Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015


σήματα κινδύνου



Η επαρκέστερη περιγραφή του αστού είναι ίσως αυτή που τον παρουσιάζει ως τον άνθρωπο εκείνο ο οποίος τοποθετεί την ασφάλεια ανάμεσα στις ύψιστες αξίες και διάγει τον βίο του αναλόγως. Οι κινήσεις του και τα συστήματά του μοναδικό σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τον χώρο του εναντίον του κινδύνου που κατά καιρούς, μόλις ένα συννεφάκι πάει να σκιάσει τον ουρανό, εμφανίζεται στον μακρινό ορίζοντα. Ωστόσο ο κίνδυνος είναι πάντοτε παρών κι επιτίθεται με τρομαχτική επιμονή στα προστατευτικά φράγματα που έχει υψώσει γύρω της η τάξη. 
Η ιδιαιτερότητα της σχέσης του αστού με τον κίνδυνο έγκειται στο γεγονός ότι τον αντιλαμβάνεται ως μια άλυτη αντίθεση προς την τάξη, δηλαδή ως κάτι παράλογο. [...] Η ανώτερη δύναμη που κατά τον αστό εγγυάται την ασφάλεια είναι η λογική. Όσο πιο κοντά βρίσκεται στο κέντρο του Λόγου, τόσο περισσότερο σκορπάνε τα σκοτάδια όπου κρύβεται ο κίνδυνος, και η ιδεώδης κατάσταση που είναι έργο της προόδου συνίσταται στην παγκόσμια κυριαρχία του Λόγου κάτω από την οποία οι πηγές του κινδύνου όχι μόνο λιγοστεύουν αλλά στερεύουν τελείως.  
[...]
Ό,τι χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την περίοδο στην οποία βρισκόμαστε, στην οποία μπαίνουμε ολοένα βαθύτερα κάθε μέρα που περνάει, είναι η στενή σχέση ανάμεσα στον κίνδυνο και την τάξη. Αυτό μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: ο κίνδυνος εμφανίζεται απλώς ως η άλλη πλευρά της τάξης. [...] Έτσι ο δρόμος που ακολουθεί ο κίνδυνος καθώς περνάει μέσ' απ' τη ζωή μας είναι διττός. Ορμάει κατά πάνω μας κυρίως από ένα πεδίο στο οποίο η φύση εξακολουθεί να είναι ζωντανή. Πράγματα που "όμοιά τους δεν θα ήταν δυνατόν να συμβούν παρά μόνο στη Νότιο Αμερική", γίνονται τώρα κάτι σύνηθες και σε μας. Η διαφορά είναι πως αυτός ο κίνδυνος, αν τον δούμε από μια ρομαντική σκοπιά, έχει γίνει πραγματικός. 
[...]  
Πέραν όλων αυτών το θαύμα του κόσμου μας, του νηφάλιου και συνάμα επικίνδυνου, είναι η καταγραφή της στιγμής κατά την οποία εμφανίζεται ο κίνδυνος - μια καταγραφή που είναι ακόμη πιο ολοκληρωμένη όποτε η μηχανή δεν συλλαμβάνει άμεσα την ανθρώπινη συνείδηση. Δεν χρειάζεται να 'χει κανείς προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι σύντομα κάθε γεγονός θα είναι διαθέσιμο να το δούμε ή να το ακούσουμε καταγεγραμμένο κάπου. Ήδη σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν κανένα σημαντικό γεγονός προς το οποίο να μη στρέφεται το τεχνητό μάτι του πολιτισμού, ο φωτογραφικός φακός. Το αποτέλεσμα πολλές φορές είναι εικόνες δαιμονικής ακρίβειας η οποία καθιστά την καινούργια σχέση του ανθρώπου με τον κίνδυνο εξαιρετικά ορατή. 

Ernst Jünger, Περί Κινδύνου
 [Βερολίνο, 1931]

εκδόσεις Ύψιλον, 2011
μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος 




T. Hoepker / Magnum



Άδεια κεφάλια στεγανά. Γλομπέ φαλάκρα.
Τρομοκρατία, προβοκάτσιες, φασισμός.
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.
Φτέρουγες σκέπασαν κατά συνθήκην άκρα.


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες σπέσιαλ δημοκρατικές. 
Σ' έχουν προβλέψει όλες οι στατιστικές. 
Έχεις το κράτος. Τον προστάτη σου μιμήσου. 


Ήρθαν οι μέρες που φοβόσουν, έλα, βιάσου. 
Ήρθε καιρός να δοκιμάσεις αν χωράς 
στο δρόμο που έτρεχες μικρό παιδί σαν ήσουν. 


Ίδρωτες ρέουνε, λιπαίνουν την προβιά σου, 
και μοιάζεις έντομο αστικής παραφοράς. 
Άργησες. Ήρθαν να σε ρυθμίσουν. 









Κάθε νύχτα σε προσμένουν
με  αγωνία οι υπήκοοι.
Στις οθόνες ξαγρυπνούνε
και στο φέισμπουκ σε υμνούνε.
Ρουφιανεύουνε τη ζωή.
Ναι. Μια ζωή.




Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015


μια ιδέα στεγανή...




Μέρες του Δεκέμβρη του 2008. Τι συνέβη τότε; Γιατί κράτησε τόσο πολύ; Γιατί δεν ξανάγινε; Όλα έμοιαζαν σαν μια ξαφνική, αναπάντεχη κραυγή που αντηχούσε ακατάπαυστα. Οι μέρες της αφθονίας, η καταναλωτική δημοκρατία, απορούσαν. Κανείς δεν εξήγησε πειστικά ό,τι συνέβη τότε. Ήταν το ξέσπασμα νέων ανθρώπων που ανήκαν ή προορίζονταν για τη γενιά των 700 ευρώ; Τα λεφτά ήταν το πρόβλημα; Αυτό ήταν το κίνητρο; Όλα στρέφονται γύρω από την οικονομία; Ο Polanyi, καμιά εβδομηνταριά χρόνια πριν, αμφισβητούσε την ιδέα ότι αυτός ο κόσμος καθορίζεται αναπόφευκτα από οικονομικά κίνητρα. 

Απομονώστε οποιοδήποτε κίνητρο επιθυμείτε, οργανώστε έπειτα την παραγωγή με τέτοιο τρόπο ώστε το κίνητρο αυτό να καθίσταται η ώθηση του ατόμου για την παραγωγή, και θα έχετε δημιουργήσει μια εικόνα για τον άνθρωπο ως συνολικά απορροφημένο από αυτό το συγκεκριμένο κίνητρο. Ανάλογα με το αν τα κίνητρα είναι θρησκευτικά, πολιτικά ή αισθητικά· ανάλογα με το αν είναι η περηφάνια, η προκατάληψη, η αγάπη ή η ζήλια, ο άνθρωπος θα εμφανίζεται ως κατά βάση θρησκευτικός, πολιτικός, αισθητικός, περήφανος, προκατειλημμένος, βυθισμένος στην αγάπη ή τη ζήλια. Αντίθετα, τα υπόλοιπα κίνητρα θα παρουσιάζονται ως απόμακρα και αφηρημένα, αφού δεν θα μπορούμε να βασιστούμε σε αυτά για να λειτουργήσει η ζωτιή διαδικασία της παραγωγής. Το συγκεκριμένο κίνητρο που θα επιλεγεί θα απεικονίζει τον "πραγματικό" άνθρωπο. 

Στα πλιάτσικα εκείνου του Δεκέμβρη ίσως να συμμετείχαν πολλοί που σαγηνεύτηκαν και πόθησαν τις πανάκριβες ασημαντότητες της πιο εξελιγμένης τεχνολογίας. Ίσως πολλοί απλώς να τις μισούσαν. Τα κίνητρα της καταστροφικής υπομανίας είναι δυσνόητα. Τα κίνητρα ποτέ δεν  είναι μονοσήμαντα. Ο Polanyi αφουγκραζόταν την εισβολή του νέου κόσμου των οικονομικών κινήτρων, έναν αιώνα νωρίτερα: "Όποιος αρνιόταν να θεωρήσει ότι δρούσε με αποκλειστικό σκοπό του το κέρδος, κρινόταν όχι μόνο ως ανήθικος αλλά και ως τρελός".

Λίγα χρόνια αργότερα, ο 26χρονος τότε Κώστας Παπαϊωάννου αντιλαμβανόταν σαν ουσία του κόσμου τον εκλεκτισμό. Οι δυνατότητες ερμηνείας των κινήτρων δεν ήταν απλώς πολλές. Μπορούσαν εύκολα να συντεθούν αλλοπρόσαλλα:

Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σ' ένα κόσμο που η ουσία του είναι ο εκλεκτισμός - μέσα σ' έναν κόσμο που του προσφέρει όλους τους δυνατούς τρόπους να ερμηνεύσει τον εαυτό του ή να τον αρνηθεί, να αναγνωρίσει το ανθρώπινο σε όλα ή σε τίποτα, όλα τα δυνατά μέσα για να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα και όλα τα μέσα για να φύγει από αυτή, την περισσότερο παρά ποτέ άγνωστη, πραγματικότητα. [...] Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σε μια "ανοιχτή" κοινωνία μες στην οποία όλες, όχι μόνο οι τωρινές παρά κι οι περασμένες και διατηρημένες μες στα μουσεία και τις βιβλιοθήκες αντιλήψεις για τη ζωή και στάσεις απέναντι στον κόσμο μπορούν να συζήσουν - μια ανοιχτή κοινωνία, όπου κανένα δόγμα, καμιά κεντρική εστία, κανένας ρυθμός, κανένα στυλ, καμιά παράδοση δεν υπάρχει που να κλείνει τον άνθρωπο μέσα σ' ένα απρόσβλητο από κάθε κριτική και κάθε αμφιβολία ορίζοντα και να προσανατολίζει, να διαμορφώνει και να ενοποιεί τις ανθρώπινες ενέργειες. 

Μοιάζουν σαν να γράφτηκαν προχτές αυτές οι σκέψεις. Τότε και σήμερα ακούς ότι είναι ωραίο να είσαι ό,τι νάναι, δηλαδή τίποτα, φορτωμένος από αντιλήψεις που για να συζήσουν αλληλοαναιρούνται και τραλαλούν την ύστερη, όπως την αποκάλεσαν, μάλλον υστερικά ναρκισσιστική, νεωτερικότητα. Είσαι ελεύθερος όχι μόνο να πουλήσεις τη μισή ζωή σου, την όποια δύναμή σου, για ν' αποκτήσεις δύναμη αγοραστική, είσαι ελεύθερος και να διαλέξεις τι σου πάει ανάμεσα σε χιλιάδες προϊόντα, ποιο στιλ σού ταιριάζει καλύτερα, είσαι ελεύθερος να δημιουργήσεις το δικό σου στιλ στην εμφάνισή σου, να διαλέξεις ένα από τα εκατοντάδες μουσικά στιλ, η ελευθερία είναι παντού, τίποτα δεν είναι οριστικό, σίγουρο, ασφαλές, ζεις την περιπέτεια. 

Η "ανοιχτή" μας κοινωνία μπάζει απ' τα τόσα της ανοίγματα. Όλες οι ιδέες της μπάζουν. Ιδέες με αναφορές ατομικές. Έξω από οποιανδήποτε έννοια κοινότητας. Οι ατομικότητες της μάζας. Μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο αναζητούσαμε από παλιά, τότε που τα κοριτσόπουλα ταυτίζονταν με την Κ. και ο Παύλος, που πέθανε πριν 25 χρόνια, στις 6 του Δεκέμβρη κι αυτός, έστελνε στη Γιόλα το Εν κατακλείδει.








Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015


η γκλάβα
[κάθε τρελού παιδιού]





έστριβα πάντοτε τη γκλάβα στους θορύβους
στους κρότους έστριβα που πάγωναν ταβάνια
έστριβα πάντοτε τη γκλάβα γουρλωμένος
τρελό παιδί κι εγώ τρελό σαν όλα τάλλα
τρελά παιδιά κρυμμένα στην ομίχλη κάτω
της επιβιούπολης στο γαίμα μουσκεμένης
αν ήταν νάπεφτε ναστέρι όταν δεν είχεν
ομίχλη σάβανο αιθάλην αν δεν είχεν
έβγαζα τότε από τη θέση της τη γκλάβα
τη βγάζαν τότε τα τρεδιά και την πετούσαν
σένα πανέρι μέσα ρίχνανε τη γκλάβα
για να σωθεί κάθε που έπεφτε ναστέρι
που ξαρχινούσε τις μανίες που κάθε γκλάβα
τη ντριβελίζανε μανι-ακά μπαζούκας
οπλολυβόλα καλασνίκοφ μες στη γκλάβα
νομοβροντίες μες στη γκλάβα γι' αυτό μόνο
σ' ένα πανέρι την πετούσαν δίχως άλλο
και δεν κρατούσανε μαχαίρι ούτε λιμάκι




gregorio-prieto


οι μάνες σύξυλες οι μάνες τα ρωτούσαν
να μάθουν αν και πώς και τί και τίποτάλλο
λέγαν δεν ξέραν δεν ρωτούσαν για τις γκλάβες
που σκλάβες σούρθηκαν αλυσοδέσμιες νύχτες
μες στων μαθιών που τις μπαγλάρωσαν τον πόθο
κατουρημένες από τρόμο και λαγνεία
ώσπου ξεράθηκαν και στήθηκαν ξανά τους
και τι να ιδούνε δηλαδή μες στην ομίχλη
τη συμπαγήν της επιβιούπολης ετούτης




panzerkorps



προαπαιτούμενα:

στη συμπαγήν της επιβιούπολης ομίχλη

πλιζτουμίτγιου








άλλαξε η μουσική με τον καιρό
γίνηκεν άλλη μουσική από μέσα
τότε ψιθύρισε η Μπουμπλίν τη μάνα



Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015


γεννάμε τα παιδιά των παιδιών των εχθρών σας





HIJAB SCENE #7
Όχι, δεν είμαι φαλακρή κάτω απ' το μαντίλι
Όχι δεν είμαι απο 'κείνη τη χώρα
όπου οι γυναίκες δεν μπορούν να οδηγήσουν αμάξι
Όχι, δεν θα ήθελα ν' αποστατήσω
Είμαι ήδη Αμερικανή
Αλλά σας ευχαριστώ για την προσφορά
Τι άλλο χρειάζεται να ξέρετε
σχετικά με την ασφάλεια που αγόρασα, 
τον τραπεζικό μου λογαριασμό, 
την κράτηση θέσης που έκανα στο αεροπλάνο;
Ναι, μιλάω αγγλικά
Ναι, κουβαλάω εκρηκτικά
Λέξεις τα λένε
Κι αν δεν αφήσετε 
Πίσω τις προκαταλήψεις σας,
Θα σας ανατινάξουν

1995


loveinshallah.com - Mohja-Kahf



IF THE ODALISQUES
Αν όλες οι σκλάβες
σε όλους τους πίνακες 
σε όλα τα μουσία
σε όλες τις πρωτεύουσες της Ευρώπης
σηκώνονταν και έφευγαν,
θ' άφηναν μια μεγάλη τρύπα στον τοίχο
και τους ανθρώπους που θ' ατένιζαν μέσα της
θα τους ρούφαγε η Ασία και η Αφρική
μέχρι ολόκληρη η χερσόνησος της Ευρώπης
να εξαφανιστεί ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο μεγάλους
γλουτούς του κόσμου


1994


Picot - Odalisque


























REDWOODS
Βαρεθήκαμε την αρχαία σας γλώσσα
Πότε θα μάθετε να μιλάτε με νέες λέξεις;
Ανοίξατε ποτέ το βιβλίο του ποταμού;
Η μεγαλύτερη εξορία είναι η εξορία της καρδιάς
Το μοναδικό μονοπάτι επιστροφής ειν' η αγάπη

Μπουχτίσαμε απ' την ξεπερασμένη σας ποίηση
που στηθοκοπιέται για αρχαίους φοίνικες
Η αρχαία σας όαση από φοίνικες δεν είναι εδώ μα δείτε,
τα ερυθρόδεντρα έχουν μεγαλείο και χάρη
κι από κάτω τους κυλούν ποτάμια

Δεν πιστεύουμε πια στου έβδομου-αιώνα τις νίκες σας
ή στου ένατου-αιώνα τις τελετουργίες σας
Μας τέλειωσε η δέκατου-αιώνα θρησκεία σας
Τους θεούς σας βαρεθήκαμε
Δεν μας αρέσουν οι θεοί που παγιώνονται

Μας τρομάζουν οι πληγές που κουβαλάτε
Γιατί μας στολίζετε μ' αυτές;
Κανείς σ' αυτή τη χώρα δεν κατανοεί τη θλίψη
Το αίμα που αλείφετε στους λαιμούς μας κάθε πρωινό
μόνο λύκους φέρνει στα λαρύγγια μας

Δεν μισούμε πια τους αρχαίους εχθρούς σας
Τα παιδιά των εχθρών σας έχουν γίνει εραστές μας
Γεννάμε τα παιδιά τους, δεν το μάθατε;
Ακόμα αρνείστε την αποκάλυψη των ερυθρόδεντρων,
Μεγαλοπρεπή, κάτω τους κυλούν ποτάμια

1998






Τα ποιήματα της Mohja Kahf, που γεννήθηκε το 1967 στη Δαμασκό και ζει στις ΗΠΑ, δημοσιεύθηκαν στο τεύχος 9 του ποιητικού σκεύους και όχι μόνο ΤΕΦΛόΝ, σε μετάφραση (και με εισαγωγή) της Ράνιας Καραχάλιου.













Διάβαζε στίχους και
θαρρρούσε κάποτε πως είχαν
από χειροβομβίδες καμωθεί
που ανατινάζονταν μέσα στο στόμα,
σάμπως μαστίγια τιμωρούσανε
τα μάγουλα πομέσα,
με αγκίστρια ορκισμένα
στον εξαίσιο θάνατο
και, αλήθεια, ναρωτιότανε
για τους αυτόχειρες των Παρισιών,
πώς ήτανε ν' απαρνηθούν τα εγκόσμια,
πώς βάρεσαν στο μπράτσο το παράλογο,
την ανεξήγητη τη σκόνη της μανίας,
μοναδικοί, καθένας ένας μόνος,
μα τόσο ίδιοι, τόσο ίδιοι αξεχώριστοι
στη μάζα της μοιραίας υποταγής,
εικονολάτρες του αίματος του γοερού,
ταγμένοι εκδικητές των σταυροφόρων,
του τρόμου που έρπει,
εκτινάζεται,
νικά.






Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015


παραδομένος στον Καντ




Κοιμόταν και ξυπνούσε. Σηκωνόταν, έβρεχε τα μούτρα, έψηνε καφέ, καθόταν, διάβαζε. Πώς άντεχε να διαβάζει, αναρωτιόταν. Πώς άντεχε τόση σιγουριά κι αυτοπεποίθηση. Έβρισκε τόσο βλακώδη την ίδια πάντα τύχη κάθε ευφυούς συνάντησης με την πραγματικότητα. Ευφυούς... Πόσο πιο ευφυής ήταν, αλήθεια, απ' τον παππού του που ξεχώριζε όλα τα χόρτα και που γνώριζε το πώς, χωρίς να νοιάζεται για το γιατί. Μόνο μια σκέψη τον παρηγορούσε, και τους κοίταζε στα μάτια με σοφία. Τους πάγωνε. Η σκέψη απ' το Tractatus,  πως έτσι και νομίσεις πως ξέρεις τι θα γίνει μετά, αύριο, του χρόνου, εξηγώντας το παρόν, είσαι δεισιδαίμων· ότι είναι δεισιδαιμονία η πίστη στην αιτιακή πλοκή. Κι αυτή, τη δεύτερη σκέψη, την έπλαθε κάθε φορά όπως ήθελε. Αφού το παρόν ήταν πάντα παρόν και μόνον αυτό. Αφού το παρελθόν και το μέλλον δεν είναι παρά η αντίληψη που έχουμε γι' αυτά στο παρόν. Άρα, μονολογούσε, το να πάω να προβλέψω τι θα γίνει με τους φασίστες βάσει του τι έγινε το '30 είναι βλακεία. Αφού αυτό που τότε συνέβη το αντιλαμβάνομαι με όρους του σήμερα, αν προβλέψω, επαναλαμβάνω την ίδια δεισιδαιμονία. 

Είναι παράλογο, σκεφτόταν, να δυσφορούμε όλοι για όσα συμβαίνουν γύρω μας και να κάνουμε τα πάντα για να μην αλλάξει τίποτα. Είναι παράλογο να διαφυλάσσουμε συμφέροντα. Παράλογο. Έχουμε ρίξει άγκυρα στο μέλλον, έχουμε υποδουλώσει το παρόν στο μέλλον, αγνοώντας ότι ζούμε διαρκώς στο παρονθόν. Το παρελθόν, είχε μπροστά του τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του W. Benjamin, μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει την στιγμή ακριβώς της αναγνώρισής της και μετά χάνεται μια για πάντα. [...] Ανασύνθεση του παρελθόντος  [...] σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. 

Η μνήμη απαντά, επέμεινε να λέει στον εαυτό του. Δεν γίνεται χωρίς μνήμη. Σε ακολουθεί παντού σαν ρίγος. Δεν αντιστρέφει τον χρόνο ούτε τον ακινητοποιεί. Τον ανασυνθέτει στο παρονθόν. Συνέχισε να διαβάζει ξανά τις Θέσεις του Benjamin. Για την ιστορική συνείδηση· και για ένα γεγονός του Ιουλίου του 1830 στη Γαλλία:

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Ιούλη παρεμβλήθηκε ένα επεισόδιο που έδειξε πως αυτή η συνείδηση είναι ακόμα ζωντανή. Με τον ερχομό της πρώτης βραδιάς των συγκρούσεων συνέβη να πυροβοληθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ταυτόχρονα, τα ρολόγια των πύργων σε πολλά σημεία του Παρισιού.

Τριαντα πέντε χρόνια νωρίτερα το κούρδισμα και το λάδωμα του ρολογιού του Δημαρχείου του Παρισιού το είχαν αναλάβει δάσκαλοι που δεν μπορούσαν να ζήσουν μοναχά απ' τον πενιχρό μισθό τους. Ίσως κάποιοι από αυτούς να ρίξανε μετά τους πυροβολισμούς σ' αυτά τα φριχτά σύμβολα του χρόνου, όπως τα έβλεπε ο Spengler, που, τι ήσαν για τον Spengler τα δημόσια ρολόγια; - ίσως η πιο τερατώδης έκφραση την οποία μπορεί να λάβει γενικά μια ιστορική αίσθηση του χρόνου. Αλλόκοτες ταυτίσεις, σημείωσε στο txt που μόλις άνοιξε. Το παρελθόν - εικόνα του Benjamin και του Spengler, που, για τον δεύτερο, διατηρείται χάρη στο πραγματικό όργανο της ιστορίας, τη μνήμη. Η μνήμη απαντά, αρκεί να τεθεί το ερώτημα, ξανασκέφτηκε. Ίσως αρνούμαστε να θέσουμε ερωτήματα πια. Απαντιούνται αυτόματα μ' ενα γκουγκλάρισμα. 
Τα πυροβολημένα φριχτά ρολόγια του Παρισιού τού θύμισαν το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου: το ρολόι του καμπαναριού στην πόλη Ν. που κατείχαν οι αντάρτες του ΔΣΕ ήταν σταματημένο. Ο διοικητεύων, ναι, ο διοικητεύων, είχε βάλει τον αφηγητή να το επισκευάσει. Εκεί ο χρόνος έπρεπε να κυλά, τη βλάβη την είχε προκαλέσει μια βόμβα του τακτικού στρατού, ο διοικητεύων ήθελε ν' αποδείξει ότι ο δημοκρατικός στρατός και το κόμμα μπορούν να επιδιορθώσουν τις ζημιές που προκαλεί ο εχθρός. Βρήκε το απόσπασμα και διάβασε...

Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους, να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ' τον πρώην Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξη ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ' τις εννιάμιση στις δέκα παρά είκοσι έξη, λόγου χάρη και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. 

Η πρόοδος ήταν αναπόφευκτη, η ζωή όφειλε να τραβήξει την ανηφόρα με σημαίες, ταμπούρλα και ωρολόγια, το κόμμα όφειλε να βάλει τα χέρια του, να διορθώσει τη βλάβη, να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις του καμπαναριού της πόλης Ν., να διασφαλίσει την πρόοδο. Τι γίνεται, ρε γαμώτο, αγχώθηκε. Ποιος μπορεί να διαφέρει από ποιον, τελικά; Η ιδέα της προόδου, της εξέλιξης, της αύξησης, της ανάπτυξης είχε ριζώσει στους ανθρώπους από τον καιρό του Αριστοτέλη, τουλάχιστον, σε τούτη τη μεριά του πλανήτη. Ο Αλεξάνδρου, έγραφε για την εξέγερση της Κρονστάνδης ότι "οι Κρονστανδιώτες απέβλεπαν σε μια λύση που, μολονότι ήταν εχθρική για τον μπολσεβικισμό, δεν είχε καμιά σχέση με τις οπισθοδρομικές ιδέες...". Μπροστά, ήθελαν να πάνε. Μπροστά, πάνω, ανοδικά. Δεν ήταν οπισθοδρομικοί, ούτε συντηρητικοί. Η πιο διαδεδομένη ιδεολογική καραμέλα στον δυτικό κόσμο: η πρόοδος, η εξέλιξη, η εγγενής, εμμενής, νομοτελειακή πορεία. Πώς συντελείται η πρόοδος; "μέσω ενός ομογενούς και κενού χρόνου", απαντούσε ο Benjamin στις Θέσεις, ασκώντας κριτική στην ιδέα της προόδου. Μάταια; Περίπου. Είμαστε ταγμένοι θέλοντας και μη, έβαλε τα γέλια. 

Δεν άντεχε άλλο αυτές τις σκέψεις. Είχε κουραστεί. Άλλοτε θα το διασκέδαζε, επαναλαμβάνοντας την εμβληματική φράση του Νικολαΐδη, πως "όλα ξεκίνησαν όταν ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα". Η κούραση, όμως, τον πότισε σοφία και, πέρα απ' την πλάκα, ήξερε ποιος ήταν ο μεγάλος κρετίνος. Εκείνος ο Καντ ήταν που, χωρίς ενδοιασμούς, ύμνησε την πρόοδο σαν προϊόν του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ανθρώπους. Πήρε να διαβάσει, ξεσπώντας στα γέλια, την ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό, όπου ο φιλόσοφος αναγνωρίζει μία κλίση του ανθρώπου να αντιστέκεται στους άλλους και, "σπρωγμένος από φιλοτιμία, φιλοπρωτία ή φιλοχρηματία", κάνει "τα πρώτα αληθινά βήματα από τη βαρβαρότητα προς τον πολιτισμό...". Το γέλιο του έγινε σιγά - σιγά αδύνατο, δεν είχε πρόοδο, γνώρισε τη φθορά, την παρακμή, μεταμορφώθηκε σε τρόμο σχεδόν για τον μαέστρο που συντόνιζε τόσες ζωές, τόσους αγώνες για την ατομική, άρα και τη συλλογική, σύμφωνα με την καντιανή λογική, πρόοδο. Ο Καντ επέμενε απ' το χαρτί, ήταν η φωνή του καθήκοντος, της ηθικής, της τόλμης, του ρεαλισμού, ω Καντ, σου παραδίδομαι, ψιθύρισε:

Χωρίς εκείνες, τις καθ' εαυτές βέβαια καθόλου αξιαγάπητες ιδιότητες της ακοινωνησίας, από τις οποίες πηγάζει η αντίσταση που κατ' ανάγκη συναντά ο καθένας με τις εγωιστικές αξιώσεις του, όλα τα ταλέντα θα έμεναν αιώνια κλεισμένα στα σπέρματά τους, αν η ζωή είχε τον τύπο του αρκαδικού ποιμενικού ειδύλλιου και οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε τέλειαν ομόνοια, επάρκεια και αμοιβαίαν αγάπη· αγαθοί σαν τα πρόβατα που βόσκουν, δεν θα 'διναν τότε στην ύπαρξή τους μεγαλύτερην αξία από κείνην που έχουν τα κατοικίδια ζώα τους και δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν την κενότητα της δημιουργίας ως προς το σκοπό που όφειλε να έχει ως έλλογη Φύση. Ας ευγνωμονούμε λοιπόν τη Φύση που μας έπλασε ασυνεννόητους, ματαιόδοξους και εριστικούς, αδιάκοπα διψαλέους για υλικά αγαθά ή και για κυριαρχία! Χωρίς αυτές τις ιδιότητες όλες οι εξαίρετες καταβολές που υπάρχουν μέσα στην ανθρωπότητα, θα έμεναν βυθισμένες σε αιώνιο λήθαργο, ανεξέλικτες. 


Ο καντιανός χείμαρρος ήταν ασταμάτητος. Είχε μπαφιάσει. Πέταξε το βιβλίο, με τρόπο, στον καναπέ. Όλα ξεκίνησαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Καντ... Αέρα Πατέρα! φώναξε, κατεβάζοντας μια γενναία γουλιά.  









Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015


fitness
[τα θρωπάκια τα καημένα]





τα είδα τα θρωπάκια ρομποτάκια
παραταγμένα σε κινούμενους διαδρόμους
τρέχοντας σημειωτόν μπροστά σε τοίχο
μετρώντας τον σφυγμό και την απόσταση
αποθηκεύοντας ξανά τα δεδομένα
και παρακολουθώντας τις καμπύλες
της αδιάλειπτης παρακολούθησής τους
ενημερώνοντας την κάρτα τους για όλα
ιδίως για τα συναισθήματά τους
συγκεκριμένης ευσταλούς κατηγορίας
με διακυμάνσεις εντός πάντα των ορίων


αναρωτιέμαι τι υπάρχει και τι όχι
πάρχουνε σίγουρα οι πρόσφυγες ή μήπως
είναι του σήριαλ οι δήσεις που με βλέπουν
πάνω στον διάδρομο την ίδια πάντα νώρα
με την ταυτότητά μου όντος γυμνασμένου


ένα θρωπάκι ναρωτιόταν τι υπάρχει
αν είναι όλα μοναχά ένα επεισόδιο
αν θα κατέβει απ' τον διάδρομο ή αν τώρα
έτσι δρωμένο μουσκεμένο λάχα λάχα
θα δώσει μια να σπάσει τζάμια και καθρέφτες
να βγει ναέρα να μυρίσει κι αν ματώσει
και τι να λέει όπως λεν άλλα θρωπάκια


σάλταρε μύρισε την ίδιαν ανθρωπίλα
πενήντα χρόνια φότου βύζαινε πιπίλα
χάθηκε μέσα στάλλα τα πολλά θρωπάκια
και δεν υπάρχει δεν υπήρξε δεν θα υπάρξει
και δεν και δεν και δεν και δεν και δεν πολλά






απαγγελία: η φωνή της Γκούγκλας





Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015


οι στίχοι μου είναι η ανικανότητά μου
[φωνή με μπικουτί]




Εγώ που 'μαι μεθυσμένος από την αδικία του κόσμου...
- Ο θεϊκός κατακλυσμός και το ξανθό μωράκι νεκρό να επιπλέει στα νερά, 
εγώ, που στην καρδιά μου η αγωνία των άλλων είναι μάνητα,
κι η απέραντη ταπείνωση να υπάρχω μια αγάπη αμίλητη - 
εγώ, ο λυρικός που κάνω φράσεις γιατί δεν μπορώ να κάνω μάγια, 
εγώ, το φάντασμα του λυτρωτικού πόθου μου, παγωμένη ομίχλη - 
δεν ξέρω αν πρέπει να κάνω ποιήματα, να γράφω λέξεις, γιατί η ψυχή - 
η αναρίθμητη ψυχή των άλλων υποφέρει πάντα έξω από μένα.


Οι στίχοι μου είναι η ανικανότητά μου. 
Ό,τι δεν κατορθώνω το γράφω. 
Κι οι διάφοροι ρυθμοί που επινοώ παρηγορούν τη δειλία μου. 


Η ανόητη μοδίστρα που τη βίασαν ξεγελώντας την, 
ο πλασιέ ποντικός που τον πιάνουν πάντα απ' την ουρά, 
ο ευημερών έμπορος σκλάβος της ευημερίας του, 
- δεν ξεχωρίζω, δεν εξυμνώ, δεν □ - 
όλοι τους είναι ανθρώπινα ζώα, που υποφέρουν ηλιθίως. 


Όταν τα νιώθω όλα αυτά, όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά, όταν λυσσάω για όλα αυτά,
σπάω την καρδιά μου μοιραία σαν τον καθρέφτη, 
κι όλη η αδικία του κόσμου είναι ένας κόσμος μέσα μου. 
Καρδιά μου λέμβος, καρδιά μου □, καρδιά μου βάθρο - 
όλα τα εγκλήματα διαπράχθηκαν και πληρώθηκαν μέσα μου. 


Ανώφελο κλαψούρισμα, ανθρώπινο μελόδραμα των νεύρων, 
μεθύσι αλτρουιστικής δουλοφροσύνης, 
φωνή με μπικουτί που κλαίει στην έρημο ενός τετάρτου ορόφου αριστερά...




pntrst


από την ενότητα    
Ο μεταφυσικός μηχανικός (1923 - 1930)   
στο    



Fernando Pessoa   
Τα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος    
μετάφραση Μ. Παπαδήμα    
Gutenberg, 2014    



Το σύμβολο  □  υποδηλώνει χαμένο κείμενο. [Μ.Π.]    




ακούσια συμμετοχή:
Μ. Φριντζήλα σε παραδοσιακό της Πάτμου
[από "τα ζωντανά" του Θ. Παπακωνσταντίνου και των Λαϊκεδέλικα - 2004]





ανίκανε στιχόπληκτε
ανίκανε σε τι χώρα ζεις
ανίκανε στιχομανή
ανίκανε στιχορραγείς








Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015


ω, αδικοχαμένο καλοκαίρι




Γύρισαν από τους Σωφρονίου εξαντλημένοι. Την κοίταξε ν' αλλάζει γρήγορα και να βυθίζεται στον ύπνο. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε Κυριακή. Οι Σωφρονίου, σκέφτηκε, είναι προσαρμοσμένοι μια χαρά. Εμείς, με τα πόδια σε δυο βάρκες, εμείς θα πάθουμε άσχημη τρέλα. Πώς γίνεται να μην καταναλώνεις και να επιζείς; αναρωτήθηκε, να παρηγορηθεί. Δεν γίνεται. Και τότε, τι; Καταναλώνουμε λιτά, επιτηδευμένα. Γινόμαστε το άλλοθι της παρακμής. 

Οι Σωφρονίου βυθίζονται στην παρακμή ησύχως, ξανασκέφτηκε. Κρατήθηκε όλο το βράδυ, δεν ειρωνεύτηκε, ούτε που απάντησε στις πιο ανήκουστες ηλιθιότητες. Τους κοιτούσε σιωπηλός. Περνούσανε λεπτά πολλά κι εκείνοι χάνονταν μέσα στις ευφυείς μικρές οθόνες τους. Ευτυχώς, η ανυπόφορη ευφυία χαρακτηρίζει πια συνήθως συσκευές. Και τα παιδιά τους, με δεκάιντσες ταμπλέτες, χάνονταν όλη την ώρα. Έπαιζαν κάτι ακατανόητα παιχνίδια. Μεγαλειώδης τεχνικός πολιτισμός. "Η στειρότητα του τεχνικά πολιτισμένου ανθρώπου", θα σχολίαζε ο Spengler. Στον τεχνικό πολιτισμό που γίνεται όλο και "πιο σύνθετος, πιο ποικίλος και πιο βαρύς", θα πρόσθετε ο Huizinga, "το παιγνιώδες στοιχείο είναι σε παρακμή". Τα παρακμιακά παιχνίδια των παιδιών των Σωφρονίου, τα τουιτερατώδη λογοπαίγνια της φέισμπουκ κουλτούρας των ίδιων. 


Έξω ψιχάλιζε. Σιγά μη λαβωθεί το καλοκαίρι, ειρωνεύτηκε τον νομπελούχο. Σε δευτερόλεπτα η ψιχάλα έγινε μπόρα. Τώρα, μάλιστα. Έτσι τελειώνει, ξεψυχά το καλοκαίρι; Θυμήθηκε εκείνο το τραγούδι που τραγουδιόταν από μόνο στο μυαλό του την κάθε τέτοιαν εποχή. Άσμα αντι-ηρωικό, μα κάπως πένθιμο, για το αδικοχαμένο καλοκαίρι. 




Ivan's childhood



Στήθηκε στην οθόνη. Άρχισε να κολλάει τους ψευτοήχους, τους δήθεν φυσητούς και τους κρουστούς κι όσους χωρούσαν. Κάθε φορά κολλούσε. Οι μουσικές έβγαιναν ψεύτικες από τις άκρες των δαχτύλων του κι έπαιρναν, στρατιωτάκια, θέση στην οθόνη. Στο τέλος, όχι, ψέματα, βγήκανε κι άλλες λίγες ψεύτικες μετά, κάποια φορά, λοιπόν, έβαλε τη φωνή. Το κερασάκι της αιχμάλωτης αλήθειας. 




Ω, αδικοχαμένο καλοκαίρι,
μάταια κραδαίνεις το θερμόμετρο.
Μιας ήττας ήσουν, ήττας από χέρι,
γεύση στυφή, σε μηδέν υψόμετρο.

Που κρύφτηκε σαν κλέφτρα μες στη ζέστη.
Που αγνάντεψε φωτάκια στη στεριά.
Που έλπισε στον φρέσκο τον ασβέστη
που άσπρισε σοκάκια σε χωριά.

Ω, καλοκαίρι, πόσα σου χουν τάξει
συνθήματα, ποιήματα, τραγούδια·
και πόσο, πόσο ανόητα έχουν κλάψει
τα οκνά, τα ηλιοκαμένα μαθητούδια·










Όταν απόκαμε, σηκώθηκε. Βάδισε λίγα βήματα ώσπου να σωριαστεί στην πολυθρόνα. Στο αριστερό της μπράτσο κοιμόταν μπρούμυτα το Ανάποδα του Huysmans. Το γύρισε. Έβγαλε τα γυαλιά και το έφερε κοντά στα μάτια. Έτσι ξεκουραζόταν πάντα, διαβάζοντας:


Για άλλη μια φορά, αυτή η μοναξιά που τόσο είχε επιθυμήσει κι είχε επιτέλους κατακτήσει, κατέληγε σε μια φρικτή απογοήτευση· αυτή η σιωπή, που άλλοτε του 'χε φανεί ως μια αποζημίωση για όσες ανοησίες άκουγε επί χρόνια, τώρα τον πλάκωνε μ' ένα ανυπόφορο βάρος. 


Πού είστε μουσικοί μου; ρώτησε τους άγνωστους φανταστικούς συντρόφους. Εκτός από τα μνημόνια, υπάρχει και η μοναξιά, σκέφτηκε καθώς αποκοιμιόταν.