Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016


Ερωτόκριτος
[άλλο ένα τραγούδι για τον έρωτα]





φωνές, τραγούδι:  Νίνα Σταυρουλάκη




Κείνο το κομμάτι από τον Θρίαμβο του Έρωτα τις προάλλες ήθελε εξήγηση. Ο έρωτας του Φωκίωνα για τον Άγι ήταν στην πραγματικότητα έρωτας της Λεονί για τον Άγι. Σόγια πριγκιπικά, δεν έχει σημασία. Κάποτε οι ιστορίες μιλούσανε για πρίγκιπες και βασιλιάδες. Η πριγκίπισσα Λεονί μεταμφιέστηκε, μεταμορφώθηκε για να κερδίσει έναν δύσκολον έρωτα. Τα εμπόδια του έργου ίσως ήτανε προσχήματα για να διευκολυνθεί η εμμενής παρενδυσία, σκεφτόταν. Ο ίδιος ο Μαριβώ, το διάβασε στο επίμετρο του μεταφραστή, πολιορκούσε μεταμφιεσμένος μια θεατρίνα του Παρισιού, που, όταν ήταν έτοιμη πια να ενδώσει, την εγκατέλειπε. Ξαναπαρουσιαζόταν μπροστά στη Σύλβια με άλλη μεταμφίεση και κάθε φορά ήταν πιο δύσκολο να τη γοητεύσει. Έπρεπε να ξεχάσει εκείνη τον προηγούμενο Μαριβώ. Η ιδέα της μεταμόρφωσης για να παρακαμφθούν τα εμπόδια στον έρωτα επιβίωσε μέχρι τις ελληνικές ταινίες του περασμένου αιώνα. Ο Μαριβώ δρούσε αντίστροφα. Όταν ξεπερνούσε τις δυσκολίες, τις ξαναδημιουργούσε. Επιβεβαίωνε ότι jouer n' est pas jouir, που λένε λογοπαίζοντας οι Γάλλοι, ότι δηλαδή το παιχνίδι δεν είναι οργασμός. Επιβεβαίωνε, άραγε, σαγηνευμένος ίσως όχι από τη Σύλβια αλλά από τη δυσκολία να την κατακτήσει, τον de Rousemont, ότι οι ερωτευμένοι τον έρωτα ερωτεύτηκαν μονάχα; 

Αυτός ο de Rousemont... Συνήθως οι άνθρωποι βάζουν μιαν ιδέα στο μυαλό, ας πούμε "ο έρωτας είναι μια επινόηση του 12ου αιώνα" κι έπειτα αρχίζουν να περιστρέφουν τα πάντα γύρω απ' την ιδέα τους. Ο Τριστάνος ποθούσε την Ιζόλδη γιατί δεν του ανήκε, δεν γινόταν να του ανήκει. Αυτό ήταν όλο. Ενδεχομένως, ναι. Το σκεφτόταν κι αλλιώς. Ο ερωτευμένος ίσως και να κατασκευάζει δυσκολίες, να φαντασιώνεται αντίζηλους, να αγωνιά κάθε στιγμή. Όταν έφευγε νύχτα για τη δουλειά εκείνη κοιμόταν. Έπρεπε να εξαφανιστεί. Ξανά και ξανά fort-da. Μερικές φορές τον τρόμαζε η λανθάνουσα φροϊδίλα του. Πιο πολύ αυτό το λανθάνον νόημα, το κρυμμένο σημαινόμενο, το άλλο που δεν είπες και είπες τούτο. Αναρρωτιόταν, τώρα που όλοι έμαθαν να σκέφτονται τι υπονοεί μια φράση, μια κίνηση, μια ματιά, θα έπρεπε μάλλον να ψάξουμε για τον καλά κρυμμένο χώρο όπου εξηγείται όχι το λανθάνον αλλά το ζεύγος λανθάνοντος - έκδηλου. Ή να ξαποστάσουμε στη σκέψη ότι, ακόμα κι αν στέκει, που δεν στέκει για πολύ, δεν μας ενδιαφέρει η εξήγηση. Ποιοι άραγε να ξαποστάσουμε; Προς τι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο; Πρόσωπο; Ασ' το καλύτερα. 

Η Λεονί, παριστάνοντας κάποιον Φωκίωνα, πούλησε έρωτα και στην Λεοντίνη ενώ αποκάλυψε ότι δεν είναι Φωκίων όχι μόνο στον Άγι αλλά και στον Ερμοκράτη, τον φιλόσοφο, αδερφό της Λεοντίνης, για να πουλήσει και σε κείνον έρωτα. Πουλούσε έρωτα για να κερδίσει τον έρωτα του Άγι. Εμπορική επιτυχία τού φαινόταν όλη η σπουδή της Λεονί - Φωκίωνα, μάλλον βασιζόταν στην αυθεντικότητα του προμοταρίσματος. "Λέω ότι σας αγαπώ. Όταν όμως το λέω ταράζομαι και η συνείδηση της ταραχής μου ίσως με βοηθήσει να σωθώ", απευθυνόταν στον Ερμοκράτη. Να σωθεί αγωνιά ο ερωτευμένος, να ξημερώσει και να έχει σωθεί. Ακόμα κι όταν η Λεονί αποκάλυψε στον Άγι ότι είναι γυναίκα, δεν αποκάλυψε ποια είναι πραγματικά, είπε πως είναι κάποια Ασπασία, μια Ασπασία που, λίγο πριν ομολογήσει ότι ο έρωτας είναι λόγια, του τσαμπουνούσε: "Και μόνο που μιλάμε για έρωτα, είναι επικίνδυνο". "Είστε γυναίκα, εξ ου και επικίνδυνη", είχε συμπεράνει προ ολίγου ο Φωκίων, μεγαλωμένος στον κήπο του φιλοσόφου Ερμοκράτη. Η ιδεολογία του Προμηθέα, του εύστροφου και επινοητικού, συμβόλου μιας κοινωνίας λαίμαργης, που λατρεύει την παραγωγή και την κατανάλωση κι όλα έτσι τα αντιλαμβάνεται, που χλευάζει τον Επιμηθέα, αυτόν που δέχτηκε γυναίκα την Πανδώρα, την κατάρα του ανθρώπου. Ουφ. Ταράχτηκε πάλι που τα σκέφτηκε όλα αυτά. Ξανά. 




Rodin


Το πάθος το παθαίνεις κι είναι βάσανο, το βάσανο αγαπάει ο δυτικός άνθρωπος επέμενε στις σελίδες του ο de Rousemont. Το υπέρτατο εμπόδιο στον έρωτα είναι ο θάνατος, τον θάνατο τελικά ποθείς. Μπορεί και να ήταν έτσι. Σ' εκείνη την ινδική ιστορία με τον γάιδαρο, που διηγήθηκε ο Canetti, το αφεντικό έντυνε τον γάιδαρό του με προβιά τίγρης για να τον φοβούνται οι άνθρωποι. Ο γάιδαρος, που τον είχε μεγάλη ανάγκη το αφεντικό, έτρωγε τον αγλέορα, όλο το ρύζι των άλλων ανθρώπων, που φοβούνταν μια τίγρη, όχι έναν γάιδαρο, βέβαια. Ένας αγροφύλακας την έστησε, φόρεσε γκρίζα προβιά να ξεγελάσει τον γάιδαρο, που τον περνούσε για τίγρη, ότι τάχα είναι γάιδαρος που θα λιγουρευόταν η τίγρη να τονε φάει. Ο γάιδαρος πέρασε τον αγροφύλακα για γαϊδούρα και τον ερωτεύτηκε. Κατευθύνθηκε προς αυτόν γκαρίζοντας ερωτικά. Κι εκείνος τον κατάλαβε ότι ήταν γάιδαρος κι όχι τίγρη και τον καθάρισε. Νάτο πάλι. Ο έρωτας τον οδήγησε στον θάνατο. Ο νέρωτας κι ο θάνατος. Ο έρωτας μέσα από τη μεταμφίεση. Άλλωστε όλοι ρόλους παίζουμε στη ζωή. Μεταμφιεζόμαστε. Και στον έρωτα. Πάντα, στην αρχή πιο πολύ, προσποιούμαστε για να γίνουμε αρεστοί εραστές, ελκυστικοί. Ώσπου ξεφεύγει η πρώτη κλανιά. Πότε να έκλασε μπροστά της πρώτη φορά; Δεν θυμόταν. Κάποτε αποκαλύπτουμε στον άλλον ότι δεν είμαστε άπορδοι, όπως δεν είναι κανένας. Άραγε η κλανιά σκοτώνει τον έρωτα; Τον μπαφιάζει, έστω; Όχι, ήταν σίγουρος γι' αυτό. Έρωτας είναι να σε πιάνουν τα γέλια από τη μπόχα κάτω απ' τα σκεπάσματα. Γελαστικό αέριον. Παλιά, τα λογικά ζευγάρια είχαν την κλανιόλα, τη συσκευή που οδηγούσε το πορδαέριο έξω απ' το δωμάτιο. Δεν ήξερε τι κάνουν σήμερα τ' αντίστοιχα ζευγάρια. Με τόσο παρφουμάρισμα και τόσα φούμαρα.

Ο έρωτας είναι σαγήνη που δεν λέγεται, δεν γράφεται. Δεν γίνεται να τονε πεις. Γι' αυτό και το ρεφρέν: φέρτε να πιω. Να εξημερωθώ και να μουγκαθώ. Να μουγκρίσω, να λετ-τρίσω, να τεριρεμίσω. "Αυτό που μας σαγηνεύει μας αφαιρεί την εξουσία να δίνουμε ένα νόημα", διάβαζε τον Blanchot, που έβλεπε στη σαγήνη "το βλέμμα της μοναξιάς ... όπου η τύφλωση είναι και πάλι όραση". Ο έρως είναι τυφλός, ήθελε να γράψει ξανά διαβάζοντας στον Blanchot ότι "γράφω σημαίνει εισέρχομαι στη διαβεβαίωση της μοναξιάς όπου ενεδρεύει η απειλή της σαγήνης". "Η σαγήνη αφαιρεί από τον λόγο το νόημά του" διάβαζε στον Baudrillard, για τη σαγήνη των ματιών "την πιο άμεση, την πιο καθαρή", που "αντιπαρέρχεται τις λέξεις". Τα ερωτικά τραγούδια δεν γράφονται με λέξεις, λοιπόν. Αυτό δεν έγραφε; Για όσα γραφτήκαν για του νου τα μονοπάτια. Τι έχουν να πουν οι λέξεις στον σαγηνευμένο; Γιατί μένει μόνος και τραγουδά; Σε ποιους, ποια πρόσωπα, απευθύνονται αυτές οι νότες; Τι του συμβαίνει και τα διαλαλάει; Πόσες ερωτήσεις πια θα τον τυραννούν; 

Είναι αγκάθι ο έρωτας. Άμα σου μπει προχωράει κάτω απ' το δέρμα και δεν βγαίνει με τίποτα. "Η αγάπη είναι καρφίτσα κι αγκυλώνει την καρδιά". "Να 'χεν ο έρωτας σαΐτες" ονειρευόταν ο μπαρμπα-Γιαννιός, ο Έρωντας, του Παπαδιαμάντη.  Οι σκέψεις τον παρέσυραν, χωρίς να το καταλάβει, ψάχνοντας πάλι κάτι, αεί γκουγκλάροντας, άρχισε να χαζεύει στο διαδίκτυο. Έπεσε πάνω στην προτροπή του Αντωνάκου: Μη γράφετε άλλα τραγούδια για τον έρωτα. Να μην γράφω γιατί θα με φάει ο έρωτας, θα μου δαγκώσει τον σβέρκο. Χαμογέλασε. Οι γάτοι δαγκώνουνε τον σβέρκο της γάτας πασχίζοντας να μη διακοπεί το γαμήσι τους. Όχι, δεν γίνεται. Το αποφάσισε, θα ξανάγραφε το ίδιο τραγούδι για τον έρωτα. Πήρε ξανά τη φωνή της Νίνας, την κόλλησε κομματιαστά πάνω στο πιάνο, αληθινό πιάνο, Schimmel Δυτικής Γερμανίας. Έπειτα έπιασε τα πλήκτρα στο κομπιούτερ. Τα ίδια. Ρυθμός. Μα, όχι. Εδώ κολλούσε ο δικός του Τριστάνος. Ο Ερωτόκριτος. Κακό τον εύρηκε κι εκείνον, πώς ν' αναπαγεί; Δεν τον αφήνει το γδυμνό κοπέλι. Φέρτε να πιει κι ο Ρώκριτος, να πιει κι η Αρετούσα.








O Έρωτας ανυφαντής με πονηριάν εγίνη·
αράχνην ήστεσε ψιλήν, κ' επιάστηκα εις εκείνη.
Σαν το μωρό εκομπώθηκα, οπού δεν έχει γνώση,
και βουηθισμόν πλιό πού να βρω; και τίς να με γλιτώσει;
O Έρωτας μ' εμπέρδεσε, και σκλάβον του κρατεί με,
και δουλευτής του εγράφτηκα, και μετά κείνον είμαι.
Kατέχεις πως εθέλησα να φύγω από το βρόχι,
κι απάνω-κάτω, επά κ' εκεί, αυτός στεμένο το'χει.
Kι αν ξεμπερδέσω σ' μιά μερά, σ' άλλην καταμπερδένω,
και πάντα βρίσκω μπερδεμούς εις όποιον τόπον πηαίνω.

"Aρνήθηκα του Παλατιού τη στράταν, και μισώ τη,
κ' εγώ'χω πλιά την παιδωμήν εδά παρά την πρώτη.
Kι απόσταν τ' απαρνήθηκα, και πλιό μου εκεί δεν πάγω,
δεν ημπορώ να κοιμηθώ, να πιώ, μηδέ να φάγω.
Kι όλπιζα να λησμονηθούν οι πόνοι που με κρίνουν,
κ' εγώ θωρώ χερότεροι και πλιά βαροί απομείνουν.
Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει, 
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ' εκεί μου την αφήνει.
Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να'ν' εκείνη
ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.





1 σχόλιο: