Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤρΕλΟΥάΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤρΕλΟΥάΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr




Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016


Ο περιέκτης



Δεν ξέρω πως βρέθηκα εκεί. Κατάμονος στην παγωνιά της χαράδρας. Χιόνιζε. Δεν θυμάμαι αν είχα προορισμό. Αν, όπως με παγίδευαν η νύχτα κι ο καιρός, έψαχνα πώς θα βρω τον δρόμο να γυρίσω. Κάποτε απόκαμα. Έκοβε ο άνεμος πίσω από ένα δέντρο και στάθηκα εκεί. Λύγισα. Γονάτισα. Για ώρα εκεί. Ώσπου κατάλαβα, το πώς δεν το κατάλαβα, πως βρέθηκα τ' ανάσκελα. Ο θόλος ήτανε θολός. 
Κοιτούσα τον θόλο δίχως να σκέφτομαι. Ένιωσα να μικραίνω διαρκώς. Ώσπου έγινα μικροσκοπικός. Όσο κρατούσε η σμίκρυνση έβγαιναν από μέσα μου κάτι πραγματάκια. Δεν καταλάβαινα τι, στην αρχή. Μετά, τα είδα τα θρωπάκια. Τρέχαν τριγύρω με ταχύτητα. Τα μπέρδευα με τις νιφάδες του χιονιού. Λες κι οι νιφάδες πέφτοντας δεν έστεκαν στη γη μα στροβιλίζονταν σ' εναν κατεψυγμένο πανικό. Άτακτα, δίχως λόγο. Ξαλάφρωνα έτσι. Όλα τα θρωπάκια που είχαν μέσα μου χωθεί, που ζούσαν από τη ζωή μου, που είχαν γραπώσει κάθε μου στιγμή, που μεροφάι τα έτρεφα, είχαν λακίσει. Είχα μικρύνει, ήμουνα ελαφρύς, δίχως το βάρος τους. Καταλαβαίνεις; Αποκοιμήθηκα πρώτη φορά με ανακούφιση.
Κάποτε πήρε να χαράζει. Άρχισα να ξυπνώ. Αναρρωτιέμαι πώς δεν κρύωνα. Όλα ήτανε κάτασπρα τριγύρω. Όμως απάνω μου είχανε σκαρφαλώσει αμέτρητες γκριζοπράσινες κάμπιες. Τις κοιτούσα έκπληκτος όπως σέρνονταν. Δεν άργησα να καταλάβω ότι περνούσανε κάτω απ' το πανωφόρι, κάτω απ' το παντελόνι, μέσα στις μπότες. Ξεκούμπωσα στα γρήγορα τα ρούχα. Βυθίζονταν στο σώμα μου. Γύριζαν το κεφάλι, με κοιτούσαν με μάτια επικριτικά κι έπειτα χώνονταν με το κεφάλι μέσα στο σώμα μου. Τα θρωπάκια ξαναγύριζαν. Δεν είχα τίποτα γλιτώσει. Το σώμα είχε ξαναβαρύνει. Αδύνατο να σηκωθώ. Δεν ήμουν πια μικροσκοπικός. Τα σωθικά μου καίγονταν.
Γύρισα στα πλάγια και την αντίκρισα, ήτανε δίπλα μου, ξαπλωμένη εκεί, με γυρισμένη την πλάτη. Μα ήτανε τόση δα. Σαν κούκλα. Άπλωσα το χέρι να χαϊδέψω τα μαλλιά της. Δεν κουνήθηκε. Ήτανε παγωμένη. Την γύρισα κι είδα να μου χαμογελά. Αλήθεια. Λάθος δεν έκανα, όπως άλλοτε. Ήταν εκείνη. Τότε θυμήθηκα εκείνο το αστείο που σου έλεγα ότι της έκανα. Για τους περιέκτες του Λιούις Μάμφορντ, που έλεγε πως περιέκτες είναι οι γυναίκες. Που της έλεγα πως θέλω μια μέρα να τη δοκιμάσω, πως σίγουρα θα έχει κρέας νοστιμότατο, πως έτσι θα γινόμουνα κι εγώ περιέκτης μια φορά, δικός της περιέκτης. Ήτανε παγωμένη. Έσπασα τα κουμπιά στο πανωφόρι, σήκωσα τα ρούχα της. Έκοψα τις θηλές της με ξυράφι, τις έβαλα στο στόμα και τις δυο κι άρχισα να τις μασουλώ. Δεν έχω κρέας γευτεί πιο νόστιμο. Χαμογελούσε ακόμα. Θα της άρεσε, αν ένιωθε. Θα θυμόταν που της τραγουδούσα:  

περιέκτης θέλω να γινώ για να σε περιέχω
εσένα μόνον αγαπώ, εσένα ταίρι έχω






Σχεδόν με τρόμο με κοιτάς. Μα είναι αλήθεια. Ξαλάφρωσα απ' όλα τα θρωπάκια. Λες και το είναι της διέλυσε όλες τις κάμπιες μέσα μου. Όλα τα θρωπάκια, όλα τα ονόματα, όλες τις λέξεις που με τριβέλιζαν στα τόσα χρόνια. Οι λέξεις που μου έστελνες εσύ, γιατρέ, γίνονταν τα θρωπάκια. Κάθε λέξη ήταν αναπνοή που την κρατούσα. Όλες οι λέξεις, όλες οι απουσίες. Οι ουσίες των απουσιών. Εκείνη μακριά, ήθελες να το πάρω απόφαση πως ζει αλλού με τη δικιά της οικογένεια, μα ξαφνικά ήταν κοντά μου και δικιά μου. Καταδικιά μου. Φαγί μου.
Πώς τώρα ξαναβρέθηκα σε τούτο το ντιβάνι και σου τα ιστορώ, γιατρέ, δεν ξέρω. Μα, τι; Το πρόσωπό σου έχει αλλάξει. Δεν είσαι ο ίδιος. Σταμάτησες να μου φορτώνεις λέξεις, κάμπιες ασήμαντες και φθονερές, που μου στεγνώνουνε το είναι. Δεν είσαι εσύ. Άλλαξε η όψη σου. Δεν είσαι καθιστός. Όλο κινείσαι. Έχεις μαζί σου κι άλλους. Μα τι μου το φοράτε τούτο το κουστούμι; Τι με γεμίζετε λουλούδια γύρω γύρω;



martin-kippenberger





Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015


ο Τσίπρας γουλί



gifvault



Ο Τσίπρας γελούσε και ξεροκατάπινε, έμενε, λες και του είχε καθίσει ψαροκόκαλο, ξαναγελούσε με δάκρυα, τραύλιζε λέξεις ανάκατες από το Σύνταγμα της Ελλάδος, ο κόμπος στο λαρύγγι φούσκωνε σαν χειροβομβίδα του ΕΛΑΣ, ο Γλέζος έξω απ' το κουπέ τραβούσε απ' το μαλλί την Παπαρήγα, το τρένο τρανταζόταν σαν αερόπλανο, κοπάναγαν τα κεφάλια στο ταβάνι, ο Τσίπρας ήξερε πως ήταν πάλι μόνος με τον Βαρουφάκη που είχε απλώσει τις αρίδες και βρωμούσε σκόρδο, δεν υπέκυψε στον τελευταίο πειρασμό του να τα παρατήσει, να πάρει τη γυναίκα που αγάπησε να πάνε διακοπές με ωτοστόπ, πού μπλέχτηκα είχε σκεφτεί, με πήρε στο λαιμό του ο Αλαβάνος, ξύπνησε ο Βαρουφάκης κι άρχισε να κλάνει, είχε δεκατρείς κλήσεις από τον Σκουρλέτη, το τρένο γύριζε όλο γύρω σε σαλίγκαρο, είχε στη μούρη το κεφάλι του Μαρξ όπως το πλοίο στο Σουίτ Μούβι, άμα τον ξύριζαν και του 'βαζαν γυαλιά ίδιος ο Σόιμπλε θάτανε, σκέφτηκε, ο Βαρουφάκης που είχε ξανακοιμηθεί ξύπνησε μ' ένα ουάου, είδα, του είπε, μια γριά ίδια ο Ντάισελμπλουμ, ή μήπως ίδια ο Βιτγκενστάιν, μάλλον ο Βιτγκενστάιν, μου είπε Γιάνη μου το κασκόλ σου τρε μπανάλ και να το ξέρεις αν σχεδιάζεις το μέλλον βάσει του παρονθόντος θα είσαι δεισιδαίμων, ρώτα τον Δραγασάκη που είναι έμπειρος, πολύ πιο επικίνδυνος θα πει, και κάνε το αντίθετο, μου είπε, Αλέξη, τον κοίταξε με τρόμο ο Τσίπρας, θυμήθηκε που του είπε ο Λαφαζάνης σήμερα Κέινς - αύριο Μπουχάριν, τραντάχτηκε το τρένο και σταμάτησε, πλακώσανε γριούλες της γενιάς των 700 ευρώ και κάτω, νέοι των 25 με τζιν 751, κοκκινοτρίχηδες δανειολήπτες και γονυπετείς της μεσαίας τάξεως, όλοι γι' αυτόγραφα, ανθ' υμών γουλί me, ψέλλισε ο Βαρουφάκης, ο μπαρμπέρης τράβηξε απαλά την πόρτα, πέρασε την πετσέτα στον λαιμό που ξεροκατάπινε, άρχισε να κόβει βαθιά, έβγαλε μετά τη σαπουνάδα και το ξυράφι, ο Βαρουφάκης ξαναξύπνησε, αυτή τη φορά μέσα σ' εφιάλτη, όχι, Αλέξη, όχι γουλί, ούρλιαξε κι ανατρίχιασαν οι αλεπούδες, μάλλον η ανατριχίλα, όχι το ουρλιαχτό, ξύπνησε την κυρία Κικίδη - Μουλά, που απ' το τέλος του Γενάρη τη βασάνιζε η σκέψη της επιστροφής στην πατρίδα, θα περιμένω τη συμφωνία με τους εταίρους, είχε πει στον φίλο της στην Τσιάπας, τον Χοσέ, για τον Πρόεδρο δεν την πολυένοιαζε, ποτέ της δεν πίστεψε ότι θα πρότειναν Αβραμόπουλο.










Οποιαδήποτε ομοιότης 
με πραγματικά πρόσωπα, ονόματα κλπ
στο εφήμερο μικροπράμα ο Τσίπρας γουλί
είναι τελείως συμπτωματική, με εξαίρεση 
την περίπτωση της κυρίας Κικίδη - Μουλά. 
Η τελευταία εμφανίζεται για δεύτερη φορά το 2015.
Η πρώτη φορά ήταν σ' ένα φευγαλέο πέρασμα
κατά την παρουσία της υπόθεσης MHNYMAL
στο τεύχος 12 του περιοδικού ΤΕΦΛόΝ
που κυκλοφόρησε στις αρχές του Γενάρη.


Τρίτη 26 Αυγούστου 2014


Carnellio Coop: 3





1.

Θα πάρω έναν κίονα από την Ακρόπολη
θα τον βάλω στη μέση του σπιτιού μου
και θα δέσω γύρω απ’ αυτόν
(με κοντό σχοινί)
τα νεύρα μου
ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ να μην με φτάνουν.
Νισάφι πια



2.

Τον σκύλο τον λένε John
Την γάτα την λένε John
Τον ρινόκερο τον λένε John
Τον ουρακοτάγκο τον λένε John


Την γυναίκα με την πριονωτή κυματομορφή στην μασχάλη την λένε John
Το παιδί σε συμπιεσμένους ήλιους τον λένε John
Τον άντρα ξερατό και καμμένο λάστιχο τον λένε John
Το κορίτσι όνειδος την λένε John


Την κουρτίνα την λένε John
Τον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα τον λένε John
Την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα την λένε John
Τo πιστόλι που άνοιξε την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα το λένε John


Το σαπισμένο συκώτι το λένε John
Τον τρικερατώψ τον λένε John
Την στάση εκ του ισχύως την λένε John
Ένα κανάλι στην Αγγλία το λένε BBC



3.

- Καλά εσύ ομοίασες με φιλάνθρωπο. Ψέμματα;

- Ξεπροβιαλίνω ακραγάτι
περστίνιο φχιονολιπίσκο δάρντι

Ιτρονεβές ρεπ τρακενικ
Όπλεκ ανίκ κραβομπανίκ

Όπρουκ σόκουρ ντουλερέν
Όπρεκ σεκέν ντρε φελερέν

Ασβέκ κινουχιαβόλι σμάκα
Όφκεξ ναρτιλαμάκα άνκα

Κιμπούκαπ άπες σουκάρεν
Φχίχεν εφάκα ον εκδζάνεν

Επακασουκολινιξιέρτι
Πρασκοβουλέντρι θέντι μέρτι

- Μια ζωή μαλάκας.


















αυτόν
τον Αύγουστο
με άλλους στίχους
μπλογκοσφαιρόβιους



Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

φωθιά

Παραφυλάω την εποχή σα βυθισμένο καταπότι ποταπό στ' άπατα, εποχή ταπωμένη με την τάπα των ποτέ. Αργά σιμώνω τη φωθιά όπως εκείνο το πουλί που καίγεται, μα δεν θα καώ γιατί δε νογώ αν κατέχει το, το φτερωτό, ότι κάμει σα να 'τανε οι φλόγες πέπλα. Απέναντι, το παρανοϊκά τακτοποιημένο πλήθος. Δεν θέλουν να εκραγούν ή να λιώσουν, δεν έχουν έλκη ψυχής ή καθελκύσεις βιωμάτων, δεν.

Επικουρικώς ενδίδω στην απόλυτα τηκόμενη σιγή. Δεν μισώ διότι δεν δύναμαι να μισώ ούτε μισό κάτι, αφού αλλού εδράζεται η ανάσκελη αιτία, η εστία των δυνάμενων δεινών. Ήτοι, ο ηχηρός ρε μινόρε μιναρές ή ο εν τσάτραις πάτραις μινάρας, δεν δύναται, ω δυνατέ δυνάστη των στιγμών, δεν δύναται, κι αν δίνατε παράταση δεν θα εδύνατο, εις τα δεν, δεν.

Τάπωσαν τα ποτέ κάθε νοητική λιγούρα. Μουρμούρα μες στην κοίλη σιγή, δεν έχει δρόμους στον ουρανό, οι πύργοι χάνουν τον έλεγχο, οι φοίνικες περιφρονούν το φτέρωμά τους, αιώνια νωπό απ' του κατακλυσμού την εμμονή, γι' αυτό και δεν ελέγχεται τίποτα, χιλιάδες πόδια πάνω από τη λυσσασμένη ανημπόρια, δεν δύνανται να πετούν προς τη φωθιά, δεν καίει φωθιά, βρεγμένα αποκαΐδια σκυλεύουν το τίμημα των επιθέτων στα ψόφια ουσιαστικά. Δεν είναι ερείπια αυτά που οραματίστηκα, δεν ξέρω, μονάχα σε ταινίες τα είδα, όχι, δεν. 





Ούτε που ξέρω αν αυτά
πα να πουν ότι γίνομαι στρείδι.
Αυτό από πάνω ήταν ένα ποίημα
κι έγινε πεζοτράγουδο.
Ξέρω και δεν ξέρω.
Δεν τιμπώνω, δεν τιμπώνω.
Λέω και τα σύκα σκάφη, άμα λάχει.
Αντί χρυσής σιωπής.



jpastos




Ερωτόκριτος:

Eίχεν εκείνο το Πουλί που στη φωτιά σιμώνει,
καίγεται, κι άθος γίνεται, και πάλιν ξανανιώνει.
Eλέγασιν τα γράμματα, σ' όποιον κι αν τα διαβάζει,
πως η φωτιά, που τον κεντά, δροσίζει, όχι να βράζει·
"Όσο σιμώνω στη φωτιάν, και βράζει και κεντά με,
τόσο και ξανανιώνει με, γιατρεύγει και φελά με."

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Νίτσε:
η πιο παλιά ευγένεια
του κόσμου





Γιατί όλα τα πράγματα είναι βαφτισμένα στην πηγή της αιωνιότητας και πέρα από το καλό και το κακό· το ίδιο το καλό και το κακό όμως δεν είναι παρά ενδιάμεσες σκιές και υγρές θλίψεις και διαβατάρικα σύννεφα.

Αληθινά, ευλογία είναι και όχι βλασφημία, όταν διδάσκω: "πάνω από όλα τα πράγματα στέκεται ο ουρανός τύχη, ο ουρανός αθωότητα, ο ουρανός κατά τύχη, ο ουρανός τόλμη".

"Κατά τύχη" - ιδού η πιο παλιά ευγένεια του κόσμου, την οποία ξανάδωσα σε όλα τα πράγματα, ελευθερώνοντάς τα από την υποτέλεια στον σκοπό. 

Αυτήν την ελευθερία και την ουράνια ευδιαθεσία τοποθέτησα σαν γαλάζια καμπάνα πάνω απ' όλα τα πράγματα, όταν δίδασκα ότι πάνω από αυτά και μέσω αυτών καμιά "αιώνια θέληση" - δεν θέλει.

Αυτήν την τόλμη και αυτήν την τρέλα τοποθέτησα στη θέση αυτής της θέλησης, όταν δίδασκα: "σε όλα τα πράγματα ένα είναι αδύνατο - η λογικότητα".

Λίγο λογικό εξάλλου, ένας σπόρος της σοφίας σκορπισμένος από άστρο σε άστρο - αυτό το προζύμι είναι ανακατεμένο σε όλα τα πράγματα: χάριν της τρέλας, η σοφία είναι ανακατεμένη σε όλα τα πράγματα!

Λίγη σοφία είναι βέβαια δυνατή· αλλά αυτήν τη μακάρια βεβαιότητα βρήκα σε όλα τα πράγματα: προτιμούν να χορεύουν με τα πόδια της τύχης.








στη λογική παράγγειλα να βουτηχτεί στην τρέλα
στις τρικυμίες της ζωής να τη φορώ σαμπρέλα
της τρομαγμένης μου ψυχής να της φωνάζει γέλα 
στη λευτερία να ξεχαστεί, στη ράθυμη τεμπέλα

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

τρε λουάν


απ' το Πλοίο των Τρελών των TuxedoMoon - βίντεο therezident


     Κάποτε, πριν χρόνια και για μικρό πάντως χρονικό διάστημα, ό,τι κι αν προσπαθούσα να γράψω άρχιζε με την ίδια φράση: Είναι όλοι τους τρελοί. Δεν είχα διαβάσει τότε τη νιτσεϊκή αναφορά στο απέραντο φρενοκομείο, όμως αυτή η φράση, αυτή η ιδέα, μου είχε γίνει έμμονη. Δεν είχα καλά καλά εμφανίσει τις δικές μου πληγές από την κοινωνική ένταξη, ηu παραγωγική μου ηλικία ήταν ακόμα νηπιακή, προσπαθούσα να αντιδράσω στη διαφαινόμενη ήττα της εφηβώδους αυθάδειας, μάταια. Έβλεπα γύρω μου την απέραντη υποκρισία, γινόμουν δέκτης του ψου-ψου της κουτσομπολίστικης πανοπλίας των ανθρώπων με τους οποίους αναγκαστικά, στη δουλειά, συναναστρεφόμουν, κι έλεγα δε μπορεί, δεν στέκουν, διαλέγουν να ζουν μιαν απύθμενη μιζέρια, δεν ερωτεύονται, δεν τον ρουφάνε τον γαμημένο τον αέρα με όρεξη, ίσα ίσα για να μη ψοφήσουν αναπνέουν, είναι όλοι τους τρελοί.

     Αλλιώς, αν είναι γνωστικοί αυτοί, τότε τρελός είμαι εγώ. Κατάφερα ένα σούρουπο ν' απαλλαγώ από την εμμονή της φράσης κι έγραψα κάτι άλλο. Όμως αυτή η στάση απέναντι απ' το κανονικώς φαίνεσθαι του περίγυρου μού έμεινε. Κουσούρι, ίσως, αφού φοβάμαι ότι αφορά μόνο το φαίνεσθαι κι όχι την ουσία της ζωής, αφού δεν είμαι σίγουρος ότι η δική μου διαφέρει στα βασικά της από των τρελών ή των γνωστικών, των άλλων τέλος πάντων, μπορεί η διαφορά μας να είναι αισθητική, δεν βλέπω Λαζόπουλο - δεν ακούνε Γουέιτς, όμως μαζί δουλεύουμε, κι αν πω ότι σε κάτι διαφωνώ, κι αν κατακρίνω το ρόλο μου, μες στο παιχνίδι είναι κι αυτό. Το ποσοστό μου είναι προβλέψιμο, το ρόλο τον παίζω κατά τ' άλλα, αλλιώς ας έπαιρνα τα βουνά να γινόμουνα ο φουλ ον δε χιλ. 
     Το σύστημα των οικονομικών σχέσεων, γράφει ο Φουκώ (στο Ψυχική Αρρώστια και Ψυχολογία, εκδ. Ελεύθερος Τύπος 1988, μτφ. Τάσος Γιατζόγλου), φέρνει τον άνθρωπο σε επαφή με τους άλλους, αλλά μέσα από αρνητικούς δεσμούς εξάρτησης· οι νόμοι της συνύπαρξης που τον ενώνουν με τον άλλον σε μία κοινή μοίρα, τον φέρνουν αντιμέτωπο με αυτόν σε μία πάλη που παραδόξως είναι απλά και μόνο η διαλεκτική μορφή αυτών των νόμων· η παγκοσμιότητα των οικονομικών και κοινωνικών δεσμών επιτρέπει σε αυτόν να αναγνωρίσει, στον κόσμο, μία πατρική γη και να αναγνώσει ένα κοινό σημαινόμενο στο βλέμμα κάθε ανθρώπου, αλλά αυτό το σημαινόμενο μπορεί επίσης να είναι εκείνο της εχθρότητας και το ότι η πατρική γη πρόκειται να τον καταγγείλει σαν ξένο. Και πιο κάτω, αναφερόμενος στην απόφαση διαφυγής ενός ανθρώπου, παρατηρεί ότι υποβαλλόμενος ωστόσο στους εξαναγκασμούς αυτού του πραγματικού κόσμου, βιώνει αυτόν τον κόσμο στον οποίο διαφεύγει σαν πεπρωμένο του. 

     Αν για κάποιους η απάρνηση της κανονικότητας μοιάζει μοιραία διαφυγή, ο Έρασμος στο έργο του Μωρίας Εγκώμιον (μεταγλωττισθέν και εκδοθέν υπό του πρώην συμβολαιογράφου Αθηνών Κοσμά Κοκίδου εν Αθήνησι - 1864) δήλωνε άγνοια για το αν ήνε δυνατόν να ευρεθή άνθρωπος σωφρονών καθ' όλας τας ώρας, χωρίς να κυριευθή παρά τινος είδους μωρίας (χωρίς να πράξη μωρίαν τινά). Οι ποιηταί, ισχυρίζεται η προσωποποιημένη από τον Έρασμο Τρέλα, είναι εξ επαγγέλματος οπαδοί της ... τοσαύτην δ' αξίαν αποδίδουσιν εις την μωρίαν, ώστε πολλάκις υπεκ-φεύγουσι δι' ενός μόνου σκώματος αυτής, ό,τι δεν ηδύναντο να  να λύσωσι δι' ουδενός των επιχειρημάτων και συλλογισμών· εκτός εάν τις νομίζη ότι δεν είνε ίδιον της Μωρίας το να προκαλή καγχασμούς εντέχνους δια γελοίων λέξεων κενών εννοίας. Ευτυχώς δηλαδή που δεν έχω γράψει ποιήματα.
     
     Στην άλλη πλευρά, η φρόνηση, διδάσκει ο Αριστοτέλης (Περί Αρετών και Κακιών, εκδ. Ζήτρος 2004, μτφ. Σ. Τριαντάρη - Μαρά), είναι αρετή του λογικού (μέρους της ψυχής) και προετοιμάζει αυτούς που τείνουν προς την ευδαιμονία. Ενώ η σωφροσύνη είναι η αρετή του επιθυμητικού, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι ελέγχουν με τη λογική την επιθυμία να παροτρύνονται στις κακές ηδονές. Και πιο κάτω: Στην ακολασία συνίσταται το να επιλέγει ο άνθρωπος τις απολαύσεις των βλαβερών και ανήθικων ηδονών, και το να νομίζει μάλιστα ότι είναι ευτυχισμένοι αυτοί που διάγουν το βίο τους με τέτοιου είδους ηδονές, και το να αγαπά τα γελοία και το να αγαπά τα αστεία και το να αγαπά τη βωμολοχία και το να είναι διεφθαρμένος στα λόγια και στα έργα. Την ακολασία ακολουθεί η αταξία, η αναισχυντία, η άτακτη και ακόλαστη διαγωγή, η πολυτέλεια, το αλόγιστο, η αμέλεια, η παραμέληση και η χαλάρωση των ηθών. 

     Αυτή η αριστοτελική έκλυσις, που αποδίδεται χαλάρωση των ηθών, επιτρέπει την επιλογή βλαβερών και ανήθικων ηδονών. Οι απολαύσεις ξεχω-ρίζονται σε ηθικές και μη· οι σώφρονες ξέρουν να επιλέγουν. Ο Αριστοτέλης κάνει ένα βήμα πιο πέρα από τον Πλάτωνα και εισάγει την έννοια της εγκράτειας. Ο μη σώφρων, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ενώ γνωρίζει ότι πρέπει να πράξει και τα σωστά και αυτά που τον συμφέρουν τα παραμερίζει για χάρη των ηδονών. Πόσο εύκολα, πράγματι, μπορεί να διαπιστώνεται η συμβολή των "προγόνων μας" στη δημιουργία του δυτικού τρόπου (χαλιναγώγησης της) σκέψης, της δύσης της σωφρονιστικής, του ανθρώπου του σοφού (τόσο φου...).




     Σ' ένα από τ' αποσπάσματα από το βιβλίο του Ray Monk Λούντβιχ Βιτγκενστάιν - Το Χρέος της Μεγαλοφυΐας (γ' έκδοση Scripta 2002, μτφ. Γρ. Κονδύλη), που δημοσίευσε πρόσφατα το ιστολόγιο ΠΕΡΙΠΟΛΛΩΝ (πρώτα το είδα στο μπλογκ ludwig wittgenstein), διάβασα: Ο Russell προσπαθούσε να αποτρέψει τον Wittgenstein από το να πάει στην Νορβηγία για να ζήσει εκεί απομονωμένος για δύο χρόνια. "Του είπα ότι θα είναι σκοτεινά και απάντησε ότι αντιπαθεί το φως της μέρας. Του είπα ότι η ζωή θα είναι μοναχική και απάντησε ότι εκπορνεύει το μυαλό του μιλώντας σε έξυπνους ανθρώπους. Του είπα πως ήταν τρελός και είπε ο Θεός να τον φυλάει απ' τη σωφροσύνη" (13-10-1913) (σελ. 93). Αυτή η τελευταία φράση από την αφήγηση του Ράσελ μ' έβαλε σε σκέψεις και θυμήθηκα το είναι όλοι τους τρελοί. Μετά από πολλή σκέψη αποφάσισα ν' αλλάξω ένα στίχο και το μέσα στην παραφροσύνη να το κάνω μες στην τόση σωφροσύνη:


     Δεν ξέρω αν το Skjolden όπου απομονώθηκε το 1913 για κάμποσους μήνες ο Βιτγκενστάιν έχει κάποια σχέση με το νησί Ουτόγια όπου έδρασε ο λεγόμενος μακελάρης της Νορβηγίας, ο νεοναζί Μπρέιβικ. Δεν ξέρω τι σόι τρελός ήταν ο Βιτγκενστάιν και τι σόι ψυχικά υγιής (σύμφωνα με την υπερασπιστική του γραμμή) είναι ο Μπρέιβικ. Δεν ξέρω πώς ο "ναΐτης ιππότης" θεωρητικολογεί την αντίθεσή του με τους υπεύθυνους για τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, πάντως επιλέγοντας σαν μέσο για την αποτελεσματική εκδήλωση αυτής της αντίθεσης τα εξολοθρευτικά του όπλα, καθάρισε μέσα σε λίγη ώρα με καμιά εκατοστή απ' αυτούς. Για κάποιους ο Μπρέιβικ και οι όμοιοί του δεν μπορεί παρά να είναι τρελοί. Αντίθετα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, εμπνευστής του σχεδίου εθνοκάθαρσης στην Τριπολιτσά ήταν απολύτως υγιής και ηρωικός και όχι χασάπης, όπως διαπίστωσε ο Θαν. Τριαρίδης

     Το ποιος είναι τρελός ή άρρωστος θα το πει κάθε φορά η κοινωνία, ανάλογα με το αν ξεχάστηκε ή όχι στην αγκαλιά της. Έτσι κι αλλιώς το "είσαι τρέλα", το "με τρελαίνεις" κι άλλα τέτοια δίνουν στην κυρα - τρέλα άλλην αίγλη και κάμποσοι τρελοί ή τρελαμένοι αναφωνούν: και πάλι: Ζήτω η Τρέλα μου! Αλλά τι τα θες; Η ζωή, αυτό το ποδοπατημένο λάφυρο κάποιου που εκλιπαρεί κάνε κάτι να χάσω το τρένο, ενώ το νιώθει, το ξέρει πως είναι μοιραίο να φύγει, η ζωή τελειώνει διαρκώς, με λυγμούς, χωρίς πάταγο και παραδίνεται στα βασίλεια του θανάτου, κι άστα να πάνε.


Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

από την Ιουδαία
στο απέραντο φρενοκομείο




οι Coat Hanger Halos - Jgaver57


   Μια σύντομη επίσκεψη σ' ένα φρενοκομείο δίνει μια αναμφισβήτητη απόδειξη για το ότι η πίστη κάνει τους ανθρώπους μακάριους μόνο σ' ορισμένες περιστάσεις, για το ότι η μακα-ριότητα δεν μετατρέπει μια παγιωμένη ιδέα σε αληθή ιδέα, και για το ότι η πίστη δεν κινεί βουνά, αλλά υψώνει βουνά εκεί που δεν υπάρχουν. Σίγουρα η επίσκεψη αυτή δεν θα έπειθε έναν ιερέα: γιατί αυτός δεν δέχεται, από ένστικτο, ότι η αρρώστια είναι αρρώστια, ότι το φρενοκομείο είναι φρενοκομείο. Ο Χριστια-νισμός χρειάζεται  την αρρώστια όπως ο αρχαίος ελληνισμός χρειάζεται μια υπεραφθονία υγείας - να κάνεις τους ανθρώπους άρρωστους: αυτός είναι ο αληθινός κρυφός σκοπός ολόκληρου του συστήματος των λυτρωτικών μεθόδων της εκκλησίας. Και η εκκλησία η ίδια - δεν είναι το καθολικό φρενοκομείο ως έσχατο ιδεώδες; Η γη ολόκληρη ένα φρενοκομείο; - Ο θρήσκος άν-θρωπος, έτσι όπως τον θέλει η εκκλησία, είναι ένας τυπικός παρακμιακός· η στιγμή, κατά την οποία μια θρησκευτική κρίση καταλαμβάνει έναν λαό, σφραγίζεται πάντα από μια επιδημία νευρικών παθήσεων· ο "εσωτερικός κόσμος" μοιάζει με τον "εσωτερικό κόσμο" του υπερδιεγερμένου και εξαντλημένου· οι "ανώτερες καταστάσεις", που τοποθετήθηκαν από την εκκλησία πάνω από την ανθρωπότητα ως οι αξίες όλων των αξιών, είναι επιληπτοειδείς μορφές - μόνο τρελοί κι αγύρτες ανακηρύχτηκαν άγιοι από την εκκλησία in maiorem dei honorem. Μια φορά επέτρεψα στον εαυτό μου να χαρακτηρίσει όλη τη χριστια-νική εκγύμναση στη μεταμέλεια και στη λύτρωση (εκγύμναση που σήμερα μελετιέται καλύτερα στην Αγγλία) ως μεθοδικά παραγόμενη κυκλική τρέλα πάνω σ' ένα έδαφος ήδη προε-τοιμασμένο κατάλληλα, δηλαδή εντελώς νοσηρό. Κανείς δεν προσηλυτίζεται στον Χριστιανισμό - πρέπει να είναι αρκετά άρρωστος για κάτι τέτοιο... Εμείς οι άλλοι που έχουμε το θάρρος να είμαστε υγιείς και να εκφράζουμε την περιφρόνησή μας, πόσο πρέπει να περιφρονούμε μια θρησκεία που διδάσκει στους ανθρώπους πώς να παρεξηγούν το σώμα! που δεν θέλει να εξαλειφτούν οι δεισιδαιμονίες από τις ψυχές! που μετατρέπει την ανεπαρκή τροφή σε κάτι "αξιόλογο"! που πολεμά την υγεία σαν να 'ναι εχθρός, διάβολος, πειρασμός! που φαντάζεται ότι μπορεί κανείς να μεταφέρει μια "τέλεια ψυχή" μέσα στο λείψανο του σώματος, και που βρίσκει, κατά συνέπεια, απαραίτητη τη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για την τελειότητα - ένα ωχρό, αρρωστιάρικο, ηλίθια φανατικό ον, την λεγόμενη "αγιότητα". Η αγιότητα: δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σειρά συμπτωμάτων ενός εκπτωχευμένου, νευρικά διαλυμένου, αθεράπευτα φθαρ-μένου σώματος!... Το χριστιανικό κίνημα, ως ευρωπαϊκό κίνημα, ήταν από την αρχή ένα συλλογικό κίνημα των κάθε λογής ανίκανων και άχρηστων στοιχείων (αυτών που ζητούσαν να αποκτήσουν δύναμη μέσω του Χριστιανισμού). Δεν εκφράζει την κατάπτωση μιας φυλής, αλλά είναι ένα άθροισμα και μια συγκέντρωση μορφών παρακμής που έρχονταν από παντού και αναζητούσαν η μια την άλλη. Ο Χριστιανισμός δεν είναι, όπως πιστεύουν πολλοί, αποτέλεσμα της σήψης της αρχαιότητας, της ευγενούς αρχαιότητας. Η επιστημονική ηλιθιότητα που υπο-στηρίζει τέτοιες ιδέες ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να αντι-μετωπιστεί με τη βιαιότητα που θα της άξιζε. Τη στιγμή που τα άρρωστα, διεφθαρμένα, Τσαντάλα στρώματα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας υιοθετούσαν τον Χριστιανισμό, ο αντίθετος τύπος, η τάξη των ευγενών, είχε την πιο ωραία και ώριμη μορφή. Η πλειοψηφία έγινε αφέντης· η δημοκρατικότητα των χριστιανικών ενστίκτων θριάμβευε... Ο Χριστιανισμός δεν ήταν "εθνικός", δεν ήταν έργο μιας φυλής - στρεφόταν σε οποιονδήποτε απόκληρο της ζωής, είχε παντού τους συμμάχους του. Ο Χριστιανισμός έιναι η έχθρα του άρρωστου ενστίκτου που στρέφεται εναντίον του υγιούς, εναντίον της υγείας της ίδια. Καθετί καλοφτιαγμένο, περήφανο, εξαίσιο, η ομορφιά πριν απ' όλα, του κάνει κακό στα μάτια και στα αυτιά. Υπενθυμίζω για μια ακόμη φορά τα ανεκτίμητα λόγια του Παύλου: "Ο Θεός έχει διαλέξει τα αδύνατα πράγματα του κόσμου, τα τρελά πράγματα του κόσμου, τα ταπεινά και περιφρονημένα πράγματα του κόσμου": αυτή ήταν η φόρμουλα· όταν δόθηκε αυτό το σύνθημα η παρακμή άρχισε να θριαμβεύει. - Ο Θεός στο σταυρό - οι φρικτές μυστικές σκέψεις που βρίσκονται πίσω απ' αυτό το σύμβολο δεν έχουν κατανοηθεί ακόμη; - Ό,τι υποφέρει, ό,τι είναι καρφωμένο στο σταυρό, είναι θείο. Όλοι μας είμαστε καρφωμένοι στο σταυρό, άρα είμαστε θείοι. Μόνο εμείς είμαστε θείοι... Ο Χριστιανισμός ήταν μια νίκη, μια ευγενέστερη προοπτική χάθηκε απ' αυτόν - ο Χριστιανισμός ήταν η μεγαλύτερη συμφορά της ανθρωπότητας ως τώρα. 


Φρειδερίκος Νίτσε 
Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ
Μια απόπειρα κριτικής του Χριστιανισμού
Εκδοτική Θεσσαλονίκης
μτφ. Ζήσης Σαρίκας





Ήταν ένας νέος απ’ την Ιουδαία. 
Μόνος καθώς ήταν, τούρθε μια ιδέα: 
μια περιστέρα στο κεφάλι του να βάνει 
όταν θα πάει να βαπτιστεί στον Ιορδάνη. 
Ύστερα όλα εξελίχθηκαν ραγδαία. 


Ήταν ένας νέος απ’ τη Ναζαρέτ. 
Άνθρωπος απλός και διόλου εστέτ. 
Διάλεξε νάχει μαθητές απλούς ψαράδες 
που αδιαφορούσαν για του κόσμου τους παράδες. 
Βγήκαν στους δρόμους· όπως λέμε στο κουρμπέτ. 


Ήταν ένας νέος στον τόπο του κρανίου. 
Εσταυρωμένος ο σωτήρας του ποιμνίου, 
γιος του θεού, σαν άνθρωπος πεθαίνει, 
μετά νασταίνεται και το σενάριο δένει 
του τρισυπόστατου εν ανθρώποις μνημονίου. 


Ήταν ένας νέος απ τη Γαλιλαία 
που την αγάπη-του διαδώσαν λυσσαλέα. 
Κι αν χωριστήκανε σε κλίκες με τα χρόνια, 
με ψαλμωδίες κατεβάζουν τα κασόνια 
και εξυμνούν της Ιουδαίας τον βασιλέα.



οι (του ίδιου παπά βαγγέλιο) the Piano has been drinking



ακούστηκε ο σοκολατένιος Χριστούλης του Tom Waits
σε δύο (από τις εκατοντάδες, ανακαλύπτω) επανεκτελέσεις



αντί επιλόγου, ένα συνοδευτικό λιμερίκι
στη σχετική σελίδα του ιστολογίου του Ν. Σαραντάκου

και, ασφαλώς, Αληθώς!




Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

είναι Τρελό το Κοράκι;






Είναι τρελό το κοράκι;
Τι θα τολμήσει να ελπίσει;
Ποιος να το πει, σε ποια ράκη;
Ποιον να ελπίσει να πείσει;

Τι θα τολμήσει να ελπίσει
μες στ’ αδυτόμυχο φρέαρ;
Την κρούστα ποιος θα τρυπήσει;
Ποιος θα τσικνίσει το στέαρ;

Μες στ’ αδυτόμυχο φρέαρ
χύνονται απόβλητα πίστης.
Ποιο να ’ταν, τάχα, το δέλεαρ
που έχαψε ο άτυχος μύστης;

Χύνονται απόβλητα πίστης
μες στων ψυχών το καρνάγιο.
Φούσκωμα ατσίγκλιστο κύστης,
χρόνια αιωρούμενο σφάγιο.

Μες στων ψυχών το καρνάγιο
κάποιος τραβάει το χαράκι.
Κι όλο ρωτά σε ήχο πλάγιο:
Είναι τρελό το κοράκι;


     

Edgar Allan Pooh: The Raven (by jjtheatre)



     Στο δοκίμιό του Η Φιλοσοφία της Συνθέσεως, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε εξηγεί ότι το ποίημά του Το Κοράκι, όπως και όλα τα έργα του, κατασκευάστηκε "με την ακρίβεια και την αυστηρή συνέπεια ενός μαθηματικού προβλήματος". 
     Πρώτο του μέλημα, ήταν η έκταση. Αποφάσισε ότι θα χρειάζονταν 100 στίχοι. Δεύτερο μέλημα, η επιλογή της αίσθησης που θα μετέδιδε.  Απορρίπτει την Αλήθεια και το Πάθος. Επιλέγει την Ομορφιά. Τρίτη σκέψη, ο τόνος της ομορφιάς. Ο πιο θεμιτός ποιητικός τόνος, συμπεραίνει γρήγορα, είναι η Μελαγχολία. Επόμενο βήμα, η εύρεση μιας κλίμακας στην κατασκευή του ποιήματος. Η Επωδός θα ήταν αυτή, ο Πόε είναι βέβαιος ότι "η ευχαρίστηση βγαίνει μόνον απ' την έννοια της ταυτότητος - της επανάληψης", παράξενο παιχνίδι, το "fort - da" μιας λέξης προς το παρόν άγνωστης... Ο ήχος ναι, όχι όμως και η σκέψη· αυτή, διαρκώς θα άλλαζε. 
     Η καλύτερη επωδός, σκέφτηκε ο Πόε, θα ήταν μια μόνο λέξη. Κι αυτή η λέξη θα έπρεπε να περιέχει το ηχηρότερο φωνήεν, το "o", και το το καταλληλότερο σύμφωνο, το "r". Αφού αποφάσισε για τον ήχο, του ήταν αδύνατο, όπως γράφει, να παραβλέψει τη λέξη Nevermore, (ποτέ πια). Χρειαζόταν, ασφαλώς, μια πρόφαση για την επανάληψη της ίδιας αυτής λέξης. Ήταν προτιμότερο η ίδια πάντα λέξη να επαναλαμβάνεται από ένα μη λογικό πλάσμα, που θα μπορούσε να μιλήσει. Αρχικά, σκέφτηκε τον παπαγάλο. Κι αμέσως μετά, το κοράκι:

     Είχα φθάσει τώρα στη σύλληψη ενός Κορακιού, δυσοίωνου πουλιού και που μονότονα θα επαναλαμβάνει τη λέξη Nevermore στο τέλος κάθε στροφής ενός ποιήματος με μελαγχολικό τόνο και με μάκρος περίπου εκατό στίχων. Μην ξεχνώντας ποτέ το σκοπό - την τελειότητα δηλαδή ή τελειοποίηση όλων των σημείων, ρώτησα τον εαυτό μου: "Απ' όλα τα μελαγχολικά θέματα ποιο είναι σύμφωνα με τη γενική αντίληψη της ανθρωπότητας, το πιο μελαγχολικό;". Ο θάνατος ήταν η πρόδηλη απάντηση. "Και πότε", είπα, "είναι αυτό το πιο μελαγχολικό απ' τα θέματα, πιο ποιητικό;". Απ' όσα ως τώρα αρκετά εξέθεσα, η απάντηση είναι κι εδώ καθαρή. "Όταν συνδέεται πολύ στενά με την Ομορφιά: ο θάνατος, λοιπόν, μιας ωραίας γυναίκας είναι αναμφισβήτητα το ποιητικότερο θέμα στον κόσμο και, το ίδιο, είναι έξω από κάθε αμφιβολία πως τα λόγια που καλύτερα αρμόζουν σ' ένα τέτοιο θέμα, είναι τα γλυκόλογα ενός ορφανεμένου εραστή".



Kristen Lawrence - the Raven (by ?)


     Ο Πόε δίνει λεπτομερείς εξηγήσεις για το κάθε τι στο ποίημά του. Δεν θα επεκταθώ σε άλλες λεπτομέρειες. Μου αρκεί η εκ των προτέρων απόφαση για το ποτέ πια,  αυτού του "αιωνίως πενθούντος" ποιητή, που στο έργο του δεσπόζει μια "λανθάνουσα νεκροφιλία". Η επανάληψη του Nevermore, η επανάληψη του θανάτου μιας νέας γυναίκας, η έλξη που του ασκούσαν οι άρρωστες νέες γυναίκες. Μια φυματική μητέρα που την έχασε παιδί, σφράγισε τη ζωή και το έργο του, όπως χωρίς κόπο βεβαιώνουν οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις. 
     Το εκ των προτέρων ποτέ πια με την άλογη λαλιά του Κορακιού, συμβόλισε στην περίπτωση MHNYMAL το σήμα για το οριστικό τέλος του απονενοήματος Καρακάξα, που σφραγίστηκε με τη Σπαραγμάξα. Για το Κοράκι, το ενεδρεύον στην, προσώρας κλειστή, Σπηλιά του Νοσφεράτου, θα δούμε. Εν μέρει, ικανοποιεί ανάγκες που ανακουφίζονταν στην Καρακάξα. Αυτοί οι τόποι έχουν με τον τόπο MHNYMAL τη σχέση που έχουν τα λάιβ με τις στούντιο βέρσιον. Σωστά ρίμαρε ο Νοσφεράτος τον Ταμίστα με την πίστα. Επί της ουσίας, για την Καρακάξα, δεν θα λαλήσω. Εναποθέτω εν εκ του Κόρακος λάιβ ούργημα:




Είναι μονότονο Κοράκι: "Ποτέ Πια"!!!
έτσι απαντά σε κάθε ερώτηση ενός νέου - 
μοιραίου ναύτη με παπιέ μασέ κουπιά,
του ναυαγίου ενός λαμπρού διατηρητέου.


Κάποιες φορές θα πρέπει, βλέπεις, "νεβερμόρ"
να λέει κανείς· κι ας είναι, όπως στο σκάκι,
ένα πιονάκι που θα άλλαζε το σκορ
μεταμορφούμενο σε Ρεν, μ' ένα χαπάκι.


Ναι. ΠΟΤέ πιΑ. Όπως του Πόε το Κοράκι.


the Raven Ballet (David Fernandez) - Αποσπάσματα (black and white by Daviddnyc)


     Το δοκίμιο Η φιλοσοφία της Συνθέσεως σε μετάφραση Ζήσιμου Λορεντζάτου, 
βρίσκεται στο "Edgar Allan Poe - ποίηση και φαντασία" (Πλέθρον, 1982),
 που περιέχει ποιήματα και κείμενα του Πόε, καθώς και κείμενα για τον Πόε, 
ανάμεσά τους και το ψυχαναλυτικό "Η λανθάνουσα νεκροφιλία στο έργο του Πόε", 
της Μαρίας Βοναπάρτη (1932), σε μετάφραση Αλ. Δρακουλίδη.
Η επιμέλεια του βιβλίου είναι του Αλέξη Ζήρα.


Catalyst Theatre's Nevermore (by catalystart)


     Το Κοράκι είναι πολυμεταφρασμένο και στα ελληνικά. 
"Οι Τύχες του Πόε στην Ελλάδα" απασχόλησαν πρόσφατα 
την Χριστίνα Ντουνιά, αναπλ. καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Κατερίνα Σχινά, μεταφράστρια-κριτικό λογοτεχνίας στο "21 Ιστορίες και το Κοράκι". 

Στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει κάμποσες από τις μεταφράσεις:
- Οι μεταφράσεις του Ουράνη και του Ιωαννίδη στο Περί Γραφής.
- Η μετάφραση του Ιωαννίδη στο blog της Σοφίας (Κολοτούρου).
- Η μετάφραση του Μπλάνα στη Μη Δρώσα Δράση.
κλπ.



Πουλιά της Δυστυχίας (από gerassimos2011)