Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014


λογαριασμός







χτίστηκα στων ανθρώπων μέσα 
τις ελπίδες που παγώναν 
νεκρός ο ήλιος η φωτιά πνιγμένη 
καθώς της νύχτας σβήνονταν τα όρια 
έμενε μόνο το βαθύ της αγωνίας σκοτάδι 
με τις ασήκωτες κοτρόνες 
τη λάσπη την κοσκινισμένη στη σιωπή 
μυρίστηκα των ζώων το μπλαβισμένο αίμα 
σύρθηκα σαν το σάλιαγκα στη δουλικήν υπομονή 
ως τα θεμέλια που με χτίσαν και στριμώχτηκα 
αδένες άρρωστοι να εκκρίνουν 
τις ερωτήσεις τις πικρές
που δεν απάντησε ποτές ένα πουλάκι 
που βολοδέρνουν στων αυτιών μπροστά τις σύρτες 
κλείστηκα σαν δραπέτευα στου λαγουμιού 
που την ψυχή τη μούδιαζε το υγρό το τοίχωμα 
και να μαι τώρα ο μόνος που απόμεινε 
σεφιάλτη μέσαν εκδοροσφαγέας 
ναπολογιέμαι για της ανθρωπότητας 
την καπνισμένη βουλιμία 
κρατώ πειστήρια πέτρα κόντιο μπαλτά 
τι να πληρώσω περιμένω μόνος 
που του γκρεμίστη η προκυμαία στο λιμάνι
να τις πληρώσω όλες μόνος μοναχός
τις παχουλές σειρήνες μυρουδιές 
έναν λογαριασμό για τα καημένα ξύγκια 
τις γλώσσες τα εντόσθια 
τις κοιλιές 








Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014


Θεόδωρος Λασκαρίδης: Λιποτάκτης







Ο στρατός υποχωρεί σ’ όλο το μέτωπο. Οι τηλεφωνικές γραμμές κατεστράφησαν. Τα νοσοκομεία, τα άλογα, οι αποθήκες μεταφέρονται όλα με μια αφάνταστη παραζάλη προς τα οπίσω, προς το Ντόμπρο Πόλιε. Έφυγε η σημαία του 11ου συντάγματος –που ανήκω– έφυγε κι εκείνη τυλιγμένη μέσα σε μια μουσαμαδένια θήκη. Την συνοδεύουν πέντε στρατιώτες μ’ έναν ανθυπασπιστή, που πετούν απ’ τη χαρά τους, γιατί με το να ορισθούν φρουρά ενός παλιοκούρελου, γλιτώνουν από βέβαιο θάνατο. Τα πρόχειρα δυο μικρά νοσοκομεία του συντάγματος, που έφυγαν, δεν επήραν μαζί τους και τους βαριά πληγωμένους. Ένας έχει συρθεί σχεδόν πάνω απ’ το χαράκωμα που βρίσκουμαι και μου ζητάει νερό. Είναι κάποιος γνωστός μου χωρικός. Κομμάτια οβίδες τού έχουν μισοβγάλει τα έντερα, που τα κρατεί με τα δυο του χέρια... Είναι το μόνο στήριγμα, ο δυστυχής, μιας οικογένειας με έξι παιδιά. Θέλει νερό. Κλαίει και μ’ ερωτά με μια φωνή που δεν έχει πια τίποτε το ανθρώπινο. «Πότε θα ξαναγυρίσουν οι νοσοκόμοι να με πάρουν;» Τον είχαν ξεγελάσει, εγκαταλείποντάς τον, πως θα ξαναγυρίσουν να τον πάρουν. Κι όσο η ώρα περνά κι όσο πλακώνει το μούχρωμα, τόσο η αγωνία του ετοιμοθάνατου μεγάλωνε, και τον ακούω να κλαίει, να βογγά, να μουγγρίζει, σαν ζώο που το σφάζουν. Ο μόνος γιατρός που έμεινε ακόμη στην πρώτη γραμμή, ακούει τα βογγητά και σκυφτά έρχεται σιμά μου για να τον ιδεί. Κουνάει απελπιστικά το κεφάλι, βγάζει το ρεβόλβερ του και, χωρίς ο χωρικός να το νιώσει, το βάζει στα μηνίγγια του και τραβάει τη σκανδάλη. 

Παγωμένος απ’ τη φρίκη, παρακολουθώ τη σκηνή. Ο γιατρός αποτελείωσε το έργο της εχθρικής οβίδος... Κάποιοι άλλοι τραυματισμένοι βογγούν άγρια λίγο παρακάτω. Ο γιατρός βγάζει το κεφάλι του απ’ τα χαρακώματα για να ιδεί αν μπορεί να τους σκοτώσει κι αυτούς, αλλά μια σερβική σφαίρα τον βρίσκει στο κεφάλι και πέφτει μέσα στο χαράκωμα, επάνω μου, χωρίς να βγάλει μιλιά.

Το τελευταίο κανόνι που μας υπερασπίζει, ένα μικρό ορεινό, σπάει από μια οβίδα που το κάνει κομμάτια. Είμαστε πια ανυπεράσπιστοι, χωρίς χειροβομβίδες, χωρίς κανόνια, χωρίς τουφέκια. Ο ανθυπασπιστής μάς δίνει κουράγιο, ενώ κι ο ίδιος τρέμει. «Θάρρος, παιδιά, αυτή τη νύχτα μονάχα κι αύριο φθάνει ο Μάκενζεν με δέκα μεραρχίες». 

Έτσι μας λέει. Οι δυστυχείς χωρικοί πιστεύουν στα λόγια του και σιγά σιγά ξεπαστρεύονται ένας-ένας απ’ τα σερβικά μυδραλιοβόλα, τις γρενάδες και τις οβίδες...

Είμαι χωμένος μέσα στη λάκκα, μη δυνάμενος πια ούτε να σκεφθώ. Ο φόβος μ’ έχει παγώσει. Η σκέψις μου έχει σταματήσει... Περιμένω από στιγμή σε στιγμή το μοιραίο βόλι, που μόνο αυτό θα μπορούσε να με ξεκουράσει... Θέλω μόνο να μην πονέσω... Να πεθάνω χωρίς να καταλάβω... Ο σερβικός προβολεύς σε λίγο φωτίζει το βουνό· φωτίζουν για να ιδούν πού είμαι και να με σκοτώσουν, φαντάζομαι... και κλείνω τα μάτια μου, προσμένοντας να σφυρίξει πλάι μου η οβίδα... Μάταια όμως... Έξαφνα παύει κάθε βοή. «Θα ετοιμάζονται –σκέφτομαι– για επίθεση με τις λόγχες». Ανατριχιάζω νιώθοντας μια λόγχη να με σουβλίζει... Αλλά και πάλι τίποτε...

Νέκρα βασιλεύει στ’ αντικρινά μας χαρακώματα. Παίρνω θάρρος κι όλο το μίσος που νιώθω εναντίον της περίφημης αυτής «πατρίδας» και του «νόμου», που μ’ έφερε αντίκρυ στους Σέρβους και τους Γάλλους για να σφάξω και να με σφάξουν, του νόμου που μ’ έκανε κτήνος, ξεσπά σε μια βρισιά που
βγαίνει ασυναίσθητα απ’ το στόμα μου... 

Ο ανθυπασπιστής μ’ ακούει να βρίζω την «πατρίδα» και μου κάνει παρατήρηση. Μη βρίσκοντας απ’ τη λύσσα λέξη να του απαντήσω, τον μουντζώνω με τα δυο μου χέρια, ενώ απ’ το στόμα μου βγαίνουν αφροί... Είμαι τρελός πια... Δεν αισθάνομαι τι κάνω. Τσαλαπατώ το πηλήκιό μου... βρίζω τον Τσάρο...

Οι άλλοι στρατιώτες φωνάζουν κι αυτοί...

Ο ανθυπασπιστής ορμά επάνω μου φωνάζοντας: «Επαναστάτησε... τρελάθηκε... δέστε τον...»

Οι στρατιώτες τον ακολουθούν σαν κτήνη. Βλέπω πως χάνουμαι, βλέπω πως θα με σκοτώσουν, κι ασυναίσθητα πηδώ έξω απ’ το χαράκωμα ολόρθος, αντίκρυ στα σερβικά χαρακώματα, που είναι δέκα βήματα κοντά. Δυο-τρεις σφαίρες σφυρίζουν γύρω μου, που τις ρίχνουν οι Βούλγαροι...

Ο σερβικός προβολεύς φωτίζει εκείνη τη στιγμή όλο το βουνό. Οι παλικαράδες που ήθελαν να με δολοφονήσουν μέσα στο χαράκωμα κρύβονται τώρα. Οι Σέρβοι ορθοί αντίκρυ με καλούν.

Στέκομαι ανάμεσα στις δυο εχθρικές γραμμές, με ξεσχισμένα τα ρούχα, χωρίς πηλήκιο, χωρίς όπλο, μ’ αφρούς στο στόμα και κραυγάζω:

«Κάτω οι πόλεμοι.
Κάτω οι πατρίδες!»

Ύστερ’ από λίγη ώρα, σ’ ένα σερβικό νοσοκομείο, ένας γλυκομίλητος γιατρός μού βάζει κομπρέσες στο κεφάλι.









Τα Άπαντα του Θεόδωρου Λασκαρίδη
συγκέντρωσε και επιμελήθηκε ο Νίκος Σαραντάκος
και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις διάπυροΝ με τίτλο το φονικό μοιραίο βόλι

Στη συνοπτική βιογραφία του στα Άπαντα αναφέρεται η σύλληψή του το 1916,
σε ηλικία 20 χρονών, από τις τουρκικές αρχές στην Κωνσταντινούπολη 
και η επιστράτευσή του από τον βουλγαρικό στρατό.

Στο διήγημα Λιποτάκτης, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη το 1920,
περιγράφει μάλλον την αυτομόλησή του στον σέρβικο στρατό,
αν και εμφανίζεται σαν μεταφραστής.

Ο Λασκαρίδης έφτασε δραπέτης στην Αθήνα το 1917, 
όπου έπιασε δουλειά στον Ριζοσπάστη, έγινε και αρχισυντάκτης του.

Αυτοκτόνησε τον Δεκέμβρη του 1921.




Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014


ο Ελυάρ, τα μολύβια κι η ποίηση


Η Κριτική της ποίησης του Ελυάρ, από τη συλλογή Η άμεση ζωή, του 1932, που την προτίμησα γι' αναρτητέα ο μηδαμινός, μικρότερος από τη φύση, που είναι της περασμένης νεωτερικότητας μήνυμαλ, κατά κάποιον τρόπο, καταγγελία, σε μετάφραση Ζ.Δ. Αϊναλή, από το Ποιείν, ιδού:


Μισώ τούτη την εποχή της βασιλείας των αστών
τη βασιλεία μπάτσων και παπάδων
μ’ ακόμα περισσότερο μισώ τον άνθρωπο αυτόν που δεν την μισεί
καθώς εγώ
μ’ όλες του τις δυνάμεις.

Και φτύνω στη μούρη σου άνθρωπε μηδαμινέ, από τη φύση πιο μικρέ,
που απ’ τα ποιήματα μου όλα, εσύ προτιμάς τούτη την Κριτική
της ποίησης.






Γραμμένο στο χαρτί το ποίημα, ίσως σε γραφομηχανή, μα σίγουρα όχι σε υπολογιστή. Ο Σωτ. Παστάκας, συνθέτοντας ένα σαβουάρ-βιβρ για νέους ποιητές, αφού παρατήρησε ότι η έκρηξη της γραφομανίας των ημερών μας οφείλεται στη χρήση εφαρμογών για γράψιμο σε υπολογιστές, έκανε ειδικές συστάσεις για την τοποθέτηση της ποιητικής χέρας εν ώρα γραψίματος. 

Αν το γουόρντ και άλλοι κειμενογράφοι χαρίζουνε ξεπέτες, το πετυχαίνουν με την [αποσιώπηση] εξαφάνιση της ιστορίας του γραπτού. Οι διορθώσεις στο χαρτί με διαγραφές και με μουτζούρες επιτρέπουν την αποτύπωση αυτής της ιστορίας στο χειρόγραφο. Η οθόνη, αντίθετα, είναι ένα παλίμψηστο γραμμένο διαδοχικά πάνω σε βίαια λευκασμένες σελίδες. Ο κ. Παστάκας συμβουλεύει Τρέξτε να αγοράσετε επειγόντως μολύβια, χαρτιά και λεξικά. Ο Ελυάρ έγραψε για Εκεί που φτιάχνουν τα μολύβιαΜετέφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής:


Το τελευταίο χελιδόνι
Να πλέξει ένα πανέρι
Το φως για να κρατήσει
Το τελευταίο να σχεδιάσει
Αυτό το ερειπωμένο μάτι

Απ’ την παλάμη του χωριού
Έρχεται το βράδυ να φάει τα σπόρια
Του ύπνου που κοιμούνται τα ζώα

Καληνύχτα στη σκέψη και τον στοχασμό

Εγώ προσωπικώς καλώ τη σιωπή
Φωνάζοντάς τηνε με το μικρό της όνομα.














θα τηνε γδάρω τη σιωπή να σκούζει όταν τη γδέρνω
πορπάτησα μες στη φωθιά και μοναχός γιαγέρνω




Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014


και τα παρίσια και οι δρόμοι
πάντα εκεί



Αναρωτιόταν αν και κατά πόσον η συζήτηση για τη στάση του Χάιντεγγερ απέναντι στον ναζισμό, για την αλληλογραφία του με τον Μαρκούζε ή η συζήτηση για την εκλογική νίκη του Χίτλερ και τη στάση της γερμανικής αριστεράς διέφεραν από τις συζητήσεις για το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα, τα προπονητικά λάθη, για το αν το πέναλτι ήταν πέναλτι ή αν διέφεραν από τις συζητήσεις για τα γκομενικά των διασημοτήτων. Χώρισε η Μενεγάκη, χώρισε κι η Χάννα Άρεντ, σκεφτόταν. Η κατανάλωση είναι κατανάλωση, οι βεβαιότητες ταυτοποιούνται ωσαύτως, τα σούπερ μάρκετ έχουν προσφορές, τα βιβλιοπωλεία να δεις, από το ίντερνετ κατεβάζεις τα πάντα, οι άνθρωποι ξεχωρίζουν με την εμφάνισή τους, τις καταναλωτικές συνήθειές τους, τα στέκια τους, τις σελίδες που επισκέπτονται, οι γυναίκες φέρονται σαν γυναίκες κι οι άντρες κρατάνε το ρόλο τους, τα κινητά τηλέφωνα παρέχουν σε όλους δυνατότητες, γίνονται όλο και πιο έξυπνα, καθένας ελπίζει στη βελτίωση, όλοι πιστεύουν στην πρόοδο, να πεθυμάς θα πει να ετοιμάζεσαι για του είναι σου τις λησμονιές που θάρθουν, θα πει να την προβλέπεις την κάθε νοσταλγία που θα σε πιάσει όταν. 


Κοιτούσε από ψηλά τους άσκοπους διαβάτες. Τη θνήσκουσα νωχέλεια των οχημάτων. Την απόφαση την είχε πάρει. Αφού δεν το μπορούσε εκδοροσφαγέας, ποιητής. Έβγαλε το χαρτί κι έγραψε. 

Καημένη νοσταλγία, ρομαντσάρεις:
τα ίδια τρικ, τις ίδιες ενορμήσεις.
Αύριο πάλι πάνω μου θα ορμήσεις
και θα μυρίσεις γιασεμί και θα ρεφάρεις.


Για τους ποιητές και για τους εκδοροσφαγείς η ζωή είναι αλλιώς. Βλέπουν τον κόσμο εύκολο, φορές. Απλός παλμός. Ή πολλαπλός. Τον νιώθουν. Όσοι προσπαθούνε να τον εξηγήσουνε χάνονται στους λαβυρίνθους τους, λένε πως εξηγούν ν' αλλάξουν αλλά ό,τι αλλάζει αλλάζει ερήμην τους, τους κοροϊδεύει. Δεν τους ενδιαφέρει η υστεροφημία τους. Μονάχα τη θέση μη χάσουν. Η πρόοδός τους προϋποθέτει τη συντήρησή τους. Και πλάθουν έννοιες και σχέσεις εννοιών. Ενώ τα πράγματα είναι απλά. Στα εκδοροσφαγεία και στην ποίηση:


Στο Παρίσι είναι ένας δρόμος·
στο δρόμο είναι ένα σπίτι·
στό σπίτι είναι μια σκάλα·
στη σκάλα είναι μια κάμαρα·
στην κάμαρα είναι ένα τραπέζι·
πάνω στο τραπέζι, ένα σεμέν·
πάνω στο σεμέν, ένα κλουβί·
μέσα στο κλουβί είναι μια φωλιά·
μέσα στη φωλιά είναι ένα αβγό·
μέσα στο αβγό, ένα πουλί.

Το πουλί έριξε το αβγό·
το αβγό έριξε τη φωλιά·
η φωλιά έριξε το κλουβί·
το κλουβί έριξε το σεμέν·
το σεμέν έριξε το τραπέζι·
το τραπέζι έριξε την κάμαρα·
η κάμαρα έριξε τη σκάλα·
η σκάλα έριξε το σπίτι·
το σπίτι έριξε το δρόμο·
ο δρόμος έριξε το Παρίσι.

Παιδικό τραγουδάκι: Dans le Paris  
(Paul Eluard, Ποίηση ακούσια
και ποίηση εμπρόθετη)  
μτφ. Αχ. Κυριακίδη  
 [για την εισαγωγή στις ΧΟΡΕίΕΣ ΧώΡΩΝ]




       

       en.academic.ru



Εκεί 'ναι οι δρόμοι. Τα Παρίσια πάντα εκεί.
Μεταβολή· οι πεθυμιές στήνουν βιτρίνες.
Τι κι αν εστήσαν οδοφράγματα; Πες! τι;
Τις πεθυμιές ξεπροβοδίζουν οι σαγήνες.




Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014


η δροσερή χαρά




Η μπαλαρίνα πρώιμη
ρυθμίζεται.

Τώρα να δώσει τον αγώνα 
να κοιταχτεί ει δώλια
να σιωπήσει. 
Να την κρατήσει την ανα
πνοή της μύτης την καυτή εκ
πνοή την άπονα ναδιάκοπη 
πνοή της σύγκορμης μανίας ολοένα.

Λέει με τις λέξεις ούτε τα μισά 
απ' όσα νιώθει όταν το ρίγος
έχει πια εκπορθήσει από τη φύτρα
κάθε τρίχα της. 

Την ώρα που πληρώνεται
η αγάπη με σπασμούς. 
Πριν απ' τη θλίψη του ήλιου
ή το πρωί. Η δροσερή χαρά
να βλύζει.