Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧαΡΤί στΟ ΜπΟΥΚάΛι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧαΡΤί στΟ ΜπΟΥΚάΛι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

οι αράχνες






Οι λεπτές πόλεις. 5.


Αν θέλετε να με πιστέψετε, καλώς. Τώρα θα σας πω πώς είναι φτιαγμένη η Οκταβία, η πόλη-αράχνη. Υπάρχει ένα βάραθρο ανάμεσα σε δύο απόκρημνα βουνά: η πόλη βρίσκεται στο κενό, δεμένη στις δύο άκρες με σχοινιά και αλυσίδες και πεζογέφυρες. Περπατάς σε ξύλινες δοκούς, προσεκτικά μην πατήσεις στα διάκενα, ή γραπώνεσαι από την πλέξη του κανναβόσκοι­νου. Από κάτω δεν υπάρχει τίποτα για εκατοντάδες και εκατο­ντάδες μέτρα: μερικά σύννεφα μόνο που τρέχουν πιο χαμηλά διακρίνεται ο πάτος του βάραθρου.

Η βάση της πόλης είναι ένα δίχτυ που χρησιμεύει ως πέρα­σμα και ως στήριγμα. Όλα τα υπόλοιπα, αντί να υψώνονται προς τα πάνω, κρέμονται από κάτω: σχοινένιες σκάλες, αιώρες, σπίτια φτιαγμένα σαν σακιά, κρεμαστάρια, μπαλκόνια σαν μι­κρά καράβια, ασκοί νερού, καυστήρες υγραερίου, σούβλες, κα­λάθια κρεμασμένα σε σπάγγους, αναβατήρες, ντους, εφαλτή­ρια και κρίκοι για παιχνίδια, τελεφερίκ, λαμπτήρες, γλάστρες με αναρριχώμενα φυτά.

Κρεμασμένη πάνω από την άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη από ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν ότι το δίχτυ δεν θα αντέξει περισσότερο από όσο είναι να αντέξει.





Από τις ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ του Ίταλο Καλβίνο
σε μτφ. Ανταίου Χρυσοστομίδη (εκδ. Καστανιώτη, 2004)










Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ο τελευταίος άνθρωπος












- Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

- Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

- Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

- Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

- Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

- Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

- Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

- Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

- Ήμουν ξυπόλητος.

- Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

- Δεν απέτυχαν;

- Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

- Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

- Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

- Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

- Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

- … έσβησε.

- Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

- Πού χάθηκε;

- Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

- Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

- Είπες τα δικά σου.

- Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

- Μην αρχίζεις.

- Το ρίγος μου τους διαπερνά.

- Ο χρόνος μου τελειώνει.

- Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

- Είσαι αμετανόητος.

- Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

- Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

- Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

- Πράγματι…

- Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

- Τελειώνω.

- Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

- Κοντολογίς…

- Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

- … ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

- Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

- Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

- Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

- Θυμάσαι όνειρα.

- Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

- Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

- Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

- Είσαι τρελός.

- Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

- Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

- Σβήνω.

- Μας απαρνήθηκε.

- Εσένα. Σβήνω.

- Πού χάθηκες;

- …

- Πού χάθηκες, αστέρι;









◍◎◍◎◍◎◍









Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.













Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

πορδή στον καμπουράκο





όλο διστάζουν τα φτερά της πεταλούδας δεν πετά στον τοίχο λυπάται ο τοίχος χαίρεται το ταβάνι αδιαφορεί το πάτωμα είναι γλυκιά η κόλαση πεινώ θα τηνε φάω την κόλαση θα παραδοθώ στη θλίψη θα ξεμείνω από δόντια θα μου γαμήσεις την αύρα μην ακουμπάς μίλησες κατάστρεψες τον έρωτα δεν θυμάμαι τις άλπεις τη βενετία την ιερουσαλήμ δεν έχω ανάκαρα ούτε αλήθεια πέτρα γίνομαι πέτρωσα μην ακουμπάς ο αναπτήρας με καίει σε οδηγώ στον δρόμο που μαχαίρωσαν


λύκε λύκε είσαι στη στέπα ή εδώ;



στην πλάτη του ο άγγελος κοιτάζω απέναντί τους έχω τη χίμαιρα στην πλάτη κοιτάζω εμπρός το παρελθόν τους επιταχύνει πίσω τους το χθες βουίζει πνίγει τις ευσταχιανές μου σάλπιγγες μού διαβάζει μπωντλαίρ με ξεναγεί στο εικονικό παρίσι περιπλανιέται στις στοές του ονείρου αλλάζει διαρκώς σελίδες αλλάζει διαρκώς θέμα με τραβολογάει στη σκέψη του με ληστεύουν οι λέξεις του μαλακώνει το καύκαλο ρουφά τους ληστές του είναι λέει απροστάτευτος στη μαντεία οι καβαλάρηδες έχουν ονόματα ιππεύουν ονόματα για τον θεούλη ονοματίζουν με αρπάζουν στ ο νοματεπώνυμο λάσο


δεν είχα λαιμό στο πορτ μπου
δεν είχα χασίς είχα μορφίνη χάπια
δεν είχα ντόρα σοφία στέφαν μπέρτολτ φριτς
χάνα άρθουρ γιούλα ζωρζ άσια γκέρσομ ερνστ
δεν είχα πατέρα ούτε παλιατζίδικο
δεν άντεξαν τα πραύματα στα βλέμματα
και ξεχασίς διαλύθηκαν


πού πήγανε τα χρώματα το σέβας πώς ξέβαψε το κόκκινο στην πεταλούδα φυσώ τη μύτη στο μαντήλι αναρωτιέμαι  πώς πατσαβούρα έγινε ο πυρσός πού διαλύθηκε η αύρα ενόσω πάντα ο θάνατος στο φόντο της μαστούρας ήτανε πάντα εκεί

γ          δ
όσο γελώ φυτρώνουνε φτερά
οι απορίες γέμισαν με φυλλωσιές τον ουρανό
στο λούνα παρκ με σύριγγες ορμούν οι νοσοκόμες
στην κλινική της αθρωπότητας  που σβήνει
ο βάλτερ γίνεται λεπιδόπτερο
πετά στο μπραουχάουζμπεργκ
γκρεμίζονται ο άγγελος και η χίμαιρα
πίσω τους δεν υπάρχει


σηκώνω την κουβέρτα στη θύελλα δεν έχω δάχτυλα δεν έχω αποτυπώματα βυθίζομαι στα ονόματα βουβός σαν φύση αν δεν ήταν νεκρή θα ήταν θλιμμένη δεν ξυπνώ σηκώνω την κουβέρτα δεν μου χαρίζει ούτε βάζο ούτε στιλό ούτε σημειωματάριο αγγίζω τον αγκώνα του χαϊδεύω τα γυαλιά του        ν


ξυπνώ στου ονείρου τον ρυθμό
φορώ μουστάκι και γυαλιά    τα βγάζω
με προσοχή τ α φήνω στο κομό
σηκώνομαι αποφασιστικά θα υπερασπιστώ
κάθε σουλφαμιδόσκονη συνόρων
κραυγάζοντας από της ιστορίας το βουνό
στους αδειανούς κάμπους του χρόνου
θα ροβολήσω έντρομος λεπιδολόγος
στο σπίτι της τσατσάς της ιστορίας
θα ξεκοιλιάσω τα ρολόγια της προόδου
θα κατασκίσω τα ημερολόγια
που άλαλα στα φύλλα τους βρομάνε
τα ξεραμένα χύσια των θαμώνων
μετά θα σφίξω λίγο ακόμα την κοιλιά
στην ανυπόφορη σκιά
που στο λιμάνι ξεγλιστρά
που όλο στρίβει στα σοκάκια
εκεί θε να πονέσω θε ν α φουγκραστώ
του καμπουράκου την ανάσα γιατί μάθε
δεν είναι αυτή ωδή όχι όχι
στον βάλτερ μπένγιαμιν δεν μπόρεσα
μάσκα της σκέψης νεκρική δεν φόρεσα
μπόρεσα μόνο μια πορδή
στον καμπουράκο





BNF




το ποίημα 
walter b. ή πορδή στον καμπουράκο
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 20
του ποιητικού σκεύους και όχι μόνο ΤΕΦΛόΝ

πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε
το τεύχος 21

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

της λησμονιάς που εμμένει




πάλι θα πεις 
για εκείνα τα πουλιά
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
για κουτσουλιές για χνώτα 
για την ανάξια βάρκιζα
για τις αρβύλες
τις σαπρές
σιωπές

στριμώχτηκαν 
τόσες σιωπές σ αυτή την πόλη
που θα εκραγούν στο τέλος θα το δεις
θα διαλυθεί το σύμπαν με μια λάμψη
όλα τα λάθη θα ταφούν
στη στάχτη



το περιβόλι εκείνο 
δεν ήξερε από πατρίδες ενοχές
ούτε τις μισητές μανδύες του διοικητή 
ούτε την άνοιξη που κάηκε μες στη σπηλιά
ούτε το κόκκινο μαντίλι της χαράς
ούτε της λησμονιάς την υπουλία

δεν είναι 
αυτή στιχουργική 
μιας άλλης άλλων ήττας
είναι της ήττας μας

τυποποιήθηκε το σύμπαν 
κρεμάστηκαν στην πλάτη μου 
οι τρόποι και τους σβαρνώ
ο γέροντας 
το ελάλησε σοφώς

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας 
και της φαγωμένης πίττας



ας πως κι εγώ
ένα υπούλως έμορφο

ουδέν προσωρινότερον 
της λησμονιάς που εμμένει







ο στίχος

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας
και της φαγωμένης πίττας

είναι του Γιάννη Ρίτσου 
από το Τερατώδες Αριστούργημα (1985)

.


Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

σκραπ





εκείνα τα πουλιά 
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
τις νύχτες πεταρίζουν πάνω από το κεφάλι μου 
όταν ξυπνώ έχω στα μάτια ξεραμένες κουτσουλιές
η βρύση κοροϊδεύει ότι κόψαν το νερό
βαδίζω στα δωμάτια τυφλός
ώσπου σηκώνεσαι


με αναπνέεις
στην αγκαλιά σου μέσα
λιώνεις τις κουτσουλιές στα χνώτα 
με λες κεμάλ κάθε στιγμή 
που καταργούνται
τα όνειρα


αν ήξερες 
ποιος είμαι κάθε βράδυ  
είμαι η πηνελόπη του σπιτιού
υφαίνω στο απαλό σου δέρμα 
της απουσίας την υγρή
ζακέτα 


κεμάλ να μη με λες
ο κόσμος κάθε μέρ α λλάζει 
δεν το ποθήσαμε ν αλλάξει αλλιώς 
κόλλησε η βεβαιότη στις πατούσες 
οι αρβύλες σέπονται στο χιόνι 
οι γκράδες σκούριασαν 
πάνε για σκραπ αφού 
πάντα θα πρέπει 
να κερδίζουμε
το κάτι
τις











Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

ανακατάληψη παλαιών συναισθημάτων



δημοσιεύθηκε στη Bibliotheque
στις 10/11/2018





περπατούσε
σε φιγούρες ανάμεσα
κοιτούσε να κοιτάζουν
βιτρίνες οθόνες πλάτες
να έχουνε τον νου τους ολοένα

πλησίασε μία
αν είχε δραπετεύσει ο πάνθηρας
ο φόβος σας δεν θα ήταν αδιόρατος
θα ήταν συγκεκριμένος
τώρα είναι πληροφορημένος
μη με φοβάστε
φεύγω

συνέχισε ανάμεσα
οι δρόμοι κουλουριάζονταν στα πόδια του
μεθούσε από λουλούδια των πεζοδρομίων
μετρούσε γλάστρες σε παλιά μπαλκόνια
βύζαινε ήλιο αγκάλιαζε τα σύννεφα
πονούσε από δίκιο άκοπο

πέφτανε ματώναν μύτες
δίπλα του στα ξυπόλητα  πόδια
αναστενάρης της ασφάλτου
φίλτραρε όλους τους καπνούς
της πόλης

κάποτε κοντοστάθηκε
έκανε για χωνί τις χούφτες

θα γίνει ανακατάληψη
όλων των παλαιών συναισθημάτων
φώναξ ε φτά φορές
το ιστορικό κέντρο των συναισθημάτων
θ α νακαταληφθεί θα γίνουνε
χοροί στα χνάρια της σελήνης
θα φτάσει της απόφασης η ώρα
θα πούμε την απόφαση γυμνοί
θα πέσουμε στα παγωμένα λάθη
θα στάξουμε στο αρχέτυπο λουτρό
της λήθης το πυκνό το λάδι

θα γίν-
εξαφανίστηκε
σαν μάταιον ολόγραμμα

ένα μωρό που τον παρατηρούσε
ευθύς βυθίστηκε στον ύπνο
έρεε το πυκνό το λάδι
έπλεχε σε όνειρο ιστορικής χαράς

ένα μωρό το κέρδισμα
δεν είναι λίγο



Greg  Sand

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

παρόλα αυτά



Η επόμενη πρόταση περιέχει σπόιλερ για το Happy End του Haneke (2017) .


Στην τελευταία ταινία λοιπόν του Αυστριακού σκηνοθέτη η μικρή Εύα βοηθάει τον παππού της ν’ αυτοκτονήσει πέφτοντας με το αναπηρικό καροτσάκι στη θάλασσα· και καταγράφει τη σκηνή στο κινητό της. Το καθήκον της καταγραφής μιας εικόνας ή μιας σκηνής είναι το νέο συλλογικό καθήκον του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Είναι σχεδόν ντροπή σήμερα να μην καταγράψεις και πιθανότατα να μην διαμοιράσεις αυτό που σου άρεσε και θα μπορούσε να αρέσει και πολύ περισσότερο αυτό που σε εντυπωσίασε και θα μπορούσε να εντυπωσιάσει.

Η μικρή Εύα ενσάρκωσε στη μεγάλη οθόνη τον νέο τύπο προκυβόργιου. Όλο και λιγότερο οι άνθρωποι ζουν αυτό που συμβαίνει αφού είναι απασχολημένοι με την απαθανάτισή του: είτε πρόκειται για συναυλία είτε για ηλιοβασίλεμα είτε για τα πρώτα βήματα του μπέμπη είτε για τον χορό της κοιλιάς της. Μερικοί τυχεροί θα πιάσουνε λαυράκια. Στην περίπτωση της δολοφονίας του/της Ζακ Κωστόπουλου / Zackie Oh η καταγραφή της με κινητό έκλεισε τα στόματα των περισσότερων που θα αναπαρήγαγαν το παραμύθι του γκέι πρεζονιού επίδοξου ληστή.

Όπως στον πίνακα του Gaugin οι καλόγριες κι ο ιερέας της Βρετάνης παρακολουθούν αμέτοχες την πάλη του Ιακώβ με τον άγγελο, όπως στη Γένεση παρακολουθούσαν αμέτοχες την πάλη του οι δυο γυναίκες του, οι δυο δούλες του και οι έντεκα γιοι του, έτσι και οι παριστάμενες στο φονικό τουης Ζ. κοιτούσαν ή κατέγραφαν άναυδες το φουσκωμένο ποτάμι του εκφασισμού της καθημερινότητας να πνίγει οριστικά τη δυσάρεστη φωνή τουης. Το 2018 o big brother έχει παραδώσει τη σκυτάλη στους αμέτρητους μικρούς αδερφούς του νέου πανοπτικού - του έμψυχου πολυπανοπτικού. Την ίδια στιγμή, σ’ ένα ευρύ πολιτικοκοινωνικό περιθώριο της πολυπανοπτικής πανδαισίας λειτουργεί ο ενοποιητικός μηχανισμός του εξιλαστήριου θύματος όπως τον περιέγραψε ο Girard.

Αν αναποδογυρίσουμε το 18 γίνεται 81. Τότε, τον προηγούμενο αιώνα, ο Κυριάκος Σφέτσας κυκλοφόρησε τον δίσκο “Στο δρόμο” με μουσική του πάνω στις απαγγελίες ποιημάτων της Κατερίνας Γώγου από την ίδια. Το τελευταίο της β ΄ πλευράς, που λέγαμε, ήταν το “Θα ’ρθει καιρός”, που ήταν και το τελευταίο της δεύτερης συλλογής της Γώγου “Ιδιώνυμο” που είχε εκδοθεί την προηγούμενη χρονιά, το 1980. Η ποιήτρια καλούσε τη Μαρία να φυλάξει σε μια φιάλη με νερό λέξεις όπως “απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός” μέχρι να έρθει, όπως διαβεβαίωνε με τον μελαγχολικό μεσσιανισμό της, ο καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονείς κι οι άνθρωποι θα μιλάνε με χρώματα και νότες. Αν δεν είχε αυτοκτονήσει στα 53 της, ίσως σήμερα, στα 78 της, θα υποσχόταν στη Μαρία πως θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουνε φύλο.

Προς το παρόν τίποτ’ άλλο. Μόνο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στη σελίδα “Artists for Zak Kostopoulos”.








κοίταζα γύρω
έψαχνα για το τεράστιο μάτι
είδα ματάκι α μέτρητα ν α νοιγοκλείνουν όλο
είδα την εύα τη μικρή από του χάνεκε το χάππυ έντ
να περιστρέφεται ολούθε να ζουμάρει
στα μάτια του αιθέριου πολυπανοπτικού
των αθηνών
και να
τι θέλω τώρα να σας πω
στη χώρα ελλάδα μέσα στο κέντρο της αθήνας
λιώσανε στο κλωτσίδι έναν άθρωπο
δολοφονήσανε μιαν άθρωπη γιατί όπως βάδιζε
το βρήκαν εύκολο το σκέφτηκαν και πρέπον
όλα εντάξει δηλαδή εξόν που οι κάμερες
δεν κάνουν διακρίσεις στο τι γράφουν
θεμελιώδης νόμος του πολυπανοπτικού
μάλιστα λέν πως άμα γράψουν φόνο
παγώνουν προς στιγμήν οι οθόνες
μιανής το χέρι κάηκε
από του θάνατου
την παγωνιά
η ζάκι-ο δολοφονήθηκε ως γνωστόν
στις ψυχ οθόνες του πολυπανοπτικού
κάποιοι το κάναν ποίημα τραγούδι θα γενεί
μια ντραγκ κουίν εφάγανε μίαν ιθαγενή
σμίξανε οι αναρχικές με τις ελτζιμπιτούδες
σμίξανε ασφυξίες συμβατικές στης ακαμψίας
της καθημερινής τους αλγορίθμους
άλλες θρηνούν άλλες το πλαίσιο καθορίζουν
άλλες μαζεύουνε καινούργιες λέξεις
για το μπουκάλι που άφησε η γώγου
πιστεύουνε πως θάρθει κάποτε καιρός
που θα διαλέγουν φύλο τα παιδιά
δίχως τη στάμπα του απροσάρμοστου
που θα ξεβάφει με τον εξευτελισμό μαζί
στης ιστορίας τα μελλοντικά βιβλία
παρόλα αυτά
ζακ








Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

αποτυχία


δημοσιεύθηκε στη Bibliotheque
στις 24/10/2018




έμαθες πια η αποτυχία πως λυτρώνει 
από των στόχων ξεπροβάλλει την κοπριά 
τη συντριβή σαν μάνα την περιμαζεύει
τη στήνει όρθια να της χώσει μες στο στόμα
με κουταλάκι τη γλυκιά παρηγορία

η νίκη ξέρεις θα ήτανε μαρτύριο 
τα κίνητρά σου θα τα ξέσκιζε η λάμια
και την καρδιά σου θα βασάνιζε στους χτύπους
και το στομάχι σου που θα σε δίπλωνε ώρες
και το άντερό σου που σα φίδι θα χτυπιόταν
όταν θ α μόλαγες το ποίημα στεντορείως
και τον αυχένα σου βαρύν από το στέμμα
και τα ματάκια τα στεγνά τα μαραμένα
πάντα θα λιώνανε στον ύπνο δυο δεσμώτες
θα τ α λυσόδεναν οι προκομμένες μύγες
που τον καθένανε ιώβ τον προσμετρούνε
και ζουζουνίζουνε στα τρύπια κόκαλά του
κι όλα τα όνειρα που θάχες αποκούμπι
θα τα τυράνναγε κι αυτά η επιτυχία
τα έχει αυτά κι άλλα πολλά 
σκατοστοιχεία

απότυχες και σώθηκες καημένε 
ήρεμα πια κοιμήσου κι ονειρέψου
πως πριν εκκίνηση βαρέσει το μπιστόλι 
την πλάτη γύρισες και πήγες στα μπιλιάρδα
κι αφού το γλέντησες σε φέραν πίσω λιάρδα



Denis Sarazhin



Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

στα τζάμπο

δημοσιεύθηκε στη Bibliotheque
στις 2/10/2018



πόσες φορές
σου ζήτησα στα τζάμπο μία βόλτα
να πλανηθούμε στους πολύχρωμους διαδρόμους
χέρι χέρι

δε λέω
δεν ήταν άσχημα
στα θέατρα και στις πινακοθήκες
ούτε ήταν οι καφέδες αναξιοπρεπείς
στα αίθρια και στα βιβλιοπωλεία

μα ορέχτηκα λίγην ευτέλεια πια
λίγη πολλή συνάφεια ταπεινή
τις ομιλίες και τις κινήσεις
μπροστά σε ράφια με αμέτρητα είδη
ασήμαντα και τόσο κιουτ
διακοσμητικά και αποσμητικά
λάμπες σερβιέτες κι εξαρτήματα ποτίσματος
κούπες κεριά και φαγητοδοχεία
τραπεζομάντηλα και μάκτρα των ποδιών
κυλότες καρβουνάκια και λιβάνια
απορρυπαντικά ριχτάρια γάντια
μαξιλαράκια γομολάστιχες βετέξ
του κόσμου τα καλά σε τρεις ορόφους
μια γαμημένη βόλτα δεν με πήγες

μου χάρισες για δώρο ένα βιβλίο
ένα ύπουλο εργαλείο βασανισμού
μα ούτε κι αυτό δεν ήταν σε σακούλα τζάμπο
με πληρωμένο τέλος περιβάλλοντος

κι όμως
στο ζήτησα τόσες φορές
στα τζάμπο να με φέρεις
μονάχα μια φορά όχι πολλές
ξέρω τη δυσκολία στο τέλος ξέρω
που σε κοιτάζει στο ταμείο το κορίτσι
κι έχει στα μάτια λύπη κούραση και φθόνο
σαν ξεχαρβαλωμένο διαλογής παιχνίδι

μονάχα μια φορά
θα προσπεράσεις σοβαρή θα δώσω κάρτα
θα βάλεις στη σακούλα ό,τι έχεις πάρει
κι έπειτα όπως παλιά θα μου εξηγήσεις
την άδεια τρέλα των υπόκωφων αθρώπων


Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

ο τόπος μου


τί να μιλήσω για τον τόπο
οι μυγδαλιές λιγόστεψαν 
γεράσανε λιαστήκανε
στη λησμονιά


η θάλασσα σαλεύει απρόθυμα
να σώσει την παλίρροια
απομακρύνονται τα ουράνια
όσο επιτρέπουν οι εγκοπές της όρασης


στον ξεροπόταμο βολτάρουν σαύρες
από παλιά βιντεοπαιχνίδα
στάχτη σκεπάζει τις νυχτιές
σαν νόμος


πριν ξημερώσει συνεργεία 
μαζεύουνε αστέρια μαραμένα
ανοίγει τα φτερά η σιωπή
να κουβαλήσει ομιλίες 
στους αιθέρες




anders-zorn/a-premiere-1890

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

ρεφόρμ - κακοφόρμ



βγήκες 
από το χώμα χόμο
μπήκες ξανά στο χώ
βγήκες ξανά στο χώ
μα μπήκες
οι λύκοι χάζευαν 
ετοιμαζόσουν για τη μάχη
που σε βαριότανε κουρασμενάκι
συφιλιασμένος ο στρατός 
παραφρονούσε

άραξε τώρα άραξον όπως και τότε που
ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων
σε μύριζε να δει αν ευωδιάς θανάτω
ή μπόχα καταβόθρας κατά βάθος
τότε το μέλλον το διαιρούσες τέλεια
άφριζες αίνους γόητα στο αραλίκι
μηδενιστή με το ζερό εις το πηλίκον
σε προορίζανε για τζάμπα χαμαλίκι
η υπνοφόρος νινανούριζε η μήκων
πατούσες κλικ στη λάικα 
πατούσες κλικ στη νίκον 
ο σκοτεινός ο θάλαμος κατ οίκον
καταφυγή ρετροϊών 
καφρίκων

στην πόλη αυτή που τυραννιέσαι
στους δρόμους στα στενά στις αποθήκες
ρεφόρμ θα φάτε χλωροφόρμ που συνθημάτιζες
όχ ι ουδαίος περιπλανώμενος όχι δυστυχεσμένος
εμπούχτισες συ είπας από λήθη κουτορνίθι
ας πρόσεχες με τις μεταρρυθμίσεις
πλανώμενος οικτρή την πλάνη
τη φύση την ειρκτή που κλάνει
με βροντερή διάθεση
πλην τζούφια





Clover - Chloroform - 1862









































διατίθεται και εις τραγουδιστόν σονέτον σαιξπηρικού τύπου:






γύριζες πίσω μπρος    τι σημασία
μέσα στο χώμα    χόμο    ήσουν σκουλήκι
στην πιο αγχωμένη σου προετοιμασία
αμέριμνα σε χάζευαν οι λύκοι

άλλοτε δόξαζες το αραλίκι
ο γόης εσύ των υπερσυντελύκων
μα σε στριμώξανε στο χαμαλίκι
αχ παρελθόν μηδέν εις το πηλίκον

κρατούσες πάντα λάικα ή νίκον
ρουφούσε το χαρτί τις αναμνήσεις
σε γλύκαινε η υπνοφόρος μήκων
σ ε πιδειξιομανείς  περιπλανήσεις

κάποιοι το πρόβλεψαν    θα ρεφορμίσεις
μα εσύ    πουλί μου    θα κακοφορμίσεις








Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

τα ρουθούνια των αλλωνών


περνάει τα λουλούδια για μηχανές
κλείνει την πόρτα σκουντουφλάει στο καλώδιο
μαίνεται όρθιος καθιστός ανάσκελα 
μαίνεται μπρούμυτα

λέει της

είμαι ο σκουπιδιάρης κάτω από τη μύτη σου
που πέταξε σχισμένη τη σακούλα του εμετού

εκείνη απορεί κοιμάται ακούει τον

είμαι ο παπάς που λέρωσε βαφτιστήρι σου
αίμα και κρέας στο κουστουμάκι 

εκείνη λέει το κρέας να 
το αίμα λέει πως κρύβεται 
αν θέλεις να το αντλήσω εκείνος 
λέει της     είμαι 
ο υπάλληλος που έχυσε καφέ
στο πιστοποιητικό που του παράγγειλες

εκείνη ορθή και ξάπλα ορθή

είμαι η γκαρσόνα που άργησε να σερβίρει το κοκτέιλ
είμαι η πουτάνα που μπαρδόν σου ζούμπηξε τ α ρχίδια 
είμαι η απόκοσμη του εφιάλτη οχιά 
με δηλητηριώδη τα ψαλίδια
χαίρεσαι  μπάσταρδ  ε;



χαίρεται η λέμφος μέσα μου το αίμα έχει παγώσει

εσένα;
εμένανε η νυχοδομή το στήθος σου θα οργώσει
να δώσω ή να πάρω;
δώσε πνοή στα λάθη μου να στήσουνε ζεϊμπέκι
θα δώσεις;
θα δώσω την ανάσα μου εσύ κάνε τουμπέκι
θα ενδώσω




artnet



περνάει τα κορδόνια για ρολόγια
μισή χαρά μισή ψυχή    περνάει
τα όργανα για εξαρτήματα τ α γγεία
τα περνάει για καλώδια τα νεύρα

άρχεται λέει 

η συνεδρίασις
μπουκάρουνε καμπόσοι
η συνεδρίασις διακόπτεται 
να ηρεμήσουνε τα πνεύματα
να πέσουνε οι τόνοι
οι λέξεις ν α πομείνουν στον αέρα
χωρίς οξείες να μετεωρίζονται τα μίση
ο έρως να μην περισπάται από ρουθούνια


λέει του 
αναπνεύσαμε μαζί
άκουγες μιαν ανάσα όχι δυο
κομμένη να γλιτώσει α να σα  να γλιτώσει
από των ρουθουνιών τον ιμπεριαλισμό
αν άκουσες ποτέ ρουθούνια
νιώθεις αν όχι 
όχι