Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015


του Μπλουμ η μέρα: τα αιμοσφαίρια νησιά



maudelynn



Ο Μπλουμ μέσα από την πόρτα του μπαρ είδε μιαν αχηβάδα να κρατιέται κοντά στα αυτιά τους. Άκουσε, πιο αδύναμα, αυτό που αυτοί άκουσαν, καθένας για λογαριασμό του, ύστερα καθένας για λογαριασμό του άλλου, ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων, έντονα, ένα σιωπηλό βρυχηθμό. 
Ο χαλκός πλάι σ' έναν κουρασμένο χρυσό, από κοντά, από μακριά, άκουγαν. 
Το αυτί της είναι κι αυτό μια αχηβάδα, εκεί που προεξέχει ο λοβός της. Το καλοκαίρι στην ακρογιαλιά. Τα όμορφα κορίτσια της ακρογιαλιάς. Δέρμα βιαστικά ηλιοψημένο. Έπρεπε πρώτα να βάλει κρέμα, για να μαυρίσει σωστά. Βουτυρωμένη φρυγανιά. Ωχ, δεν πρέπει να ξεχάσει εκείνη την κολώνια. Έρπης κοντά στο στόμα της. Το κεφάλι σου απλώς. Ξέπλεκα μαλλιά· φύκια και κοχύλια. Γιατί κρύβουν τα μαλλιά τους με φύκια; Και οι Τουρκάλες το στόμα τους, γιατί; Τα μάτια τους πάνω από το ύφασμα, τον φερετζέ. Άντε να βρεις την είσοδο για να μπεις. Μια σπηλιά. Απαγορεύεται η είσοδος εις τους μη έχοντας εργασίαν. 
Η θάλασσα είναι αυτό που νομίζουν πως ακούν. Να τραγουδάει. Μια βροντή. Το αίμα είναι. Πλημμυρίζει κάποτε τ' αυτιά. Λοιπόν, η θάλασσα είναι αυτή. Τα αιμοσφαίρια νησιά. 

[...] 

Η θάλασσα, ο άνεμος, τα φύλλα, ο κεραυνός, τα νερά, οι αγελάδες που μουγκανίζουν, η ζωαγορά, τα κοκκόρια, οι κότες που δεν κακαρίζουν, τα φίδια που συρίζουν. Παντού υπάρχει μουσική. Η πόρτα του Ράτλετζ: ηηηη, του Ντον Τζιοβάννι. Αυλικές εσθήτες, όλων των ειδών, χορεύουν στις αίθουσες του πύργου. Αθλιότητα. Οι χωριάτες απέξω. Πράσινα λιμώττοντα πρόσωπα που μασουλίζουν μολόχες. Αυτό είναι όμορφο. Κοίτα· κοίτα, κοίτα, κοίτα, κοίτα, κοίτα· κοιτάχτε μας. 
Αυτό είναι χαρούμενο, το αισθάνομαι. Εγώ ποτέ δεν θα μπορούσα να το γράψω. Γιατί; Γιατί η δική μου χαρά δεν είναι παρόμοια με τη δική του. Όμως, και οι δύο είναι χαρές. Ναι, χαρά πρέπει να είναι. Και μόνον η παρουσία της μουσικής δείχνει πως είσαι χαρούμενος. Συχνά είχα την εντύπωση πως ήταν στις μαύρες της, μέχρι που άρχιζε να σιγοτραγουδάει. Τότε καταλάβαινα πως δεν ήταν. 
Η βαλίτσα του ΜακΚόυ. Η γυναίκα μου και η γυναίκα σου. Γάτα που στριγγλίζει. Σαν μετάξι που σκίζεται. Και όταν μιλάει, σαν πλατάγισμα. Δεν έχουν την γκάμα της φωνής που έχουν οι άντρες. Λες και στη θέση της φωνής τους έχουν ένα κενό. Γέμισέ με. Είμαι θερμή, σκοτεινή, ολάνοιχτη. Η Μόλλυ στο quis est homo: του Μερκαντάντε. Το αυτί μου κολλημένο στον τοίχο για ν' ακούσω. Απαιτώ από μια γυναίκα να είναι αποτελεσματική. 
Κουδ, κουδούν. Η άμαξα σταμάτησε. Τα κομψά κατακίτρινα παπούτσια του κομψού Μπόυλαν με τις γαλάζιες ριγωτές κάλτσες ακούμπησαν ελαφρά στο έδαφος. 
Ω, κοίτα πώς είμαστε! Μουσική δωματίου. Θα μπορούσε κανείς να κάνει ένα λογοπαίγνιο πάνω σ' αυτό. Είναι ένα είδος μουσικής που είχα συχνά στο νου μου, όταν αυτή. Πρόκειται για ακουστική. Βόμβος κουδουνίσματος. Τα άδεια σκεύη είναι αυτά που κάνουν τον περισσότερο θόρυβο. Επειδή η ακουστική, η αντήχηση μεταβάλλεται σχετικά καθώς το βάρος του νερού ισούται με το νόμο της πτώσεως των υγρών. Σαν κι εκείνες τις ραψωδίες του Λιστ, τις ουγγρικές, με το τσιγγάνικο μάτι. Μαργαριτάρια. Σταγόνες. Βροχή. Τσουρ τσιρ τσερ τσουρ τσουρ. Σύρισμα. Τώρα. Ίσως τώρα. Πριν να. 


cosmo cosmolino





ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Τζαίημς Τζόυς
εκδ. ΚΕΔΡΟΣ
μτφ. Σ. Καψάσκης
κεφ. 11

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου