοί οι εβραίοι που, όπως λένε, σκότωσαν εκείνο το χριστιανικό αγόρι. Κάθε άνθρωπος έχει την τιμή του. Καλοθρεμμένο πτώμα καλοδιατηρημένου ευπατρίδη, επικούριου λάτρη των απολαύσεων, ανεκτιμήτου αξίας για κήπο με οπωροφόρα. Κελεπούρι. Δια το κουφάρι του Γουίλλιαμ Γουίλκινσον, ελεγκτού και λογιστού, θανόντως εσχάτως, τρεις λίρες, δεκατρία σελλίνια και έξι πένναι. Όλως Υμέτεροι, αναμένομεν. 

Τολμώ να πως ότι το χώμα θα έχει γίνει πολύ παχύ με το λίπασμα πτωμάτων, τα κόκκαλα, τη σάρκα, τα νύχια και τα οστεοφυλάκια. Αναστριχιαστικό. Καθώς αποσυντίθενται πρασινίζουν και κοκκινίζουν. Σαπίζουν γρήγορα στο υγρό έδαφος. Οι καχεκτικοί γέροι αντέχουν περισσότερο. Μεταβάλλονται σε μία μορφή λιπαρού τυριού. Κατόπιν αρχίζουν να μαυρίζουν και να εκχύνουν ένα υγρό σαν μελάσσα. Στη συνέχεια ξεραίνονται. Σκουλήκια του νεκρού. Φυσικά τα κύτταρα ή ό,τι και να είναι αυτά, συνεχίζουν να ζουν. Να μεταμορφώνονται. Σχεδόν ζουν για πάντα. Μην έχοντας οτιδήποτε να φάνε, τρώγουνται μεταξύ τους. 

Όμως πρέπει να θρέψουν ένα τρομαχτικό πλήθος σκουληκιών. Το έδαφος πρέπει κυριολεκτικά να στριφογυρίζει από δαύτα. Το κεφάλι σου απλά στριφογυρίζει. Αυτά τα χαριτωμένα κορίτσια της ακρογιαλιάς. Δείχνει αρκετά εύχαρις. Του δίνει μία αίσθηση δύναμης να βλέπει όλους τους άλλους να φεύγουν κάτω πρώτοι. Αναρωτιέμαι πώς να βλέπει τη ζωή. Διανθίζει κάπου - κάπου τη συζήτηση με τα ανεκδοτάκια του· αυτό του ζεσταίνει τα σωθικά του. Εκείνο το ανέκδοτο με το τηλεφράφημα. Ο Σπέρτζον ανεχώρησε στους ουρανούς σήμερα το πρωί στις 4.00' π.μ. Ώρα 11.00' π.μ., (ώρα να κλείσουμε). Δεν αφίχθη εισέτι. Πέτρος. Ακόμα και οι ίδιοι οι νεκροί, οι άντρες τουλάχιτον, θα ήθελαν ν' ακούσουν ένα ανέκδοτο κάπου - κάπου, και οι γυναίκες να μάθουν τι επιβάλλει η μόδα να φορεθεί. Ένα ζουμερό αχλάδι ή ένα παντς για τις κυρίες, ζεστό, δυνατό και γλυκίζον. Προφύλαξη κατά της υγρασίας. Πρέπει κάποτε - κάποτε να γελάει κανείς, γι' αυτό ας γίνει κι έτσι. Οι νεκροθάφτες στον Άμλετ. Δείχνει τη βαθειά γνώση της ανθρώπινης καρδιάς. Διστάζουν να ειρωνευτούν ένα νεκρό, τουλάχιστον για ένα διάστημα δύο χρόνων. De mortuis nil nisi prius. Πρέπει πρώτα να περάσει το πένθος. Δύσκολο να φανταστείς την κηδεία του επιστάτη. Μοιάζει σαν κακόγουστο αστείο. Λένε ότι όταν κανένας διαβάσει τη δική σου νεκρολογία, αυτό τον κάνει να ζήσει περισσότερο. Παίρνεις καινούργια ανάσα. Παράταση της ζωής. 

[...] 





LepolodBloom




Από το κεφάλαιο 6 ή Hades ή Νέκυια
στη μετάφραση του Καψάσκη, του Κέδρου
σε μονοτονικό, αλλά διατηρώντας την ορθογραφία παντού,
όπως και στο θανόντως. Όντως.


Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014


αντίο μπλόγκερ



Ο Allu Fun Marx πέθανε πριν από πέντε μήνες και το έμαθα το περασμένο Σάββατο. Κοιτώντας δεξιά τη στήλη με τις ενημερώσεις από τις νέες αναρτήσεις κάποιων μπλογκ που παρακολουθώ, είδα στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου τον τίτλο "Αποχαιρετισμός στον Allu Fun Marx". Κατέβηκα πιο κάτω, κατέβηκα ώσπου βρήκα το μπλογκ του με την ένδειξη "Πριν από 5 μήνες". 

Δεν ξέρω τι φάρα είναι οι μπόγκερ, οι μπλόγκερς που λένε άλλοι. Μάλλον δεν είναι φάρα. Το ότι δεν ξέρω το λέω σε κάθε ευκαιρία. Το ξέρω. Οι μπλόγκερ δεν είναι φάρα, είναι φάρες. Τα δίκτυα, όπου μαθές διευρύνεις τους ορίζοντες, είναι πιο κλειστά από την υλική καθημερινότητα, που η διαπερατότητά της ποικίλει επιτρέποντας τον συγχρωτισμό λογιών ανθρώπων. Τα φίλτρα του ίντερνετ αυστηρά. Όπως και εκείνα που κατασκευάζουν οι μπλόγκερ για συγκρατούν στοιχεία ταυτότητας και προσωπικότητας μη ανακοινώσιμα. Το ονοματεπώνυμό του, το πού ζούσε, κι άλλα στοιχεία απ' τη ζωή του μαθεύτηκαν τώρα, εγώ τα είδα στου Σαραντάκου, στο φέισμπουκ, λέει, γράφτηκαν, φέισμπουκ δεν έχω ο διεστραμμένος, τα έμαθα στου Σαραντάκου. 

Με τον Αλλουφάνη δεν ταιριάζαμε σε πολλά. Ανερυθρίαστα, όπως τόνιζε, κόκκινος  εκείνος,  σαν το μακρινό παρελθόν μου. Με μια βεβαιότητα που ζηλεύω καμιά φορά, μέσα στην καθολική αβεβαιότητά μου, αλλά συνήθως δεν μπορώ και να την καταλάβω. Νομίζω ότι ο ένας εκτιμούσε τον άλλον. Ποιος ποιον. Τι ήξερε για μένα πέρα απ' ό,τι φαίνεται εδώ; Αλλά και γιατί θα έπρεπε να ξέρει κάτι παραπάνω; Οι σφαίρες των ανώνυμων μπλόγκερ, σαν τα πλοία των τρελών, είναι κοινότητες φαντασιακές  ανθρώπων που πέρα απ' την καθημερινή τους ζωή έχουν στη διάθεσή τους ένα μέσο να εκφραστούν και να διαβαστούν αλλιώς κι αλλού. Αυτό το μέσο, το μπλογκ, όταν η ζωή τους τελειώσει, θυμίζει κενοτάφιο. Μνημείο γνωστού μπλόγκερ - αγνώστου ανθρώπου. 

Από την άλλη ζωή μας, την υλική - όχι την ηλεκτρονική, αποκαλύπτουμε λίγα θραύσματα, όμως έτσι κι αλλιώς από σπασμένα κομμάτια φτιάχνεται. Ελπίζω ότι δεν έχουμε κιόλας επιβεβαιώσει τον Virilio:

Χωρίς καν ν' αμφιβάλλουμε γι' αυτό, έχουμε γίνει οι κληρονόμοι και οι απόγονοι ενός τρομερού συγγενολογιού, δέσμιοι κληρονομικών στιγμάτων που μεταβιβάζονται όχι πια με τα γονίδια, το σπέρμα, το αίμα, αλλά από μιαν άρρητη τεχνητή μόλυνση.

Αργά κατάλαβα ότι δεν ήταν δική μου ιδέα η λέξη παραποίηση αντί για τη λέξη παρωδία, ίσως στο μπλογκ του την είχα δει κι έπειτα το ξέχασα και νόμισα ότι την σκάρωσα εγώ. Ο  Allu Fun Marx, ειδικός στις παραποιήσεις γνωστών ποιημάτων, στα ποιήματα παρά κάτι, που στοιχειοθετήθηκαν και σε ψηφιακό βιβλιαράκι από τον Βασίλη Λαλιώτη, παρώδησε όχι μόνο τα ποιήματα που παρώδησε αλλά και τις φάρες των μπλόγκερ. Όπως στο Blogger μαζί, παραποίηση του καρυωτακικού Όλοι μαζί:



Blogger μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας των comments την ευλογία
Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.


Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη ιντερνετική καρδιά μας.
Στη Lifo αχ! πότε θα δούμε τα γραπτά μας,
για να μας πούνε blogger-ποιητές;


Γράφουμε για τα παλιά, τα παιδικά 
τα τραύματά μας. Παίρνουμε πόζα. 
Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα 
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά. 


Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού 
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις. 
Στη γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις, 
ανεβάσαμε post όσα τ’ άστρα του ουρανού. 


Κι’ αν πειναλέοι-για κλικ- γυρνάμε ολημερίς, 
κι’ αν ξενυχτούμε πάνω στα πληκτρολόγια 
ποτέ δεν τσιγκουνευτήκαμε στα λόγια… 
Στις πράξεις μόνο είμαστε λίγο ασυνεπείς. 





Γιώργο Αλλουφάνη σου αφιερώνω ένα δικό μου παραποίημα αποσπάσματος της Ρωμιοσύνης του Ρίτσου που δεν τέλειωσα πριν από χρόνια. Και τη Διεθνή, που - αναπόφευγο - εκεί πίσω μακριά ενώνει τα σκιρτήματά μας. 


το χέρι τους είναι κολλημένο στο ποντίκι
το ποντίκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια του μυαλού τους
το μυαλό τους είναι συνέχεια κολλημένο
έχουν στα χείλη τους απάνω λιποζάν
κι έχουν τιγκάρει με κενό τα μαύρα μάτια τους
σαν μιαα μαύρη τρύυπα σε μια γούβα του σύμπαντοος




 
Evin 

και πας γιουτιούμπ...



Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014


οι οφειλές της ελπίδας





Η απόσταση ανάμεσα σε μια ζωή γεμάτη συμβάσεις και στη ζωή, σαν σινεμά, της περιπέτειας εκμηδενίζεται στη θέα του σπιτιού σου όταν πια το έχουν εγκαταλείψει οι διαρρήκτες. Όταν ο ασφαλής χώρος της κατοικίας αλωθεί, δεν έχεις παρά να περιμένεις να δράσει ο χρόνος. Τη δεύτερη φορά είναι πιο εύκολο. Ξανακούς τις ίδιες συμβουλές: να βάλεις συναγερμό, σιδεριές, να πάρεις ένα μεγάλο σκύλο. Ο Σωτήρης, σκυλάκι του σαλονιού, παραμένει σιωπηλός μάρτυς. Τα μάτια του είναι μελαγχολικά, αλλά ίσως ήταν πάντα ή δεν είναι ούτε και τώρα. Ίσως να τον κατέλαβε μια μακάρια ηρεμία αδιαφορία, όπως μου εξήγησε η Μαρίλδα ότι συμβαίνει συχνά (ή καμιά φορά;) με τους υστερικούς. Ίσως θάπρεπε επιτέλους να καταλάβω ότι εγώ είμαι βλάκας, όχι αυτός, αφού εγώ δεν καταλαβαίνω τι μου γαυγίζει, ενώ αυτός καταλαβαίνει μια χαρά τι του λέω. 

Μετά από τέτοια περιστατικά εμφανίζονται πάντα οι ομοιοπαθείς. Οι ιστορίες αφθονούν. Περιπλέκονται αστικοί μύθοι, όπως ο ψίθυρος του ληστή στον προσποιούμενο τον κοιμισμένο νοικοκύρη: "καλά κάνεις ότι κοιμάσαι". Ναρκομανείς ήταν. Η περιοχή έχει γεμίσει ναρκομανείς, μου εξήγησε κρατώντας σφιχτά την τρίχρονη κόρη της μια γειτόνισσα. Ήταν γυφτάκια, ρομά τα λένε μιλώντας πολιτικά σωστά, δυο αγόρια κι ένα ξανθό κορίτσι, θα τα έβαφε, εκτός αν ήταν από τα γυφτάκια όπως η τηλεοπτική μικρή που δεν θυμάμαι τ' όνομά της και που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να επιστραφεί εκεί όπου υποτίθεται ότι ανήκε. Τα είδε η μάνα μου, κοντά 80 χρονών. Χομεϊνί, φώναζε, Χομεϊνί· και μην μου ξαναπείτε για ρομά. Της είπα ότι ίσως αυτός είναι ένας τρόπος για μερική αποκατάσταση των κοινωνικών ανισοτήτων και άλλες τέτοιες μαλακίες. Μου απάντησε ότι θα έπρεπε επιτέλους να σοβαρευτώ. Το ίδιο παιχνίδι ρόλων. 
- Πάντως, η αλήθεια είναι ότι ζουν μια ζωή πολύ πιο συναρπαστική από τη δική μας. 
- Τι να σου πω, παιδάκι μου. 

Όσα αστεία κι αν έκανα, όπως ότι λυπήθηκα που φεύγοντας τους έπεσε ένα αδιάφορο σε μένα κλοπιμαίο, ήξερα ότι αν είχα χάσει κάτι που μου ήταν απαραίτητο θα σοβαρευμόμουν. Όσα αστεία κι αν έκανα, μόνο ήρεμο ύπνο δεν είχα το βράδυ. Πετάχτηκα δυο φορές. Αν ένιωσα να μου απειλούν κάτι, δεν ήταν ο συσσωρευμένος πλούτος μου αλλά ο ιδιωτικός μου χώρος. Οι άνθρωποι των καιρών μας αρέσκονται στο να επιδεικνύουν τα ιδιωτικά τους με web κάμερες και λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα. Όλοι μας πλανιόμαστε γεμίζοντας το διαδικτυακό χάος με αποτυπώματα που οδηγούν, σαν τα ψίχουλα του Κοντορεβυθούλη, πίσω στο σπίτι. Οι πόρτες και οι κερκόπορτες του διαδικτύου προκαλούν το ενδιαφέρον που όσοι ανοίγουν τις πρώτες, τουλάχιστον, επιθυμούν να προκαλέσουν. Ο απομακρυσμένος επισκέπτης παρατηρεί τα εκτιθέμενα καθώς η ανάσα του βαραίνει. Κουβαλάει την ιστορία των κρυφών βλεμμάτων όσων περιδιάβαιναν άλλοτε τα σοκάκια και αναζητούσαν μισοτραβηγμένες κουρτίνες, να γευτούν λίγο απ' το άρωμα ενός άγνωστου σπιτιού, ένα έπιπλο, ένα φωτιστικό, έναν πίνακα, ή να εστιάσουν σε διάττοντα αντικείμενα πόθου. Οι διαρρήκτες έχουν βλέμματα αυστηρά στοχευμένα, που λένε. Θα υπάρχουν πιστεύω κι εκείνοι που χαζεύουν, ή απαλλοτριώνουν, αντικείμενα που δεν σκοτώνονται για λίγα ή αρκετά ευρώ, αφού οι μυρωδιές που δεν διαχέονται από μικρά μπουκάλια δεν αξίζουνε λεφτά. 

Σύντομα θα γυρνάμε σπίτι αμέριμνοι, χωρίς να περιμένουμε να επιβεβαιώσουμε ότι δεν ξαναπαραβίασαν την εστία, έχοντας μόνο τα φιλιά στο νου. Και τότε θα ξαναζήσουμε το μούδιασμα. Τότε θα ξαναναρωτηθώ: ποιος είναι απελπισμένος, μωρέ, να μεταδώσει την ελπίδα; Ο Βούρβαχης μοιάζει κινηματογραφικός, ο Ταμίστας είναι ένα κατά τύχη ψευδώνυμο μιας διαδικτυακής περσόνας που επιστρέφει την ηρεμία στον φορέα της, που χρησιμοποιεί την υπόθεση MHNYMAL για τους λόγους που συντηρούν τις αιτίες που την γέννησαν. Κι αυτοί που, όπως έγραφε ο Marcuse, βρίσκονται έξω από τη δημοκρατική διαδικασία, στ' αλήθεια αντιτίθενται στο σύστημα ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούν; Ή μήπως είναι μια εξίσου ενσωματωμένη κατηγορία που δεν παραβιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά ακολουθεί άλλους κανόνες, πάντως κανόνες; Κανόνες που, εντέλει, απλώς περιλαμβάνονται στην ερμηνεία μέσω της δικής μας παρατήρησης στη δική μας πραγματικότητα;

Αν δεν έχουμε καμιά ελπίδα, το οφείλουμε σ' αυτούς που πιστεύουν ότι αν έχουν μια ελπίδα το οφείλουν σ' αυτούς που δεν έχουν καμιά. 




Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014


το σάλεμα του χρόνου





Θόρυβοι. 
Η μνήμη πετάει το καπέλο. 
Φωνή δεν ξεχωρίζεις ούτε βήχα 
ούτε χασμουρητό ούτε τίποτα. 
Η λύση είναι μία, θα έλεγε, μα δεν, 
για τα θελήματα των νικητών ένας μικρός. 
Μουγκάθηκε την ώρα 
του αναποφάσιστου χιονόνερου. 
Το βουητό στους δρόμους σέρνονταν 
να μην το πιάνουν τα ραντάρ.
Μια μέρα ο μικρός πήρε τετράδιο. 
Έγραψε:



Είμαστε οι νικητές.
Νικήσαμε στον δύσκολον αγώνα.
Όσοι δεν έμαθαν τη νίκη, πάει καλά.
Ας κοιμηθούν εδώ ως το πρωί.
Ο χρόνος νίκησε. Όσοι δεν έμαθαν
πώς γίνεται κάθε στιγμή
το μέλλον παρελθόν, ας κοιμηθούν. 
Το άλλο πρωί αποφασίζουν.


Το διάβασε ο παπάς στην εκκλησία.  
Άνδρας πολιτικός κατήγγειλε την καπηλεία. 
Καταστασιακοί συγκρούστηκαν 
σε οθόνες με περιστασιακούς. 
Εθνικιστές κι ελευθεριακοί, 
Ρουμάνοι κι Αλβανοί,
πρόσφυγες και αυτόχθονες, 
παχύσαρκοι και ανορεξικοί, 
εν γένει αμφίπολοι λογιών, λάτρεψαν 
τον μικρό φονιά, τον μύστη της επαύριον.
Ουαί ή μην, ουρλιάζαν στα σοκάκια 
καθώς ο δύσπνοος παράφρων:


Σε ξέραμε μικρέ
από το άλμπουμ με τα παιδικά γενέθλια. 
Δεν έγινε ποτέ ο αγώνας που μας λες. 
Κανένας δεν κοιμήθηκε τ' άλλο πρωί ν' αποφασίσει. 
Ετούτη η πολιτεία, κι όλες, είναι καταραμένη.
Η σκέψη τυραννάει και τους τυράννους. 
Ας πάει στο διάτανο ετούτη η σκέψη. 
Ας παίξουμε κοντσίνα, ας τσακωθούμε·
ας πιούμε ό,τι νάναι, εν ανάγκη.
 Το σάλεμα του χρόνου δε βαστιέται.