Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤάΜέΛΟΥς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤάΜέΛΟΥς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

ευγενίδιον


















 


δίπλα
χειμάζει ο λογιστής
των θυμικών μετα
μορφώσεων

κάτω απ 
το στρώμα του θα βρουνε
ποδοπατημένα λάφ
υρα

μιαν
ιστορία θα σας πω

ψέλνει το υπερπέρατο

ο λόφος αποκρίνεται
θάλπει τους έρημους παλμούς
εκατομμυρίων εαυτών
των αγορών

ορών
εορακώς την αυγήν
αφίεμαι στην παχυλή σοδειά
δηλωτικών τιτιβισμάτων

ω χάρμα του χαράματος
ω πουλιά μηχανές
της πρωίας

ω
έμπει
εσύ λαλίστατε
σχιζοπροφ
ρίκε

ω παγωμένες
ακτές της συντήρησης
ω γραφικοί μελωδοί
της αντίρρησης
ω λα
λα
α

υποσκ
άψτε τη μέρα μου

ματίστε με
στο φ
ως










Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

οι αράχνες






Οι λεπτές πόλεις. 5.


Αν θέλετε να με πιστέψετε, καλώς. Τώρα θα σας πω πώς είναι φτιαγμένη η Οκταβία, η πόλη-αράχνη. Υπάρχει ένα βάραθρο ανάμεσα σε δύο απόκρημνα βουνά: η πόλη βρίσκεται στο κενό, δεμένη στις δύο άκρες με σχοινιά και αλυσίδες και πεζογέφυρες. Περπατάς σε ξύλινες δοκούς, προσεκτικά μην πατήσεις στα διάκενα, ή γραπώνεσαι από την πλέξη του κανναβόσκοι­νου. Από κάτω δεν υπάρχει τίποτα για εκατοντάδες και εκατο­ντάδες μέτρα: μερικά σύννεφα μόνο που τρέχουν πιο χαμηλά διακρίνεται ο πάτος του βάραθρου.

Η βάση της πόλης είναι ένα δίχτυ που χρησιμεύει ως πέρα­σμα και ως στήριγμα. Όλα τα υπόλοιπα, αντί να υψώνονται προς τα πάνω, κρέμονται από κάτω: σχοινένιες σκάλες, αιώρες, σπίτια φτιαγμένα σαν σακιά, κρεμαστάρια, μπαλκόνια σαν μι­κρά καράβια, ασκοί νερού, καυστήρες υγραερίου, σούβλες, κα­λάθια κρεμασμένα σε σπάγγους, αναβατήρες, ντους, εφαλτή­ρια και κρίκοι για παιχνίδια, τελεφερίκ, λαμπτήρες, γλάστρες με αναρριχώμενα φυτά.

Κρεμασμένη πάνω από την άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη από ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν ότι το δίχτυ δεν θα αντέξει περισσότερο από όσο είναι να αντέξει.





Από τις ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ του Ίταλο Καλβίνο
σε μτφ. Ανταίου Χρυσοστομίδη (εκδ. Καστανιώτη, 2004)










Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Διαμάντω πάρε τ' όπλο σου



Ένα χρόνο μετά. Είναι δύσκολο να επιστρέφεις. Θα πρέπει πρώτα πρώτα να ξέρεις γιατί. Δεν ξέρω. Ίσως η σχέση μέσω ενός μπλογκ, που μοιάζει τόσο απόμακρη αν συγκριθεί με τις σχέσεις των κοινωνικών δικτύων, κρεμά πιο ελαφριά πέτρα στον λαιμό των αναρτήσεων που πλέουν στο εφημερεύον πέλαγος. Κατά τ' άλλα δεν πρόκειται για επιστροφή. Πρόκειται για εκπλήρωση καθήκοντος. Αποχαιρετώ το 2020 και σας χαιρετώ. 

Ενώ δεκάδες τραγούδια και κείμενα περιμένουν σχεδόν χωρίς ελπίδα να υπάρξουν, εμφανίστηκε η Διαμάντω και προσπέρασε στην έξοδο του 2020 το σελοφάν που στην αρχή του περιτύλιγε συσσωματώματα υπομικροσκοπικών και μάταιων κατά τα δειχθέντα ελπίδων· η Διαμάντω εφορμά στην διακοσιετηρίδα της παλιγγενεσίας. Θα πρέπει να συνταχθούμε, να διεκδικήσουμε εορταστικές εκδοχές, νοηματοδοτικές παρλαπίπες. Ιδού ένα εν Ρόδω πήδημα: μεταμφιεσμένο θηλυκό, ανάμεσα σε αρσενικά κλεφτόπουλα που πολεμούνε, φανερώνεται άθελά του: κάτι γίνεται, σφίγγεται, σειέται, σπάει το ασημόκουμπο και αποκαλύπτεται το βυζί. Ένα κλεφτόπουλο το βλέπει και τ' ορέγεται. Και μετά; Άλλοτε τίποτα: ας βάλει κάθε μια δικό της τέλος κι ας διαλέξει ένα δικό του ο καθένας. Άλλοτε συναλλαγή, άλλοτε φονικό. 

Ποιος είδε ψάρι σε βουνό; Το ερώτημα είναι παλιό και η απάντηση επίσης. Και η θάλασσα σπαρμένη. Και η ανύπαντρη, που θα πει η μικρή, κόρη ντύνεται στα κλέφτικα. Δεν είναι όμως η Βουγιουκλάκη - Πίπης, η μεταμφιεσμένη αρχόντισσα της ταινίας, που ερωτεύεται τον αλήτη που βλέπει τυχαία το βυζί της και καταλαβαίνει το φύλο της. Η Διαμάντω δεν κάνει κέφι το κλεφτόπουλο το οποίο έχει ήδη δηλώσει ότι το βυζάκι της είναι της ορεξιάς του. Και, για να μην αποκαλυφθεί, του παίρνει το κεφάλι. Απλά απλούστατα. 







Ο Παντελής Μπουκάλας στο δεύτερο δοκίμιό του για το δημοτικό τραγούδι με τίτλο "Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση" της σειράς "Πιάνω γραφή να γράψω" παρουσιάζει τον έρωτα ως σφαγέα. Το τραγούδι για τη Διαμάντω, που αντλεί από κείμενο της Μαλβίνας Ι. Σαλβάνου "Τραγούδια, μοιρολόγια και λαζαρικά Αργυράδων Κερκύρας" (Λαογραφία, Θ, 1926-1928), το κατατάσσει στη κατηγορία "Προληπτική δολοφονία του άνευ ανταποκρίσεως ερωτευμένου προς αποφυγήν αποκαλύψεων". Με άλλα λόγια, εξαίρεση (;): ο έρως ως σφάγιον. Και είναι το μοναδικό παράδειγμα που δίνει για την κατηγορία, ένα παράδειγμα με πολλές παραλλαγές. Η Μαλβίνα Ι. Σαλβάνου ήταν δημοδιδασκάλισσα και, όπως διαβάζουμε στην έκδοση της Λαογραφίας του 1921 (Η, 1921-1925), είχε τότε 7 χρόνια που μάθαινε γράμματα τα παιδιά των Αργυράδων Λευκίμμης. Κύρια πηγή στην πολυετή της έρευνα ήταν η παπαδιά Μαρία Καλούδη με την τεράστια μνήμη "αν και υπερέβη το 60όν έτος της ηλικίας της". Η παπαδιά τής παρέδωσε το τραγούδι της κλεφτοπούλας Διαμάντως, την οποία πάντως η δασκάλισσα δεν την ονοματίζει. όπως δεν την ονοματίζει και ο Παναγής Ηρειώτης στον οποίο παραπέμπει (στον ίδιο τόμο της Λαογραφίας). Ο τελευταίος, ερευνώντας στην Αίγινα, αναφέρεται σε μια λύγερη που έκανε σαράντα χρόνους "καπετάνιος" στους κλέφτες και που σε μια "πίσημη ημέρα", παίζοντας το λιθάρι και το σπαθί, της έσπασε το ασημόκουμπο και "τσαι φάνη το βυζί της". Όμως οι παριστάμενοι δεν καταλάβαιναν τι έβλεπαν, άλλος έβλεπε ασήμι και άλλος μάλαμμα (έτσι, με δύο μ) και μόνο ένα μικρό "κλεφτάτσι" δεν "εγελάστητσε". 









Ο Ηρειώτης δεν δίνει συνέχεια, τι απέγινε ο καπετάνιος με τα βυζιά. Όσο για την οφθαλμαπάτη ή την παραίσθηση στη θέα του βυζιού, υπάρχουν κι άλλες εκδηλώσεις· στη συλλογή του Απόστολου Μελαχρινού (1946), πάντως, το κλεφτόπουλο δεν ξεγελιέται, βυζί βλέπει, "που είν' άσπρο σαν το χιόνι", λέει, αντί να πει ότι είναι της ορεξιάς του. Την ιστορία της κλεφτοπούλας, όχι Διαμάντως κι εδώ, τη βρίσκουμε και στις "Εκλογές" του Ν. Πολίτη. Ο Πολίτης δίνει συνέχεια αλλά αναίμακτη. Η κλεφτοπούλα προτείνει οικονομική συναλλαγή, όμως το κλεφτόπουλο θέλει την ίδια, όχι να το πλουτίσει βαριά, όπως του προτείνει· κι εκείνη του εξηγεί ότι θα πρέπει να αναβαθμιστεί, να γίνει κλεφτοπολεμάρχος για νάναι άξιός της. Η παραλλαγή του Πολίτη δεν δίνει εξήγηση γιατί κόπηκε το θηλύκι στο πουκάμισο της Λύγερης. Ο Γιάννης Αποστολάκης, στην κλασική μελέτη του του 1929, βρίσκει ότι η παραλλαγή που προτείνει ο Πολίτης κάνει το τραγούδι "σκοτεινιασμένο ή καλύτερα βουβό". Και παραθέτει διάφορες εξηγήσεις, όπως του Passow "από το σείσμα το πολύ κι από τη λεβεντιά της" ή "από τη σφίξη της κι από την εντροπή της" και άλλων: " κι από την προκοσύνη της κι από τη γρηγοριά της", "κι από τη φούρια την πολλή κι από τη δύναμή της", "κι απ' το πολύ το σείσιμο κι απ' το πολύ καμάρι" κλπ. Πάντως, ενώ θεωρεί ότι με τις "Εκλογές" του Πολίτη αρχίζει η "σωστή εξέταση και μελέτη" του δημοτικού τραγουδιού, ο Αποστολάκης έχει την ακριβώς αντίθετη γνώμη για τον Ζαμπέλιο· ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι και πάλι η Κλεφτοπούλα. Ο Αποστολάκης γράφει ότι μελέτησε περισσότερες από σαράντα παραλλαγές και ότι όλες έχουν "φυσικώτερο τέλος από του Ζαμπέλιου. Άλλες τελειώνουν με την κόρη να παρακαλή το κλεφτόπουλο να μη τη μαρτυρήση, και του υπόσχεται να υποταχτή στο θέλημά του, να γίνη γυναίκά του, ή να του δώση τ' άρματά της, βαθμούς και χρήματα. Σ' άλλες πάλι σκοτώνει η ίδια το κλεφτόπουλο, ή παραγγέλνει στα παλληκάρια να το σκοτώσουν. Αλλού πάλι, στο κλεφτόπουλο που θέλει σώνει και καλά να την πάρη γυναίκα τού λέει να μονομαχήση μαζί της, ενώ σε δυο τρεις, η κόρη μοιράζει το έχει της και γυρίζει στο σπίτι της να παντρευτή. Είναι όμως και μερικές, όπου το τραγούδι δε φτάνει ως το τέλος, παρά τελειώνει σε διάφορες σημαντικές μεριές· λ.χ. εκεί που το κλεφτόπουλο ανακαλύπτει πως δεν είναι μάλαμα ή ασήμι ό,τι έλαμψε παρά ο κόρφος της κόρης, ή εκεί που αρνειέται να πάρη τα χαρίσματα της κόρης και θέλει να πάρη την ίδια για γυναίκα". Δύσκολο να διατηρείς την ορθογραφία μονοτονίζοντας. Η ανακάλυψη από το κλεφτόπουλο ότι δεν πρόκειται για μάλαμα ή ασήμι εμφανίζεται και στην κλεφτοπούλα του Ζαμπέλιου της σελ. 684, όπου, μάλιστα, βρίσκουμε και εξήγηση για το πώς "εκόπη το θελικι της κ' εφάνη το βυζί της": "από το πήδημα, και απ' την πολλή τη ζώση".  






Όμως ο Αποστολάκης δεν αναφέρεται στην κλεφτοπούλα της σελ. 684 αλλά της σελ. 616 του Ζαμπέλιου, όπου και το λιγότερο φυσικό τέλος όλων των γνωστών στον μελετητή παραλλαγών: να πάει να γίνει καλογριά. "Σ' όλες δηλαδή τις παραλλαγές, μ' όλο το διαφορετικό τέλος τους, δείχνεται το σάστισμα και η ταραχή της γυναίκας όταν βρίσκεται άξαφνα άθελα ξεγυμνωμένη μπρος στον άντρα". Ο Αποστολάκης κατηγορεί με πολλά παραδείγματα τον Ζαμπέλιο για "παράλογο εθνικό εγωισμό". "Η ιστορία της νοθείας των δημοτικών τραγουδιών μένει να γίνει" γράφει ο Αλέξης Πολίτης, επισημαίνοντας τη χρησιμότητά της για την ιστορία της φιλολογίας και των ιδεολογιών. Τα κλέφτικα είναι το κατεξοχήν πεδίο νοθείας. Μια ακόμα παραλλαγή, τραγουδισμένη από τη Δόμνα Σαμίου, αποφεύγει και την απλή αναφορά στο βυζί: "εκόπη τ' αργυρό κουμπί κι εφάνη κάτι εφάνη". Τι εφάνη; Όμως ξεφύγαμε, επιβεβαιώνοντας μία φυσική απέχθεια στην κανονικότητα των στρουχτούρων.


Φτάσαμε ως εδώ περιπλανώμενοι σε χαρτιά και δίκτυα. Ο Μπουκάλας έχει υποσχεθεί 17 βιβλία στη σειρά "Πιάνω γραφή να γράψω", από τα οποία τα 8,  ανάμεσά τους τα ήδη 3 εκδοθέντα, έχουν αντικείμενο τον έρωτα. Ο έρως είναι το κίνητρο και όπου υπάρχει κίνητρο υπάρχει έρως, δηλαδή λαχτάρα για ζευγάρωμα. Καλώς ξαναζευγαρώσαμε λοιπόν, έστω και με υπόκρουση αυτή την προχειροφτιαγμένη τραγουδιστή Διαμάντω του τέλους του 2020, της αρχής του 2021, χωρίς την παραμικρή νύξη για όσα απίστευτα συμβαίνουν γύρω, για όσα ανατρέπουν και εκτρέπουν την καθημερινότητα, για τη σαστιμάρα μας, τρομάρα μας. 









Ποιος είδε ψάρι σε βουνό και θάλασσα σπαρμένη,

ποιος είδε κόρη ανύπαντρη στα κλέφτικα ντυμένη;

Δώδεκα χρόνους έκαμε αντάμα με τσου κλέφτες. 

Θελήσαν τα κλεφτόπουλα να παίξου το ντουφέκι,

κι η κόρη από το φόβο της κι από την εντροπή της

τση κόπη το θηλύκι της, τση φάνη το βυζί της.

Την είδ' ένα κλεφτόπουλο και του χαμογελάει.

"Τι έχεις, μωρέ κλεφτόπουλο, που όλο γελάς με μένα;"

"Είδα τον ήλιο κι έλαμψε, είδα και το φεγγάρι, 

είδα και το βυζάκι σου, που 'ναι της ορεξιάς μου".

"Τσώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, και μην το μολοήσεις".

Στα γόνατά της τό 'βαλε, να το ψειρολοΐσει,

χρυσόν μαχαίριν έβγαλε απ' αργυρό φηκάρι,

του δίνει μια, του δίνει δυο, του παίρνει το κεφάλι.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ο τελευταίος άνθρωπος












- Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

- Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

- Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

- Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

- Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

- Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

- Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

- Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

- Ήμουν ξυπόλητος.

- Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

- Δεν απέτυχαν;

- Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

- Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

- Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

- Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

- Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

- … έσβησε.

- Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

- Πού χάθηκε;

- Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

- Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

- Είπες τα δικά σου.

- Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

- Μην αρχίζεις.

- Το ρίγος μου τους διαπερνά.

- Ο χρόνος μου τελειώνει.

- Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

- Είσαι αμετανόητος.

- Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

- Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

- Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

- Πράγματι…

- Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

- Τελειώνω.

- Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

- Κοντολογίς…

- Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

- … ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

- Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

- Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

- Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

- Θυμάσαι όνειρα.

- Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

- Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

- Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

- Είσαι τρελός.

- Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

- Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

- Σβήνω.

- Μας απαρνήθηκε.

- Εσένα. Σβήνω.

- Πού χάθηκες;

- …

- Πού χάθηκες, αστέρι;









◍◎◍◎◍◎◍









Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.













Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

της λησμονιάς που εμμένει




πάλι θα πεις 
για εκείνα τα πουλιά
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
για κουτσουλιές για χνώτα 
για την ανάξια βάρκιζα
για τις αρβύλες
τις σαπρές
σιωπές

στριμώχτηκαν 
τόσες σιωπές σ αυτή την πόλη
που θα εκραγούν στο τέλος θα το δεις
θα διαλυθεί το σύμπαν με μια λάμψη
όλα τα λάθη θα ταφούν
στη στάχτη



το περιβόλι εκείνο 
δεν ήξερε από πατρίδες ενοχές
ούτε τις μισητές μανδύες του διοικητή 
ούτε την άνοιξη που κάηκε μες στη σπηλιά
ούτε το κόκκινο μαντίλι της χαράς
ούτε της λησμονιάς την υπουλία

δεν είναι 
αυτή στιχουργική 
μιας άλλης άλλων ήττας
είναι της ήττας μας

τυποποιήθηκε το σύμπαν 
κρεμάστηκαν στην πλάτη μου 
οι τρόποι και τους σβαρνώ
ο γέροντας 
το ελάλησε σοφώς

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας 
και της φαγωμένης πίττας



ας πως κι εγώ
ένα υπούλως έμορφο

ουδέν προσωρινότερον 
της λησμονιάς που εμμένει







ο στίχος

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας
και της φαγωμένης πίττας

είναι του Γιάννη Ρίτσου 
από το Τερατώδες Αριστούργημα (1985)

.


Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

ρεφόρμ - κακοφόρμ



βγήκες 
από το χώμα χόμο
μπήκες ξανά στο χώ
βγήκες ξανά στο χώ
μα μπήκες
οι λύκοι χάζευαν 
ετοιμαζόσουν για τη μάχη
που σε βαριότανε κουρασμενάκι
συφιλιασμένος ο στρατός 
παραφρονούσε

άραξε τώρα άραξον όπως και τότε που
ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων
σε μύριζε να δει αν ευωδιάς θανάτω
ή μπόχα καταβόθρας κατά βάθος
τότε το μέλλον το διαιρούσες τέλεια
άφριζες αίνους γόητα στο αραλίκι
μηδενιστή με το ζερό εις το πηλίκον
σε προορίζανε για τζάμπα χαμαλίκι
η υπνοφόρος νινανούριζε η μήκων
πατούσες κλικ στη λάικα 
πατούσες κλικ στη νίκον 
ο σκοτεινός ο θάλαμος κατ οίκον
καταφυγή ρετροϊών 
καφρίκων

στην πόλη αυτή που τυραννιέσαι
στους δρόμους στα στενά στις αποθήκες
ρεφόρμ θα φάτε χλωροφόρμ που συνθημάτιζες
όχ ι ουδαίος περιπλανώμενος όχι δυστυχεσμένος
εμπούχτισες συ είπας από λήθη κουτορνίθι
ας πρόσεχες με τις μεταρρυθμίσεις
πλανώμενος οικτρή την πλάνη
τη φύση την ειρκτή που κλάνει
με βροντερή διάθεση
πλην τζούφια





Clover - Chloroform - 1862









































διατίθεται και εις τραγουδιστόν σονέτον σαιξπηρικού τύπου:






γύριζες πίσω μπρος    τι σημασία
μέσα στο χώμα    χόμο    ήσουν σκουλήκι
στην πιο αγχωμένη σου προετοιμασία
αμέριμνα σε χάζευαν οι λύκοι

άλλοτε δόξαζες το αραλίκι
ο γόης εσύ των υπερσυντελύκων
μα σε στριμώξανε στο χαμαλίκι
αχ παρελθόν μηδέν εις το πηλίκον

κρατούσες πάντα λάικα ή νίκον
ρουφούσε το χαρτί τις αναμνήσεις
σε γλύκαινε η υπνοφόρος μήκων
σ ε πιδειξιομανείς  περιπλανήσεις

κάποιοι το πρόβλεψαν    θα ρεφορμίσεις
μα εσύ    πουλί μου    θα κακοφορμίσεις








Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

ηλέτροπος σχιζομαρασμός



Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες.
Πόσο έχουν όλοι αλλάξει
Κάποιοι δεν πρόλαβαν.
Θα πάω για ύπνο, 
είπε πως κουράστηκε. 
Όχι άλλες ταινίες ή αναρτήσεις.
Ξέρεις τι δεν μπορείς σαν άθρωπος;
Να είσαι ό,τι θάθελες 
να λεν πως είσαι οι άλλοι.

Αφότου από ουσία ξέμεινε,
έπαψε να σκαρώνει λέξεις 
για τις δίψες.
Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες,
να ποδείξει τι
Έγιναν, είπε, οι λέξεις μαξιλάρι
από καρφιά που σκούριασαν 
μετρώντας τους χειμώνες.
Τώρα μασώ τα λόγια, αφήνω δρόμο.
Τώρα χτυπώ τα πόδια μες σταυτιά
σαν τον φαντάρο.

Τώρα σφουγγίζω 
κάθε ψίθυρο της νύχτας.



προστατευόμενος στη φαλκονέρα



Δες τηνα τούτη τη φωτογραφία. 
Ο άνθρωπος αυτός υπάρχει ακόμα. 
Θα πει τονε μπουκώνει η μνήμη αλάτι,
τονε κρατούν τα μάτια μήνα σωριαστεί,
πίνει νερό, χορεύει στο λαρύγγι,
πίνει κρασί να ξεσπαθώνει την αλήθεια,
πίνει τσιγάρο και βαθιά να ποκοιμιέται.


Έψαχνε τις παλιές φωτογραφίες.
Τακτοποιούσε ανά έτος, μήνα, 
μέγεθος μετά.

Καιρός θαμμένος σε χαρτί.
Εικόνες τρίμματα δυαδικά.
Μηδέν και ένα. Ένα και μηδέν
εκατομμύρια. 










Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

εμείς


μυστήριο που
 τις νύχτες μυρίζεις σοκολάτα
όταν μας παίρνει ο ύπνος στην ταινία
κι 
ήσυχα 
ροχαλίζουν τα παλιά βιβλία
μοιάζοντας τρόφιμοι ασύλων παγερών

τίποτα και καμιά κανένας πια
ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο ποτέ
ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένων ορισμών
δεν θα κοτάνε να φορτώσουνε σε τρένο
σακατεμένα τα λογής εμείς

κι ας λέγαμε
των δεκαετιών της νιότης μας
οι θλιβεροί μεσεγγυούχοι
ας λέγαμε ματώσαμε















λέγαμε πως
ματώσαμε ασύνταχτα
κρατούσαμε κομπρέσες
ποτισμένες με αυγή
υψώναμε τα χέρια
ο πόνος τα τραβούσε πίσω
ξερνούσε ήλιο η κυριακή
σεβότανε τις καθημερινές
μα η δευτέρα κρύβονταν
από τους έχοντες
την εντολήν του εισαγγελέως
έτρεμε για το κλέος
για την υπόσχεση
την εκτός χρόνου επίσης
έτρεμε που δεν αξιώθηκε
να ειπεί την τετριμμένη ατάκα
γύρευε την υπόγειαν άνοιξη
να καβαλήσει τον βαρύθυμο χειμώνα
και μπερδευτήκανε κι ανθίσανε
λίγα δεντρά συχωρεμένα
γύρω τυλίξαμε τις γάζες
που από τα στήθη ξετυλίξαμε
να περιποιηθούμε στους κορμούς
της αυταπάρνησης τα έλκη

ευαισθητούντες μανιακοί
άλλοτε ράθυμοι αστοί
άλλοτε μπερδεμένοι επιβάτες
άλλοτε εισηγητές κακώσεων
ψυχής σκατά ψυχής

άλλοτε
ζύμωναν την επανάσταση
με τα φιλιά και τα λουλούδια
ξέμειναν τώρα επαναστατικές
οι τεχνικές επίτευξης και αποφυγής
και κάτι γκατζετάκια δύστυχα





Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr