Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜάΝ ΠΙΑ με το ΘάΝΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜάΝ ΠΙΑ με το ΘάΝΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ο τελευταίος άνθρωπος












- Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

- Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

- Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

- Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

- Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

- Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

- Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

- Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

- Ήμουν ξυπόλητος.

- Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

- Δεν απέτυχαν;

- Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

- Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

- Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

- Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

- Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

- … έσβησε.

- Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

- Πού χάθηκε;

- Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

- Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

- Είπες τα δικά σου.

- Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

- Μην αρχίζεις.

- Το ρίγος μου τους διαπερνά.

- Ο χρόνος μου τελειώνει.

- Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

- Είσαι αμετανόητος.

- Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

- Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

- Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

- Πράγματι…

- Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

- Τελειώνω.

- Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

- Κοντολογίς…

- Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

- … ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

- Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

- Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

- Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

- Θυμάσαι όνειρα.

- Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

- Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

- Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

- Είσαι τρελός.

- Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

- Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

- Σβήνω.

- Μας απαρνήθηκε.

- Εσένα. Σβήνω.

- Πού χάθηκες;

- …

- Πού χάθηκες, αστέρι;









◍◎◍◎◍◎◍









Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.













Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

και φως τ ανάστημά του



μπορούσες
να τραβήξεις από το μανίκι
γιγαντιαίους στίχους υπερπραγματικούς
που εκσπερματώνανε και ξαρματώνανε
τις φωλιασμένες στα ριζά
ιστοριούλες

όμως 
η κλίμαξ εκ σαρκός
ήτανε από πάντα εθνικόφρονη
καθόλα διαμαντένιος ο γαληνευτής 
ρωτούσε και ξαναρωτούσες
τόσο που εξελίχθηκε
σε σλόγκαν

:

ως πότε 
Πάλι κάργια
θα ζούμε με ρευστά
μηχανοποιημένα 
ειδύλλια

;

πόσος 
αλήθεια πέρασε καιρός
από τα τότε χρόνια χωρίς
συντέλεια να συντελεστεί ούτε
στου τσίλια το χαμένο 
πόρτο φόλι 

μας φάγανε
μας τρώνε ακόμα οι απορίες
για το άπλωμα παρεξαμπλόμ της θάλασσας 
που νοσταλγεί τη μήτρα των συννέφων
σε απέλπιδα χειμέρια
φουσκώματα

πόσος καιρός
καλέ μου γίγαντα
ώσπου στο τέλος να πεθάνεις
από φυράματ α πειλούμενος
από κακούς γειτόνους
έλλην λουόμενος
διαδικτύως

διότι
ας μην γελώμεθα
θα πρέπει ν α πειλείται 
ο πατριωτισμός· αλλέως
ξεθυμαίνει γιέα
ζμπιούμ φο
βού



./././././.



υπήρξες
κατά μίαν έννοιαν
μικρούτσικο κλωνάρι ακακίας
ίδιος αλλού ο θείος
πλάτων

υπήρξες
κατά έννοιαν άλλην
αθρωπινώς μεταλεγμένος
θορυβωδώς εθεθνικός
ματαίως γίγαντα
ποιητής


εξάλλου
είμεθα γιγάντων κόσμος
απαντάπασες 

αυτά







από μακριά
σιμώνει ωστόσο
το αγνώριμο τραγούδι
στους ουρανούς σκορπιέται
αργοτραμπαλιστό

:

ηχούν
φωνές από το χθες
στίχοι στροφές ορμούν ορδές
μαθές τεντώνουν τις χορδές
άκου τους φεύγουνε
πορδές




όμως
ο θάνας γίγαν
και τις κλανιές
τις καταργεί
αποστειρ
ωτικ
ώς

















αν δεν σ άρεσεν ετούτο
στα σίγουρα δεν θα σ αρέ

κι αυτό

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

πορδή στον καμπουράκο





όλο διστάζουν τα φτερά της πεταλούδας δεν πετά στον τοίχο λυπάται ο τοίχος χαίρεται το ταβάνι αδιαφορεί το πάτωμα είναι γλυκιά η κόλαση πεινώ θα τηνε φάω την κόλαση θα παραδοθώ στη θλίψη θα ξεμείνω από δόντια θα μου γαμήσεις την αύρα μην ακουμπάς μίλησες κατάστρεψες τον έρωτα δεν θυμάμαι τις άλπεις τη βενετία την ιερουσαλήμ δεν έχω ανάκαρα ούτε αλήθεια πέτρα γίνομαι πέτρωσα μην ακουμπάς ο αναπτήρας με καίει σε οδηγώ στον δρόμο που μαχαίρωσαν


λύκε λύκε είσαι στη στέπα ή εδώ;



στην πλάτη του ο άγγελος κοιτάζω απέναντί τους έχω τη χίμαιρα στην πλάτη κοιτάζω εμπρός το παρελθόν τους επιταχύνει πίσω τους το χθες βουίζει πνίγει τις ευσταχιανές μου σάλπιγγες μού διαβάζει μπωντλαίρ με ξεναγεί στο εικονικό παρίσι περιπλανιέται στις στοές του ονείρου αλλάζει διαρκώς σελίδες αλλάζει διαρκώς θέμα με τραβολογάει στη σκέψη του με ληστεύουν οι λέξεις του μαλακώνει το καύκαλο ρουφά τους ληστές του είναι λέει απροστάτευτος στη μαντεία οι καβαλάρηδες έχουν ονόματα ιππεύουν ονόματα για τον θεούλη ονοματίζουν με αρπάζουν στ ο νοματεπώνυμο λάσο


δεν είχα λαιμό στο πορτ μπου
δεν είχα χασίς είχα μορφίνη χάπια
δεν είχα ντόρα σοφία στέφαν μπέρτολτ φριτς
χάνα άρθουρ γιούλα ζωρζ άσια γκέρσομ ερνστ
δεν είχα πατέρα ούτε παλιατζίδικο
δεν άντεξαν τα πραύματα στα βλέμματα
και ξεχασίς διαλύθηκαν


πού πήγανε τα χρώματα το σέβας πώς ξέβαψε το κόκκινο στην πεταλούδα φυσώ τη μύτη στο μαντήλι αναρωτιέμαι  πώς πατσαβούρα έγινε ο πυρσός πού διαλύθηκε η αύρα ενόσω πάντα ο θάνατος στο φόντο της μαστούρας ήτανε πάντα εκεί

γ          δ
όσο γελώ φυτρώνουνε φτερά
οι απορίες γέμισαν με φυλλωσιές τον ουρανό
στο λούνα παρκ με σύριγγες ορμούν οι νοσοκόμες
στην κλινική της αθρωπότητας  που σβήνει
ο βάλτερ γίνεται λεπιδόπτερο
πετά στο μπραουχάουζμπεργκ
γκρεμίζονται ο άγγελος και η χίμαιρα
πίσω τους δεν υπάρχει


σηκώνω την κουβέρτα στη θύελλα δεν έχω δάχτυλα δεν έχω αποτυπώματα βυθίζομαι στα ονόματα βουβός σαν φύση αν δεν ήταν νεκρή θα ήταν θλιμμένη δεν ξυπνώ σηκώνω την κουβέρτα δεν μου χαρίζει ούτε βάζο ούτε στιλό ούτε σημειωματάριο αγγίζω τον αγκώνα του χαϊδεύω τα γυαλιά του        ν


ξυπνώ στου ονείρου τον ρυθμό
φορώ μουστάκι και γυαλιά    τα βγάζω
με προσοχή τ α φήνω στο κομό
σηκώνομαι αποφασιστικά θα υπερασπιστώ
κάθε σουλφαμιδόσκονη συνόρων
κραυγάζοντας από της ιστορίας το βουνό
στους αδειανούς κάμπους του χρόνου
θα ροβολήσω έντρομος λεπιδολόγος
στο σπίτι της τσατσάς της ιστορίας
θα ξεκοιλιάσω τα ρολόγια της προόδου
θα κατασκίσω τα ημερολόγια
που άλαλα στα φύλλα τους βρομάνε
τα ξεραμένα χύσια των θαμώνων
μετά θα σφίξω λίγο ακόμα την κοιλιά
στην ανυπόφορη σκιά
που στο λιμάνι ξεγλιστρά
που όλο στρίβει στα σοκάκια
εκεί θε να πονέσω θε ν α φουγκραστώ
του καμπουράκου την ανάσα γιατί μάθε
δεν είναι αυτή ωδή όχι όχι
στον βάλτερ μπένγιαμιν δεν μπόρεσα
μάσκα της σκέψης νεκρική δεν φόρεσα
μπόρεσα μόνο μια πορδή
στον καμπουράκο





BNF




το ποίημα 
walter b. ή πορδή στον καμπουράκο
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 20
του ποιητικού σκεύους και όχι μόνο ΤΕΦΛόΝ

πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε
το τεύχος 21

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

πουλιά

α, να κι εκείνα τα πουλιά
που είχαν κρυφτεί στη βιβλιοθήκη

στις 2 Απριλίου 2019
φωλιάσαν στη Bibliothèque








σαν θα πεθάνω δεν θα σκαμπάζω γρυ 
για τους σχηματισμούς τους μαγικούς 
που κάνουν τα πουλιά 
στους ουρανούς


θα ξέρω 
άλλα χρησιμότερα
πεπειραμένος κάτοχος 
των τεχνικών του ακινδύνως ζην
πάντοτε συνεπής στις προθεσμίες 
που όταν εκπνέουν ακόμα ξεφυσώ 
ανακούφης


αν τύχω και τη χειριστώ 
την προθεσμία την τελειωτική 
πριν από εκείνονε τον ρόγχο
θα μισανοίξω το ένα μάτι
κι ίσως να δω από το παράθυρο 
μαύρα πουλιά εκατοντάδες 
σ ε ναλασσόμενους σχηματισμούς 
σάμπως να στήνουνε χορό 
για τον αποχαιρετισμό


μα εκείνα θα έχουν άλλους λόγους 
έτσι να πετούν που να μαγεύουν τους αθρώπους
αδιαφορώντας για θανάτους σαν και τον δικό μου
αδιαφορώντας για της αδιαφορίας την αγένεια
ενόσω η καταδίκη της βαρύτητας 
στο πονεμένο στήθος μου
θα σβήνει




graciela iturbide



Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

παρόλα αυτά



Η επόμενη πρόταση περιέχει σπόιλερ για το Happy End του Haneke (2017) .


Στην τελευταία ταινία λοιπόν του Αυστριακού σκηνοθέτη η μικρή Εύα βοηθάει τον παππού της ν’ αυτοκτονήσει πέφτοντας με το αναπηρικό καροτσάκι στη θάλασσα· και καταγράφει τη σκηνή στο κινητό της. Το καθήκον της καταγραφής μιας εικόνας ή μιας σκηνής είναι το νέο συλλογικό καθήκον του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Είναι σχεδόν ντροπή σήμερα να μην καταγράψεις και πιθανότατα να μην διαμοιράσεις αυτό που σου άρεσε και θα μπορούσε να αρέσει και πολύ περισσότερο αυτό που σε εντυπωσίασε και θα μπορούσε να εντυπωσιάσει.

Η μικρή Εύα ενσάρκωσε στη μεγάλη οθόνη τον νέο τύπο προκυβόργιου. Όλο και λιγότερο οι άνθρωποι ζουν αυτό που συμβαίνει αφού είναι απασχολημένοι με την απαθανάτισή του: είτε πρόκειται για συναυλία είτε για ηλιοβασίλεμα είτε για τα πρώτα βήματα του μπέμπη είτε για τον χορό της κοιλιάς της. Μερικοί τυχεροί θα πιάσουνε λαυράκια. Στην περίπτωση της δολοφονίας του/της Ζακ Κωστόπουλου / Zackie Oh η καταγραφή της με κινητό έκλεισε τα στόματα των περισσότερων που θα αναπαρήγαγαν το παραμύθι του γκέι πρεζονιού επίδοξου ληστή.

Όπως στον πίνακα του Gaugin οι καλόγριες κι ο ιερέας της Βρετάνης παρακολουθούν αμέτοχες την πάλη του Ιακώβ με τον άγγελο, όπως στη Γένεση παρακολουθούσαν αμέτοχες την πάλη του οι δυο γυναίκες του, οι δυο δούλες του και οι έντεκα γιοι του, έτσι και οι παριστάμενες στο φονικό τουης Ζ. κοιτούσαν ή κατέγραφαν άναυδες το φουσκωμένο ποτάμι του εκφασισμού της καθημερινότητας να πνίγει οριστικά τη δυσάρεστη φωνή τουης. Το 2018 o big brother έχει παραδώσει τη σκυτάλη στους αμέτρητους μικρούς αδερφούς του νέου πανοπτικού - του έμψυχου πολυπανοπτικού. Την ίδια στιγμή, σ’ ένα ευρύ πολιτικοκοινωνικό περιθώριο της πολυπανοπτικής πανδαισίας λειτουργεί ο ενοποιητικός μηχανισμός του εξιλαστήριου θύματος όπως τον περιέγραψε ο Girard.

Αν αναποδογυρίσουμε το 18 γίνεται 81. Τότε, τον προηγούμενο αιώνα, ο Κυριάκος Σφέτσας κυκλοφόρησε τον δίσκο “Στο δρόμο” με μουσική του πάνω στις απαγγελίες ποιημάτων της Κατερίνας Γώγου από την ίδια. Το τελευταίο της β ΄ πλευράς, που λέγαμε, ήταν το “Θα ’ρθει καιρός”, που ήταν και το τελευταίο της δεύτερης συλλογής της Γώγου “Ιδιώνυμο” που είχε εκδοθεί την προηγούμενη χρονιά, το 1980. Η ποιήτρια καλούσε τη Μαρία να φυλάξει σε μια φιάλη με νερό λέξεις όπως “απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός” μέχρι να έρθει, όπως διαβεβαίωνε με τον μελαγχολικό μεσσιανισμό της, ο καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονείς κι οι άνθρωποι θα μιλάνε με χρώματα και νότες. Αν δεν είχε αυτοκτονήσει στα 53 της, ίσως σήμερα, στα 78 της, θα υποσχόταν στη Μαρία πως θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουνε φύλο.

Προς το παρόν τίποτ’ άλλο. Μόνο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στη σελίδα “Artists for Zak Kostopoulos”.








κοίταζα γύρω
έψαχνα για το τεράστιο μάτι
είδα ματάκι α μέτρητα ν α νοιγοκλείνουν όλο
είδα την εύα τη μικρή από του χάνεκε το χάππυ έντ
να περιστρέφεται ολούθε να ζουμάρει
στα μάτια του αιθέριου πολυπανοπτικού
των αθηνών
και να
τι θέλω τώρα να σας πω
στη χώρα ελλάδα μέσα στο κέντρο της αθήνας
λιώσανε στο κλωτσίδι έναν άθρωπο
δολοφονήσανε μιαν άθρωπη γιατί όπως βάδιζε
το βρήκαν εύκολο το σκέφτηκαν και πρέπον
όλα εντάξει δηλαδή εξόν που οι κάμερες
δεν κάνουν διακρίσεις στο τι γράφουν
θεμελιώδης νόμος του πολυπανοπτικού
μάλιστα λέν πως άμα γράψουν φόνο
παγώνουν προς στιγμήν οι οθόνες
μιανής το χέρι κάηκε
από του θάνατου
την παγωνιά
η ζάκι-ο δολοφονήθηκε ως γνωστόν
στις ψυχ οθόνες του πολυπανοπτικού
κάποιοι το κάναν ποίημα τραγούδι θα γενεί
μια ντραγκ κουίν εφάγανε μίαν ιθαγενή
σμίξανε οι αναρχικές με τις ελτζιμπιτούδες
σμίξανε ασφυξίες συμβατικές στης ακαμψίας
της καθημερινής τους αλγορίθμους
άλλες θρηνούν άλλες το πλαίσιο καθορίζουν
άλλες μαζεύουνε καινούργιες λέξεις
για το μπουκάλι που άφησε η γώγου
πιστεύουνε πως θάρθει κάποτε καιρός
που θα διαλέγουν φύλο τα παιδιά
δίχως τη στάμπα του απροσάρμοστου
που θα ξεβάφει με τον εξευτελισμό μαζί
στης ιστορίας τα μελλοντικά βιβλία
παρόλα αυτά
ζακ








Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

σαυρωθείσα τε υπέρ ημών




στης άλαλης οργής την απειλή
στις μύτες που ξυπόλητη γυρνά
πνίγοντας την καπνιά χαράματα
σαύρα ποτέ δεν ρίγησες

μέτρησες με τα βλέφαρα
αφιόνι τον σφυγμό
έτριψες φύλλα στην ουρά νεκρά
παραιτημένα έντομα
τα έλιωσες στη γλώσσα



ώσπου
άκουσες εκείνη τη φωνή

βασίλισσα δεν είσαι σαύρα
τη δυστυχία του σκήπτρου
δεν την έπαθες ο εγκέφαλός σου
ξεφλουδάει από μνήμες

θα ξεψυχάς και θα γελώ
θα πέψω τον τελάλη
να διαλαλήσει ουφ ψόφησε
η βασίλισσα το αίμα της ζεστό
φτύνεται στα χορτάρια
χοροπηδάνε οι πέτρες
θρυμματίζονται μαθαίνουν


γδύσου από τώρα σαύρα
μπας και γλιτώσουν τα ουρλιαχτά
οι μιμητές θα ξεκολλάν φολίδες
σκυλιά θα τρων κομμάτες τη στολή
το αίμα θα καυλώνει τους μνηστήρες
θα σπαρταράς για έλεος
στο τέλος που μισούσες
στο τέλος των εννοιών βασιλομήτωρ
θα μείνει μόνο σκέτη στάχτη εξόν αν έχεις
αφήσει κάπου μια στερνή χοντρή κουράδα





πόσο κοινότοπα όλα βασιλιά
για τις βασίλισσες του σαυρικού βασίλειου
μα πώς δεν έστειλες ορμήνια
στο έκτακτο συμβούλιο τελετών
οι τελετόσαυροι θα μελετήσουνε
τη διαθήκη της μα εσύ
θα είχες δώσεις την κατεύθυνση
έστω ένα ναι ή ένα όχι για τις λέξεις
που ζήτησε στην πλάκα να σκαλίσουν


κι αν ήμανε βασίλισσα
τάφους πολλούς εσύλησα
τωράηρθεν η σειρά μου
ορεχτικό η νουρά μου




το συμβούλιον συνήλθεν 
άνευ οδηγίας




ο ψυχόσαυρος αποκάλυψε ότι
εντός της έβριθε οργάνων
εικάζω και ευελπιστώ ο σαυροδικαστής
να επιβεβαιώσει να επιβιώσει ούτως ειπείν
ότι είχε όργανα πολλαπλά
έναν τετράχωρο έναν δίχωρο
και έναν απλό στόμαχο
ίσως ενδεχομένως πιθανόν
να άλλαζαν διαρκώς τα όργανα
όψη και λειτουργία ίσως
ήτο προσωπικότης δύσκολη
ο σαυροδικαστής μας ασφαλώς
θα καταστήσει το σώμα άνευ οργάνων
θα το παραγεμίσει βάμβακα
αλίμονον αν έχασκε
το ξύγκι της θα το φυλάξει
άλεσμα των οστών δεν συνίσταται
υπήρξε εν κατακλείδει θύμα
των παρορμήσεών της
το όριό τους διέβη
ωσάν να έστρεφε το τόξο της ζωής
που θάνατο χαρίζει
κατεπάνω της

η διάσημη σαυρουργός
βραβευμένων σαυρουργημάτων
σάνχελι άρχισε θα είμαι σύντομη
αναφερόταν στην αιωνιότητα
θα πω λιγότερα από το βυζανιάρικο
θυμούμαι βλέπετε τον συνάδελφο δάντη
ορίστε μου το πλαίσιο του επικηδείου
να σαυρουργήσω για τη βασιλίννα

αυτά δεν είναι πράγματα σοβαρά 
αποφάνθηκε ο αρχιτελετόσαυρος
στα τελευταία της η βασίλισσα
βιούσε εις οξείαν ασυναρτησίαν
παρουσίαζε την εαυτήν της ως βασίλιννα
ερωτοτροπούσε μετά του διονύσου
εν τέλει δεν ήτο βασίλισσα
το αίμα της δεν ήτο κυανούν
δεν ήτο άλλωστε ψυχρόν
δεν άντεξε φωτιά
ποτέ δεν έσβησε φωτιά
εφοβείτο
στον θρόνο ανερριχήθη
κωλοσαύρα
και τι
τα ντάρταρα εδιάβηκεν
ησύχους μας αφήκε



το συμβούλιον απεφάνθη
η πλαξ θα μείνει ασκάλιστος 
ανέπαφος κενή





πόσο κοινότοπα όλα ετούτα βασιλιά
για τις βασίλισσες του σαυρικού μαρτύριου
αν είχαν ύπνο αθώο θα πέθαιναν αθώα
ίσως πεθαίνουν από μόνες τους φορές
τι σημασία ποιο χέρι κράτησε μαχαίρι
βαρέθηκε η ψυχή της τη ζωή της
δεν είχε φύλο καν ούτε καν φίλους

το γάλα της ομοψυχιάς
χύθηκε ηδονικά στην κόλαση
τώρα περνά ο θηρευτής
των φτερωτών νυμφών
αν αύριο τρεις φορές πεις βασιλιά
όλα τελειώνουν σήμερα αφού
όσα δεν έχουν γιατρικό
πρεπό να λησμονιούνται




Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

la catastrophe


Έξω από το σεντόνι φαινόταν μοναχά το γόνατό της. Εκείνος κουτσόπαιζε στο πιάνο το Άσμα του Βιζυηνού. Κι ύστερα το Φάσμα του. Εκείνη κατάλαβε. Μα δεν μπορούσε κάτι περισσότερο να επιτρέψει. Αν ήθελε, μόνο το γόνατο. Εξάλλου το φιλί ενώνει πιο πολύ, δεν το λέει ο Χριστιανόπουλος; Μα το φιλί στο γόνατο δεν είναι υποταγή ούτε ισοτιμία. Είναι φετίχ ορεκτικό.  

- Σε πήρα να με πισκευάσεις 
- Και; Τι; Σε ξεχαρβάλωσα;
- Ακριβώς.
- Φτηνός, ρε Χριστιανόπουλε.
- Δεν σε είπα Μουσουλμανοπούλου.
- Βάλε για καφέ. 
- Δεν άκουσα τι λες.
- Χτες έλειπες όλη μέρα. Πού να γύριζες;
- Έλεγες να βγεις, να μη βγεις, ε;
- Ναι. Δεν βγήκα τελικά. Είχα μιαν εντυπωσιακή σύλληψη. Για την ακροτελεύτια θέση για τον Φόυερμπαχ. 
- Άντε πάλι με την επικολυρική αριστερά. Πόσο πίσω μας γυρίζεις. 
- Του Μαρξ τον κάθε τόμο ανοίγαμε...
- Όπως ανοίγατε τις γρίλιες του σπιτιού, υποθέτω. 
- Ο Μαρξ έκαμε το λάθος. Είπε ότι το θέμα δεν είναι να τον εξηγήσεις τον κόσμο, δεν αρκεί δηλαδή. Πρέπει να τον αλλάξεις. Ποιος; Οι φιλόσοφοι. 
- Ε, και;
- Ατόπημα πρώτον. Πλατωνικόν. Τι έλεγε στην Πολιτεία; Να βασιλέψουν οι φιλόσοφοι. Να. 
- Να να να να να.
- Ατόπημα δεύτερον. Το πήρανε χαμπάρι οι τεχνικοί της εξουσίας, της επιστήμης και του ημερονυχτίου και τα διέλυσαν όλα. Δεν αρκεί να εξηγήσεις τον κόσμο, λέει. Δεν αρκεί να βρεις τις βάσεις, τη δομή, τους δεσμούς του δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος. Τώρα οφείλεις να κάνεις μηχανική. Γενετική μηχανική. Να φτιάξεις μεταλλάξεις. 
- Ήταν αναπόφευκτο, βλάκα. Η ίδια η μοριακή αναζήτηση, η ίδια η μικροσκοπική οπτική  εντός, προδιέγραφε την εξέλιξη. Και ούτε καν. Όλα ξεκίνησαν όταν τα ομοειδή σου τα θρωπάκια επέτρεψαν στο μικρόβιο της αιτιολογίας να μολύνει την απόλαυση της παρατήρησης. Ένα όμορφο λουλούδι το χαζεύεις, το μυρίζεις, το χαϊδεύεις... Κι αύριο που θα ξαναπεράσεις θα ξανασμίξετε. Αλλιώς το χάζεμα γίνεται παρατήρηση και η μακροσκοπική παρατήρηση δεν φτάνει, οπότε το ξεριζώνεις, το κόβεις κομματάκια, το βάζεις κάτω από το στερεοσκόπιο και διασκεδάζεις μετρώντας τη διάμετρο των αγγείων του. Κι αύριο ξαναπερνάς και δεν είναι εκεί. Κι ύστερα παρανοείς εντελώς και λες θα φτιάξω χιλιάδες ολόιδια. Μας γάμησες τον ύπερο πρωινιάτικα. Βρίσκεσαι σε πλήρη σύγχυση.
- Τ' άνθη που μ' έχεις χαρισμένα δεν...
- Μαράθηκαν. 

Χτύπησε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Για πότε πετάχτηκε, ντύθηκε, ποδύθηκε δεν το κατάλαβε. Εκείνος θα έψαχνε πάλι στα βιβλία όπου παράχωνε χαρτάκια με ποιήματα. Δεν θα έβρισκε αυτό που έψαχνε. Θα έβρισκε άλλα. Ξεχασμένα. Που θα του φαίνονταν ασήμαντα. Όπως κι η ίδια η ζωή· καμιά φορά. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει από καιρό. Κι αυτός δεν πρόλαβε να δει τους ποιητές. Μονάχα τη φασματική τους πύκνωση και τα εγωπαθή τους ποσταρίσματα. 

Άντε να δω πώς θα σας νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές, μονολόγησε και στρώθηκε μπροστά στο λάπτοπ. Στις ματαιώσεις, πάντως, είναι μανούλα. Οι ματαιώσεις είναι οιδιποδίτσες με λευκές ποδίτσες λερωμένες από το ζελ των ομμαθιών που ξερίζωσαν εκπληρώνοντας την προφητεία και της τα προσφέρουν στα χέρια κι από τα χέρια χύνεται το ζελ κι αφήνει μιαν απαίσια μυρωδιά που εξοργίζει εκείνη τη γριά με το δρεπάνι μες στο κοιμητήριο πολιορκημένη από αναιδή ξερόχορτα. Ώπα: για να μην αποτρελαθώ μπαίνω σε μουντ ποιητού.

Κάπως έτσι διανθιζόταν το σαββατιάτικο φθινοπωρινό πρωινό. Με λουλούδια. Μέσα του παλλόταν το Χάθηκα του Μίκη σαν από παραμορφωμένο μαντολίνο. Κάποτε όλα παραμορφώνονται κι όλα μοιάζουν με καταστροφή. Μα κι η καταστροφή είναι σαν την χαρά. Προσωρινή. 








Την είπανε 
των ματαιώσεων μανούλα.
Εκείνες στρατιωτάκια μίλητα
τρεμάμενα της πρόσφεραν τα μάτια τους
στη γέλη της λατρείας διατηρημένα.


Στραβιό του φεγγαριού το στόμα
μοιρολογούσε το αδικοχαμένο θέρος.
Γρίνιαζε η γραία που θεριέψαν τα χορτάρια
και σκέπασαν τη μπλάκα της οικογενείας.
Σώπα μουρμούρισε η εκάστη.
Η σούρα σου λαχτάρησε
το αφράτο χώμα.


Πόσους αθρωπομορφισμούς
να ντέξει τούτο το φθινόπωρο.
Ε;




Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

ο Μολυσμίδης



Στον αφαλό
ένα σκουλιάκι ξεγλιστρά.
Στήνει καυγά στο γέρο·
τονε φωτογραφίζει σαν ουρλιά,
του τρώγει λύτρα μη μποστάρει
τες φωτό και τονε πούνε ξεδοντιάρη·
τον πολυθρύλητο.


Εγώ, η σκουλκαντέρα κοκορδώνεται,
τραβώ τις νύχτες για του χάρου τη μασέλα,
δροσίζομαι ραχάτι μες στα σάλια.
Κάτι νεράιδες ετοιμόλογες,
που όλο συχνάζουν στις αγχόνες,
λένε πως έχουν αλλεργία στο σκοινί.
Ο Μολυσμίδης να ρυθμίζει τις θηλιές·
τι να κολλήσουν, πια, οι μελλοψόφιοι.
Κι ο Μολυσμίδης καρτερεί την προσφυγιά
να δει τι σόι μαδραγόρα θα ποδώσει.


Γδάρε τη μπέτσα της νυχτιάς μεντνάν.
Πάθε του δολιχόποδου τις σπηλιακές τρομάρες,
Οιδιποδάκο, που τον φώναξεν η χήρα,
ένα κορτσόπουλο γυμνό πάνω στα κάγκελα.



plastics-only