Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧροΝήΜαΤα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧροΝήΜαΤα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ο τελευταίος άνθρωπος












- Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

- Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

- Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

- Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

- Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

- Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

- Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

- Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

- Ήμουν ξυπόλητος.

- Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

- Δεν απέτυχαν;

- Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

- Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

- Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

- Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

- Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

- … έσβησε.

- Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

- Πού χάθηκε;

- Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

- Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

- Είπες τα δικά σου.

- Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

- Μην αρχίζεις.

- Το ρίγος μου τους διαπερνά.

- Ο χρόνος μου τελειώνει.

- Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

- Είσαι αμετανόητος.

- Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

- Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

- Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

- Πράγματι…

- Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

- Τελειώνω.

- Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

- Κοντολογίς…

- Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

- … ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

- Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

- Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

- Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

- Θυμάσαι όνειρα.

- Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

- Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

- Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

- Είσαι τρελός.

- Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

- Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

- Σβήνω.

- Μας απαρνήθηκε.

- Εσένα. Σβήνω.

- Πού χάθηκες;

- …

- Πού χάθηκες, αστέρι;









◍◎◍◎◍◎◍









Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.













Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

παρόλα αυτά



Η επόμενη πρόταση περιέχει σπόιλερ για το Happy End του Haneke (2017) .


Στην τελευταία ταινία λοιπόν του Αυστριακού σκηνοθέτη η μικρή Εύα βοηθάει τον παππού της ν’ αυτοκτονήσει πέφτοντας με το αναπηρικό καροτσάκι στη θάλασσα· και καταγράφει τη σκηνή στο κινητό της. Το καθήκον της καταγραφής μιας εικόνας ή μιας σκηνής είναι το νέο συλλογικό καθήκον του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Είναι σχεδόν ντροπή σήμερα να μην καταγράψεις και πιθανότατα να μην διαμοιράσεις αυτό που σου άρεσε και θα μπορούσε να αρέσει και πολύ περισσότερο αυτό που σε εντυπωσίασε και θα μπορούσε να εντυπωσιάσει.

Η μικρή Εύα ενσάρκωσε στη μεγάλη οθόνη τον νέο τύπο προκυβόργιου. Όλο και λιγότερο οι άνθρωποι ζουν αυτό που συμβαίνει αφού είναι απασχολημένοι με την απαθανάτισή του: είτε πρόκειται για συναυλία είτε για ηλιοβασίλεμα είτε για τα πρώτα βήματα του μπέμπη είτε για τον χορό της κοιλιάς της. Μερικοί τυχεροί θα πιάσουνε λαυράκια. Στην περίπτωση της δολοφονίας του/της Ζακ Κωστόπουλου / Zackie Oh η καταγραφή της με κινητό έκλεισε τα στόματα των περισσότερων που θα αναπαρήγαγαν το παραμύθι του γκέι πρεζονιού επίδοξου ληστή.

Όπως στον πίνακα του Gaugin οι καλόγριες κι ο ιερέας της Βρετάνης παρακολουθούν αμέτοχες την πάλη του Ιακώβ με τον άγγελο, όπως στη Γένεση παρακολουθούσαν αμέτοχες την πάλη του οι δυο γυναίκες του, οι δυο δούλες του και οι έντεκα γιοι του, έτσι και οι παριστάμενες στο φονικό τουης Ζ. κοιτούσαν ή κατέγραφαν άναυδες το φουσκωμένο ποτάμι του εκφασισμού της καθημερινότητας να πνίγει οριστικά τη δυσάρεστη φωνή τουης. Το 2018 o big brother έχει παραδώσει τη σκυτάλη στους αμέτρητους μικρούς αδερφούς του νέου πανοπτικού - του έμψυχου πολυπανοπτικού. Την ίδια στιγμή, σ’ ένα ευρύ πολιτικοκοινωνικό περιθώριο της πολυπανοπτικής πανδαισίας λειτουργεί ο ενοποιητικός μηχανισμός του εξιλαστήριου θύματος όπως τον περιέγραψε ο Girard.

Αν αναποδογυρίσουμε το 18 γίνεται 81. Τότε, τον προηγούμενο αιώνα, ο Κυριάκος Σφέτσας κυκλοφόρησε τον δίσκο “Στο δρόμο” με μουσική του πάνω στις απαγγελίες ποιημάτων της Κατερίνας Γώγου από την ίδια. Το τελευταίο της β ΄ πλευράς, που λέγαμε, ήταν το “Θα ’ρθει καιρός”, που ήταν και το τελευταίο της δεύτερης συλλογής της Γώγου “Ιδιώνυμο” που είχε εκδοθεί την προηγούμενη χρονιά, το 1980. Η ποιήτρια καλούσε τη Μαρία να φυλάξει σε μια φιάλη με νερό λέξεις όπως “απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός” μέχρι να έρθει, όπως διαβεβαίωνε με τον μελαγχολικό μεσσιανισμό της, ο καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονείς κι οι άνθρωποι θα μιλάνε με χρώματα και νότες. Αν δεν είχε αυτοκτονήσει στα 53 της, ίσως σήμερα, στα 78 της, θα υποσχόταν στη Μαρία πως θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουνε φύλο.

Προς το παρόν τίποτ’ άλλο. Μόνο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στη σελίδα “Artists for Zak Kostopoulos”.








κοίταζα γύρω
έψαχνα για το τεράστιο μάτι
είδα ματάκι α μέτρητα ν α νοιγοκλείνουν όλο
είδα την εύα τη μικρή από του χάνεκε το χάππυ έντ
να περιστρέφεται ολούθε να ζουμάρει
στα μάτια του αιθέριου πολυπανοπτικού
των αθηνών
και να
τι θέλω τώρα να σας πω
στη χώρα ελλάδα μέσα στο κέντρο της αθήνας
λιώσανε στο κλωτσίδι έναν άθρωπο
δολοφονήσανε μιαν άθρωπη γιατί όπως βάδιζε
το βρήκαν εύκολο το σκέφτηκαν και πρέπον
όλα εντάξει δηλαδή εξόν που οι κάμερες
δεν κάνουν διακρίσεις στο τι γράφουν
θεμελιώδης νόμος του πολυπανοπτικού
μάλιστα λέν πως άμα γράψουν φόνο
παγώνουν προς στιγμήν οι οθόνες
μιανής το χέρι κάηκε
από του θάνατου
την παγωνιά
η ζάκι-ο δολοφονήθηκε ως γνωστόν
στις ψυχ οθόνες του πολυπανοπτικού
κάποιοι το κάναν ποίημα τραγούδι θα γενεί
μια ντραγκ κουίν εφάγανε μίαν ιθαγενή
σμίξανε οι αναρχικές με τις ελτζιμπιτούδες
σμίξανε ασφυξίες συμβατικές στης ακαμψίας
της καθημερινής τους αλγορίθμους
άλλες θρηνούν άλλες το πλαίσιο καθορίζουν
άλλες μαζεύουνε καινούργιες λέξεις
για το μπουκάλι που άφησε η γώγου
πιστεύουνε πως θάρθει κάποτε καιρός
που θα διαλέγουν φύλο τα παιδιά
δίχως τη στάμπα του απροσάρμοστου
που θα ξεβάφει με τον εξευτελισμό μαζί
στης ιστορίας τα μελλοντικά βιβλία
παρόλα αυτά
ζακ








Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

ο τόπος μου


τί να μιλήσω για τον τόπο
οι μυγδαλιές λιγόστεψαν 
γεράσανε λιαστήκανε
στη λησμονιά


η θάλασσα σαλεύει απρόθυμα
να σώσει την παλίρροια
απομακρύνονται τα ουράνια
όσο επιτρέπουν οι εγκοπές της όρασης


στον ξεροπόταμο βολτάρουν σαύρες
από παλιά βιντεοπαιχνίδα
στάχτη σκεπάζει τις νυχτιές
σαν νόμος


πριν ξημερώσει συνεργεία 
μαζεύουνε αστέρια μαραμένα
ανοίγει τα φτερά η σιωπή
να κουβαλήσει ομιλίες 
στους αιθέρες




anders-zorn/a-premiere-1890

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

ρεφόρμ - κακοφόρμ



βγήκες 
από το χώμα χόμο
μπήκες ξανά στο χώ
βγήκες ξανά στο χώ
μα μπήκες
οι λύκοι χάζευαν 
ετοιμαζόσουν για τη μάχη
που σε βαριότανε κουρασμενάκι
συφιλιασμένος ο στρατός 
παραφρονούσε

άραξε τώρα άραξον όπως και τότε που
ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων
σε μύριζε να δει αν ευωδιάς θανάτω
ή μπόχα καταβόθρας κατά βάθος
τότε το μέλλον το διαιρούσες τέλεια
άφριζες αίνους γόητα στο αραλίκι
μηδενιστή με το ζερό εις το πηλίκον
σε προορίζανε για τζάμπα χαμαλίκι
η υπνοφόρος νινανούριζε η μήκων
πατούσες κλικ στη λάικα 
πατούσες κλικ στη νίκον 
ο σκοτεινός ο θάλαμος κατ οίκον
καταφυγή ρετροϊών 
καφρίκων

στην πόλη αυτή που τυραννιέσαι
στους δρόμους στα στενά στις αποθήκες
ρεφόρμ θα φάτε χλωροφόρμ που συνθημάτιζες
όχ ι ουδαίος περιπλανώμενος όχι δυστυχεσμένος
εμπούχτισες συ είπας από λήθη κουτορνίθι
ας πρόσεχες με τις μεταρρυθμίσεις
πλανώμενος οικτρή την πλάνη
τη φύση την ειρκτή που κλάνει
με βροντερή διάθεση
πλην τζούφια





Clover - Chloroform - 1862









































διατίθεται και εις τραγουδιστόν σονέτον σαιξπηρικού τύπου:






γύριζες πίσω μπρος    τι σημασία
μέσα στο χώμα    χόμο    ήσουν σκουλήκι
στην πιο αγχωμένη σου προετοιμασία
αμέριμνα σε χάζευαν οι λύκοι

άλλοτε δόξαζες το αραλίκι
ο γόης εσύ των υπερσυντελύκων
μα σε στριμώξανε στο χαμαλίκι
αχ παρελθόν μηδέν εις το πηλίκον

κρατούσες πάντα λάικα ή νίκον
ρουφούσε το χαρτί τις αναμνήσεις
σε γλύκαινε η υπνοφόρος μήκων
σ ε πιδειξιομανείς  περιπλανήσεις

κάποιοι το πρόβλεψαν    θα ρεφορμίσεις
μα εσύ    πουλί μου    θα κακοφορμίσεις








Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

ηλέτροπος σχιζομαρασμός



Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες.
Πόσο έχουν όλοι αλλάξει
Κάποιοι δεν πρόλαβαν.
Θα πάω για ύπνο, 
είπε πως κουράστηκε. 
Όχι άλλες ταινίες ή αναρτήσεις.
Ξέρεις τι δεν μπορείς σαν άθρωπος;
Να είσαι ό,τι θάθελες 
να λεν πως είσαι οι άλλοι.

Αφότου από ουσία ξέμεινε,
έπαψε να σκαρώνει λέξεις 
για τις δίψες.
Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες,
να ποδείξει τι
Έγιναν, είπε, οι λέξεις μαξιλάρι
από καρφιά που σκούριασαν 
μετρώντας τους χειμώνες.
Τώρα μασώ τα λόγια, αφήνω δρόμο.
Τώρα χτυπώ τα πόδια μες σταυτιά
σαν τον φαντάρο.

Τώρα σφουγγίζω 
κάθε ψίθυρο της νύχτας.



προστατευόμενος στη φαλκονέρα



Δες τηνα τούτη τη φωτογραφία. 
Ο άνθρωπος αυτός υπάρχει ακόμα. 
Θα πει τονε μπουκώνει η μνήμη αλάτι,
τονε κρατούν τα μάτια μήνα σωριαστεί,
πίνει νερό, χορεύει στο λαρύγγι,
πίνει κρασί να ξεσπαθώνει την αλήθεια,
πίνει τσιγάρο και βαθιά να ποκοιμιέται.


Έψαχνε τις παλιές φωτογραφίες.
Τακτοποιούσε ανά έτος, μήνα, 
μέγεθος μετά.

Καιρός θαμμένος σε χαρτί.
Εικόνες τρίμματα δυαδικά.
Μηδέν και ένα. Ένα και μηδέν
εκατομμύρια. 










Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

τλήμων



ήπιε καφέ
και διάβασε ξανά
κι έφαγε κάτι κι είπε
να συγκριθεί με στίχους
το μπόι να ισιώσει να τραβήξει
με το μολύβι τη γραμμούλα ο πατέρας
ακόμα λίγο παραπάνω σήμερα όμως
οι στίχοι ήτανε θεόρατοι και συμμαζεύτηκε και
δέησε να σεβαστεί του εντέρου την απόκριση
πλύθηκε ντύθηκε βγήκε στο δρόμο έξω
στο λεωφορείο πίσω από τα θολά τα τζάμια
ακύρωναν τα εισιτήρια της νύστας στον καφέ
λίγο πριν αφεθούν στη σκυθρωπότητα
ο δρόμος θα γλιστρούσε αργά
υπάρχουν τόσοι τρόποι να ξεχνάς τις λέξεις
σήμερα έμαθε ξανά τη λέξη τλήμων
έφτασε στο γραφείο παραδόθηκε
στο ρόλο τλήμων δεν
θάρθει άλλη μέρα πια να πει πως
πάλι θε ναρθεί μια μέρα που



Harry Anderson

τοιουτοτρόπως
επήλθεν η κούρασις

οι νύχτες έγιναν φωλιά
το τέμπο κράταγε η βροχή
ένιωθε ντος του ξυπολιά
εκτός του άστοργη εποχή


Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

πάλιν απώλεσεν τα φρένας












Έπρεπε να επιστρέψω. Όφειλα στην ψυχή μου την κατατρεγμένη από των ανέμων τους μυκηθμούς, από τους γογγυσμούς των δένδρων, από των παραθύρων τους τριγμούς. Άκου· άκουγα τη βροχή ακατάπαυστη, δεν εσταμάτησε να βρέχει αυτό το καλοκαίρι, άκουγα τη βοή που έσερνε κραυγές από παιδιά που πνίγονταν κι από γυναίκες που τις βίαζαν, άκουγα τους αλαλαγμούς των παθιασμένων για την αποξήρανση εχθρών μου, των εχθρών του ποιητή. 

Μ' εμίσησεν η φύσις. Ήταν πιο στοργική για τα σκουλήκια, τις αράχνες και τις σαύρες. Σαν απωλέσουν πόδες και ουρές θα τους ξαναχαρίσει. Γράψανε στην Ακρόπολι ότι απώλεσα τας φρένας. Πώς θα ρυθμίσουνε ξανά το είναι μου, τη γαμημένη ομοιόσταση; Γύρισα πάλι εδώ, στο Δρομοκαΐτειο. Να περισώσω τα μοιραία, τα πεταλορροήσαντα, τα ποδοπατηθέντα άνθη. Η Μπετίνα πάντα θα λείπει. Αν είχε αισθήματα θα ήσαν λούλουδα. Τα εχάρισε και πια δεν έχει. Ίσως μονάχα αποξηραμένα. Μόν’ η καρδιά της δεν ’μπορεί να λυγισθή ν’ απαλυνθή· μόνο σ’ εκείνη την σκληρή ολίγ’ αγάπη δεν ανθεί!

Δεν συνδιαλέγομαι με τ' άνθη, όπως ο Λινναίος. Δεν τα ταξινομώ. Ετούτα που μου χάρισε δεν εμαράθηκαν ακόμη. Εχάσανε την ανθοσμία στα κλωναράκια τους ταχύτερα κι από την κουτοπόνηρη αμυγδαλιά. Κατακαλόκαιρο και βρέχει. Μα τη δροσιά δεν την κρατούν. Τ' άνθη εκάλυπτον το νεκρόν μου σώμα, έγραψε το Άστυ. Κι η Εστία πως μ' άνθη μ' έρραναν, αντί φίλων και συγγενών, οι απόκληροι τον νουν. Σ' αυτούς επέστρεψα. Μαζί να βρούμε τις μιμητικές μας παιδιές, την ποίηση, την μουσική και τον χορό. Μαζί να τα δροσίσουμε των λουλουδιών τα χείλια. Πλήρεις ανθέων και μύρων παυσιλύπων. Πάσχοντες νοσταλγία. Ολομόναχοι. Αυτοί κι εγώ. Ο Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Και ο παράγων Ψ, ο υπερφαλαγγίζων σερπετός κάθε λογής σπειροχαίτη. 








Τα δύο αποκόμματα είναι από τα φύλλα της 11.4.1892 και 12.4.1892 της εφημερίδας Ακρόπολις.
Τα άλλα αναφερόμενα πιο πάνω δημοσιεύματα αντλήθηκαν από την Ελληνική Αϋπνία του Μ. Φάις.
Το κάτωθι άσμα του Βιζυηνού περιλαμβάνεται στη συλλογή του Ατθίδες Αύραι.







Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017


Νινόν


Έξω ακουγόταν ο άνεμος. Η μουσική του τρύπωνε από τις χαραμάδες. Ο βιρτουόζος άνεμος σε βραδινό κονσέρτο. Έτρεχε και πιανόταν απ΄το πόδι του πατέρα του. Πριν από 50 χρόνια. Ο πατέρας περπατούσε. Το πόδι του τον τραβούσε, τον έσερνε λίγο πιο μπροστά κι εκείνος γύριζε και το ξανάπιανε. Η κίνηση επαναλαμβανόταν στον ρυθμό του ανέμου. Έβαλε στο πικάπ το Χάπι Ντέι του Σαββόπουλου ν' ακούσει τον Σώτο Παναγόπουλο στο Νινόν. Δαμόκλειοι δίσκοι και βιβλία. Ανάμεσα στα παραταγμένα του Εμπειρίκου ήταν και μια βιογραφία του πατέρα τού ποιητή. Μιαν άλλη επανάληψη είχε συναντήσει άλλοτε εκεί. Ένα μακριά-κοντά από την ίδια περίπου ηλικία με τη δική του όταν αγκάλιαζε το πόδι του πατέρα. Ο πατέρας τού Εμπειρίκου τον σήκωνε ψηλά με ορμή και τον κατέβαζε γρήγορα "εν μέσω οξυτάτων φωνών αγαλλιάσεως και γαργάρων γελώτων". Οι μνήμες των επαναλήψεων είναι πιο δυνατές. 
Άξαφνα ο άνεμος ακούστηκε στον δρόμο να παρασέρνει κάτι βαρύ. Κοίταξε απ' το παράθυρο το γεροντάκι στο αναπηρικό καροτσάκι που φρέναρε στην κολόνα της στάσης. Το πλησίασε μια νέα γυναίκα. Έκανε να του προσφέρει μια κούπα ζεστό καφέ όμως της έπεσε απ' τα χέρια κι έσπασε στο πεζοδρόμιο. Τον κοίταξε με αγωνία. Την κοίταξε χαμογελώντας, μισόκλεισε τα μάτια κι έγειρε πίσω το κεφάλι εννοώντας μην ανησυχείς, δεν πειράζει. Ήταν βιαστική. Κοιτούσε κλεφτά το ρολόι. Τύλιξε τα χέρια της με τα δικά του, τα χάιδεψε και την έσπρωξε, σχεδόν την άφησε, προς τα πίσω. Εκείνη ανέβηκε στο λεωφορείο που είχε σταματήσει μπροστά τους. Ένα δάκρυ κύλησε. Τα μάτια του γυάλιζαν. Ήταν παράξενο μα κατάλαβε ότι το γεροντάκι ήταν ο ίδιος. Έβλεπε τον εαυτό του γέρο, κάπου 30 χρόνια μεγαλύτερο, απέναντι στο πεζοδρόμιο, να κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι. Κούνησε το κεφάλι να διώξει την εικόνα. Άδικα.
Ένα θηριώδες καρτούν, φαλακρό αθρωποειδές με μεγάλα σαγόνια, πλησίασε το γεροντάκι, σήκωσε τη γροθιά και την κατέβασε στο κεφάλι του. Βυθίστηκε στο πεζοδρόμιο μαζί με το καροτσάκι. Το καρτούν συνέχισε την πορεία του ατάραχο, χωρίς να μειώσει ταχύτητα. Το καροτσάκι στο μεταξύ αναδύθηκε όμως ο γέρος ήταν άλλος. Ήταν ο πατέρας του, που είχε από χρόνια πεθάνει, με το ίδιο χαμόγελο και το ίδιο δάκρυ που είχε τρέξει πριν στο δικό του πρόσωπο. Το καρτούν εμφανίστηκε με πανομοιότυπη κίνηση κι επανέλαβε τη γροθιά. Ο πατέρας του βυθίστηκε με το καροτσάκι στο πεζοδρόμιο. Το καρτούν προσπέρασε ενώ το γεροντάκι αναδυόταν, άλλο γεροντάκι τώρα· ήταν ο παππούς του, πατέρας του πατέρα του. Έφαγε κι εκείνο, βαστώντας το ίδιο χαμόγελο και τα ίδια μάτια που γυάλιζαν, τη μπουνιά του καρτούν, που είχε επανέλθει. Καθώς το καρτούν συνέχιζε τον δρόμο του, το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στο αναδυόμενο καροτσάκι. Κατέβηκε η ίδια νέα γυναίκα. Αυτή τη φορά την αναγνώρισε. Ήταν η Νινόν. Ενώ το καρτούν πλησίαζε, έβγαλε από την τσάντα έναν τεράστιο διορθωτικό μαρκαδόρο κι άρχισε να το σβήνει· καθώς ανεβοκατέβαζε τον μαρκαδόρο της πάνω στο καρτούν, αυτό έσβηνε, χανόταν. Είδε τον εαυτό του πάλι στο καροτσάκι να ξεφυσά λυτρωμένος. Εκείνη έσκυψε, τον φίλησε κι ανέβηκε στο λεωφορείο που μόλις είχε σταματήσει στη στάση. 
Την έλεγε Νινόν απ' το τραγούδι του Σαββόπουλου. Κάποτε την πείραζε θα γεράσω και θα σε περιμένω συντρίμμι στη γωνιά να μου προσφέρεις μιαν ανεμώνα. Κοίταζε τον εαυτό του μέσα στο σπίτι να παίρνει το βιβλιαράκι του Εμπειρίκου και να διαβάζει δυνατά: "Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου...". Κοίταζε τον εαυτό του απ' έξω. Καθόταν στο καροτσάκι κι έβλεπε μέσα σ' εκείνο το σπίτι τον εαυτό του 30 χρόνια νεώτερο. Άρχισε να μιλά στους περαστικούς: Είμαι 80 ετών. Ο πατέρας μου αγκαλιάζει το πόδι του παππού μου που τον παρασέρνει μπροστά· κι εκείνος, δείτε, γυρνά και το ξαναπιάνει. Κάποτε καθόμουν δίπλα στο τζάκι σ' εκείνο το σπίτι και διάβαζα. Τώρα περιμένω το αστικό. Έναν καφέ ζεστό περιμένω. 






το Νινόν του Ορέστη Λάσκου
τραγούδησε στη μουσική του Σαββόπουλου
για το Happy Day του Παντελή Βούλγαρη
ο Σώτος Παναγόπουλος



Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017


σπαργών, εξέπεμπα
οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως



Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου εις το σαλόνι της οικίας μας, στην Σύρον, και κρατών εμέ εις τας χείρας του με σηκώνει με ορμήν υψηλά και με καταβιβάζει πάλιν γοργά, επαναλαμβάνων τας κινήσεις αυτάς πολλάς φοράς, άνευ διακοπής. Τούτο συνεχίζεται επί πολλήν ώραν, εκ μέρους μου, ενώ ο πατέρας μου, απολαμβάνων την απόλαυσίν μου γελά και αυτός. Το αίσθημα που δοκιμάζω ομοιάζει με εκείνο που αισθάνεται κανείς, όταν τέρπεται εις μίαν αιώραν, ανυψούμενος και κατερχόμενος εναλλάξ, με αύξουσαν ολονέν την έντασιν και την ταχύτητα των ωστικών κινήσεων και προς τας δύο κατευθύνσεις.

Αι πλέον συγκλονιστικαί στιγμαί της παιδιάς ήσαν δύο. Αφ' ενός, όταν, έφθανα με ιλιγγιώδη ταχύτητα εις το ζενίθ της ανώσεως και ήρχιζε εις το μεταίχμιον εκείνο αποτόμως και με στιγμιαίον κόψιμον της αναπνοής μου, η ορμητική προς τα κάτω φορά, και αντιστρόφως πάλιν. Αφ' ετέρου, όταν, ενώ έβλεπα εκ των κάτω να υπέρκειται, καθώς ανηρχόμην, η κεφαλή του πατρός μου, αίφνης την έβλεπα κάτω από εμέ, μόλις, ήλλαζε εν ριπή οφθαλμού, η θέσις μου, καθώς με ανύψωναν οι πατρικοί βραχίονες προς το ταβάνι, ενώ εγώ, σπαργών, εξέπεμπα οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως.

Οποία ηδονή! Ο δε πατήρ μου, μου εφαίνετο τότε, όχι μόνον ένα ον ανθρωπίνως θαυμαστόν, αλλά αληθινός θεός - ένας θεός πανίσχυρος λαμπρός και παντοκράτωρ, που έπαιζε όχι μόνον εμέ, αλλά τον κόσμον όλον εις τα χέρια του! 




mricon




Δημητρίου Ι. Πολέμη:
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βιογραφεί τον πατέρα του
Άνδρος, 1990

[απόσπασμα μονοτονισμένο - κόμματα δεν πειράχτηκαν ]


Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017


ένα καράβι μέθυσε




άναψε το τσακμάκι στον μήνυμαL τον τόπο
και γίνηκε πικρό τραγούδι των αθρώπω



Moebius





ένα καράβι μέθυσε και διάβηκε τη νύχτα
και γίνηκε σε μια νυχτιά κιτρινωπό υποβρύχιο
και το πρωί το βρήκανε οι δύτες της υπόγας
και βάλαν τους ιστορικούς να το μοιρολογούνε
και βάλανε και μένανε για να τους σιγοντάρω


kurt-kemp




σαν έπεσε το σούρουπο σηκώθηκε να φύγει
να βρει ξανά τις φίλες του της θάλασσας τα κήτη
κι ο γύπας που το φύλαγε έκπληχτος το ρωτάει
αφού είσαι πτώμα καραβιού κιτρινωπό υποβρύχιο
τι τα σηκώνεις τα πανιά και πας να ταξιδέψεις
πάω μοναχά στις φίλες μου να μάσω λίγη αφρότη
το θέατρο τελείωσε στραγγίσαν τα νερά μου
μέθυσα κι ήπια θάλασσα μα τώρα θα σαλπάρω
και θα χω καπετάνισσα τυφλότατη μπουμπλίνα
κι αμούστακα ναυτόπουλα με τα στυλά στο χέρι
για την κοινότη του νερού και της φωθιάς τη μούρλα
για τα όσα τάξαμε παλιά πριχού γενούμε μούμιες







φωτογραφία άσματος: Μαρία Σορωνιάτη

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016


οι κάμπιες



Οι κάμπιες στην ευθεία.
Δεν έχουν για προορισμόν ιδέα.
Οι ύπεροι σαλέψανε στη γύμνια:
αιώνια ορκίζονται τη στύση.
Οι κάμπιες πολλαπλασιάζονται
ανύποπτες για την πολλότητα
των πολυτύπων τους.


Ο κηπουρός στέφθηκε λάσπες
ξύνοντας την κεφαλή,
παρατηρώντας μια στης μοναξιάς
τα όρια κουκούτσα.
Είμαι, διακήρυξε,
ο εν κήπω χορηγός ζωής
ορατών τε πάντων
και αοράτων.

Έστριψε τη γαλότσα στη σειρά τη δυτική
ρηγμάζοντας το σιωπηρό κονβόι.
Οι κάμπιες έχασκαν πηγμένη λύπη.
Άδραξε το πριόνι. Ήταν καιρός
να επιβάλει σιωπητήριο.
Ξάφνου προτίμησε
να εκτρέψει τις ροές των υπερήχων,
να σιγοντάρει την ηλιακή μουρμούρα.

Αχτένιστος και φουσκωμένος
με χοχλιούς, ψιθύρισε:
Έμαθα να διαβάζω γράμματα
ανάμεσο σε θάμνους.
Έπεφτε το βιβλίο στα ρυάκια.
Έβαζα φύλλα νάμεσα στα φύλλα,
τη χλωροφύλλη να ρουφάνε,
να στεγνώνουν.
Δεν το θελα να είμαι θεός τους.
Δεν το βαστούσα. Μα υποτάχτηκα
στην άλογη, την αιχμηρή τους πίστη.
Ποιος θα ποτίσει, θα σκαλίσει τα φυτά,
να χουν να πίνουνε χυμούς,
καρπούς να τρώνε.
Πάντοτε γω. Με καταδίκασαν
να τη ραντίζω στίχους τη μελίγκρα,
λάκκους να νοίγω, λέξεις να φυτεύω,
να ξεχορτίζω τους ιάμβους στη σπουδή μου,
να ναρωτιέμαι πώς ευρέθηκα επαέ.
Με καταδίκασαν οι εμμονές μου,
οι θεϊκές πριβέικες κοτρώνες,
οι στοιχισμένες πεποιθήσεις συγγραφέων
στης έμπνευσης της ύπουλης το καλυβάκι.

Όλη την ώρα δίπλα μου είχα τον πατέρα.
Με ορμήνευε να τη γυρνώ σωστά την τσάπα.
Μα τώρα, που ίδρωσα πολύ,
δεν είναι δίπλα.
Τώρα είμαι εγώ
ο πατέρας μου.
Φορώ τα ρούχα του.
Ίδιος, με τα ψαρά τα γένια,
με τη χαμένη στον ορίζοντα ματιά. 








Κανείς δεν άκουγε τον ψίθυρο στον κήπο.
Μύρισε χώμα, έγειρε. Πλάγιασε
για το σώμα να ποστάσει.
Έγειρε κι ονειρεύτηκε το χώμα.
Σκέπαζε υγρό αφράτο μυρωδάτο.
Μαλάκωνε τις χαρακιές στο πρόσωπό του.


Όταν θα ξύπνησε ο κήπος είχε αλλάξει.
Δεν ήξερε αν στα χρόνια εκείνα είχε υπάρξει.
Δεν είχε χώρα. Μοναχά δοσοληψίες
σε τύμβο λουξ με παγωμένες φωταψίες.

Στο ίδιο κονβόι κάμπιες στην παλιά ευθεία.
Σπασμένη σκούριαζε η τσάπα του η θεία.
Στα δέντρα κρύσταλλα κρεμότανε το μίσος.
Τη σιγουριά τηνε μαστίγωνε το ίσως.











Οι κάμπιες
δημοσιεύθηκαν στο 15ο τεύχος του ΤΕΦΛόΝτος
του οποίου τις προάλλες κυκλοφόρησε και το 16ο με το καλό

Ο Ιχνεύμων τις επισκέφτηκε τώρα δα





Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Ο Λεβιάθαν ποτέ δεν κοιμάται



Δεν τον κοιτούσε. Κοιτούσε μπροστά. Δεν έβλεπε μπροστά της. Ξεροκατάπιε. Στο μισάνοιχτο στόμα το κάτω χείλος τρεμόπαιζε. Άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι και προχώρησε χωρίς να λυγίζει τα γόνατα προς το μπάνιο. Ανοίγοντας την πόρτα, διέταξε:

- Γρήγορα. Την εισαγωγή! Τα θρωπάκια!

Ήρεμος, με σιγουριά, σήκωσε το βιβλίο απ΄το τραπέζι, βρήκε τη σελίδα κι άρχισε να διαβάζει όταν ακούστηκε η αγκράφα της ζώνης να χτυπά στα πλακάκια:


Εφόσον η ζωή δεν είναι παρά μια κίνηση των μελών του σώματος, με απαρχή της κάποιο κύριο εσωτερικό μέλος, γιατί δεν θα μπορούσαμε άραγε να πούμε ότι όλα τα αυτόματα (μηχανές που κινούνται από μόνες τους, με ελατήρια και τροχούς, όπως ένα ρολόι) διαθέτουν τεχνητή ζωή; Διότι τι άλλο είναι η καρδιά αν όχι ελατήριο, τα νεύρα ισάριθμες χορδές και οι κλειδώσεις ισάριθμοι τροχοί, που μεταδίδουν κίνηση σε όλο το σώμα σύμφωνα ακριβώς με το σκοπό του κατασκευαστή; Η τέχνη προχωρεί ακόμα παραπέρα, μιμούμενη εκείνο το έλλογο και ανυπέρβλητο έργο της φύσης, τον άνθρωπο.

- Η τέχνη προχωρεί ακόμα παραπέρα. Ναι, ναι. Ήταν η φωνή της απ' το μπάνιο, βγαλμένη μέσα από τα δόντια, σαν να προσπαθούσε ν' ανοίξει σφιχτοκλεισμένο βάζο με σάλτσα ντομάτα ή με οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο, πάντως πολύ σφιχτά κλεισμένο. 

- Πράγματι,... διάβαζε λοιπόν!

Πράγματι, με την τέχνη δημιουργήθηκε αυτός ο μέγας Λεβιάθαν, ο αποκαλούμενος πολιτική κοινότητα ή κράτος, στα λατινικά civitas, που άλλο δεν είναι παρά τεχνητός άνθρωπος. Είναι, βεβαίως, αυτός μεγαλύτερος και ισχυρότερος από τον φυσικό άνθρωπο, στην προστασία και υπεράσπιση του οποίου αποσκοπεί. Η κυριαρχία αποτελεί την τεχνητή ψυχή αυτού του τεχνητού ανθρώπου, εμφυσώντας ζωή και κίνηση σ' ολόκληρο το σώμα. Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπόλοιποι δικαστικοί και εκτελεστικοί αξιωματούχοι είναι οι τεχνητές κλειδώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, προσδένοντας κάθε άρθρωση και μέλος στην έδρα της κυριαρχίας και παρωθώντας στην εκτέλεση του καθήκοντος, αποτελούν τα νεύρα του, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των ξεχωριστών μερών του αποτελούν την ισχύ του. Στη salus populi, την ασφάλεια του λαού, έγκειται το έργο του. Οι σύμβουλοι, που τον πληροφορούν για όλα όσα πρέπει να γνωρίζει, συνθέτουν τη μνήμη του. Η ευθυδικία και οι νόμοι συγκροτούν τον τεχνητό Λόγο και τη Βούλησή του. Η ομόνοια είναι η υγεία του, η ανταρσία η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, 

- Τέλος, τέλος, τέλος, μουρμούρισε πίσω απ' την ανοιχτή πόρτα.
- Τι μουρμουρίζεις τώρα;
- Τίποτα δεν σουρμουρίζω. Τέλος αυτό. Τώρα: πυκνότητα. Πυκνότητα και μετά βάρος. Τώρα!
Αυτή τη φορά το τελετουργικό επισπευδόταν. Πάντα υπήρχε τελετουργικό, που βελτιωνόταν με τον καιρό, γινόταν πιο αποδοτικό, η δυσκοιλιότητα αντιμετωπιζόταν, όμως η επιτυχία δεν ήταν ποτέ σίγουρη.Η ανάγνωση των αποσπασμάτων από τον Λεβιάθαν του Χομπς είχε πολύ καλά αποτελέσματα. Η αλλαγή στο τελετουργικό αποφασίστηκε μετά από ένα στεγνό διάστημα. Βάσανο. Τώρα η δουλειά του δυσκόλεψε, αλλά μετρούσε το αποτέλεσμα. Η εναλλαγή τραγουδιών της Ντιαμάντα Γκαλάς ήταν πιο ξεκούραστη αλλά πολύ λιγότερο αποτελεσματική. Είχε οδηγήσει σε μια περίοδο κόπωσης. Με τον Λεβιάθαν τα πράγματα έμοιαζαν πρωτόγνωρα βολικά. Και τώρα φαινόταν να φορτσάρει. 

Αυτή τη φορά το τελετουργικό επισπευδόταν. Το είχε καταλάβει απ' την αρχή, απ' το περπάτημά της, ότι κάτι άλλαζε. Συνήθως ήταν διστακτική όταν το αποφάσιζε. Αυτή τη φορά ήταν λες και υπάκουε σε μιαν ανταρσία των σπλάχνων. Προσπέρασε πολλούς σελιδοδείκτες για να φτάσει στο Βασίλειο του Σκότους. Πλησίαζε η ώρα της απελευθέρωσης. Ο έξω σφιγκτήρας μυς πρέπει να ήταν ήδη χαλαρός. Ο αυτόνομος έσω σφιγκτήρας κόντευε να παραδοθεί. Ο σελιδοδείκτης ήταν στις τελευταίες σελίδες.

Εάν θέλαμε να γνωρίσουμε για ποιο λόγο το ίδιο σώμα, χωρίς να προστεθεί τίποτε σ' αυτό, φαίνεται μεγαλύτερο τη μία φορά και μικρότερο την άλλη, αυτοί απαντούν ότι, όταν φαίνεται μικρότερο, είναι συμπυκνωμένο, κι όταν φαίνεται μεγαλύτερο, είναι αραιωμένο. Τι σημαίνουν οι λέξεις συμπυκνωμένο και αραιωμένο;

Άκουσε ένα πνιγμένο βογγητό. Διέκοψε για να γυρίσει στην προηγούμενη παράγραφο:


Εάν επιθυμείς να γνωρίσεις για ποιο λόγο κάποια είδη σωμάτων πέφτουν φυσιολογικά προς τη γη, ενώ άλλα φυσιολογικά ανέρχονται, οι Σχολαστικοί, ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, θα σου πουν ότι τα σώματα τα οποία πέφτουν είναι βαρειά, και ότι το βάρος αυτό είναι η αιτία που τα αναγκάζει να κατέρχονται. Εάν όμως ρωτήσεις τι εννοούν με το βάρος,










Πλαφ! Άκουσε το πλαφ. Σιωπή. Το βάρος νίκησε. Δεν πρόλαβε να διαβάσει ότι "το κέντρο της γης είναι ο χώρος της ηρεμίας και της συντήρησης των βαρέων πραγμάτων". Η ηρεμία ήταν το ζητούμενο. Για να επιτευχθεί ηρεμία έπρεπε το ορθό ν' αδειάσει. Όμως το πλαφ ήτανε μεν συμπυκνωμένο αλλά ήταν και ελαφρύ. Μισοκοιμισμένο. Θα έπρεπε ν' ακολουθήσει το δεύτερο, το ισχυρό. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά. Υπήρχε ένας σεβαστός όγκος, ήταν σίγουρος, που ισορροπούσε στο μεταίχμιο. Αν γυρνούσε πίσω όλα θα χάνονταν. Κι ίσως ακολουθούσε μια νέα στεγνή περίοδος. Σε λίγο η αναπνοή της επανήλθε και κυρίεψε τη σιγή. Ήταν βαριά, δύσκολη, με διακοπές, πνιγμένη στον ιδρώτα. Εκείνος είχε ένα κρυφό χαρτί. Αυτό δεν το είχαν συμφωνήσει. Είχαν διαλέξει μαζί τ' αποσπάσματα του Λεβιάθαν. Αλλά όχι αυτό. Ήταν το πλαν-Φομπς. Συγκεντρωμένες κάμποσες από τις αμέτρητες αναφορές του Χομπς στον φόβο. Άρχισε να διαβάζει:

Η εντύπωση που προκαλούν όσα πράγματα επιθυμούμε ή φοβόμαστε είναι ισχυρή και μόνιμη ή, εάν παύσει για λίγο, γρήγορα επανέρχεται. Μερικές φορές είναι τόσο ισχυρή ώστε παρεμποδίζει και διακόπτει τον ύπνο μας. /.../ Η αποστροφή, σε συνδυασμό με την αναμονή μιας βλάβης που θα προκληθεί από το αντικείμενό της, αποκαλείται φόβος.

- Μα, τι; ακούστηκε με την ίδια αγωνία. 
- Τίποτα. Συνεχίζουμε. Φομπς, της απάντησε. Συνέχισε διαβάζοντας όλο και πιο γρήγορα, όλα και πιο αγχωμένα, όλο και πιο αγχωτικά:

Ο φόβος χωρίς την επίγνωση της αιτίας ή του αντικειμένου του, αποκαλείται πανικός, από το όνομα του Πανός που, κατά τους μύθους, τον προκαλούσε. /.../ όπως δεν είναι δυνατόν να υφίσταται ζωή χωρίς αισθήσεις, έτσι δεν είναι δυνατόν και να υφίσταται χωρίς επιθυμίες ή φόβους. /.../ ο ένας ονομάζει φρόνηση ό,τι ο άλλος αποκαλεί φόβο /.../ Εάν η σωφροσύνη συνδυασθεί με τη χρήση άδικων ή ανέντιμων μέσων, όπως εκείνα στα οποία καταφεύγουν οι άνθρωποι από το φόβο ή την ανάγκη, προκύπτει η διεστραμμένη φρόνηση που αποκαλείται πανουργία και είναι ένδειξη μικροψυχίας. /.../ Η αποθάρρυνση υποδουλώνει τον άνθρωπο σε αναίτιους φόβους, κι αυτό είναι μια μορφή τρέλας η οποία αποκαλείται μελαγχολία. /.../ Η μεγάλη επιτυχία αποτελεί ισχύ, επειδή δημιουργεί φήμη φρόνησης ή καλής τύχης, πράγμα που κάνει τους ανθρώπους είτε να φοβούνται, είτε να βασίζονται σε κάποιον. /.../ Η εκδήλωση αγάπης ή φόβου προς κάποιον σημαίνει απόδοση τιμής, διότι και η αγάπη και ο φόβος αποτελούν αναγνώριση αξίας. Η περιφρόνηση, ή η αγάπη και ο φόβος σε βαθμό μικρότερο από τον αναμενόμενο, αποτελούν καταφρόνηση, διότι υποβιβάζουν τον άλλο. /.../ Η επιθυμία για άνεση και σαρκική απόλαυση προδιαθέτει τους ανθρώπους στην υπακοή σε μια κοινή εξουσία. [...] Στην ίδια υπακοή και για τον ίδιο λόγο προδιαθέτει και ο φόβος του θανάτου ή του τραυματισμού. /.../ Ο φόβος της καταπίεσης προδιαθέτει τον άνθρωπο είτε να την προλαβαίνει ασκώντας τη για λογαριασμό του είτε να επιζητεί τη βοήθεια της κοινωνίας. /.../ Όσοι διερευνούν λίγο ή και καθόλου τις φυσικές αιτίες των πραγμάτων, εξαιτίας ενός φόβου που απορρέει από την άγνοια του τι μπορεί να τους βλάψει ή να τους ωφελήσει πολύ, τείνουν να υποθέτουν και να επινοούν διάφορα είδη αόρατων δυνάμεων. Και φοβούνται, έπειτα, τις ίδιες τις φαντασίες τους /.../ Η καρδιά εκείνου που βλέπει πολύ μακριά μεριμνώντας για το μέλλον κάθε μέρα κατατρώγεται από το φόβο του θανάτου, της φτώχειας ή όποιας καταστροφής και δεν υπάρχει γι' αυτόν ανάπαυση ούτε ανάπαυλα στην αγωνία του παρά μόνο τις στιγμές που αποκοιμιέται. /.../ ο διηνεκής φόβος, που συνοδεύει πάντα την ανθρώπινη άγνοια των αιτίων, όπως ο φόβος που μας συνοδεύει στο σκοτάδι, πρέπει να έχει κάτι ως αντικείμενο. /.../ Τα πάθη που ωθούν τους ανθρώπους προς την ειρήνη είναι ο φόβος του θανάτου, η επιθυμία των πραγμάτων που απαιτούνται για μια άνετη διαβίωση και η ελπίδα ότι αυτά θ' αποκτηθούν με την εργατικότητα. /.../ οι προφορικές δεσμεύσεις είναι πολύ αδύναμες για να αναχαιτίσουν την ανθρώπινη φιλοδοξία, την πλεονεξία, το θυμό και άλλα πάθη, αν δεν υπάρχει και το φόβητρο μιας εξαναγκαστικής εξουσίας /.../ όσες πράξεις μπορώ νομίμως να κάνω χωρίς υποχρέωση, άλλες τόσες μπορώ νομίμως να κάνω συμβαλλόμενος από φόβο. /.../ το μόνο που μπορούν να κάνουν δύο άνθρωποι, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε κάποια πολιτική εξουσία, είναι να ορκισθούν αμοιβαία στο Θεό που φοβούνται. /.../ Ο φόβος συμβιβάζεται με την ελευθερία. Όταν κάποιος ρίχνει τα πράγματά του στη θάλασσα επειδή φοβάται ότι το πλοίο θα ναυαγήσει, το κάνει εκουσίως και μπορεί, αν θέλει, να αρνηθεί να το κάνει. /.../ Από όλα τα πάθη, εκείνο που προδιαθέτει λιγότερο τους ανθρώπους στο να παραβαίνουν τους νόμους είναι ο φόβος. /.../ αποτελεί μέρος της έλλογης λατρείας το να μιλούμε με ευσέβεια για τον Θεό, καθώς τούτο δείχνει φόβο απέναντί του και ο φόβος ισοδυναμεί με ομολογία της ισχύος του. /.../ Σκανδαλώδης λατρεία όμως είναι μόνο η φαινομενική λατρεία [...] και προέρχεται μόνο από τον φόβο του θανάτου ή άλλης οδυνηρής ποινής.

Πλάφφφφφφ. Ακούστηκε επιτέλους το πλαφ. Και ήταν θριαμβευτικό. Θα πρέπει να σήκωσε κύμα μέσα στη λεκάνη, απ' αυτά που ανταποδίδουν καταβρέχοντας. Κόντευε να εξαντληθεί όπως τ' αποσπάσματα Φομπς. Είχε μουδιάσει η μασέλα του κι έτρεμε. Σταμάτησε το διάβασμα. Η λύση Φομπς ήταν καταλύτης. Ο φόβος της δυσκοιλιότητας, ο ίδιος ο φόβος της προκαλεί τη δυσκοιλιότητα, συμπέρανε. Ο φόβος του θανάτου μεταμφιεσμένος, δηλαδή. Οι νεκροί δεν χέζουν. 

Σε λίγο την άκουσε να μπαίνει στο ντους, σιγοτραγουδώντας. Τελευταία, όταν το φχαριστιόταν, παρωδούσε το γνωστό εμβατήριο σιγοτραγουδώντας "ο Λεβιάθαν ποτέ δεν κοιμάται...". Ήταν ώρα να ξεκουραστεί κι εκείνος. Το τραγούδι της ήτανε το τελικό σύνθημα. Στο σάουντκλάουντ περίμενε το αγαπημένο της αυτόν το καιρό, ο Άυπνος Λεβιάθαν ενός βαρετού μπλογκοτέχνη. Πώς τον βαριόταν... Το έβαλε στο τέρμα και βγήκε στην αυλή για ένα τσιγαράκι. 










Ύπνο δεν έχει ο Λεβιάθαν.
Όλοι το ξέρουν όσοι πάθαν.
Κι όσοι δεν πάθαν κάτι ξέρουν.
Απ' τα θρωπάκια του υποφέρουν.

Ύπνο δεν έχει. Ούτε αιτία
να κοιμηθεί. Στα εφετεία,
με υπνωτισμένες τις αρθρώσεις,
προσθέτει κράτους επιστρώσεις.

Ύπνο δεν έχει ούτε σχόλη
σε τούτη και σε κάθε πόλη.
Δικά του είναι τα κύτταρά τους·
με την ψυχή τους, τον παρά τους.











άντε