Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016


Η ραπτομηχανή




Κάνε δουλειά στη μηχανή, της έλεγε, ν' ακούει τη μηχανή, να βρίσκει τον ρυθμό στους στίχους. Εκείνη δούλευε στη μηχανή αδιάκοπα, κι ας τηνε σούβλιζε η μασχάλη. Δεν περίμενε να πεθάνει πρώτος. Ούτε κι εκείνος το περίμενε. Η δική του αρρώστια, του προστάτου, είχε καλή πρόγνωση. Κι άρχισε να λιώνει σαν το κεράκι. Εκείνη στη δεύτερη μαστεκτομή δεν μπήκε στη διαδικασία να βάλει σιλικόνη στη θέση του κομμένου βυζιού. Αυτά τελειώσανε, του είχε πει

Δεν έκαναν έρωτα πια. Είχε πάρει την κάτω βόλτα, δεν μπορούσε, δεν άντεχε. Λίγο λίγο όμως άρχισε πάλι να την αγγίζει, να τη χαϊδεύει. Προς το τέλος της χάιδευε την ουλή. Εκείνη στην αρχή το ανεχόταν, τον λυπόταν. Έπειτα το είχε ανάγκη. Να της χαϊδεύει την ουλή, να τη φιλά στην ουλή. Δεν έγραφε πια ποιήματα. Μονάχα, στο άκουσμα της ραπτομηχανής, σκάρωνε κανένα δίστιχο σαν κι αυτό:

έζησα σαν υπόστεγο μη βρέξει και κρυώσεις
κι ας έπαψαν από καιρόν οι όπισθεν οι ώσεις



Και διάβαζε. Όταν μπορούσε διάβαζε. Μα εκείνην δεν την άφηνε. Να μην διαβάζεις, της έλεγε. Τα βιβλία τη βαραίνουν τη ζωή, η δική μου βάρυνε πολύ, ό,τι κι αν πω πρέπει να το ταιριάξω στα διαβάσματα, να το χωρέσω, να το εξηγήσω, να ταυτιστώ. Μα ετούτη η ταύτιση είναι αέρας, τίποτα. Μόνο μια ταύτιση υπάρχει, Λιλή. Όταν ακουμπάνε τα σώματα, όταν αδειάζει το κεφάλι από τις λέξεις, όχι όπως τώρα που σου μιλώ κι αυτές γινήκαν αλυσίδα στον σβέρκο.

Τον βρήκε πεθαμένο ένα πρωί, όταν ξύπνησε. Δεν θέλω να πεθάνω ξαφνικά, θέλω να τον καλωσορίσω τον θάνατο, της έλεγε. Τον υποδέχτηκες, τον καλωσόρισες, έρωτά μου, του ψιθύρισε. Κατέβασε το σώβρακό του και φίλησε τα κρύα αρχίδια του βρεγμένα με τα δάκρυά της




[φωτό: David Chim Seymour, Naples, 1957]



Τη μηχανή δεν την παράτησε. Είχε γεράσει μα ήτανε καλή στις επιδιορθώσεις. Ίσως κι εκείνος να την άκουγε και να ξανάφτιαχνε ποιήματα. Θα της τα διάβαζε όταν ξανάσμιγαν. Κάνε δουλειά στη μηχανή, άκουγε τη φωνή του, όσο πατούσε το πεντάλι. 








Πρωί, πολύ πρωί, εσηκώθη
και με τη ραπτομηχανή
στρίφωμα πόχτησαν οι πόθοι
ζωγραφισμένοι στο πανί.

Ο πόνος σάμπως να εγλυκάθη,
στριφώνει η ραπτομηχανή,
ήταν η ορφάνια, τόχε μάθει,
τρόπος να μένει ζωντανή.

Γραία, μην έχεις άλλην έννοια,
κάνε δουλειά στη μηχανή,
άπλωσε απάνω τα σουτιένια
στη μοναξιά την αχανή.

Εκείνος, πια, δεν θα φανεί.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου