Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr




Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

άντε και σάλτα



Καλά του τόπε
η καλή γριούλα
στη σκουριασμένη εξώπορτα:
όλα τα σχέδιά σου
πήγαν στράφι.
Κι όταν
και πού το ξέρει
τηνε ρώτησε, του μίλησε
γλείφοντας θρίαμβο μισό-
κλειστα τα δυο ματάκια:

g. courreges



Α, όλα κι όλα, τύπε,
σε μένα τη γριά το μάγκα
μην τον παίζεις.
Κάποτε που έκανες
τον δύσκολο της ρόδας
και σούλεγα θα πέσεις
θύμα της αχνισμένης μόδας,
μου καμωνόσανε
το ατίθασο το παιδαρέλι.
Γιομίσατε τους τοίχους στίχους·
γράφετε και με δέρνει σιχασιά.
Τυλίξατε τα χρώματα
σε διαφανή μεμβράνη
κι έγινε το λιβάδι μου
έγινέ ρημος.
Και σάπισε η καρδιά μου
σε κορνίζες πλεξιγκλάς.


Άντε και σάλτα τώρα
στα πόγκρεμα μαλλιά
της τρανς της ερωμένης σου,
της φαντασίας.
Άντε και σάλτα με το Ντίσνεϊ
και με τις Βουγιουκλάκες όλες
της επανάστασης.
Mουλώσαμε τους σκελετούς μας
στα βουνά, να λες εσύ στα έδρανα
για τα συμβάντα.
Άντε να μη.



Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη




Η πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη
στη Θεσσαλονίκη, στη συμβολή των οδών
Αμύντα, Πλάτωνος και Φιλίππου,
είναι θερινή κατοικία ενός άστεγου.
Ασήμαντη πλατεία, σαν κάποτε του ποιητή
την παρουσία σε κάθε της γωνιά.
Στα χρόνια τα μαθητικά
τη διέσχιζε πηγαίνοντας σχολείο.


Δεν είναι τόσο δύσκολο κανένας
στην πόλη ετούτη να διαθέτει
τα παραίτητα. Ο άστεγος
της πλατείας Μανόλη Αναγνωστάκη
έβαλε στο παγκάκι τα χαρτόνια,
πάνω τους μαξιλάρια μιας ξαπλώστρας,
δίπλα μια πλαστική καρέκλα
με δίχως πλάτη και με ποδαρικά μεταλλικά,
ένα καφάσι επίσης πλαστικό για κομοδίνο,
μια πράσινη πετσέτα πέναντι,
στο σκαλοπάτι του κτιρίου
με τα κατεβασμένα μόνιμα ρολά,
ένα ζευγάρι, τέλος, μπεζ σκαρπίνια.
Τα μεσημέρια φήνει τα σκαρπίνια
κάτω από τον ήλιο και
κάθεται στο απέναντι παγκάκι,
στη σκιά του σιωπηλού δεντρού.



Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως πέθανε πιτέλους.
Ένας μικρός, γυαλάκιας, με σάκα σχολική,
ψηλό παιδί, άφησε στο καφάσι ένα λουλούδι.
Κατέβηκεν η φοβισμένη συμπονετική
γειτόνισσα, που και να τον κοιτάξει
σιχαινόταν, έκλαψεν ώρες πλάι του.
Όταν εξύπνησε από τις φωνές της
στο μπαλκόνι, ένιωθε ακόμα
νέλπιστο το χάδι της στης κεφαλής
τις λαδερές του τρίχες.
Είχανε λιώσει, λέει, τα σανδάλια της
για ώρες βουτηγμένα σε δακρύων λίμνη.


Ο ποιητής περπάτησε
αυτούς τους δρόμους τους παλιούς
ανάμεσα σε σωριασμένα πτώματα.
Τους μίσησε άλλοτε και
τους αγάπησε μαζί· ατέλειωτα.
Η στορία της μικρής πλατείας
Μανόλη Αναγνωστάκη είναι μικρή, 
ετών ολίγων· δεν θα γραφτεί από τον άστεγό της 
ούτε από τα συνθήματά της που γρυλλίζουν: 
ολική άρνηση στράτευσης - ολική άρνηση φύλου. 
Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη 
δεν διδάσκεται για προκοπή στορία· 
μόνο, για τους βουλιμικούς ιδίως περαστικούς, 
σερβίρεται η αυτοεκπληρούμενη 
του ποιητή της ήττα. 




Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

la catastrophe


Έξω από το σεντόνι φαινόταν μοναχά το γόνατό της. Εκείνος κουτσόπαιζε στο πιάνο το Άσμα του Βιζυηνού. Κι ύστερα το Φάσμα του. Εκείνη κατάλαβε. Μα δεν μπορούσε κάτι περισσότερο να επιτρέψει. Αν ήθελε, μόνο το γόνατο. Εξάλλου το φιλί ενώνει πιο πολύ, δεν το λέει ο Χριστιανόπουλος; Μα το φιλί στο γόνατο δεν είναι υποταγή ούτε ισοτιμία. Είναι φετίχ ορεκτικό.  

- Σε πήρα να με πισκευάσεις 
- Και; Τι; Σε ξεχαρβάλωσα;
- Ακριβώς.
- Φτηνός, ρε Χριστιανόπουλε.
- Δεν σε είπα Μουσουλμανοπούλου.
- Βάλε για καφέ. 
- Δεν άκουσα τι λες.
- Χτες έλειπες όλη μέρα. Πού να γύριζες;
- Έλεγες να βγεις, να μη βγεις, ε;
- Ναι. Δεν βγήκα τελικά. Είχα μιαν εντυπωσιακή σύλληψη. Για την ακροτελεύτια θέση για τον Φόυερμπαχ. 
- Άντε πάλι με την επικολυρική αριστερά. Πόσο πίσω μας γυρίζεις. 
- Του Μαρξ τον κάθε τόμο ανοίγαμε...
- Όπως ανοίγατε τις γρίλιες του σπιτιού, υποθέτω. 
- Ο Μαρξ έκαμε το λάθος. Είπε ότι το θέμα δεν είναι να τον εξηγήσεις τον κόσμο, δεν αρκεί δηλαδή. Πρέπει να τον αλλάξεις. Ποιος; Οι φιλόσοφοι. 
- Ε, και;
- Ατόπημα πρώτον. Πλατωνικόν. Τι έλεγε στην Πολιτεία; Να βασιλέψουν οι φιλόσοφοι. Να. 
- Να να να να να.
- Ατόπημα δεύτερον. Το πήρανε χαμπάρι οι τεχνικοί της εξουσίας, της επιστήμης και του ημερονυχτίου και τα διέλυσαν όλα. Δεν αρκεί να εξηγήσεις τον κόσμο, λέει. Δεν αρκεί να βρεις τις βάσεις, τη δομή, τους δεσμούς του δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος. Τώρα οφείλεις να κάνεις μηχανική. Γενετική μηχανική. Να φτιάξεις μεταλλάξεις. 
- Ήταν αναπόφευκτο, βλάκα. Η ίδια η μοριακή αναζήτηση, η ίδια η μικροσκοπική οπτική  εντός, προδιέγραφε την εξέλιξη. Και ούτε καν. Όλα ξεκίνησαν όταν τα ομοειδή σου τα θρωπάκια επέτρεψαν στο μικρόβιο της αιτιολογίας να μολύνει την απόλαυση της παρατήρησης. Ένα όμορφο λουλούδι το χαζεύεις, το μυρίζεις, το χαϊδεύεις... Κι αύριο που θα ξαναπεράσεις θα ξανασμίξετε. Αλλιώς το χάζεμα γίνεται παρατήρηση και η μακροσκοπική παρατήρηση δεν φτάνει, οπότε το ξεριζώνεις, το κόβεις κομματάκια, το βάζεις κάτω από το στερεοσκόπιο και διασκεδάζεις μετρώντας τη διάμετρο των αγγείων του. Κι αύριο ξαναπερνάς και δεν είναι εκεί. Κι ύστερα παρανοείς εντελώς και λες θα φτιάξω χιλιάδες ολόιδια. Μας γάμησες τον ύπερο πρωινιάτικα. Βρίσκεσαι σε πλήρη σύγχυση.
- Τ' άνθη που μ' έχεις χαρισμένα δεν...
- Μαράθηκαν. 

Χτύπησε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Για πότε πετάχτηκε, ντύθηκε, ποδύθηκε δεν το κατάλαβε. Εκείνος θα έψαχνε πάλι στα βιβλία όπου παράχωνε χαρτάκια με ποιήματα. Δεν θα έβρισκε αυτό που έψαχνε. Θα έβρισκε άλλα. Ξεχασμένα. Που θα του φαίνονταν ασήμαντα. Όπως κι η ίδια η ζωή· καμιά φορά. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει από καιρό. Κι αυτός δεν πρόλαβε να δει τους ποιητές. Μονάχα τη φασματική τους πύκνωση και τα εγωπαθή τους ποσταρίσματα. 

Άντε να δω πώς θα σας νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές, μονολόγησε και στρώθηκε μπροστά στο λάπτοπ. Στις ματαιώσεις, πάντως, είναι μανούλα. Οι ματαιώσεις είναι οιδιποδίτσες με λευκές ποδίτσες λερωμένες από το ζελ των ομμαθιών που ξερίζωσαν εκπληρώνοντας την προφητεία και της τα προσφέρουν στα χέρια κι από τα χέρια χύνεται το ζελ κι αφήνει μιαν απαίσια μυρωδιά που εξοργίζει εκείνη τη γριά με το δρεπάνι μες στο κοιμητήριο πολιορκημένη από αναιδή ξερόχορτα. Ώπα: για να μην αποτρελαθώ μπαίνω σε μουντ ποιητού.

Κάπως έτσι διανθιζόταν το σαββατιάτικο φθινοπωρινό πρωινό. Με λουλούδια. Μέσα του παλλόταν το Χάθηκα του Μίκη σαν από παραμορφωμένο μαντολίνο. Κάποτε όλα παραμορφώνονται κι όλα μοιάζουν με καταστροφή. Μα κι η καταστροφή είναι σαν την χαρά. Προσωρινή. 








Την είπανε 
των ματαιώσεων μανούλα.
Εκείνες στρατιωτάκια μίλητα
τρεμάμενα της πρόσφεραν τα μάτια τους
στη γέλη της λατρείας διατηρημένα.


Στραβιό του φεγγαριού το στόμα
μοιρολογούσε το αδικοχαμένο θέρος.
Γρίνιαζε η γραία που θεριέψαν τα χορτάρια
και σκέπασαν τη μπλάκα της οικογενείας.
Σώπα μουρμούρισε η εκάστη.
Η σούρα σου λαχτάρησε
το αφράτο χώμα.


Πόσους αθρωπομορφισμούς
να ντέξει τούτο το φθινόπωρο.
Ε;




Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ο Μολυσμίδης



Στον αφαλό
ένα σκουλιάκι ξεγλιστρά.
Στήνει καυγά στο γέρο·
τονε φωτογραφίζει σαν ουρλιά,
του τρώγει λύτρα μη μποστάρει
τες φωτό και τονε πούνε ξεδοντιάρη·
τον πολυθρύλητο.


Εγώ, η σκουλκαντέρα κοκορδώνεται,
τραβώ τις νύχτες για του χάρου τη μασέλα,
δροσίζομαι ραχάτι μες στα σάλια.
Κάτι νεράιδες ετοιμόλογες,
που όλο συχνάζουν στις αγχόνες,
λένε πως έχουν αλλεργία στο σκοινί.
Ο Μολυσμίδης να ρυθμίζει τις θηλιές·
τι να κολλήσουν, πια, οι μελλοψόφιοι.
Κι ο Μολυσμίδης καρτερεί την προσφυγιά
να δει τι σόι μαδραγόρα θα ποδώσει.


Γδάρε τη μπέτσα της νυχτιάς μεντνάν.
Πάθε του δολιχόποδου τις σπηλιακές τρομάρες,
Οιδιποδάκο, που τον φώναξεν η χήρα,
ένα κορτσόπουλο γυμνό πάνω στα κάγκελα.



plastics-only




Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017


τον κοίταξαν




Κι όρμησεν η σιωπή
στην παγωνιά· κατακαλόκαιρο.

Το χώμα έσφιξε τη μυρωδιά.
Στρώθηκαν μόνες τους οι πέτρες·
σκεπάσανε με χρόνια
τις στραγγαλισμένες ηδονές.

Απομακριά λυχτούσαν τα σκυλιά
να βγάλουνε την υποχρέωση στη νύχτα.

Μήνυσε στους γειτόνους να σωπάσουν.
Η πλάση θρόιζε. Ένας ξεθάφτης
έτριβε με τη βούρτσα κόκκαλα.

Πού λιώσανε τα μάθια ντου.
Ήξερεν ότι δεν θα τάβλεπε ξανά·
μα όταν κοιτάχτηκε
τον κοίταξαν και του γελάσαν.


juergen-klauke





Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017


στα κόκαλα βαλμένη





πρώτη δημοσίευση
στη bibliotheque, στις 3 Αυγούστου 2017




άδικα
τις ματαιώσεις αντιπάθησες
καθώς διαρκώς επέστρεφαν
να βεβαιώσουν την ισχύ τους
όταν εσύ κοιμόσουνα
παντέρημος από νειρα


ξυπνούσες μίλαγες
άρχιζες σαν φιλόσοφος
τελείωνες σαν ποιητής
η ζέστη έστιβε τις πολυ-
σύλλαβες εξάρσεις
έσταζε ρείπια σύμβολα
νωχέλεια μελωμένα



ladrilho.tumblr


σε πόμπεψαν
τα πειραχτήρια της αγρύπνιας
στριφογυρνούσες με το πρόσωπο
σκισμένο από το αγκίστρι
η θάλασσα χαριεντιζότανε
στα πόδια σου
η μέρα παραφύλαγε
να δροσερέψει τα βραχνά τζιτζίκια
μες στην υπαίθρια κούραση
έσφιγγες τη γροθιά
έτρεμες σε χνώτων
άρρυθμων τις αντι-
παραθέσεις


κοιμήσου λίγο
ακόμα και θυμήσου
όπως κολλάν τα δέρματα
και δεν τα ξεκολλά
μήτε η μνήμη μήτε η λαχτάρα
τον ίδρωτα θυμήσου να τον στερεώσεις
του σταφυλιού τις σάπιες ρώγες
να δειπνήσεις βρίσκοντας
τη χαμένη πίστη
μέσα στα κόκκαλα
τα νίερα βαλμένη
το τέλος να πειλεί
με απαρχές

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

πάλιν απώλεσεν τα φρένας












Έπρεπε να επιστρέψω. Όφειλα στην ψυχή μου την κατατρεγμένη από των ανέμων τους μυκηθμούς, από τους γογγυσμούς των δένδρων, από των παραθύρων τους τριγμούς. Άκου· άκουγα τη βροχή ακατάπαυστη, δεν εσταμάτησε να βρέχει αυτό το καλοκαίρι, άκουγα τη βοή που έσερνε κραυγές από παιδιά που πνίγονταν κι από γυναίκες που τις βίαζαν, άκουγα τους αλαλαγμούς των παθιασμένων για την αποξήρανση εχθρών μου, των εχθρών του ποιητή. 

Μ' εμίσησεν η φύσις. Ήταν πιο στοργική για τα σκουλήκια, τις αράχνες και τις σαύρες. Σαν απωλέσουν πόδες και ουρές θα τους ξαναχαρίσει. Γράψανε στην Ακρόπολι ότι απώλεσα τας φρένας. Πώς θα ρυθμίσουνε ξανά το είναι μου, τη γαμημένη ομοιόσταση; Γύρισα πάλι εδώ, στο Δρομοκαΐτειο. Να περισώσω τα μοιραία, τα πεταλορροήσαντα, τα ποδοπατηθέντα άνθη. Η Μπετίνα πάντα θα λείπει. Αν είχε αισθήματα θα ήσαν λούλουδα. Τα εχάρισε και πια δεν έχει. Ίσως μονάχα αποξηραμένα. Μόν’ η καρδιά της δεν ’μπορεί να λυγισθή ν’ απαλυνθή· μόνο σ’ εκείνη την σκληρή ολίγ’ αγάπη δεν ανθεί!

Δεν συνδιαλέγομαι με τ' άνθη, όπως ο Λινναίος. Δεν τα ταξινομώ. Ετούτα που μου χάρισε δεν εμαράθηκαν ακόμη. Εχάσανε την ανθοσμία στα κλωναράκια τους ταχύτερα κι από την κουτοπόνηρη αμυγδαλιά. Κατακαλόκαιρο και βρέχει. Μα τη δροσιά δεν την κρατούν. Τ' άνθη εκάλυπτον το νεκρόν μου σώμα, έγραψε το Άστυ. Κι η Εστία πως μ' άνθη μ' έρραναν, αντί φίλων και συγγενών, οι απόκληροι τον νουν. Σ' αυτούς επέστρεψα. Μαζί να βρούμε τις μιμητικές μας παιδιές, την ποίηση, την μουσική και τον χορό. Μαζί να τα δροσίσουμε των λουλουδιών τα χείλια. Πλήρεις ανθέων και μύρων παυσιλύπων. Πάσχοντες νοσταλγία. Ολομόναχοι. Αυτοί κι εγώ. Ο Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Και ο παράγων Ψ, ο υπερφαλαγγίζων σερπετός κάθε λογής σπειροχαίτη. 








Τα δύο αποκόμματα είναι από τα φύλλα της 11.4.1892 και 12.4.1892 της εφημερίδας Ακρόπολις.
Τα άλλα αναφερόμενα πιο πάνω δημοσιεύματα αντλήθηκαν από την Ελληνική Αϋπνία του Μ. Φάις.
Το κάτωθι άσμα του Βιζυηνού περιλαμβάνεται στη συλλογή του Ατθίδες Αύραι.







Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

η κυρία Σκατόκε χαμένη στο σπιρτόκουτο



Ναι, έρχονταν στιγμές που ξεχνούσα όχι μόνο ποιος ήμουν, αλλά και πώς ήμουν, ξεχνούσα να υπάρξω. Τότε έπαυα να είμαι το κλεισμένο καβούκι στο οποίο χρωστούσα την τόσο καλοσυντηρημένη μου ύπαρξη αλλά έπεφτε ένα τοίχωμα και γέμιζα ας πούμε με ρίζες και ήμερους βλαστούς, με διχάλες ξερές από καιρό που σε λίγο θα καίγονταν, με το σχόλασμα της νύχτας και τον ερχομό της αυγής, κι ύστερα με το βογγητό του πλανήτη που σήκωνε πολλά στην καμπούρα του...


Μπέκετ, Μόλλοϋ (1951)
μτφ. Αλ. Παπαθανασοπούλου
εκδ. Ύψιλον, 1993





kefalonitikanea




στον Γιάννη Οικονομίδη



μην ομιλείτε
περί του χρόνου της ευθύνης
περί του της ενοχής χρόνου
περί του της σιωπής κλειδοκυμβάλων

μην ομιλείτε εις τους ομήρους
αφού

ο χρόνος έσφιξε τα κορδόνια
ο χρόνος έσκισε τη μύτη
ο χρόνος διαμελίστηκε στον βομβαρδισμό
ο χρόνος έσυρε την φρικιασμένη νιότη
ο χρόνος επυκνώθηκε σε πεθυμιές
ο χρόνος που τονε ποδοπατούσαν
λάφυρον επαράλυσεν
εμμενουάρ





medea







η κυρία Σκατόκε ζύγωσε
στον ακριβογιό τού ξέλυσε
τα κορδόνια τον ξεκάλτσωσε
μίλησε στο φορηλέφωνο
σου λέω πως κοιμάται
ο διάβολος νεκρός

φίλησε μιαν εικόνα
με δίχως περιεχόμενο
ή καμμένη

σκίσε τη μύτη ξανά
στρίγκλισε το ακουστικό
δεν συμμορφώθηκε
την ξαναφίλησε
της μύρισε λεβάντα
άκου, μαλάκα,

αυτό το κεφαλάκι
διαλύθηκε στον περσινό
βομβαρδισμό της συνοικίας
συγκόλλησα τα κομματάκια
γύρω από τον ζεστόν εγκέφαλο
τόπλυνα και το σκούπισα παλά
φυσώντας αίμα περσινό

μαλάκα







η κυρία Σκατόκε - Καρπούζη,
ομόηχος και, εικάζεται, ομοϊδεάτις
της κυρίας σκατό και καρπούζι
έχει την ιστορία της, κι αυτή



Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

tango



Καθώς άνοιγε την πόρτα, η καρέκλα παραμέρισε να περάσει. Έκανε θόρυβο, σαν ξύλινη καρέκλα που ήταν, κι όταν σταθεροποιήθηκε σήκωσε τους ώμους. Την είχε δει κι άλλοτε να σηκώνει τους ώμους, δεν ξαφνιάστηκε. Προχώρησε στα ποτά. Έβαλε μια τσικουδιά. Την κατέβασε κι έβαλε δεύτερη. Την κατέβασε και πήρε ένα κολωνάτο, έβαλε κόκκινο κρασί και κατέβασε μια γουλιά. Καλή γουλιά. Κοίταξε την καρέκλα, μετά το ποτήρι, πήρε ένα έτοιμο τσιγάρο και το άναψε. Τράβηξε μια καλή ρουφηξιά. Το άφησε να καίει στο τασάκι. 

- Κανείς δεν ξέρει, καρέκλα, μονάχα εσύ το ξέρεις τι είναι αυτό για μένανε το τάνγκο. Αν δεν ήτανε τόσο σκληρές οι γωνίες σου, θα σου ζητούσα να το χορέψουμε. Κανείς δεν ξέρει, μονάχα εσύ, τι είναι κάθε νότα, όπως εκείνες στο τέλος που κανείς ποτέ δεν θα προσέξει, δεν θα τους δώσει σημασία, είναι ασήμαντες, είναι ένα τίποτα αυτές οι τρεις επαναλαμβανόμενες νότες στο τέλος· όμως για σένανε, καρέκλα, σημαίνουνε πολλά. 




Francis-Bacon-1964



Τζούρα και γουλιά. Η καρέκλα έμενε ακίνητη. Θα δίνω, σκέφτηκε, τόπο στη σιωπή. Όλα τα λάθη είναι πέτρινα, βαριά. Μετά δεν τα σηκώνεις, να τα πιάσεις, να τα ρίξεις στα σκουπίδια, να τα ξεφορτωθείς. Σου μπαστακώνονται. Η καρέκλα είχε ιδρώσει. Ίσως κάποτε να την έσπαγε. Αν νευρίαζε πολύ, μπορεί. Άκου, καρέκλα, που μου κουνιέσαι όταν θες. Τώρα το λέω. Μία είναι η πραγματικότητα. Εσύ. Αν κουνιέσαι, κουνιέσαι. Πραγματικότητα είναι τα φαινόμενα, οι φαινότυποι και οι φαινόλες. Άκου τώρα το τάνγκο. Άκου και πες μου πώς να το βγάλω· γιατί αν δεν, θα μείνει μέσα μου και θα με τυραννά· όπως με τυραννούνε όλα τ' άβγαλτα. Μόνο που τα τραγούδια, όταν φτάνει ο καιρός τους, δεν αντέχονται άλλο. Τρελά τριβέλια γίνονται οι νότες στα μηλίγγια. Και σκάνε μες στο καύκαλο του πάθους τα φυσίγγια. Το τάνγκο χίλιες μπαλωθιές ματώνει μου την ώρα που τα λεπτά της κατοικούν σε παρονθούσα χώρα.









Σε διαδρόμους, σε ασανσέρ, σε υπονόμους
Ευκαιρίες για καταναλωτές και μπόνους
Πώς να σκιρτήσεις αν τη ζωή σου συναρτήσεις
Με σόσιαλ μίντια - λεξοτανίλ, ζανάξ
Καμιά γραμμούλα, πρωί – πρωί με την αυγούλα
Όπως αρμόζει μέσα έξω κι εναλλάξ.


Εξορμήσεις, παραδοσιακοί ξενώνες
Μονοπάτια, μέσα στη φύση ονειρώνες
Αχ, λίγη φύση, μακριά απ’ της πόλης το γαμήσι
Έστω για λίγο, ένα σουκού να ξεχαστείς
Κι ύστερα πάλι, ας γίνει οθόνη το κεφάλι
Δεν την παλεύεις· στη στροφή θα διχαστείς


Παρεούλες και για καφέ και για ποτάκι
Ασ’ τον Παύλο, αυτός θα πάει στο μπαρ του Τάκη
Στην εποχή μας κατάπιαμε την ενοχή μας
Μεταμοντέρνες τάσεις, κουίρ απόψεις, ε σα βά
Όλες οι απόψεις κονιορτός στην εσοχή μας
Συνθέτουν πλήρως της μιζέριας τον καμβά










Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017


επιτελώντας το καθάριο




νωπός ο πόνος κάνει τσαλιμάκια
κάτω από τις ασήκωτες σελίδες
στου σώματος την άστοργην αιχμαλωσία
δεν μπόραγε να κουδουνάει συναγερμός
στο υγρόστατο σκοτάδι που τραβούσε 
απρόσωπους κάθε λογής διαβάτες
και νοσοκόμες που ξεχάσαν τον ορό
στων τεχνικών που διέσυραν 
την άνοιξη τις κλίνες


όσα σκουπίδια 
μινιατούρες συμπιέστηκαν
στη διάφανη σακούλα μικροκάδου
προσποιήθηκαν πως οδηγούνται αναίσθητα 
στη ζούγκλα των διαστρόφ απορριμάτων
μιας γειτονιάς που ομοβροντεί
επιτελώντας το καθάριο


ακόμα μια
μερίδα της σαγήνης
τηνε μπουκώσανε



gregg segal





καιτοσχετικόνάσμαενστίχοις

σκουπίδια σκουπιδάκια μου και πού να σας κρεμάσω
να σας εχώσω πατητά στου δρόμου έναν κάδο

να σας ερίξω βιαστικά στου κάδου τη σαλάτα
να πάτε κουλουβάχατα στης γης μέσα τα σπλάχνα

να μείνουν τ' απορήματα στον τόπο μου και γιάιντα
τα χρόνια που 'ναι ασήκωτα σκουπίδια μόνο τρώγουν
σκουπίδια σκουπιδάκια μου στη μούρη μου σας φέρνω






Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017


αντίκτυπος του νου


Αἴφνης ἕνα πρωί, κατὰ Μάρτιον μῆνα, ἐνῷ ἐπλησίαζε τὸ Πάσχα, ἔρχεται ἀπὸ τὴν Κέρκυραν εἴδησις, καὶ τὴν ἀνέγραφον ὅλ᾿ αἱ ἐφημερίδες, ὅτι οἱ ἐκεῖ Ἑβραῖοι ἥρπασαν μικρὰν κορασίδα χριστιανήν, καὶ τὴν ἔσφαξαν· τῆς ἔπιαν τὸ αἷμα!…
Ἅμα ἤκουσεν ὁ μπαρμπα-Πούπης τὴν εἴδησιν, ὅτι εἰς τὴν πατρίδα του (ὅπου εἶχε τριάντα χρόνους νὰ πατήσῃ) συνέβη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἔγεινεν ἀμέσως πῦρ καὶ μανία ἐναντίον τῶν Ἑβραίων. Ὤ! νὰ εἶχεν ἕνα Ἑβραῖον νὰ τὸν πνίξῃ!…
Κατὰ συγκυρίαν, ἐκείνην τὴν στιγμήν, εἰσήρχετο εἰς τὸ καπηλεῖον ὁ Σάλβος… Ἰδοὺ εἷς Ἑβραῖος! Καὶ Ἑβραῖος μάλιστα ἐκ Κερκύρας, ἐκεῖθεν ὅπου οἱ ὁμόθρησκοί του ἔπραξαν τὸ ἀνοσιούργημα…
Ὁ μπαρμπα-Πούπης ἐγείρεται, σφίγγει τὰς πυγμὰς ἀπειλητικῶς, πάλλει ταύτας ἄνω καὶ κάτω κυκλοτερῶς, ὡς πρὸς πυγμαχίαν, καὶ ἐφορμᾷ κατὰ τοῦ Σάλβου.
― Μωρὲ σκυλί!…
Καὶ μπούπ! ἡ μία πυγμὴ κατέπεσεν εἰς τὸν ὦμον τοῦ Ἑβραίου.
Ὁ Σάλβος δὲν ἐπρόλαβε νὰ εἴπῃ: «Τί ἔχεις; τί ἔπαθες;» μόνον εἶπεν ὤχ! καὶ ὠπισθοχώρησεν. Ἡ δευτέρα πυγμὴ τοῦ Πούπη θὰ εὕρισκε παρ᾿ ὀλίγον τὸ στέρνον, ἀλλὰ κατέπεσεν εἰς τὸ κενόν. Ὁ Καρμάνης, ὁ κάπηλος, ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης, ὅστις ἔτυχε νὰ εἶν᾿ ἐκεῖ, καὶ δύο ἄλλοι, παρενέβησαν, καὶ ἀπεμάκρυναν τὸν Σάλβον, ἔξω τοῦ καπηλείου. Ὁ μπαρμπα-Πούπης ἤθελε νὰ τὸν κυνηγήσῃ εἰς τὸν δρόμον, ἀλλὰ μετὰ κόπου τὸν ἐκράτησαν.


[...]


Τὴν ἐπαύριον ἦλθεν εἴδησις ὅτι ὁ ὄχλος τῆς Κερκύρας εἶχε παρεκτραπῆ εἰς βιαιοπραγίας κατὰ τῶν Ἑβραίων. Τὴν τρίτην ἡμέραν ἡ ὀχλαγωγία εἶχε φθάσει εἰς βαθμὸν λίαν ἐπίφοβον. Τὴν ἄλλην ἡμέραν αἱ εἰδήσεις ἔλεγον ὅτι ἐνεργεῖται ἀνάκρισις ἰσχυρά. Τὴν ἑπομένην, ὅτι ἐξητάσθη τὸ πτῶμα τῆς σφαγείσης κόρης, καὶ εὑρέθη ὅτι ὅλον τὸ αἷμά της εἶχε ροφηθῆ δι᾿ ἀλλοκότου μεθόδου, δι᾿ ἀπειραρίθμων ἐντομῶν καὶ κοπίδων.
Τὴν ἐπιοῦσαν αἱ εἰδήσεις ἔφερον ὅτι συνελήφθησαν τινές, ὡς ὕποπτοι, ὅτι ἡ ἐξουσία μετὰ μεγάλης δυσκολίας κρατεῖ τὴν τάξιν… Ὕστερον ἤρχισαν ν᾿ ἀναγράφωνται συγκεχυμένα καὶ ἀντιφατικὰ πράγματα… Ὅτι ἡ νεκρὰ κόρη εὑρέθη ἐφθαρμένη, ὅτι ὁ θάνατός της δὲν προῆλθεν ἐκ σφαγῆς, οὔτε εἶχεν ἐκμυζηθῆ τὸ αἷμα της… Τέλος, ὅτι ἡ κόρη δὲν ἦτον χριστιανή, ἀλλ᾿ Ἑβραία…

www.corfu-museum.gr


Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ᾿ ἣν ἀνεγράφετο εἰς τὸν τύπον ἡ τελευταία αὕτη πληροφορία, ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης συναντᾷ τὸν Σάλβον, ὅστις ἐφοβεῖτο πλέον νὰ συχνάζῃ εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Καρμάνη ―ἐπειδὴ ὁ μπαρμπα-Πούπης θὰ ἔσφιγγε πάλιν τοὺς γρόνθους, ἂν τὸν ἔβλεπε―· τὸν συνήντησεν εἰς ἓν μικρὸν καφενεῖον εἰς τὸ ἄκρον τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ὁ Σάλβος, ὅστις ἐκάθητο ἐκεῖ, εἶδε τὸν Λύσανδρον διερχόμενον, ἐσηκώθη, καὶ τὸν ἔκραξε.
― Τί γίνεσαι, βρὲ ψυχή;
Ὁ Σάλβος ἀπήντησε μὲ τὴν ἔννοιαν, ὄχι ὅτι ἐφοβεῖτο, ἀλλὰ νά, διὰ νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν καὶ γίνεται σκάνδαλον, καὶ θόρυβος, δίδει τόπον τῇ ὀργῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξαναφάνη αὐτὰς τὰς ἡμέρας εἰς τοῦ Καρμάνη. Ὁ Λύσανδρος τὸν ἐκοίταξε καλὰ-καλά. Τοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰσραηλίτου ἔφερε διπλῆν ἔκφρασιν, εἶχε δύο ὄψεις σχεδὸν μαχομένας πρὸς ἀλλήλας. Ἐφαίνετο καὶ εὐχαριστημένος καὶ λυπημένος. Τὰ ὄμματά του συννεφῆ ὑπὸ τὰς ὀφρῦς καὶ περὶ τὰ βλέφαρα, εἶχον ὑγρόν τι καὶ συννεφῶδες, ἐνῶ τὸ στόμα του σχεδὸν ἐμειδία μετὰ πρᾳότητος.
Ὁ Σάλβος ἤρχισε νὰ τοῦ λέγῃ·
― Εἶδες;… τί σοῦ ἔλεγα ἐγώ;… Δὲν σοῦ εἶχα εἰπεῖ ἄλλοτε ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δὲν τὸ κάμνουν αὐτό, ποὺ τοὺς κατηγοροῦν… θυμᾶσαι τί σοῦ διηγούμην;
Ὁ Λύσανδρος ἔμεινε σύννους, προσπαθῶν ν᾿ ἀναπολήσῃ.
― Δὲν σοῦ ἔλεγα ὅτι ἡ μητέρα μου μιὰ φορά, ηὗρε ἕνα παιδὶ χριστιανόπαιδο, πεταμένο στὸ δρόμο;…
― Ποῦ;
― Στὴν Κέρκυρα.
―Ἔ;
― Καὶ ἀμέσως τὸ ἐπῆρε, καὶ τὸ παρέδωκε στὴ δημαρχία γιὰ νὰ τὸ στείλουν στὸ βρεφοκομεῖο, ἢ νὰ τὸ δώσουν σὲ παραμάννα;… Ἂν ἦτον ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ τοὺς κατηγοροῦν, τοὺς Ἑβραίους, ἡ μητέρα μου δὲν θὰ παρέδιδε τὸ παιδὶ ἐκεῖνο στὴ δημαρχία, ἀλλὰ…



abravanel

Ὁ Λύσανδρος ἐνθυμήθη τότε ὅτι, πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ἴσως πρὸ δύο ἐτῶν ἢ τριῶν, εἶχε γίνει πράγματι ἡ ὁμιλία αὐτὴ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Σάλβου. Ἀλλ᾿ ἐνθυμήθη ἐπίσης καὶ ποίαν ἀπάντησιν εἶχε δώσει τότε αὐτὸς εἰς τὸν Σάλβον. Εἶχεν ἀποκριθῆ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τεκμήριον, καὶ τοῦ εἶχεν ἀναπτύξει πῶς δὲν εἶναι.
― Τί θὰ πῇ; εἶχεν ἐρωτήσει ὁ Σάββας.
― Τεκμήριον θὰ πῇ, δὲν εἶναι βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἀπόδειξις, ποὺ νὰ μὴν ἀφήνῃ ἀμφιβολίαν… Διότι μένουν πολλὰ τὰ κενά, καὶ ἐνδοιασμοί, καὶ ἀντιρρήσεις.
― Ντούγκουε*, +++· δὲν καταλαβαίνω…
― Nά, διὰ νὰ καταλάβῃς· δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ μητέρα σου εὗρεν ἕνα χριστιανόπαιδο πεταμένο, κ᾿ ἔσπευσε νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν δημαρχίαν· καὶ εἶναι πολὺ ἀξιέπαινος, διότι τὸ ἔκαμε… Πλὴν αὐτὸ τὸ ἔθιμον τῆς σφαγῆς χριστιανοπαίδων παρ᾿ Ἑβραίοις, ἂν ἀληθεύῃ ―ἐγώ, ὅπως σοῦ εἶπα δὲν πιστεύω ποτὲ ν᾿ ἀληθεύη, καὶ τοῦτο χάριν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ― ἂν ἠλήθευε, θέλω νὰ εἴπω, πρῶτον δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ πῶς γίνεται καὶ πότε γίνεται ὅλος ὁ Ἑβραϊκὸς λαός, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία, δεύτερον, ἂν ἐγίνετο, θὰ ἐγίνετο, ὅπως λέγει ἡ πρόληψις ἢ ἡ φήμη, ἢ τέλος πάντων ὁ θρῦλος, ὁ μῦθος αὐτός, περὶ τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, καὶ τοῦτο, κατ᾿ ἐντολήν, καὶ διὰ κλήρου, ἢ ὅπως ἄλλως· καὶ προσέτι, ὄχι συχνά, ἀλλ᾿ εἰς τακτὰς ἐποχάς· καί, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, μία Ἑβραία ἥτις θὰ εὕρισκε ἕνα χριστιανόπαιδον ἐκτεθειμένον εἰς τὸν δρόμον καὶ θὰ τὸ παρέδιδεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς κοινότητος, θ᾿ ἀπετέλει, τὸ γεγονὸς αὐτό, βεβαίαν ἀπόδειξιν· ἠδύνατο μάλιστα νὰ εἶναι ἁπλῶς «στάκτη στὰ μάτια». Θὰ εἴπῃς ὅτι ὑπάρχει ἄρα κακοβουλία ἐκ μέρους τινός, ὅστις θ᾿ ἀνέλυεν οὕτω τὸ πρᾶγμα. Δυστυχῶς ἡ φήμη αὕτη, ὁ θρῦλος ἢ λαϊκὴ πίστις αὐτή, ὑπάρχει, μεταδιδομένη ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, καὶ ὁ ἐπιχειρῶν ἢ ἀναλύων ἢ ὁ συλλογιζόμενος οὕτω καὶ ζητῶν βεβαίαν ἀπόδειξιν, εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν, ἀκριβῶς διότι εἶναι ἀμερόληπτος· καθότι, ὅπως εἶπα, ὁ θρῦλος ὑπάρχει, δὲν τὸν ἔπλασα ἐγὼ οὔτε σὺ ἢ ἄλλος. Καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν ἀκριβῶς διότι ἐπιθυμεῖ νὰ εὕρῃ βεβαίαν ἀπόδειξιν, νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι μῦθος. Πρὸς τὸ παρόν, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, μόνον ****.
― Δι᾿ αὐτὸ σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἀνόσιον αὐτὸ ἔθιμον, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τοὺς Ἑβραίους, εἶναι μῦθος ― καὶ εἴθε νὰ εἶναι μῦθος. Λοιπόν…
― Λοιπόν; εἶπε καὶ ὁ Λύσανδρος.
― Λοιπόν, ἐπανέλαβεν ὁ Ἰσραηλίτης, τί σοῦ ἔλεγα… Ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ μικρὴ κόρη, τὴν ὁποίαν ηὗραν σκοτωμένην εἰς τὴν Κέρκυραν δὲν εἶχε σφαγῆ ἀπὸ Ἑβραίους διὰ νὰ τῆς πάρουν τὸ αἷμα, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ κόρη δὲν ἦτον χριστιανή.
―Ἀλλὰ τί ἦτον; ὑπέλαβεν ὁ Λύσανδρος· ἀληθεύει λοιπὸν ὅτι ἦτον Ἑβραιοπούλα;
― Ναί, ἦτον Ἑβραιοπούλα, καὶ τὴν εἶχαν σκοτώσει χριστιανοί, ἀπήντησε μετὰ πάθους ὁ Σάλβος, ὄχι διὰ χριστιανικοὺς σκοποὺς βέβαια, προσέθηκε μὲ πικρὰν ἔκφρασιν.
― Τί θέλεις νὰ πῇς;
― Ναί, ἦτον ἡ Ρουμπίνα, ἡ ἀνηψιά μου, τὸ πουλάκι μου, εἶπεν αἴφνης ὁ Σάλβος… τὴν εἶχαν βιάσει καὶ τὴν ἐσκότωσαν, ποὺ νὰ κρεμασθοῦν ἀνάποδα!…





agonaskritis




Απόσπασμα από το ημιτελές διήγημα "Αντίκτυπος του νου"
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη