Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016


να πεθαίνεις στο σπίτι


Πρόβατα και αρουραίοι. Οι άνθρωποι επινοούν διπολίες από τον κόσμο των άλλων ζώων για να περιγράψουν αντιθέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Οι άνθρωποι επιδίδονται διαρκώς σε μεταφορές. Γυναίκες οχιές, σκυλιά, κότες, αλεπούδες, άντρες γουρούνια, αρκούδες, γάτες, κότες, μοσχάρια, λαγοί... Έτσι ξεχωρίζονται από τ' άλλα ζώα. Αποκαλώντας έναν άνθρωπο ζώο, γενικά ή συγκεκριμένα, νομίζουμε ότι ξεσκεπάζουμε την απομάκρυνσή του από την ανθρωπιά. 

Οι σκέψεις τον καθυστερούσαν απ' το να ξεκινήσει επιτέλους να γράφει την ιστορία με τον τύπο που θέλει να γράψει μιαν ιστορία για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Ο τύπος είχε μάθει πως έχει καρκίνο που κάλπαζε σαν άτι. Θα τον έβαζε να πεθυμήσει: Νάτανε, αχ και νάτανε, του καρκίνου το άλογο αργό κι ανήμπορο σαν το άλογο του Τορίνο, που βύθισε στη θλίψη τον Νίτσε. Νάτανε σαν το άλογο στο όνειρο του Ρασκόλνικωφ. Στο φρικώδες όνειρο. Νάτανε οι γιατροί σαν τον Μικόλχα που το σκότωσε στο ξύλο...


civil-war-horse

Το μέλλον διαγραφόταν φρικώδες. Ήταν στ' αλήθεια; Η προειδοποίηση του θανάτου είναι μια ευγενική κατάσταση. Ο καρκίνος δεν αιφνιδιάζει, δεν είναι ύπουλη ύαινα, δίνει τον χρόνο να σκεφτείς για τον θάνατο που έτσι κι αλλιώς θα έρθει. Ήθελε να γράψει για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Πόση θλίψη στο ταμείο... Στην ιστορία του δεν θα πλήρωναν. Ούτε θα έπαιρναν τα ψώνια.

Ο λογαριασμός ήταν ένας αριθμός δίχως νόημα, το χρήμα ήταν πλαστικό, η γυναίκα του χασμουριόταν γνέφοντας στο κενό, το γεμάτο χνώτα κενό. Βάλτε το πιν, παρακαλώ. Στην τρίτη προσπάθεια έχασε τα ψώνια, 63 ευρώ και 38 λεπτά, καθώς αναρωτιόταν αν οι συσκευασίες συγκρατούσαν τις μυρωδιές ή τις εξαφάνιζαν. 
Βγήκε άπρακτος. Έπρεπε να εντοπίσει το αυτοκίνητο, δεν θυμόταν το αυτοκίνητο. Οι σκέψεις δεν του επέτρεπαν να συγκεντρωθεί. Δεν μπορούσε να καταλήξει αν ο καταναλωτής αποφασίζει ο ίδιος τι θα ψωνίσει ή τον σπρώχνει μια ανεξέλεγκτη βούληση. Κι αυτή η βούληση είναι ενστικτώδης ή κατασκευασμένη; Η γυναίκα του τον παρακολουθούσε εξοργισμένη δίπλα στο αυτοκίνητό τους. 
- Πώς μπορώ να λαχταρώ ένα συσκευασμένο κομμάτι κρέας; Όχι, κυρία μου, γύρισε προς εκείνη, δεν το αγοράζω. Τον κοιτούσε με έκπληξη μετριασμένη από περιφρόνηση. 
- Το βλέπεις; ένα κουνέλι! Κάτω από εκείνο το φορτηγάκι! 
- Είσαι τρελός! Πάμε σπίτι. 
Έτρεξε προς το φορτηγάκι, έπεσε κάτω απ' τις ρόδες. Τίποτα. 
- Ένα κουνέλι θα ήταν σπάνιος μεζές. Αληθινός. Επιστρέφω. 
- Πού πας, άνθρωπέ μου; 
- Πάω να επιστρέψω την κάρτα των πόντων. 

Θα  έγραφε για την προσπάθεια του διευθυντή του σούπερ μάρκετ να τον μεταπείσει. Για τις εξειδικευμένες προσφορές που θα του πρότεινε και που θα ικανοποιούσαν τα μοναδικά του γούστα. Θα έπρεπε να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο. Θυμήθηκε το δικό του ερωτηματολόγιο, για την αρρώστια. Δεν το είχε συμπληρώσει. Δεν άντεχε να νιώθει κόκκος ενός δείγματος. Εξάλλου δεν πονούσε καθόλου. Μια χαρά αισθανόταν. 

- Αυτά που μου λέτε, κύριε διευθυντάκο, είναι κολοκύθια. Και τα κολοκύθια στο δήθεν μανάβικό σας είναι τούμπανα. Ξέρετε τι είστε; Ένα θρωπάκι. Ένα τόσο δα. Πολύ μικρότερος από τα θρωπάκια που διατάζετε δω μέσα. Που τα προσβάλλετε για να φχαριστηθείτε. Ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς, τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη να διαβάσετε, άξεστε, ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς τηνε πάτησε. Ο θάνατος τού α-φή-ρε-σε το θύ-μα του. Καταλάβατε; Πολύ καλά καταλάβατε. Εσείς έχετε άφθονα θύματα, δεν διατρέχετε κίνδυνο. Με κουράσατε. Σαν του Χομπς τα θρωπάκια. Ο Λεβιάθαν, η πολιτική κοινότης, διευθυντάκο, είναι ένας μεγάλος τεχνητός άνθρωπος που αποτελείται από πολλά θρωπάκια. 
Έβγαλε από το μπουφάν μια φωτοτυπία απ' την εισαγωγή του Λεβιάθαν κι άρχισε να διαβάζει δυνατά:
Η κυριαρχία αποτελεί την τεχνητή ψυχή αυτού του τεχνητού ανθρώπου, εμφυσώντας ζωή και κίνηση σ' ολόκληρο το σώμα. Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπόλοιποι δικαστικοί και εκτελεστικοί αξιωματούχοι είναι οι τεχνητές κλειδώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, προσδένοντας κάθε άρθρωση και μέλος στην έδρα της κυριαρχίας και παρωθώντας στην εκτέλεση του καθήκοντος, αποτελούν τα νεύρα του, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των ξεχωριστών μελών του αποτελούν την ισχύ του. Στη salus populi, την ασφάλεια του λαού, έγκειται το έργο του. Οι σύμβουλοι, που τοv πληροφορούν για όλα όσα πρέπει να γνωρίζει, συνθέτουν τη μνήμη τοu. Η ευθυδικία και οι νόμοι συγκροτούν τον τεχνητό Λόγο και τη Βούλησή του. Η ομόνοια είναι η υγεία του, η ανταρσία η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις, με τις οποίες τα μέρη αυτού του πολιτικού σώματος αρχικά δημιουργήθηκαν, συστάθηκαν και συνενώθηκαν, μοιάζουν με το "γεννηθήτω" ή το "ποιήσωμεν άνθρωπον" που εξήγγειλε ο Θεός στη δημιουργία.

Μπα, ήταν μεγάλο το κομμάτι που έβαλε να διαβάζει. Πώς ν' αντιδρούσε ο διευθυντάκος; Θα το σκεφτόταν. Ίσως να μην τέλειωνε ποτέ αυτή την ιστορία. Προς το παρόν έπρεπε να ποφασίσει αν θα σχεδίαζε την εφαρμογή της τρελής του ιδέας. Της ιδέας να κάνει όσους αγαπά να τον μισήσουν. Γιατί έτσι ίσως να μην τους πονούσε ο θάνατός του. Δεν έπρεπε να χάσει καιρό. Ίσως σύντομα θάταν κιόλας ανίκανος για οτιδήποτε. 
Είδε στην οθόνη για τον θάνατο του Umberto Eco. Είχε, λέει, καρκίνο μα πέθανε στο σπίτι. Συνήθως οι καρκινοπαθείς πεθαίνουν στα νοσοκομεία, διασωληνωμένοι, όταν το αποφασίσουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι. Άλλοτε ο θάνατος, ο φυσικός όπως τονε λένε, πλησίαζε αργά. Κι ο ετοιμοθάνατος, ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι στο σπίτι του, περιβαλλόταν από τους συγγενείς.  Θυμήθηκε τον Ariès. Τράβηξε από τη βιβλιοθήκη τα Δοκίμια για τον θάνατο στη Δύση. Διάβασε: "Τεχνικά, δεχόμαστε ότι μπορεί να πεθάνουμε, κάνουμε ασφάλειες ζωής για να γλυτώσουμε τους δικούς μας απ' τη μιζέρια. Αλλά, στην πραγματικότητα, στο βάθος του εαυτού μας, δεν νιώθουμε θνητοί." Θυμήθηκε ότι δεν είχε πληρώσει ακόμα τον λογαριασμό της ασφάλειας που θα εξασφάλιζε αξιοπρεπείς συνθήκες θανάτου σε κείνον και μιαν ανταμοιβή πόνου στην οικογένεια. Ξεφύλλισε το βιβλίο κι έφτασε σε άλλη τσακισμένη σελίδα, στην 168, όπου είχε σημειώσει με μολύβι "in petto = κεκλεισμένων των θυρών": 
"Το πρόβλημα τίθεται ήδη στην πράξη. Όπως εξηγούμε σ' αυτό το βιβλίο, κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται από το γιατρό σύμφωνα με τέσσερις παραμέτρους: Το σεβασμό προς τη ζωή, που ωθεί στην επ' αόριστον παράτασή της. Τον ανθρωπισμό, που ωθεί στο να γίνει συντομότερος ο πόνος. Την κοινωνική χρησιμότητα του ατόμου (νέος ή γέρος, διάσημος ή άγνωστος, αξιοσέβαστος ή περιθωριακός) και το επιστημονικό ενδιαφέρον της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η απόφαση είναι απόρροια της σύγκρουσης αυτών των τεσσάρων λόγων. Παίρνεται πάντα in petto, χωρίς τη συμβολή του αρρώστου. Η ίδια η οικογένεια είναι συνένοχη και εγκαταλείπει, συνήθως, την πρωτοβουλία στα χέρια του γιατρού-μάγου - ακόμα κι αν αργότερα στραφεί εναντίον του." 
Ο Eco πέθανε. Όμως εκείνος αισθανόταν ακόμα καλά. Η είδηση του θανάτου του σημειοδίφη, που κάποτε τον είχε ενθουσιάσει με την ιδέα ενός σημειολογικού ανταρτοπόλεμου - πήγαινε καιρός που είχαν πάψει να τον ενθουσιάζουν οι ιδέες των διανοούμενων - του επανέφερε την ίδια ιδέα: Από το να σβήσει μέσα σε πόνους, διασωληνωμένος σε νοσοκομειακό θάλαμο, αφήνοντας τους δικούς του να υποκύψουν στην ιατρική μαγεία, ας έβρισκε κάποιον άλλον τρόπο. Μα ποιον; Θα δοκίμαζε να το γράψει. Θα έβαζε τον άντρα του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ να μαθαίνει ότι έχει καρκίνο. Και θάβλεπε πώς θα του έβγαινε. 


Αυτή η ιστορία δεν θα τέλειωνε ποτέ. Ουσιαστικά δεν θ' άρχιζε ποτέ. Το να λες, να γράφεις, έστω, ιστορίες είναι λυτρωτικό. Και για σένα και για τον ακροατή ή τον αναγνώστη. Ο τυφλοπόντιξ ελάλησε: Feed your head.






Αρκετά με τις ιστορίες.
Καιρός για blues.
Το blues για τα θρωπάκια
ήταν έτοιμο από μέρες.
Την επόμενη φορά,
στο μπλογκ.
Καληνύχτα.





Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016


πρόβατα και αρουραίοι







ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ

του Νίκου Φωκά, από τη συλλογή
Ο μύθος της καθέτου - 1981
(μονοτονισμένο)

Κουράστηκαν τα πρόβατα
Και πέσαν καταγής.

Πώς έσβησαν τα μάτια τους
Πώς ρέψαν τα κορμιά!

Πώς σάπισαν και μύρισαν
Οι σάρκες τους και πώς

Όταν σε βλέπουν να 'ρχεσαι
Κάνουν αντάμα μπε.

1973 





                        και
ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ



στο Άλογο του Τορίνο (2011)
του Ούγγρου Μπέλα Ταρ