Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠόΜέΛΟΥς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠόΜέΛΟΥς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016


μες στης σκλαβιάς τα κάλλη





έζησα σαν και όλα τάλλα τα θρωπάκια
στις κεκαυμένες τις ερήμους και στις κόχες
τις αδιαπέραστες από παλιό σεντέφι
που με γκολπώνανε σαν ήμαν ένας άλλος
με αναπνευστήρα για τις ώρες που κανένας
δυάρα δεν έδινε κανένας για τα μένα

έζησα λέφτερος από τη λεφτερία
και σκλάβος έζησα μες στης σκλαβιάς τα κάλλη
έστησα διάφορα χορό στην ευφορία
να τηνε βγάλω σαν αργούσα στην ευθύνη
και με συντρόφεψαν οι σκέψεις του ιδρώτος
καλή παρέα όσο και νάναι είναι μου ήταν

παρουσιαστηκάρμ σε χώρους και χορούς και
ξεπικοινώνησα σα να μανε κωθώνι
και συφιλιώθηκα με τύπους ψοφασίστες
τρομοκρατήθηκα εν τοιαύτη περιπτώσει
ήμουν μικρός μικρός παρέμεινα στα χρόνια
που κατανάλωναν στιγμή στιγμήν εμέναν
τώρα ποιος ξέρει τι στο διάβολο σκαρώνει
η απαγοήτεψη της μυγδαλιάς ποιος ξέρει
τι θα ζυμώσει στον υπόλοιπο τον βίο
στη λεκανίτσα της η συρφετώδης μοίρα
που αναταράζεται σε κρότους παρονθόντος
και μου αραδιάζει το λοιπόν το τάχα μέλλον

κανείς δεν ξέρει μοναχά τούτο το ποίμα
σαν όλα τάλλα με ρωτά και με ανακρίνει
δεν το βαρέθηκες το ίδιο το βιολάκι
να δειάζεις στίχους δεκατρύλλαβους στα δίχτυα
και να ψαρεύεις το μηδέν στον βάλτο μέσα
δεν το βαρέθηκες βλακέντιε τόσα χρόνια;

Σάββατο 18 Απριλίου 2015


μανάκι μου αποθάναμε




la-tenebreuse-[klee-thinking]




καθότουν ανακούρκουδα για να υπολογίσει
πόσο μετράει στο θάνατο του άνθρωπου η φύση

μετράει για τους εζωντανούς του είπενα πουλάκι
που γούσταρε για νάκουγε σκεβρομπαγλαμαδάκι

για μας που αποθάναμε διόλου δεν μετράει 
άστις μετρήσεις δηλαδή ή όπως λεν ντοντράι




Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες
(σονέτο)




                                                                  ~ κατά τας γραφάς ~




Άδειο κεφάλι στεγανό. Γλομπέ φαλάκρα.
Εγκληματίες, τρομοκράτες, φασισμός.
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.
Φτέρουγες σκέπασαν κατά συνθήκην άκρα.


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες γνήσια δημοκρατικές. 
Σ' έχουν προβλέψει όλες οι στατιστικές. 
Το κράτος πάντα προστατεύει την τιμή σου. 


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες και βιάσου. 
Ήρθε ο καιρός να δοκιμάσεις αν χωράς 
στο δρόμο που έτρεχες μικρό παιδί σαν ήσουν. 


Ίδρωτες βρέχει, θα λερώσουν την προβιά σου, 
να μοιάζεις έντομο αστικής παραφοράς. 
Άργησες μάλλον. Έρχονται να σε ρυθμίσουν. 











Τρίτη 30 Απριλίου 2013


(σ)κατά διαόλου



... υπηρέτει δε προθύμως και τας ευλαβείς κυρίας, τας προσερχομένας εις τον ναόν ίνα εκκλησιασθώσι με τα καπέλα των, με τα πτερά των, με τες μυρωδιές των, με τα ριπίδιά των, διασχίζων συχνά τους στοίχους των, προσφέρων εις αυτάς καθίσματα, ακούων τα ευχαριστώ των, και ποτέ έως τώρα δεν ημάρτησεν, ειμή δια της ακουσίας επαφής της γινομένης εν ημέραις μάλιστα συρροής κόσμου, όπως την Μεγάλην Εβδομάδα, και εις άλλας εορτάς. Εκείναι δε εφαίνοντο τόσον αθώαι, τόσον αγναί, και τόσον αδιάφοροι! Προφανέστατα, ουδ' υπώπτευαν καν το ότι υπό το ράσον του μοναχού ήτο δυνατόν να κρύπτηται σαρκική τις ορμή. Και αι πλείσται δεν δυσηρεστούντο δια την ακουσίαν επαφήν, και όλαι σχεδόν δεν απέφευγον τον προς τους άνδρας συγχρωτισμόν. 


Ο καλόγηρος την εσπέραν εκείνην ήκουε τι του έλεγαν αι δύο αδελφαί μάλλον με τους οφθαλμούς παρά με τα ώτα. Εκοίταζε τα χείλη δι’ων εξήρχοντο αι λαλιαί, τα εκοίταζεν ως να ήθελε να ροφήσει τας λέξεις και να γλείψει και τα χείλη, εξ ων απέρρεον. Του εφαίνετο ότι αι λέξεις εκείναι είχαν σημασίαν άλλην, άρρητον, όχι την εκφραζομένην, την κοινήν. Απήντα δε εική, διά κοινών τόπων και μονοσυλλάβων. Αι δύο αδελφαί εφαίνοντο σχεδόν ωραίαι υπό το φως της λυχνίας. Της μιας μάλιστα, της νοστιμούλας, έλαμπε το ύπωχρον χρώμα, το ηλιώδες και μελιχρόν. Και αι δύο είχον γίνει ζωηρότεραι διά της συναναστροφής και διά του ολίγου οίνου. Έπειτα αι διάφοροι κινήσεις των μυώνων του προσώπου, τα μειδιάματα, αι γέλωτες, αι στάσεις, και αι χειρονομίαι, επί πάσι δε το ατημελές της οικιακής περιβολής, όλα συνέτεινον εις το να φαίνωνται άλλαι, αγνώριστοι. Η μεν Ελπινίκη είχε τας ωλένας γυμνάς μέχρι του αγκώνος κι εφόρει λεπτόν, λευκότατον σάκκον, της δε Κατίνας, της νοστιμούλας, έτυχε να λείπει το επάνω κομβίον του λευκού περιστηθίου της, το δε υποκάμισόν της ήτο άνευ περιλαιμίου, και εντεύθεν εφαίνετο γυμνός ο τράχηλός της και μέρος του στήθους της.



 



Και ένθεν και ένθεν αυτής αι δύο κορασίδες εγίνοντο αμυδραί, αόριστοι, ητμίζοντο, ελάμβανον ύπαρξιν ονειρώδη, μετεμορφούντο όλως. Και μετ’ ολίγον επεφαίνοντο φύουσαι μικρά πτερύγια εις τους ώμους, αι χείρες των εγίνοντο άφαντοι, οι λαιμοί των ελεπτύνοντο, εμηκύνοντο, τα πρόσωπά των ωξύνοντο, εγίνοντο ρύγχη, μετεμορφούντο εις δράκοντας απειλητικούς. Και εις το μέσον των η γραία μετέβαλλε πάλιν μορφήν, ήνοιγε το στόμα της ως φρέαρ, τα μέλη του σώματός της εξηλείφοντο, εγίνετο όλη στόμα, στόμα χάσκον και έτοιμον να καταπίει. Αυτή ήτο η πύλη της Κολάσεως, κι εκείναι οι δύο δράκοντες οι αγρυπνούντες μη τις των αμαρτωλών εξέλθει της Γεέννης.







Tου Παπαδιαμάντη, βρε, το Καλογεράκι
ίδρωνε όταν σίμωνε το καλοκαιράκι.
Ήθελε τα χείλη από κοπέλες δυο να γλείψει·
τυραννία ο έρωτας και πηγάδι η θλίψη.


Όμως δεν την άντεξε, βρε, ο Σαμουήλης·
φρίσσει στην επέλαση της βρωμιάρας ύλης.
Ύλη από την Κόλαση, σκούληκας στο χώμα,
Πύλη της Κολάσεως χάσκει σ' ένα στόμα.


Όπου φύγει έφυγε, βρε, ο πατερούλης
στ' Άγιον Όρος τράβηξε, γέλια ο Ζερζεβούλης.
Έτσι ο Διάολος νίκησε του κορμιού το πάθος:
το φυλάκισε ξανά εις το όρος Άθως.


ή 


Αν δεν φας σκατά διαόλου,
τότε πας κατά διαόλου.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013


πλιζτουμίτγιου






Ήταν ανέκφραστος, καλοντυμένος, η γραβάτα ανέμιζε, φυσούσε, ο δρόμος άδειος, τον είδα από μακριά. Είχα το ποδήλατο, λίγο πριν είχα κόψει στο περίπτερο, ήταν ένα περιοδικό, "Πέντε επώνυμοι αποκαλύπτουν: Το διαδίκτυο με κατέστρεψε". Ήταν ανέκφραστος, σκούρο γκρι κουστούμι, σκούρα μπλε γραβάτα. Σκεφτόμουν την ανάρτηση για τους ληστές, που θ' ακολουθούσε εκείνη για τους Κλέφτες και τους κλέφτες. Οι Ληστές του Hobsbawm, το κεφάλαιο για τους Χαϊδούκους, η αναφορά του ιστορικού στον Χρήστο Μηλιόνη, το διήγημα του Παπαδιαμάντη για τον αρματολό, η μετάφραση του Παπαδιαμάντη στην Ιστορία του Φίνλευ κι η αναφορά στους Κλέφτες, το δημοτικό του Μηλιόνη, ο θάνατός του, ο Ευαίσθητος Ληστής του Χατζιδάκι, ο Γκάτσος και οι Παναγιές του, η εκτέλεση του Παυλίδη. Τι νόημα έχουν όλα αυτά, τι νόημα έχει πάλι να τα μπλέξω - σκεφτόμουν, ως συνήθως. Ποια μάταιη υπόθεση τραβολογάνε οι μοναχικοί μου κόποι. Δεν ξέρω. Το διαδίκτυο δεν με κατέστρεψε, ίσως με καταστρέφει αργά· βουβά. Στο ποδήλατο τραγουδούσα λίγο πριν, ένα ποδηλατικό αυτοσχέδιο, απ' αυτά που δανείζονται μουσικές, σ' αυτό είχα δανειστεί το Τρελό Παιδί του Χατζιδάκι, να τηρείται ο εσωτερικός ρυθμός...


Τρελό παιδί κι εγώ, μέσα στη γκλάβα
οι σκέψεις κόχλαζαν όπως η λάβα...
Τώρα η γκλάβα μου, αν τη στίψεις,
σταγόνες προϊούσας σήψης.

Μα κι αν ξεράθηκε στα χρόνια η γκλάβα,
θα είναι πάντα των ματιών σου η σκλάβα...
Κι η γκλάβα μου πεταλουδά...
Κι η γκλάβα μου πεταλουδά...


Δεν κρατούσε χαρτοφύλακα, κρατούσε ένα άδειο μπιτόνι σαν να κρατούσε χαρτοφύλακα. Έφτασε σ' ένα βενζινάδικο, θα είχε μείνει με το αυτοκίνητο, περίεργο για την εμφάνισή του, δεν μένουν εύκολα από βενζίνη τέτοιοι τύποι, όμως η ζωή κάποιες φορές γίνεται καταιγιστικά απρόοπτη  και ξεχνάς τα καθημερινά. Σκεφτόμουν ότι στο ποδήλατο δεν πρέπει να κάνω σκέψεις που με παρασύρουν μακριά από τον δρόμο, την κίνηση, σκεφτόμουν τον τίτλο στο περιοδικό, τι καταστροφή να προξένησε το διαδίκτυο στους επώνυμους, καλά, οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, έχουν δηλαδή καταστραφεί, η λέξη καταστροφή έχει καταστραφεί, ο τύπος είχε φτάσει στο βενζινάδικο κι έβαζε βενζίνη στο μπιτόνι. Για την ακρίβεια, βενζίνη έβαζε ο μελαμψός ξένος, ο Πακιστανός, ας πούμε, ο τύπος πήρε έκφραση, έκφραση μίσους, ο Πακιστανός φοβήθηκε, έκανε μισό βήμα πίσω, το μπιτόνι το κρατούσε ο τύπος, ο Πακιστανός κρατούσε την κάνουλα, ο τύπος τού άρπαξε την κάνουλα, άνοιξε το στόμα του, η βενζίνη έτρεχε μες στο στόμα του, ξεχείλιζε, έμοιαζε να πνιγόταν, έκανε κινήσεις εμετού, ο Πακιστανός του τραβούσε το χέρι, ο τύπος είχε στρέψει το κεφάλι ψηλά, ο Πακιστανός φώναζε νόου, νόου, όχ-ι, όχ-ι, ο τύπος πνιγόταν, αυτό κράτησε δευτερόλεπτα γιατί η ροή σταμάτησε, κάποιο κουμπί θα πάτησαν μέσα απ' το κατάστημα. Έξω δεν είχε βγει κανείς, γουάι, γουάι, ο Πακιστανός κουνούσε το κεφάλι, ανακουφισμένος  πάντως, ο τύπος έβγαλε ένα πενηντάρικο, ο Πακιστανός έβγαλε να δώσει ρέστα, ο τύπος γύρισε την πλάτη κι έφυγε χωρίς το μπιτόνι. 

Είχα μείνει άγαλμα πάνω στο ποδήλατο, είχα κατέβει απ' τη σέλα, κρατούσα το τιμόνι, τον κοίταζα. Δεν με είχε δει. Κανέναν δεν έβλεπε. Ήταν συντριμμένος, το κουστούμι ήταν βρεγμένο από βενζίνη, προχώρησε λίγα μέτρα και σταμάτησε, κάθησε στο πεζοδρόμιο, έβγαλε μια φωτογραφία, θα είναι γυναίκας, σκέφτηκα, ξέσπασε σε λυγμούς, έβγαλε το πακέτο, έβγαλε τσιγάρο, αναπτήρα, φώναξα ΜΗ!... Δεν είχε καταλάβει ότι θα λαμπάδιαζε, άρχισε να στριφογυρνά, να τρέχει μια δεξιά, μια αριστερά, βγήκε ο Πακιστανός, τράβηξε το πλυστικό, εκείνος ούρλιαζε χωρίς νόημα, ούρλιαζε κι όταν τον έπαιρνε το 166, θα πρέπει να ήταν κάπου κοντά, έφτασε σε πέντε λεπτά, όλη την ώρα τον τριγύριζαν περίεργοι, εκείνος είχε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια και ούρλιαζε, τον κοίταζαν ώσπου τους απομάκρυνε η σειρήνα. 

Ήμουν βέβαιος πως η ζωή ήταν ένα ποδοπατημένο λάφυρο θανάτου. Ξεκίνησα με το ποδήλατο, πέρασα μπροστά απ' το σημείο που ο τύπος είχε αρχίσει να καίγεται. Θα πρέπει να είχε πετάξει τη φωτογραφία μακριά για να γλιτώσει τη φωτιά, ήταν μισοκαμένη, μια γυναίκα χαμογελούσε κι έδειχνε μπροστά, ψηλά. Χάζευα. Ως συνήθως χάζευα. Πέρασα στην αριστερή πλευρά του δρόμου ξέχασα να ελέγξω, άκουσα πάλι ουρλιαχτά, αυτή τη φορά ήταν φρένα βαριού οχήματος, ένιωσα να καίγεται η πλάτη μου· και τίποτ' άλλο. 

Στο νοσοκομείο, όταν μπόρεσα να μιλήσω, ζήτησα να μου φέρουν το περιοδικό. "Πέντε επώνυμοι αποκαλύπτουν: στο δικαστήριο τα αντέστρεψε". Άρχισα ν΄αμφιβάλλω αν ο τύπος με το μπιτόνι υπήρξε ποτέ. Λες να είχα κιόλας πεθάνει; Ζήτησα ένα βιβλίο. Μου έφεραν ένα του Μπατάιγ, για τον Νίτσε. Προσπέρασα τα εισαγωγικά, το Προοίμιο άρχιζε έτσι: Αυτό που με υποχρεώνει να γράφω, φαντάζομαι, είναι ο φόβος μην απογίνω τρελός. Είχα καταλάβει τι μου συμβαίνει. Ζούσα. Ζήτησα χαρτί και μολύβι. Άρχισα να γράφω:


- Επιτρέψτε μου να συστηθώ, ελπίζω να μαντεύετε την ανυπαρξία μου, είναι σχεδόν υπαρκτή, εννοώ δεν θα καθυστερήσει υπερβολικά η επίτευξη του εκ γενετής στοχασθέντος κενού, εννοώ τη μετάλλαξη του κρέατος σε ανάμνηση.
- Εννοείς τον βαρύ τον σύρτη της σιωπής.
- Εννοώ το παράλογο. 
- Αν άλογο καβαλικέψεις, θα νιώσεις πιο ελεύθερος. 
- Δεν τόξερα πως έχεις μέτρο την ελευθερία να μετράς.
- Όλα μετριούνται. 
- Αν είσαι βλάκας, ναι. 
- Οι βλάκες δεν γνωρίζουν να μετρούν. 
- Φύγε από μπρος μου να διαβώ τη λησμονιά. 
- Μα, ήμουν πίσω σου και γύρισες εσύ. 
- Μεταβολή αν κάνω, πάω να γκρεμιστώ. 
- Μη με ξαναρωτήσεις, είμαι εσύ. 
- Αν είσαι εγώ, δείξε μου το σημάδι. 
- Θα σου το δείξουνε μια Κυριακή στον Άδη. 
- Ω, Μαρξ, θυμήσου με μια Κυριακή.
- Ω, σαρξ, με μια θυμήσου Κυριακή, οι πόθοι σου μουσκίδι.
- Να κλείσω γιατί μπάζει;
- Τα γνωστά. Τελευταίοι στίχοι. Πρέπει με κάποιον τρόπο τέλος να δοθεί. 
- Δοθίην. Απαύγασμα βαναυσότητας. 
- Η φύση δεν χλευάζει. 
- Αδιαφορεί. 







Χαμογέλασα χωρίς παράπονο: η ματαιότης είναι σοφισμικέ επινόηση

Ουτοπιστί (ούτω πιστοί). 





Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

κατά μόνας

απαράβατος κανόνας
ονειρέψου κατά μόνας

παραβάτη δεν γνωρίζω
δεν πασχίζω δεν αθροίζω.

κατά μόνας τους χειμώνας
χειριστής παλιάς πομόνας

δωσ' της κλώτσο να τυλίξει
του φθινόπωρου την πλήξη

να χιονίσει αγάπη άχνη
στ' όνειρ' όποιου τηνε ψάχνει






το ανωτέρω εσπούδασα εν τω σπηλαίω κοράκου
η δε σπουδή σπουδαιότητος έτυχεν μεγιστάτης:


Ονειρέψου κατά μόνας: απαράβατος κανών.
Ως ταινία βραβευμένη εις το φεστιβάλ Καννών,
περί βίου ακανθοσπάρτου κορασίδων ορφανών,
ας κυλήσει η ζωή σου.

Λογικέψου τους χειμώνας: έτερος βαρύς κανών.
Εις τον στόχον μην εισέλθης παγερών τινών καννών
στρεφομένων ίνα πλήξουν, είθισται των αφανών,
την ασήμαντη ζωή σου.


Portland Cello Project - the Dream Transformation, Death and Birth



Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Sufi Soul


Έπεσε Παναγιά πολλή, Μαντόνα, ω Μαντόνα·
και η Μαντό τραγούδησε σούφι ρουμί σανσόν. Α!



Μια παλιά, αδημοσίευτη από το Νοέμβρη του 2011, ανάρτηση
καλοκαιριάτικα




ΔΕΡΒΙΣΗΔΕΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ
Δέκα δερβίσηδες μπορούν να κοιμηθούν κάτω από μια κουβέρτα· 
όμως δυο βασιλιάδες δεν μπορούν να βασιλεύουν σε μια χώρα.
Ένας ευσεβής άνθρωπος μπορεί να φάει το μισό ψωμί του 
και να δώσει το άλλο μισό στους δερβίσηδες. 
Όμως ένας βασιλιάς, αν κι έχει ένα βασίλειο, 
θέλει να κυριεύσει τον κόσμο.


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΙ Ο ΔΕΡΒΙΣΗΣ
Ένας άνθρωπος ονειρεύτηκε 
πως ένας βασιλιάς πήγε στον παράδεισο
και πως ένας δερβίσης πήγε στην κόλαση.
«Πώς είναι δυνατό αυτό;» μονολόγησε.
Τότε μια φωνή ακούστηκε να λέει:
«Ο βασιλιάς πήγε στον παράδεισο, 
επειδή σεβάστηκε τους δερβίσηδες·
ο δερβίσης πήγε στην κόλαση 
επειδή συμβιβάστηκε με τους βασιλιάδες».


Η ΚΑΤΑΧΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η κατάχτηση του κόσμου απ’ άκρη σ’ άκρη,
αξίζει λιγότερο από μια σταγόνα αίμα πάνω στη γη.



του περιπλανώμενου δερβίση Σεΐχη Σααντί του Σιράζ (1184-1291).



Ahmad al-Tuni- Alam


Δέκα δερβίσηδες μαζί κάτω από μια κουβέρτα.
Κουράστηκαν, πλαγιάσανε, κοιμήθηκαν αβέρτα.

Κάποιος διαβάτης ευσεβής τούς βρήκε να πεινάνε
και το μισό του το ψωμί τούς έδωσε να φάνε.

Φτωχός δερβίσης έτρεχε πίσω απ’ τους βασιλιάδες·
στην κόλαση τον ρίξανε γι αυτούς τους τεμενάδες.

Δερβίσηδες σεβάστηκε μόνο ένας από δαύτους
και πήγε στην Παράδεισο. Στ’ άλλα βασίλεια, κλαύτους.

Πάντα καθένας βασιλιάς θέλει να κυριέψει
όλο τον κόσμο. Τη ζωή, έτσι θαρρεί θα κλέψει.

Μα η σταγόνα του αίματος το χώμα που ποτίζει
απ’ την κατάχτηση της γης περσότερον αξίζει.




Ercan Irmak Tekbir

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012


γαμώτ...





Το γιατί το σπείρανε και δεν το θερίσανε. Μ' αυτή την παροιμία θ' αρχίσω κάποτε μια, όσο μπορώ, σφαιρική περιήγηση στο γιατί, αυτή την αναιδή ερώτηση που μόνο η μνήμη μπορεί ν' απαντά. Τη ιδέα μού την έβαλε μια αναφορά του Πρίμο Λέβι στο Αν αυτό είναι ο άνθρωπος, που παραθέτει ο Ολιβιέ Ραζάκ στην Πολιτική Ιστορία του Συρματοπλέγματος (εκδ. Βάνιας 2008 - μτφ. Διον. Παπαδουκάκης) :


Ο Πρίμο Λέβι διηγείται ότι τη μέρα της άφιξής του στο Άουσβιτς, καθώς προσπαθούσε να σβήσει την ακόρεστη δίψα του γλείφοντας ένα κομμάτι πάγου που είχε ξεκολλήσει από την άκρη ενός παραθύρου, ένα κάπο όρμησε και του το άρπαξε. Όταν του ζήτησε το λόγο, "Warum?" ("Γιατί;"), ο κάπο απάντησε, συνοψίζοντας μ' αυτό τον τρόπο τον άλλο κόσμο που αντιπροσωπεύει το στρατόπεδο, "Hier ist kein warum" ("Εδώ δεν υπάρχει γιατί"). Ομοίως, στο Μπούχενβαλντ, μια ομάδα νεοφερμένων ρωτούν ανήσυχοι τον κάπο τους για την κατάσταση ενός συντρόφου τους, ο οποίος υποδείχθηκε για μια μεταφορά που θα ήταν σίγουρα μοιραία για αυτόν. Ο κάπο, γελώντας, απαντά χωρίς κακία: "Εδώ δεν υπάρχουν άρρωστοι· υπάρχουν μόνο ζωντανοί και νεκροί".

Η παιδαγωγική του "όλα είναι δυνατά" ξεκινά πάντοτε από το "Εδώ...", δηλαδή από το εσωτερικό των συρματοπλεγμάτων. Οι κρατούμενοι πρέπει να εξηγήσουν στον νεοφερμένο ότι οι εκδη- λώσεις της αυθαιρεσίας των SS θα τον κάνουν γρήγορα να χάσει το σώμα και την όψη του ελεύθερου ανθρώπινου όντος που διατηρεί ακόμη. Πρέπει να του εξηγήσουν ότι από τη στιγμή που είναι πίσω από τα συρματοπλέγματα δεν είναι πια ένα ανθρώπινο ον αλλά κάτι λιγότερο από ζώο, ένα απλό σώμα, ένα κεφάλι (Kopf), ένα κομμάτι (Stück), προορισμένο στην καλύτερη περίπτωση να πεθάνει αργά.
     
Το σπαρμένο μα αθέριστο στο Άουσβιτς γιατί, εκεί, πίσω απ' τα συρματοπλέγματα,  δεν υπήρχε. Έμενε αναπάντητο για όσο καιρό απορούσε μέσα στο κεφάλι του κρατούμενου. Για όσο καιρό. Πάντα αναπάντητο. Όταν είσαι ένα σώμα - πράγμα, ένα κομμάτι, σχεδόν ένα κομμάτι σαπούνι, δεν γίνεται να ρωτάς γιατί. Όταν δεν γίνεται να ρωτάς γιατί, δεν γίνεται να έχεις μνήμη. Γιατί το γιατί χρειάζεται τη μνήμη για να περιληφθεί σε μια συγκροτημένη ερώτηση. Πολύ περισσότερο, δε, για να πάρει μιαν επεξεργασμένη απάντηση. Αλλιώς, δεν είναι παρά ένα ψευτο-γιατί, ένα γιατί έτσι.


    
     


Τα αναπάντητα γιατί κρατάνε κι έναν αιώνα... Όχι απαραίτητα επειδή ενταφιάστηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όπως εκείνο το γιατί κλαις, για το παραπονιάρικο, που έμεινε κοντά αιώνα αναπάντητο στην καρτ-ποστάλ στο Μέγα Λαϊκό και που επανενεργοποίησε την αδρανή ιστορία για τα γιατί.
     




Γιώργος Παπάζογλου, γιος του Βαγγέλη και της Αγγέλας





και το σήμερα, γαμώτο,
στο ίδιο γαμημένο μότο:



Παραπονιάρικό μου, γιατί δε μου μιλάς
κι όλο να φεύγεις θέλεις, στη λύπη να κυλάς;

Πες μου γιατί, ρωτάω, δεν αποκρίνεσαι. 
Αίνιγμα είσαι που κλαίγει, ποτέ δε λύνεσαι.

Μπαίνεις στην αγκαλιά μου, μα έχεις τη σκέψη αλλού.
Όταν γελάς, χαζεύω το πίρσιν του αφαλού.

Παλεύω όλα τα χρόνια για να σ’ ευχαριστώ.
Μα εσύ με κατακρίνεις, δήθεν πως απιστώ,
δια να με παιδεύεις σαν τον Ιησού Χριστό.






    

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

ανθρωπιά: χοιρινά λουκάνικα
για την έλευση του θεανθρώπου

  



Πώς σφάζεται το κάθε πράμα. 

     Το αρνί το πιάνει, το ρίχνει κάτω, το πατάει και το σφάζει. Του κόβει το λαιμό με ένα μαχαίρι. Σπαρταράει κάπου περίπου δέκα λεπτά. Μόλις του κόβει το λαιμό το κρατάει με το πόδι δυο τρία λεπτά για να ξεθυμάνει και μετά σπαρταρούσε στη γης μοναχό του. Μετά το φουσκώνει για να το γδάρει. Αυτό γίνεται από το φουσκωτή ο οποίος του ανοίγει τα όπισθεν για να το πάρω εγώ, να είναι ανοιχτό να το γροθιάσω. Με το χέρι γροθιά έτσι, το γροθιάζω και του βγάζω το τομάρι όλο. Και εδώ στο στήθος ρίχνουμε πέντε, έξι, οχτώ μαχαιριές γιατί δεν βγαίνει αλλιώς. Βγαίνει το τομάρι του ακέραιο, το βάζαμε στο τσιγγέλι, έμενε έτσι, μετά το βάζαμε πάρα κάτω να το πάρει ο άλλος μάστορας, αν υπήρχε, να το ξεκοιλιάσει. Να του βγάλει τις βρώμες, τα άντερα, τη χολή, τα κάτουρα από τη φούσκα και τελείωσε. Τα κατσίκια, τα ίδια κι απαράλλαχτα. 

     Τα βόδια τα παίρναμε απ' τη μάντρα και τα πηγαίναμε στο σφαγείο, τα δέναμε σ' έναν χαλκά εκεί, μέχρι να 'ρθει η ώρα να τα σφάξουμε. Μόλις έρθει η ώρα, το 'παιρνα το βόδι, το 'δενα  εκεί στο χαλκά που είναι για το σφαγείο να το σφάξουμε. Το χτύπαγα από πάνω απ' τα κέρατα με το μαχαίρι, έπεφτε κάτω. Στο σβέρκο. Το δίνουν μια μαχαιριά κάτω απ' το κεφάλι, εκεί που η σπονδυλική στήλη συνδέεται με το μυαλό. Πέφτει το πράμα κάτω σκοτωμένο. Έπεσε κάτω, είναι σκοτωμένο. Μερικά σπαρταράνε. Ύστερα το γυρίζεις ανάσκελα και του κόβεις το λαιμό. Και αφού το λοιπόν ξεκόψεις, έχεις μακαράδες, σκοινιά, που χτυπάνε τα ποδάρια του τα πισινά και περνάνε μια τσιγγέλα μεγάλη και το κρεμάνε απάνω ψηλά να το ανοίξουνε την κοιλιά, να βγάλουνε τον πατσά και τις βρώμες. Και το καθαρίζουνε. Μετά βγάζουνε το τομάρι. Αυτό θέλει γδάρσιμο με το μαχαίρι, όχι φούσκωμα, και μετά το σχίζουμε με την τσατίρα εις τέσσερα - δύο μπούτια, δύο πλάτες - κι είναι έτοιμο για το χασάπικο, να το κόψει ο τεζακιάρης στο τεζάκι, να το πουλήσει λιανικώς. Τεζάκι είναι το μέρος που κρεμάνε τις φέτες επάνω στα τσιγγέλια και έχει και το κούτσουρο. 

     Τα στραγγίσματα πέφτανε στο πάτωμα που είχε μια τρύπα και από κει φεύγανε τα αίματα στη θάλασσα. Εγώ τότες κυνήγαγα τα παντελόνια τα ναυτικά που ήταν καμωμένα από κάτι σα μουσαμάς, έτσι σκληρά. Και μια μπλούζα πάλι τα ίδια. Και το 'βαζα και δεν επέφτανε τα αίματα στα ρούχα μου. Βέβαια ελερωνόντουσαν από μέσα αλλά όχι πολύ. Μετά τα 'βγαζα τα ρούχα πάλι και τα κρέμαγα εκεί στον καναρά. Καναρά ελέγονταν το μέρος που είχαμε και κρύβαμε τα εργαλεία, τα τσιγγέλια, τα τέτοια. Κάθε μαγαζί είχε τον καναρά του και τα κλείναμε μέσα. 

     Τώρα τα χοιρινά. Τα παίρναμε απ' τις μάντρες κατά τις δύο τρεις η ώρα τη νύχτα και τα πηγαίναμε σιγά σιγά που ήταν ησυχία απ' τον κόσμο και τα βάζαμε μέσα στο σφαγείο. Άλλα εβάζαμε σε μια μάντρα κι άλλα εβάζαμε μεσ' στον καναρά. Μεσ' στον καναρά όμως είχαμε μέσα στο καζάνι που άναβε για να τα μαδήσουμε. Μόλις εγίνονταν το νερό το λοιπόν, τσακώναμε ένα ένα γουρούνι και το σφάζαμε. Το πιάναμε απ' τα πισινά ποδάρια. Το δίναμε μια κι έπεφτε χάμω. Και το καβαλάγαμε εκεί στο λαιμό, το πατάγαμε, και το 'βρισκε το μαχαίρι από το λαιμό στην καρδιά. Ήτανε ένα μεγάλο μαχαίρι. Και ετελείωνε. Όταν ετελείωνε, το επιάναμε το λοιπόν ένα ένα. Εσφάζαμε πέντε δέκα. Τ' αφήναμε κει πέρα να ψοφάνε, να εκπνέονται. Μέσα σ' αυτό το νταραβέρι, όταν φέρνανε γουρούνια κι ήταν από κοπάδια από βουνά, καμιά φορά πήγαινε και κανένα αγριογούρουνο μαζί τους μέσα. Έχει λάχει να 'χω σφάξει γουρούνι δηλαδή και να 'ναι έγκυος και να θέλει δυο μέρες για να γεννήσει. Και να πιάσω να βγάλω τα γουρουνάκια από σφαγμένο γουρούνι ζωντανά, και να περπατάνε χάμω. Αλλά δε ζούσανε πολύ, δε ζούσανε γιατί τα 'βγαζα εγώ που έσχιζα την κοιλιά της μάνας τους να πούμε. Την έσχιζα και ήτανε ζωντανό. Μποράει να ζήσει αγέννητο; Δεν το 'χε γεννήσει η μάνα του παρά ανοίξαμε την κοιλιά εμείς και βγήκανε. Μποράγαναε να ζούνε πάνω από πέντε δέκα λεπτά, μισή ώρα το πολύ; Πώς τα λυπόμουνα. Λοιπόν τα βάζαμε τα σφαγμένα μέσα σε ζεματιστό νερό κι όταν εθέλαμε για να τα βγάλουμε επιάναμε π.χ. τις αμασχάλες του γουρουνιού και βγαίνανε αυτά. Ήταν έτοιμο να μαδηθεί το δέρμα. Έβγαινε τούφες τούφες. Το μόνο δέρμα που χρειαζόταν ακέραιο ήταν από καπριά, εννοώ τα σερνικά τα γουρούνια. Αυτό το γδέρναμε με το μαχαίρι. 


Μάρκος Βαμβακάρης
Αυτοβιογραφία
επιμέλεια Αγγελική Βελλου - Καϊλ
εκδ. Παπαζήση - Αθήνα 1978




the smiths - meat is murder by jefimovitz

από της δύσης τη μεριά
ως το βαθύ οριεντάλι
μπήχτηκε μία μαχαιριά
τραβήχτηκε σκανδάλη

σκιστήκανε οι ουρανοί
λασπώθηκαν μπεντένια
μούσα ξανά δεκεμβριανή
κανίβαλων ντουζένια

αλησμονώ και χαίρομαι
θυμιούμαι και δακρύζω
μπροστά στον άγιο επαίρομαι
αγριόσκυλο γρυλλίζω

πρώτα του κοπανήσανε
βαριά στην κεφαλή του
κι ύστερα λαιμοκόψανε
αίμα πηχτό η οργή του

του κτήνους το στριγγιό οδυρμό
η εξέλιξη δεν πλένει
στης χώνεψής μου το φρυγμό
σκεπάζει το αίμα η βλέννη

ντροπιάζομαι στην ανθρωπιά
του πλάνητα την πλάνη
πρωτεύων δράκος και σουπιά
μπόχας σφαγείων χοάνη


     Εμείς οι άνθρωποι, δεν διαφέρουμε σε τίποτα από τους άλλους συντρόφους μας πάνω στον πλανήτη. Δεν μπορούμε να θέσουμε ένα τέλος στη φύση· το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να θέσουμε σε κίνδυνο τους εαυτούς μας. Η άποψη ότι μπορούμε να καταστρέψουμε όλες τις μορφές ζωής, συμπερι- λαμβανομένων και των βακτηρίων που αναπτύσσονται στις δεξαμενές νερού των πυρηνικών εγκαταστάσεων ή σε στόμια θερμοπηγών, είναι γελοία. Ακούω κιόλας τα αδέλφια μας που δεν έχουν ανθρώπινη μορφή να κρυφογελούν: "Τα καταφέρναμε μια χαρά και χωρίς εσάς, τότε που δεν σας είχαμε ακόμη συναντήσει· έτσι θα τα καταφέρουμε και τώρα". Τα ακούω να τραγουδούν εν χορώ ολόγυρά μας. Τα περισσότερα από αυτά, οι φάλαινες, τα έντομα, τα σπερματόφυτα και τα πουλιά, τραγουδούν ακόμη. Τα δέντρα του τροπικού δάσους σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους, περιμένοντας να τελειώσουμε το αλαζονικό μας ξυλοκόπημα, για να μπορέσουν να επιστρέψουν στη συνηθισμένη ασχολία τους, την αδιάκοπη ανάπτυξή τους. Και θα συνεχίσουν τις κακοφωνίες ή τις αρμονίες τους για πολύ καιρό ακόμη, αφότου εμείς θα έχουμε αποχωρήσει.

Lyyn Margulis
Ο συμβιωτικός πλανήτης
Μια νέα θεώρηση για την εξέλιξη
εκδ. Κάτοπτρο, 2001
Μτφ. Δημήτρης Γιαννόπουλος


Μάρκος - σερ Μπιθί δια του pankonstantopoulos




Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

η κυρία Κικίδη - Μουλά




Pere Ubu by 13jalopy


Ένα βράδυ, η κυρία Μουλά,
η κυρία Κικίδη – Μουλά,
είπε
       – Ελάτε, θα έχω ελάφι.
Μα, θυμίζω, να λείψουν οι μπάφοι.



Σα μαγείρισσα είναι αστέρι
και στα δείπνα διαβάζει Σεφέρη
κι ίσως λίγο Κική Δημουλά,
για τη νύχτα· απλώς, να τσουλά.


Πήγαμε όλη η παλιά η παρέα,
δεν αρνήθηκε ούτε η Οβρέα,
που συνήθως κοιμάται νωρίς
και
      - Στα δείπνα,
                            ρωτά,
                                      τι να βρεις;


Όμως, ήταν το θέμα λαβράκι:
"Τα Μνημόνια Πτωχών κι Άλλοι Δράκοι".
Λίγο πριν να σερβίρει το εκμέκ,
είπε
       Κάπως ελπίζω,
                                ντεμέκ.


- Αλλά, δύσκολο είναι, κομμάτι –
τούτη η κρίσις διαλύει τα κράτη.
Το αδιανόητο ήρθε να μείνει,
πού να πας, δίχως στάλα βενζίνη;



Την κοιτάξαμε, άναυδοι, όλοι·
τραγωδίας μοιράστηκαν ρόλοι.
Κι ένας, λίγο πιο ψύχραιμος, θέτει
το ερώτημα, όλο σεκλέτι:


- Δηλαδή, θες να πεις πως αρχίζει
εξαθλίωσις να σου μυρίζει;
- Κι όχι μόνο. Μυρίζω και αίμα.
Και μην παίρνεις το έντρομο βλέμμα,


διότι, όπως θα ξέρεις, το τέρας,
που φυλάει το χρυσόμαλλο δέρας,
με ανέργων το αίμα γουστάρει
το τομάρι σου να μαρινάρει,



είπε, τότε, η κυρία Μουλά,
που την τρέλα ποτέ δεν πουλά:
με μια σύγχρονη μοιάζει Κασσάνδρα,
τα συνθήματα γράφει σε μάνδρα


και με γκράφιτι δίνει εξηγήσεις.
Στων χρησμών της το νόημα αν σιγήσεις
κι αν τη σκέψη προδώσει το αίμα,
που χτυπιέται από κάτω απ’ το δέρμα,


ίσως τότε να νιώσεις η φλόγα
πώς ανάβει αυτή την αλόγα,
την κυρία Κικίδη – Μουλά,
που τους στίχους μου εδώ μασουλά.




H, δε, κ. Patti Smith, υπενθύμισε στην ομήγυρη:




η κ. Κικίδη - Μουλά,
που δραστηριοποιείται επαγγελματικώς
στην πώληση λαχείων,
πρωτοεμφανίστηκε στις 11/11/11
στην Καρακάξα


Επεκτάσεις:
30/11/11
01/12/11

και συνέχεια:
το ποτήρι που ξεχείλισε...