Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015


ω, αδικοχαμένο καλοκαίρι




Γύρισαν από τους Σωφρονίου εξαντλημένοι. Την κοίταξε ν' αλλάζει γρήγορα και να βυθίζεται στον ύπνο. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε Κυριακή. Οι Σωφρονίου, σκέφτηκε, είναι προσαρμοσμένοι μια χαρά. Εμείς, με τα πόδια σε δυο βάρκες, εμείς θα πάθουμε άσχημη τρέλα. Πώς γίνεται να μην καταναλώνεις και να επιζείς; αναρωτήθηκε, να παρηγορηθεί. Δεν γίνεται. Και τότε, τι; Καταναλώνουμε λιτά, επιτηδευμένα. Γινόμαστε το άλλοθι της παρακμής. 

Οι Σωφρονίου βυθίζονται στην παρακμή ησύχως, ξανασκέφτηκε. Κρατήθηκε όλο το βράδυ, δεν ειρωνεύτηκε, ούτε που απάντησε στις πιο ανήκουστες ηλιθιότητες. Τους κοιτούσε σιωπηλός. Περνούσανε λεπτά πολλά κι εκείνοι χάνονταν μέσα στις ευφυείς μικρές οθόνες τους. Ευτυχώς, η ανυπόφορη ευφυία χαρακτηρίζει πια συνήθως συσκευές. Και τα παιδιά τους, με δεκάιντσες ταμπλέτες, χάνονταν όλη την ώρα. Έπαιζαν κάτι ακατανόητα παιχνίδια. Μεγαλειώδης τεχνικός πολιτισμός. "Η στειρότητα του τεχνικά πολιτισμένου ανθρώπου", θα σχολίαζε ο Spengler. Στον τεχνικό πολιτισμό που γίνεται όλο και "πιο σύνθετος, πιο ποικίλος και πιο βαρύς", θα πρόσθετε ο Huizinga, "το παιγνιώδες στοιχείο είναι σε παρακμή". Τα παρακμιακά παιχνίδια των παιδιών των Σωφρονίου, τα τουιτερατώδη λογοπαίγνια της φέισμπουκ κουλτούρας των ίδιων. 


Έξω ψιχάλιζε. Σιγά μη λαβωθεί το καλοκαίρι, ειρωνεύτηκε τον νομπελούχο. Σε δευτερόλεπτα η ψιχάλα έγινε μπόρα. Τώρα, μάλιστα. Έτσι τελειώνει, ξεψυχά το καλοκαίρι; Θυμήθηκε εκείνο το τραγούδι που τραγουδιόταν από μόνο στο μυαλό του την κάθε τέτοιαν εποχή. Άσμα αντι-ηρωικό, μα κάπως πένθιμο, για το αδικοχαμένο καλοκαίρι. 




Ivan's childhood



Στήθηκε στην οθόνη. Άρχισε να κολλάει τους ψευτοήχους, τους δήθεν φυσητούς και τους κρουστούς κι όσους χωρούσαν. Κάθε φορά κολλούσε. Οι μουσικές έβγαιναν ψεύτικες από τις άκρες των δαχτύλων του κι έπαιρναν, στρατιωτάκια, θέση στην οθόνη. Στο τέλος, όχι, ψέματα, βγήκανε κι άλλες λίγες ψεύτικες μετά, κάποια φορά, λοιπόν, έβαλε τη φωνή. Το κερασάκι της αιχμάλωτης αλήθειας. 




Ω, αδικοχαμένο καλοκαίρι,
μάταια κραδαίνεις το θερμόμετρο.
Μιας ήττας ήσουν, ήττας από χέρι,
γεύση στυφή, σε μηδέν υψόμετρο.

Που κρύφτηκε σαν κλέφτρα μες στη ζέστη.
Που αγνάντεψε φωτάκια στη στεριά.
Που έλπισε στον φρέσκο τον ασβέστη
που άσπρισε σοκάκια σε χωριά.

Ω, καλοκαίρι, πόσα σου χουν τάξει
συνθήματα, ποιήματα, τραγούδια·
και πόσο, πόσο ανόητα έχουν κλάψει
τα οκνά, τα ηλιοκαμένα μαθητούδια·










Όταν απόκαμε, σηκώθηκε. Βάδισε λίγα βήματα ώσπου να σωριαστεί στην πολυθρόνα. Στο αριστερό της μπράτσο κοιμόταν μπρούμυτα το Ανάποδα του Huysmans. Το γύρισε. Έβγαλε τα γυαλιά και το έφερε κοντά στα μάτια. Έτσι ξεκουραζόταν πάντα, διαβάζοντας:


Για άλλη μια φορά, αυτή η μοναξιά που τόσο είχε επιθυμήσει κι είχε επιτέλους κατακτήσει, κατέληγε σε μια φρικτή απογοήτευση· αυτή η σιωπή, που άλλοτε του 'χε φανεί ως μια αποζημίωση για όσες ανοησίες άκουγε επί χρόνια, τώρα τον πλάκωνε μ' ένα ανυπόφορο βάρος. 


Πού είστε μουσικοί μου; ρώτησε τους άγνωστους φανταστικούς συντρόφους. Εκτός από τα μνημόνια, υπάρχει και η μοναξιά, σκέφτηκε καθώς αποκοιμιόταν. 





3 σχόλια:

  1. σε τουτον τον Οκτωμβριο, στον αλλον τον Νοέμβρη
    και στον χειμωνα που θαρθεί στον Τρομερο Δεκέμβρη
    εμπρος να κανουμε σπονδές κι αιματηρές θυσίες
    -ισως να προχωρησουμε και σε ακολασίες -


    Λυπήσου το τομαρι μας ω !! άχρονε αιώνα
    λυγιζουν τα χρονάκια μας, κι ειναι φτωχά και μόνα
    σπάνε της όχθης οι Λωτοί, σπάνε και τα καλάμια
    και να ! θωριά φαρμακερή , της Λίμνης μας η Λάμια

    ας ηταν ενα όνειρο ετούτος ο εφιάλτης
    ο χρόνος ειναι, μέσα μας , ο πιο μεγαλος άλτης
    ας ηταν να μη γέρναγα , να μη περνούν τα χρόνια
    ας ήτανε να ζούσαμε ,τη Νιότη μας , αιώνια,,,,

    ΑπάντησηΔιαγραφή