Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι ΑΝθρωπΟΙ κΑΙ τΑ ΑΛΛα ζΩα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι ΑΝθρωπΟΙ κΑΙ τΑ ΑΛΛα ζΩα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

σαυρωθείσα τε υπέρ ημών




στης άλαλης οργής την απειλή
στις μύτες που ξυπόλητη γυρνά
πνίγοντας την καπνιά χαράματα
σαύρα ποτέ δεν ρίγησες

μέτρησες με τα βλέφαρα
αφιόνι τον σφυγμό
έτριψες φύλλα στην ουρά νεκρά
παραιτημένα έντομα
τα έλιωσες στη γλώσσα



ώσπου
άκουσες εκείνη τη φωνή

βασίλισσα δεν είσαι σαύρα
τη δυστυχία του σκήπτρου
δεν την έπαθες ο εγκέφαλός σου
ξεφλουδάει από μνήμες

θα ξεψυχάς και θα γελώ
θα πέψω τον τελάλη
να διαλαλήσει ουφ ψόφησε
η βασίλισσα το αίμα της ζεστό
φτύνεται στα χορτάρια
χοροπηδάνε οι πέτρες
θρυμματίζονται μαθαίνουν


γδύσου από τώρα σαύρα
μπας και γλιτώσουν τα ουρλιαχτά
οι μιμητές θα ξεκολλάν φολίδες
σκυλιά θα τρων κομμάτες τη στολή
το αίμα θα καυλώνει τους μνηστήρες
θα σπαρταράς για έλεος
στο τέλος που μισούσες
στο τέλος των εννοιών βασιλομήτωρ
θα μείνει μόνο σκέτη στάχτη εξόν αν έχεις
αφήσει κάπου μια στερνή χοντρή κουράδα





πόσο κοινότοπα όλα βασιλιά
για τις βασίλισσες του σαυρικού βασίλειου
μα πώς δεν έστειλες ορμήνια
στο έκτακτο συμβούλιο τελετών
οι τελετόσαυροι θα μελετήσουνε
τη διαθήκη της μα εσύ
θα είχες δώσεις την κατεύθυνση
έστω ένα ναι ή ένα όχι για τις λέξεις
που ζήτησε στην πλάκα να σκαλίσουν


κι αν ήμανε βασίλισσα
τάφους πολλούς εσύλησα
τωράηρθεν η σειρά μου
ορεχτικό η νουρά μου




το συμβούλιον συνήλθεν 
άνευ οδηγίας




ο ψυχόσαυρος αποκάλυψε ότι
εντός της έβριθε οργάνων
εικάζω και ευελπιστώ ο σαυροδικαστής
να επιβεβαιώσει να επιβιώσει ούτως ειπείν
ότι είχε όργανα πολλαπλά
έναν τετράχωρο έναν δίχωρο
και έναν απλό στόμαχο
ίσως ενδεχομένως πιθανόν
να άλλαζαν διαρκώς τα όργανα
όψη και λειτουργία ίσως
ήτο προσωπικότης δύσκολη
ο σαυροδικαστής μας ασφαλώς
θα καταστήσει το σώμα άνευ οργάνων
θα το παραγεμίσει βάμβακα
αλίμονον αν έχασκε
το ξύγκι της θα το φυλάξει
άλεσμα των οστών δεν συνίσταται
υπήρξε εν κατακλείδει θύμα
των παρορμήσεών της
το όριό τους διέβη
ωσάν να έστρεφε το τόξο της ζωής
που θάνατο χαρίζει
κατεπάνω της

η διάσημη σαυρουργός
βραβευμένων σαυρουργημάτων
σάνχελι άρχισε θα είμαι σύντομη
αναφερόταν στην αιωνιότητα
θα πω λιγότερα από το βυζανιάρικο
θυμούμαι βλέπετε τον συνάδελφο δάντη
ορίστε μου το πλαίσιο του επικηδείου
να σαυρουργήσω για τη βασιλίννα

αυτά δεν είναι πράγματα σοβαρά 
αποφάνθηκε ο αρχιτελετόσαυρος
στα τελευταία της η βασίλισσα
βιούσε εις οξείαν ασυναρτησίαν
παρουσίαζε την εαυτήν της ως βασίλιννα
ερωτοτροπούσε μετά του διονύσου
εν τέλει δεν ήτο βασίλισσα
το αίμα της δεν ήτο κυανούν
δεν ήτο άλλωστε ψυχρόν
δεν άντεξε φωτιά
ποτέ δεν έσβησε φωτιά
εφοβείτο
στον θρόνο ανερριχήθη
κωλοσαύρα
και τι
τα ντάρταρα εδιάβηκεν
ησύχους μας αφήκε



το συμβούλιον απεφάνθη
η πλαξ θα μείνει ασκάλιστος 
ανέπαφος κενή





πόσο κοινότοπα όλα ετούτα βασιλιά
για τις βασίλισσες του σαυρικού μαρτύριου
αν είχαν ύπνο αθώο θα πέθαιναν αθώα
ίσως πεθαίνουν από μόνες τους φορές
τι σημασία ποιο χέρι κράτησε μαχαίρι
βαρέθηκε η ψυχή της τη ζωή της
δεν είχε φύλο καν ούτε καν φίλους

το γάλα της ομοψυχιάς
χύθηκε ηδονικά στην κόλαση
τώρα περνά ο θηρευτής
των φτερωτών νυμφών
αν αύριο τρεις φορές πεις βασιλιά
όλα τελειώνουν σήμερα αφού
όσα δεν έχουν γιατρικό
πρεπό να λησμονιούνται




Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016


οι κάμπιες



Οι κάμπιες στην ευθεία.
Δεν έχουν για προορισμόν ιδέα.
Οι ύπεροι σαλέψανε στη γύμνια:
αιώνια ορκίζονται τη στύση.
Οι κάμπιες πολλαπλασιάζονται
ανύποπτες για την πολλότητα
των πολυτύπων τους.


Ο κηπουρός στέφθηκε λάσπες
ξύνοντας την κεφαλή,
παρατηρώντας μια στης μοναξιάς
τα όρια κουκούτσα.
Είμαι, διακήρυξε,
ο εν κήπω χορηγός ζωής
ορατών τε πάντων
και αοράτων.

Έστριψε τη γαλότσα στη σειρά τη δυτική
ρηγμάζοντας το σιωπηρό κονβόι.
Οι κάμπιες έχασκαν πηγμένη λύπη.
Άδραξε το πριόνι. Ήταν καιρός
να επιβάλει σιωπητήριο.
Ξάφνου προτίμησε
να εκτρέψει τις ροές των υπερήχων,
να σιγοντάρει την ηλιακή μουρμούρα.

Αχτένιστος και φουσκωμένος
με χοχλιούς, ψιθύρισε:
Έμαθα να διαβάζω γράμματα
ανάμεσο σε θάμνους.
Έπεφτε το βιβλίο στα ρυάκια.
Έβαζα φύλλα νάμεσα στα φύλλα,
τη χλωροφύλλη να ρουφάνε,
να στεγνώνουν.
Δεν το θελα να είμαι θεός τους.
Δεν το βαστούσα. Μα υποτάχτηκα
στην άλογη, την αιχμηρή τους πίστη.
Ποιος θα ποτίσει, θα σκαλίσει τα φυτά,
να χουν να πίνουνε χυμούς,
καρπούς να τρώνε.
Πάντοτε γω. Με καταδίκασαν
να τη ραντίζω στίχους τη μελίγκρα,
λάκκους να νοίγω, λέξεις να φυτεύω,
να ξεχορτίζω τους ιάμβους στη σπουδή μου,
να ναρωτιέμαι πώς ευρέθηκα επαέ.
Με καταδίκασαν οι εμμονές μου,
οι θεϊκές πριβέικες κοτρώνες,
οι στοιχισμένες πεποιθήσεις συγγραφέων
στης έμπνευσης της ύπουλης το καλυβάκι.

Όλη την ώρα δίπλα μου είχα τον πατέρα.
Με ορμήνευε να τη γυρνώ σωστά την τσάπα.
Μα τώρα, που ίδρωσα πολύ,
δεν είναι δίπλα.
Τώρα είμαι εγώ
ο πατέρας μου.
Φορώ τα ρούχα του.
Ίδιος, με τα ψαρά τα γένια,
με τη χαμένη στον ορίζοντα ματιά. 








Κανείς δεν άκουγε τον ψίθυρο στον κήπο.
Μύρισε χώμα, έγειρε. Πλάγιασε
για το σώμα να ποστάσει.
Έγειρε κι ονειρεύτηκε το χώμα.
Σκέπαζε υγρό αφράτο μυρωδάτο.
Μαλάκωνε τις χαρακιές στο πρόσωπό του.


Όταν θα ξύπνησε ο κήπος είχε αλλάξει.
Δεν ήξερε αν στα χρόνια εκείνα είχε υπάρξει.
Δεν είχε χώρα. Μοναχά δοσοληψίες
σε τύμβο λουξ με παγωμένες φωταψίες.

Στο ίδιο κονβόι κάμπιες στην παλιά ευθεία.
Σπασμένη σκούριαζε η τσάπα του η θεία.
Στα δέντρα κρύσταλλα κρεμότανε το μίσος.
Τη σιγουριά τηνε μαστίγωνε το ίσως.











Οι κάμπιες
δημοσιεύθηκαν στο 15ο τεύχος του ΤΕΦΛόΝτος
του οποίου τις προάλλες κυκλοφόρησε και το 16ο με το καλό

Ο Ιχνεύμων τις επισκέφτηκε τώρα δα





Τρίτη 3 Μαΐου 2016


Ver Sacrum



Ας θυσιαστεί ένα παιδί ορφανό.
Με δίχως μάνα. Με χωρίς πατέρα.
Αφού τρελαίνονται οι γονείς.
Ας θυσιαστεί ένα ορφανό στον κλήρο.
Να ποφασίσει η τύχη.
Αφού διχάζει το δικαίωμα για την εκλογή.

Ας θυσιαστεί ο γιος του ανθρώπου.
Με μαγικό το γονιδίωμά του.
Με το θεϊκό χρωμόσωμα το ψι και
με το χι της διαλεχτής παρθένας.
Ας θυσιαστεί ο παράκλητος
που να καεί στο τέλος ο ιούδας,
να προσφερθεί η μαγειρίτσα
η οπλισμένη απ' τη συκωταριά
του αμνού που αντί για τον παράκλητο
θα θυσιαστεί ίνα σπαταληθούν
το κρέας και το αίμα. Ίνα χλαπακιαστούν,
να εορτασθεί ο πάσχας.


Rocco Normanno



Ας θυσιαστεί η φιγένεια. Αντί για εκείνη
ένα τραγί ας αποδιοπομπευτεί.
Ας εξευτελιστεί η αοιδός που
ποια θυσία ερωτά για την αντίζηλη
κι οδύρεται.

Ας θυσιαστεί φορ έβερ η εργατιά
που αγκομαχά στον δρόμο
ενός του ζήνωνος παράδοξου.
Ας θυσιαστεί το κόμμα της αυτής.
Με των αγώνων
τη χλαμύδα σαν γαρύφαλλο.
Ας είναι θύμα ο καπνεργάτης
στη σαλόνικα. Ας είναι
η άοπλη διαδηλώτρια του εάμ.

Ας είναι δεκαπέντε μόνο χρόνων
με μια κουκούλα, ένα μαντήλι και μαλόξ.
Ας ποιηθεί ένας μεταμοντέρνος επιτάφιος.
Ας θυσιαστεί ένας της πείνας απεργός.
Μία γυναίκα στον αγώνα φιερωμένη.
Ένα λουλούδι, μια σοδειά, ένα γουρούνι.

Ας είναι να καταστραφεί ό,τι πρέπει
για να γλιτώσει ό,τι θ' απομείνει,
όπως κατάλαβε ο μπατάιγ.
Ας τη μυρίσουνε την άνοιξη
αυτοί που δεν τους κόψανε τις μύτες.









Κυριακή 20 Μαρτίου 2016


στων αλλωνών τον θάνατο

προηγούμενο:




Παλιά μιλούσε σα να έπρεπε συνέχεια ν' απολογείται. Αν τον ρωτούσες τι του αρέσει, τι καφέ πίνει για παράδειγμα, έπρεπε ν' αναφέρει αναλυτικά τους λόγους που υποστήριζαν το γούστο του. Προσπαθούσε να σου απαντήσει έτσι ώστε, αν θεωρούσες ότι ο συγκεκριμένος καφές που πίνει είναι απαράδεκτος, να δείξει ότι κι εκείνος δεν διαφωνούσε ακριβώς αλλά υπήρχαν κάποιοι λόγοι που δεν μπορούσες να φανταστείς και που τον ανάγκαζαν να πίνει το συγκεκριμένο είδος καφέ. Όμως τελευταία όλα άλλαξαν. Ίσως όταν πήρε εκείνες τις εξετάσεις που, σύμφωνα με τον γιατρό, απαιτούσαν "περαιτέρω διερεύνηση" και που τον έκαναν να ανησυχήσει τόσο που αρνήθηκε να υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση του σώματός του. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η αρρώστια του ήταν σοβαρή και θα τον οδηγούσε σύντομα στον θάνατο. Αυτή η πεποίθηση μέρα με τη μέρα εδραιωνόταν μέσα του κι έσπερνε σκέψεις για την ηθική του ευθύνη απέναντι στο τέλος, την τελετή λήξης όπως έλεγε, που έπρεπε να προετοιμάσει αποτιμώντας ευλαβικά την ανθρωπιά του. Είχε σκεφτεί να νοσήσει ο ήρωάς του, ο άντρας του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ. Γράφοντας για κάποιον άλλο, ένα φανταστικό πρόσωπο, ίσως μπορούσε να ξεδιαλύνει τι του συνέβαινε. Μάλλον ποτέ δεν θα ξεδιάλυνε τι του συνέβαινε, θα μπορούσε όμως ν' αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Πώς να φερθεί στους δικούς του. Αν θα έβαζε σε λειτουργία το σχέδιό του να τους κάνει να τον μισήσουν ώστε όταν θα πεθάνει να πονέσουν λιγότερο. Εύκολη σκέψη, δύσκολη πράξη. Ας έγραφε τουλάχιστον. Και θάβλεπε τι θα κάνει.

- Άνοιξα τον σουγιά. Το σουγιά που μου πουλήσανε. Του είπα, αυτός ο σουγιάς δεν κόβει καλά. Παιδεύομαι κάθε φορά με τα μπρόκολα. Με τον λαιμό σου όμως... Με κοίταξε έντρομος. Το πιάνεις; Έντρομος. Ο τρόμος είναι μεγάλη υπόθεση. Το έχω καταλάβει. Έχω τρομάξει πολλές φορές. Πολλά θρωπάκια ξυπνάνε μέσα σε τρόμο. Τρομοληρούν. Τρόμαξε ο διευθυντάκος. Πάτησε ένα κουδούνι. Ήρθαν οι σεκιουριτάδες. Μ' άρπαξαν από τα μπράτσα. Οι δύο. Ο τρίτος μ' έπιασε απ' τα μαλλιά. Θα κουρευτώ γουλί, ρε. Να δούμε αν θα με ξαναπιάσουν απ' τα μαλλιά. Ούρλιαξα. Έχω έιτζ, ρε. Πίσω!!! Τρόμαξαν τα γοριλάκια. Με παράτησαν. Απότομα. Σωριάστηκα. Έκαναν πίσω. Πηγαίνετε, τους είπε ο διευθυντάκος. Σηκώθηκα. Έκανα πως θα τον φτύσω. Τρομοκρατήθηκε. Έφτυσα το μαζεμένο σάλιο στο πάτωμα. Αηδίασε. Έφυγα.
- Είσαι τρελός! Μ' έχεις κάνει ρεζίλι. Δεν πάει άλλο.
- Πάει. Πώς δεν πάει. Δεν έχω έιτζ.
- Το ξέρω, ηλίθιε.
- Έχω καρκίνο.
- Είσαι ηλίθιος.
- Στους όρχεις.
- Λες ψέματα.
- Στο δεξί αρχίδι! Ιδού! Εξετάσεις!
Πήρε τα χαρτιά στα χέρια, έβαλε πρώτα το τσιγάρο στο στόμα, δυσκολευόταν με το τσιγάρο, ο καπνός τής μπήκε στο μάτι, δάκρυσε, νευρίασε, πέταξε τα χαρτιά με δύναμη στο πάτωμα, δυο τρία χαρτιά ήταν, δεν υπάκουσαν στην οργή της, έπεφταν αργά, εκείνος πρόλαβε να τα πιάσει στον αέρα, θριαμβευτικά, μα η σκέψη πως γι' αυτό το αστείο, που κάποτε την έκανε να γελά, τώρα αδιαφορούσε, ούτε καν μια γκριμάτσα βαρεμάρας δεν του χαράμισε, η σκέψη αυτή τον γέμισε με θλίψη, εκείνη την ίδια τη θλίψη στα μάτια και το στόμα. Χαμήλωσε το βλέμμα, δεν τον εξόργιζε πια, τακτοποίησε τα χαρτιά κι έκανε να φύγει. 

Ίσως κάπως έτσι, σκέφτηκε. Κάπως έτσι να της έλεγε ότι έχει καρκίνο. Είχε κι ο ίδιος; Αυτή η ιστορία με το ζευγάρι του σούπερ μάρκετ τον μελαγχολούσε. Εκείνοι ήταν αλλιώς. Δεν ήταν ένα ξοφλημένο ζευγάρι. Αγαπιούνταν τόσο. Γι' αυτό ήτανε γολγοθάς. Πώς να της το πει; Πώς να την πληγώσει τόσο βαθιά; Έπρεπε να γράψει. Ίσως λυτρωνόταν. Προσωρινά έστω. Κι ίσως έβρισκε τη λύση. Οι λύσεις είναι πάντα προσωρινές. Με ημερομηνία λήξεως. Μετά στα ίδια. Ώσπου νάρθει το τέλος. 



gr.pinterest



Αυτή η σκέψη, της ζωής σαν προετοιμασίας για τον θάνατο, της φιλοσοφίας σχεδόν που, αν είχε δίκιο εκείνος ο σουπερστάρ ο Σωκράτης, είναι μελέτη θανάτου, η σκέψη αυτή καθόριζε την ιδέα του να γράψει για έναν τύπο συγγραφέα, που λάτρευε τη σύντροφό του και την κορούλα τους, που πίστευε πως είχε καρκίνο, να γράψει για εκείνον τον τύπο που έγραφε ένα διήγημα, ίσως, για το ζευγάρι του σουπερμάρκετ, για ένα ζευγάρι διαλυμένο, εκείνος χοντρός και παρανοημένος, εκείνη μπλαζέ και μπλαζέ. Πότε να βρει καιρό να γράψει άραγε, για ποιον θάνατο, πού τον είχε δει, μόνο ό,τι ο θάνατος άφηνε πίσω του είχε δει, ανθρώπους και ζώα. Λένε πώς τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του θανάτου που θα τα βρει, ο Νίτσε πίστευε ότι τη μνήμη τους τηνε δένουν στον πάσσαλο της στιγμής, ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι τα ζώα αγνοούν την ύπαρξη του θανάτου αλλά τον φοβούνται, εκείνος όμως δεν το πίστευε ότι τα ζώα ζουν σ' αυτή την άγνοια, αν και τούτη η λέξη, όπως όλες, είναι φτιαγμένη γι' ανθρώπους. 

Πριν από καιρό είχε άθελά του σκοτώσει μια γάτα με το αυτοκίνητο. Οι άλλοι γάτοι στην αυλή της μάνας του έκαναν καιρό να συνέλθουν, δεν πλησίαζαν πια το αυτοκίνητο, κοιτούσαν με τρόμο το σημείο όπου σφάδασε η καημένη γάτα, ήταν κι η μόνη θηλυκιά στην παρέα και τώρα τόχουνε ρίξει στις μπουρδελότσαρκες οι άλλοι, γλίτωσε κι η μάνα του από τους γαμπρούς. Άργησαν να συνέλθουν οι γάτοι, ο άρχοντας δεν έβγαινε από το σπίτι για μέρες. Με το ζόρι μόνο για κακά του. Θα πεις κι αν δεν ήταν της στιγμής ο πάσαλος ήταν των λίγων ημερών. Μα κι οι άνθρωποι γρήγορα δεν ξεχνάνε; Στην αρχή φυσάνε και τη γιαούρτη κι έπειτα από καιρό ξανακαίγονται με το χυλό. Ίσως αυτές τις σκέψεις να τις έβαζε στην ιστορία του. Ίσως. Για τον πανταχού απόντα παρόντων ημών, κατά τον Επίκουρο, θάνατο, σημείο διαφωνίας σε κουλτουριάρικες συζητήσεις, ή για τον Βίτγκε, που στην υποθέση 6.4311 της Πραγματείας του διαβεβαίωνε ότι ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής, ότι (αφού) δεν τον ζούμε. Κι αυτές οι σκέψεις τού θύμισαν ένα παλιό υπό μέλους ποίημα, τον θνητό εμαυτό, που τόβαλε σκοπό να το κάνει μετά μέλους. Παράτησε τα γράμματα κι έπιασε τις νότες. 







ο θνητός εμαυτός παρακινήθηκε
από ένα άρθρο του Πέτρου Θεοδωρίδη
στο τεύχος 7 του περ. Ένεκεν (2007)

και η προβολή έγινε μπρόβα




Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016


ένα blues για τα θρωπάκια



φυσούσε δυνατά
έτρεχαν να προστατευτούν
στα υπόστεγα
βροχή απρόσμενη
τύλιγε στα βή
λάσπη στα βήματα
αλώνιζαν τα μεγκαπίξελ
η άμιλλα την όρεξη ερεθιούσε
κατάπινε η βροχή τη σκόνη
κουμπώνανε τα πανωφόρια
ξεκουμπώνανε
νύχτωνε αδιάκοπα



blaaargh /france-1937



ευθύνη προπαντός ευθύνη
ευθυκρισία ευθύτης
στόχοι ευθυτενείς
έθεταν στόχους προπαντός
τραγουδούσαν
time is on my side
είναι πάθος η δουλειά
άλλο η ψυχαγωγία
ίδρωναν στα κονσέρτα
ήξεραν τα τραγούδια πέξω
ζογκλέρ εργάτριες τρύπωναν
αλκοόλ έρεε αλκοόλ έρεε αλκοόλ
δίσκοι σερβιρίσματος αιωρούνταν
οι κάμερες αστράφταν
κοινότης ταύτιση χαρά
υπερδιέγερση μεστοί αδένες
άλλο η ψυχαγωγία
μετά στο μπαρ ένα ποτό
μετά δύο σφηνάκια
μετά για ύπνο
η κυριακή δεν θα διστάσει
η λογική θα λιπανθεί
σε ατομικά τρυβλία
όλα στη θέση τους
στου φέισμπουκ τα ράφια
ασκοπα κλικ
ευλύγιστα ξυράφια





























τα είδα πάλι
στόματα νοιγόκλειναν
δάχτυλα ευκίνητα
τα είδα
τα θρωπάκια

τα είδα τα θρωπάκια
αρνάκια λυκάκια
κοιμούνται ξυπνάνε
ενδιαμέσως θα φάνε
δες τα μες το δρόμο
δες τα μες στον τρόμο
ξανά. ξυπνούν

τα είδα τα θρωπάκια
τα είδα στη δουλειά
σε συνετή χαλάρωση
με τη σφιχτή θηλειά
ορίστε το έγγραφό σας
το ύφος το σοφό σας
λατρεύω διευθυντά

τα είδα τα θρωπάκια
μέσα στα μαγαζάκια
τα ψώνια τους να κάνουν
για πάντα ως να ποθάνουν
θα καυλώνουν
να καταναλώνουν

τα είδα τα θρωπάκια
σε θέατρα σινεμά
να παρακολουθούνε
αμίλητα. νοιχτά
έχουν τα ματάκια
έχουν και ταυτάκια
ζουν στο πουθενά

τα είδα τα θρωπάκια
τα είδα στα μπαράκια
να πίνουνε ποτάκια
με κόκα με παγάκια
κοκτέιλ και σφηνάκια
μονήρη. ζευγαράκια.
ναι. ναι

τα είδα τα θρωπάκια
σαρδελοπακτωμένα
εκστασιασμένα
συναυλιακώς
ο σταρ δεν υπάρχει
είναι και καλά
αντιστάρ











Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016


να πεθαίνεις στο σπίτι


Πρόβατα και αρουραίοι. Οι άνθρωποι επινοούν διπολίες από τον κόσμο των άλλων ζώων για να περιγράψουν αντιθέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Οι άνθρωποι επιδίδονται διαρκώς σε μεταφορές. Γυναίκες οχιές, σκυλιά, κότες, αλεπούδες, άντρες γουρούνια, αρκούδες, γάτες, κότες, μοσχάρια, λαγοί... Έτσι ξεχωρίζονται από τ' άλλα ζώα. Αποκαλώντας έναν άνθρωπο ζώο, γενικά ή συγκεκριμένα, νομίζουμε ότι ξεσκεπάζουμε την απομάκρυνσή του από την ανθρωπιά. 

Οι σκέψεις τον καθυστερούσαν απ' το να ξεκινήσει επιτέλους να γράφει την ιστορία με τον τύπο που θέλει να γράψει μιαν ιστορία για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Ο τύπος είχε μάθει πως έχει καρκίνο που κάλπαζε σαν άτι. Θα τον έβαζε να πεθυμήσει: Νάτανε, αχ και νάτανε, του καρκίνου το άλογο αργό κι ανήμπορο σαν το άλογο του Τορίνο, που βύθισε στη θλίψη τον Νίτσε. Νάτανε σαν το άλογο στο όνειρο του Ρασκόλνικωφ. Στο φρικώδες όνειρο. Νάτανε οι γιατροί σαν τον Μικόλχα που το σκότωσε στο ξύλο...


civil-war-horse

Το μέλλον διαγραφόταν φρικώδες. Ήταν στ' αλήθεια; Η προειδοποίηση του θανάτου είναι μια ευγενική κατάσταση. Ο καρκίνος δεν αιφνιδιάζει, δεν είναι ύπουλη ύαινα, δίνει τον χρόνο να σκεφτείς για τον θάνατο που έτσι κι αλλιώς θα έρθει. Ήθελε να γράψει για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Πόση θλίψη στο ταμείο... Στην ιστορία του δεν θα πλήρωναν. Ούτε θα έπαιρναν τα ψώνια.

Ο λογαριασμός ήταν ένας αριθμός δίχως νόημα, το χρήμα ήταν πλαστικό, η γυναίκα του χασμουριόταν γνέφοντας στο κενό, το γεμάτο χνώτα κενό. Βάλτε το πιν, παρακαλώ. Στην τρίτη προσπάθεια έχασε τα ψώνια, 63 ευρώ και 38 λεπτά, καθώς αναρωτιόταν αν οι συσκευασίες συγκρατούσαν τις μυρωδιές ή τις εξαφάνιζαν. 
Βγήκε άπρακτος. Έπρεπε να εντοπίσει το αυτοκίνητο, δεν θυμόταν το αυτοκίνητο. Οι σκέψεις δεν του επέτρεπαν να συγκεντρωθεί. Δεν μπορούσε να καταλήξει αν ο καταναλωτής αποφασίζει ο ίδιος τι θα ψωνίσει ή τον σπρώχνει μια ανεξέλεγκτη βούληση. Κι αυτή η βούληση είναι ενστικτώδης ή κατασκευασμένη; Η γυναίκα του τον παρακολουθούσε εξοργισμένη δίπλα στο αυτοκίνητό τους. 
- Πώς μπορώ να λαχταρώ ένα συσκευασμένο κομμάτι κρέας; Όχι, κυρία μου, γύρισε προς εκείνη, δεν το αγοράζω. Τον κοιτούσε με έκπληξη μετριασμένη από περιφρόνηση. 
- Το βλέπεις; ένα κουνέλι! Κάτω από εκείνο το φορτηγάκι! 
- Είσαι τρελός! Πάμε σπίτι. 
Έτρεξε προς το φορτηγάκι, έπεσε κάτω απ' τις ρόδες. Τίποτα. 
- Ένα κουνέλι θα ήταν σπάνιος μεζές. Αληθινός. Επιστρέφω. 
- Πού πας, άνθρωπέ μου; 
- Πάω να επιστρέψω την κάρτα των πόντων. 

Θα  έγραφε για την προσπάθεια του διευθυντή του σούπερ μάρκετ να τον μεταπείσει. Για τις εξειδικευμένες προσφορές που θα του πρότεινε και που θα ικανοποιούσαν τα μοναδικά του γούστα. Θα έπρεπε να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο. Θυμήθηκε το δικό του ερωτηματολόγιο, για την αρρώστια. Δεν το είχε συμπληρώσει. Δεν άντεχε να νιώθει κόκκος ενός δείγματος. Εξάλλου δεν πονούσε καθόλου. Μια χαρά αισθανόταν. 

- Αυτά που μου λέτε, κύριε διευθυντάκο, είναι κολοκύθια. Και τα κολοκύθια στο δήθεν μανάβικό σας είναι τούμπανα. Ξέρετε τι είστε; Ένα θρωπάκι. Ένα τόσο δα. Πολύ μικρότερος από τα θρωπάκια που διατάζετε δω μέσα. Που τα προσβάλλετε για να φχαριστηθείτε. Ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς, τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη να διαβάσετε, άξεστε, ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς τηνε πάτησε. Ο θάνατος τού α-φή-ρε-σε το θύ-μα του. Καταλάβατε; Πολύ καλά καταλάβατε. Εσείς έχετε άφθονα θύματα, δεν διατρέχετε κίνδυνο. Με κουράσατε. Σαν του Χομπς τα θρωπάκια. Ο Λεβιάθαν, η πολιτική κοινότης, διευθυντάκο, είναι ένας μεγάλος τεχνητός άνθρωπος που αποτελείται από πολλά θρωπάκια. 
Έβγαλε από το μπουφάν μια φωτοτυπία απ' την εισαγωγή του Λεβιάθαν κι άρχισε να διαβάζει δυνατά:
Η κυριαρχία αποτελεί την τεχνητή ψυχή αυτού του τεχνητού ανθρώπου, εμφυσώντας ζωή και κίνηση σ' ολόκληρο το σώμα. Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπόλοιποι δικαστικοί και εκτελεστικοί αξιωματούχοι είναι οι τεχνητές κλειδώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, προσδένοντας κάθε άρθρωση και μέλος στην έδρα της κυριαρχίας και παρωθώντας στην εκτέλεση του καθήκοντος, αποτελούν τα νεύρα του, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των ξεχωριστών μελών του αποτελούν την ισχύ του. Στη salus populi, την ασφάλεια του λαού, έγκειται το έργο του. Οι σύμβουλοι, που τοv πληροφορούν για όλα όσα πρέπει να γνωρίζει, συνθέτουν τη μνήμη τοu. Η ευθυδικία και οι νόμοι συγκροτούν τον τεχνητό Λόγο και τη Βούλησή του. Η ομόνοια είναι η υγεία του, η ανταρσία η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις, με τις οποίες τα μέρη αυτού του πολιτικού σώματος αρχικά δημιουργήθηκαν, συστάθηκαν και συνενώθηκαν, μοιάζουν με το "γεννηθήτω" ή το "ποιήσωμεν άνθρωπον" που εξήγγειλε ο Θεός στη δημιουργία.

Μπα, ήταν μεγάλο το κομμάτι που έβαλε να διαβάζει. Πώς ν' αντιδρούσε ο διευθυντάκος; Θα το σκεφτόταν. Ίσως να μην τέλειωνε ποτέ αυτή την ιστορία. Προς το παρόν έπρεπε να ποφασίσει αν θα σχεδίαζε την εφαρμογή της τρελής του ιδέας. Της ιδέας να κάνει όσους αγαπά να τον μισήσουν. Γιατί έτσι ίσως να μην τους πονούσε ο θάνατός του. Δεν έπρεπε να χάσει καιρό. Ίσως σύντομα θάταν κιόλας ανίκανος για οτιδήποτε. 
Είδε στην οθόνη για τον θάνατο του Umberto Eco. Είχε, λέει, καρκίνο μα πέθανε στο σπίτι. Συνήθως οι καρκινοπαθείς πεθαίνουν στα νοσοκομεία, διασωληνωμένοι, όταν το αποφασίσουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι. Άλλοτε ο θάνατος, ο φυσικός όπως τονε λένε, πλησίαζε αργά. Κι ο ετοιμοθάνατος, ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι στο σπίτι του, περιβαλλόταν από τους συγγενείς.  Θυμήθηκε τον Ariès. Τράβηξε από τη βιβλιοθήκη τα Δοκίμια για τον θάνατο στη Δύση. Διάβασε: "Τεχνικά, δεχόμαστε ότι μπορεί να πεθάνουμε, κάνουμε ασφάλειες ζωής για να γλυτώσουμε τους δικούς μας απ' τη μιζέρια. Αλλά, στην πραγματικότητα, στο βάθος του εαυτού μας, δεν νιώθουμε θνητοί." Θυμήθηκε ότι δεν είχε πληρώσει ακόμα τον λογαριασμό της ασφάλειας που θα εξασφάλιζε αξιοπρεπείς συνθήκες θανάτου σε κείνον και μιαν ανταμοιβή πόνου στην οικογένεια. Ξεφύλλισε το βιβλίο κι έφτασε σε άλλη τσακισμένη σελίδα, στην 168, όπου είχε σημειώσει με μολύβι "in petto = κεκλεισμένων των θυρών": 
"Το πρόβλημα τίθεται ήδη στην πράξη. Όπως εξηγούμε σ' αυτό το βιβλίο, κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται από το γιατρό σύμφωνα με τέσσερις παραμέτρους: Το σεβασμό προς τη ζωή, που ωθεί στην επ' αόριστον παράτασή της. Τον ανθρωπισμό, που ωθεί στο να γίνει συντομότερος ο πόνος. Την κοινωνική χρησιμότητα του ατόμου (νέος ή γέρος, διάσημος ή άγνωστος, αξιοσέβαστος ή περιθωριακός) και το επιστημονικό ενδιαφέρον της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η απόφαση είναι απόρροια της σύγκρουσης αυτών των τεσσάρων λόγων. Παίρνεται πάντα in petto, χωρίς τη συμβολή του αρρώστου. Η ίδια η οικογένεια είναι συνένοχη και εγκαταλείπει, συνήθως, την πρωτοβουλία στα χέρια του γιατρού-μάγου - ακόμα κι αν αργότερα στραφεί εναντίον του." 
Ο Eco πέθανε. Όμως εκείνος αισθανόταν ακόμα καλά. Η είδηση του θανάτου του σημειοδίφη, που κάποτε τον είχε ενθουσιάσει με την ιδέα ενός σημειολογικού ανταρτοπόλεμου - πήγαινε καιρός που είχαν πάψει να τον ενθουσιάζουν οι ιδέες των διανοούμενων - του επανέφερε την ίδια ιδέα: Από το να σβήσει μέσα σε πόνους, διασωληνωμένος σε νοσοκομειακό θάλαμο, αφήνοντας τους δικούς του να υποκύψουν στην ιατρική μαγεία, ας έβρισκε κάποιον άλλον τρόπο. Μα ποιον; Θα δοκίμαζε να το γράψει. Θα έβαζε τον άντρα του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ να μαθαίνει ότι έχει καρκίνο. Και θάβλεπε πώς θα του έβγαινε. 


Αυτή η ιστορία δεν θα τέλειωνε ποτέ. Ουσιαστικά δεν θ' άρχιζε ποτέ. Το να λες, να γράφεις, έστω, ιστορίες είναι λυτρωτικό. Και για σένα και για τον ακροατή ή τον αναγνώστη. Ο τυφλοπόντιξ ελάλησε: Feed your head.






Αρκετά με τις ιστορίες.
Καιρός για blues.
Το blues για τα θρωπάκια
ήταν έτοιμο από μέρες.
Την επόμενη φορά,
στο μπλογκ.
Καληνύχτα.





Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016


πρόβατα και αρουραίοι







ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ

του Νίκου Φωκά, από τη συλλογή
Ο μύθος της καθέτου - 1981
(μονοτονισμένο)

Κουράστηκαν τα πρόβατα
Και πέσαν καταγής.

Πώς έσβησαν τα μάτια τους
Πώς ρέψαν τα κορμιά!

Πώς σάπισαν και μύρισαν
Οι σάρκες τους και πώς

Όταν σε βλέπουν να 'ρχεσαι
Κάνουν αντάμα μπε.

1973 





                        και
ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ



στο Άλογο του Τορίνο (2011)
του Ούγγρου Μπέλα Ταρ









Κυριακή 21 Ιουνίου 2015


εμείς, τ' ανθρωπάκια



goodmemory




Ο Δαρβίνος μας πληροφόρησε ότι είμαστε ξαδέρφια των πιθήκων, όχι των αγγέλων. Μετά μάθαμε ότι προερχόμασταν από την αφρικανική ζούγκλα, και πως δεν μας έφερε ο πελαργός από το Παρίσι. Και δεν πάει πολύς καιρός που μάθαμε ότι τα γονίδιά μας είναι σχεδόν ίδια με εκείνα του ποντικού. 

Δεν ξέρουμε πια αν είμαστε αριστουργήματα του Θεού ή κακόγουστα αστεία του Διαβόλου.
Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια:
οι εξολοθρευτές των πάντων,
οι διώκτες του πλησίον μας,
οι δημιουργοί της ατομικής βόμβας, της βόμβας υδρογόνου και της βόμβας νετρονίου, η οποία είναι και η πιο οικονομική, αφού εξολοθρεύει τους ανθρώπους αφήνοντας άθικτα τα πράγματα,
τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν μηχανές,
τα μόνα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν,
τα μόνα που καταστρέφουν τα σπίτια τους,
τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει,
τα μόνα που είναι άξια να νοικιάσουν ή να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους, ή να νοικιάσουν και να πουλήσουν τους ομοίους τους,
τα μόνα που σκοτώνουν από ευχαρίστηση,
τα μόνα που βασανίζουν,
τα μόνα που βιάζουν.

Επίσης
τα μόνα που γελάνε,
τα μόνα που κάνουν όνειρα,
που μετατρέπουν σε μετάξι το σάλιο του σκώληκα,
που μετατρέπουν τα σκουπίδια σε ομορφιά,
που ανακαλύπτουν άγνωστα χρώματα στο ουράνιο τόξο,
που δίνουν νέες μουσικές στις φωνές του κόσμου
και δημιουργούν λέξεις, για να μην χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της.



Eduardo Galeano
Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία
Μτφ. Ισμήνη Κανσή
Εκδ. Πάπυρος, 2009




O Galeano "συνοψίζει" με παραδείγματα το τι είμαστε μόνον (only human) εμείς, τα ανθρωπάκια (we puny humans). Αν και δείχνει να αποδέχεται ανεπιφύλακτα όσα συγκροτούν τη βάση του επιστημονικού λόγου, δηλαδή τη θεωρία της εξέλιξης, που αντιμετωπίζει σαν μια επαρκή διάψευση της θεωρίας της δημιουργίας, και τα επιτεύγματα της τεχνολογικής διείσδυσης στον κόσμο των γονιδίων, ψιθυρίζει πειστικά την ανθρώπινη δόξα. Η ταπεινή σκέψη ότι αυτή η δόξα κάλπασε με το άρμα της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν θα τον έβρισκε σύμφωνο. 

Όμως η σκέψη κάθε ανθρώπου συχνά πετάει ελεύθερη από τους κανόνες που έχει ο ίδιος δημιουργήσει ή εσωτερικεύσει για να εξασφαλίζει την ένταξη και την αποδοχή. Αν και αυτή η σκέψη, για τη σκέψη κάθε ανθρώπου, ίσως να υποβλήθηκε από μια γενικότερη διάθεση να γίνουν πιο διαφανή τα στεγανά μεταξύ των ανθρώπων. Τα οποία, εδώ που τα λέμε, προϊόντα σκέψης φαίνεται πως είναι παρά τίποτα βαριά κατασκευάσματα. Εμείς, τα θρωπάκια, θα συνεχίσουμε.





Pinterest - L. Griffith






άλλα εν τω MHNYMAL θρωπάκια: