Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜπΛοΓκΑυΤιΣμΟί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜπΛοΓκΑυΤιΣμΟί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016


Ισόβια
[η Γκούφυ]




Έπρεπε να τελειώνει το συντομότερο. Αυτό το τραγούδι στο τέλος θα του έτρωγε το μυαλό. Όπου βρισκόταν το άκουγε. Το παραμορφωμένο μαντολίνο μέσ' από το πηγάδι του πυρετού. Και τη φωνή να σέρνεται. Έπρεπε να τελειώνει. Η όλη ιστορία ήταν παραπλανητική. Έκαστος την ερμηνεία του. Εφ' ω ετάχθη, που λένε. Ό,τι και να 'ναι η Γκόλφω, είναι αναμφίβολα περιέκτης. Είδος θηλυκό κι ας είναι η λέξη γένους αρσενικού. Ο εκλιπαρών κινδυνολόγος αρσενικός περιέχεται. 


Edward-Dimsdale


Η βουκολική ιστορία αναποδογυρίστηκε. Αν η Γκόλφω αποσκιρτήσει, θα γίνει Γκούφη. Αν απαρνηθεί τον περιεχόμενο τύπο θ' αλλάξει ταυτότητα. Εκείνος θα μείνει χωρίς περιέκτη. Γι' αυτό και απειλεί ότι θα καταφύγει στον περιέκτη τον οριστικό. Έτσι έχει το πραύμα. Ε, 


αφού δεν το 'πε το τραγούδι ο μπακιρτζής
το είπα εγώ να μη μου μείνει στο συρτάρι

στη ζήση αυτή να ζεις θα πει να επιζείς
είναι ισόβια - κι ο θεός δεν δίνει χάρη










Είπες· θα πάγω σ' άλλη γη. Μα, πού να πας;
Δεν θα 'χει Τάσο εκεί, μονάχα Τζέημς και Τζώννυ.
Και θα διψάσεις, θα 'χει τρύπα ο μαστραπάς. 
Θα 'σαι το γιόμα που τη νύχτα του μουτζώνει.


Σ' αυτόν τον τόπο, που όλο λες πως θες να πας,
θα είσαι η Γκούφυ, να ξεχάσεις πια τη Γκόλφω.
Κάθε σου φίλος θα 'ναι ντίτζιταλ λαπάς
κι ίσως, μην το γελάς, θαυμάζει τον Αδόλφο.


Κι όταν γυρίσεις απ' τον τόπο που θα πας,
και μες στους δρόμους θα ρωτάς για κάποιον Τάσο, 
σκάψε καλύτερα το χώμα που πατάς·
εκεί θα μ' έχουν βάλει για να ξαποστάσω. 


Κυριακή 20 Μαρτίου 2016


στων αλλωνών τον θάνατο

προηγούμενο:




Παλιά μιλούσε σα να έπρεπε συνέχεια ν' απολογείται. Αν τον ρωτούσες τι του αρέσει, τι καφέ πίνει για παράδειγμα, έπρεπε ν' αναφέρει αναλυτικά τους λόγους που υποστήριζαν το γούστο του. Προσπαθούσε να σου απαντήσει έτσι ώστε, αν θεωρούσες ότι ο συγκεκριμένος καφές που πίνει είναι απαράδεκτος, να δείξει ότι κι εκείνος δεν διαφωνούσε ακριβώς αλλά υπήρχαν κάποιοι λόγοι που δεν μπορούσες να φανταστείς και που τον ανάγκαζαν να πίνει το συγκεκριμένο είδος καφέ. Όμως τελευταία όλα άλλαξαν. Ίσως όταν πήρε εκείνες τις εξετάσεις που, σύμφωνα με τον γιατρό, απαιτούσαν "περαιτέρω διερεύνηση" και που τον έκαναν να ανησυχήσει τόσο που αρνήθηκε να υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση του σώματός του. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η αρρώστια του ήταν σοβαρή και θα τον οδηγούσε σύντομα στον θάνατο. Αυτή η πεποίθηση μέρα με τη μέρα εδραιωνόταν μέσα του κι έσπερνε σκέψεις για την ηθική του ευθύνη απέναντι στο τέλος, την τελετή λήξης όπως έλεγε, που έπρεπε να προετοιμάσει αποτιμώντας ευλαβικά την ανθρωπιά του. Είχε σκεφτεί να νοσήσει ο ήρωάς του, ο άντρας του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ. Γράφοντας για κάποιον άλλο, ένα φανταστικό πρόσωπο, ίσως μπορούσε να ξεδιαλύνει τι του συνέβαινε. Μάλλον ποτέ δεν θα ξεδιάλυνε τι του συνέβαινε, θα μπορούσε όμως ν' αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Πώς να φερθεί στους δικούς του. Αν θα έβαζε σε λειτουργία το σχέδιό του να τους κάνει να τον μισήσουν ώστε όταν θα πεθάνει να πονέσουν λιγότερο. Εύκολη σκέψη, δύσκολη πράξη. Ας έγραφε τουλάχιστον. Και θάβλεπε τι θα κάνει.

- Άνοιξα τον σουγιά. Το σουγιά που μου πουλήσανε. Του είπα, αυτός ο σουγιάς δεν κόβει καλά. Παιδεύομαι κάθε φορά με τα μπρόκολα. Με τον λαιμό σου όμως... Με κοίταξε έντρομος. Το πιάνεις; Έντρομος. Ο τρόμος είναι μεγάλη υπόθεση. Το έχω καταλάβει. Έχω τρομάξει πολλές φορές. Πολλά θρωπάκια ξυπνάνε μέσα σε τρόμο. Τρομοληρούν. Τρόμαξε ο διευθυντάκος. Πάτησε ένα κουδούνι. Ήρθαν οι σεκιουριτάδες. Μ' άρπαξαν από τα μπράτσα. Οι δύο. Ο τρίτος μ' έπιασε απ' τα μαλλιά. Θα κουρευτώ γουλί, ρε. Να δούμε αν θα με ξαναπιάσουν απ' τα μαλλιά. Ούρλιαξα. Έχω έιτζ, ρε. Πίσω!!! Τρόμαξαν τα γοριλάκια. Με παράτησαν. Απότομα. Σωριάστηκα. Έκαναν πίσω. Πηγαίνετε, τους είπε ο διευθυντάκος. Σηκώθηκα. Έκανα πως θα τον φτύσω. Τρομοκρατήθηκε. Έφτυσα το μαζεμένο σάλιο στο πάτωμα. Αηδίασε. Έφυγα.
- Είσαι τρελός! Μ' έχεις κάνει ρεζίλι. Δεν πάει άλλο.
- Πάει. Πώς δεν πάει. Δεν έχω έιτζ.
- Το ξέρω, ηλίθιε.
- Έχω καρκίνο.
- Είσαι ηλίθιος.
- Στους όρχεις.
- Λες ψέματα.
- Στο δεξί αρχίδι! Ιδού! Εξετάσεις!
Πήρε τα χαρτιά στα χέρια, έβαλε πρώτα το τσιγάρο στο στόμα, δυσκολευόταν με το τσιγάρο, ο καπνός τής μπήκε στο μάτι, δάκρυσε, νευρίασε, πέταξε τα χαρτιά με δύναμη στο πάτωμα, δυο τρία χαρτιά ήταν, δεν υπάκουσαν στην οργή της, έπεφταν αργά, εκείνος πρόλαβε να τα πιάσει στον αέρα, θριαμβευτικά, μα η σκέψη πως γι' αυτό το αστείο, που κάποτε την έκανε να γελά, τώρα αδιαφορούσε, ούτε καν μια γκριμάτσα βαρεμάρας δεν του χαράμισε, η σκέψη αυτή τον γέμισε με θλίψη, εκείνη την ίδια τη θλίψη στα μάτια και το στόμα. Χαμήλωσε το βλέμμα, δεν τον εξόργιζε πια, τακτοποίησε τα χαρτιά κι έκανε να φύγει. 

Ίσως κάπως έτσι, σκέφτηκε. Κάπως έτσι να της έλεγε ότι έχει καρκίνο. Είχε κι ο ίδιος; Αυτή η ιστορία με το ζευγάρι του σούπερ μάρκετ τον μελαγχολούσε. Εκείνοι ήταν αλλιώς. Δεν ήταν ένα ξοφλημένο ζευγάρι. Αγαπιούνταν τόσο. Γι' αυτό ήτανε γολγοθάς. Πώς να της το πει; Πώς να την πληγώσει τόσο βαθιά; Έπρεπε να γράψει. Ίσως λυτρωνόταν. Προσωρινά έστω. Κι ίσως έβρισκε τη λύση. Οι λύσεις είναι πάντα προσωρινές. Με ημερομηνία λήξεως. Μετά στα ίδια. Ώσπου νάρθει το τέλος. 



gr.pinterest



Αυτή η σκέψη, της ζωής σαν προετοιμασίας για τον θάνατο, της φιλοσοφίας σχεδόν που, αν είχε δίκιο εκείνος ο σουπερστάρ ο Σωκράτης, είναι μελέτη θανάτου, η σκέψη αυτή καθόριζε την ιδέα του να γράψει για έναν τύπο συγγραφέα, που λάτρευε τη σύντροφό του και την κορούλα τους, που πίστευε πως είχε καρκίνο, να γράψει για εκείνον τον τύπο που έγραφε ένα διήγημα, ίσως, για το ζευγάρι του σουπερμάρκετ, για ένα ζευγάρι διαλυμένο, εκείνος χοντρός και παρανοημένος, εκείνη μπλαζέ και μπλαζέ. Πότε να βρει καιρό να γράψει άραγε, για ποιον θάνατο, πού τον είχε δει, μόνο ό,τι ο θάνατος άφηνε πίσω του είχε δει, ανθρώπους και ζώα. Λένε πώς τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του θανάτου που θα τα βρει, ο Νίτσε πίστευε ότι τη μνήμη τους τηνε δένουν στον πάσσαλο της στιγμής, ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι τα ζώα αγνοούν την ύπαρξη του θανάτου αλλά τον φοβούνται, εκείνος όμως δεν το πίστευε ότι τα ζώα ζουν σ' αυτή την άγνοια, αν και τούτη η λέξη, όπως όλες, είναι φτιαγμένη γι' ανθρώπους. 

Πριν από καιρό είχε άθελά του σκοτώσει μια γάτα με το αυτοκίνητο. Οι άλλοι γάτοι στην αυλή της μάνας του έκαναν καιρό να συνέλθουν, δεν πλησίαζαν πια το αυτοκίνητο, κοιτούσαν με τρόμο το σημείο όπου σφάδασε η καημένη γάτα, ήταν κι η μόνη θηλυκιά στην παρέα και τώρα τόχουνε ρίξει στις μπουρδελότσαρκες οι άλλοι, γλίτωσε κι η μάνα του από τους γαμπρούς. Άργησαν να συνέλθουν οι γάτοι, ο άρχοντας δεν έβγαινε από το σπίτι για μέρες. Με το ζόρι μόνο για κακά του. Θα πεις κι αν δεν ήταν της στιγμής ο πάσαλος ήταν των λίγων ημερών. Μα κι οι άνθρωποι γρήγορα δεν ξεχνάνε; Στην αρχή φυσάνε και τη γιαούρτη κι έπειτα από καιρό ξανακαίγονται με το χυλό. Ίσως αυτές τις σκέψεις να τις έβαζε στην ιστορία του. Ίσως. Για τον πανταχού απόντα παρόντων ημών, κατά τον Επίκουρο, θάνατο, σημείο διαφωνίας σε κουλτουριάρικες συζητήσεις, ή για τον Βίτγκε, που στην υποθέση 6.4311 της Πραγματείας του διαβεβαίωνε ότι ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής, ότι (αφού) δεν τον ζούμε. Κι αυτές οι σκέψεις τού θύμισαν ένα παλιό υπό μέλους ποίημα, τον θνητό εμαυτό, που τόβαλε σκοπό να το κάνει μετά μέλους. Παράτησε τα γράμματα κι έπιασε τις νότες. 







ο θνητός εμαυτός παρακινήθηκε
από ένα άρθρο του Πέτρου Θεοδωρίδη
στο τεύχος 7 του περ. Ένεκεν (2007)

και η προβολή έγινε μπρόβα




Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016


Ερωτόκριτος
[άλλο ένα τραγούδι για τον έρωτα]





φωνές, τραγούδι:  Νίνα Σταυρουλάκη




Κείνο το κομμάτι από τον Θρίαμβο του Έρωτα τις προάλλες ήθελε εξήγηση. Ο έρωτας του Φωκίωνα για τον Άγι ήταν στην πραγματικότητα έρωτας της Λεονί για τον Άγι. Σόγια πριγκιπικά, δεν έχει σημασία. Κάποτε οι ιστορίες μιλούσανε για πρίγκιπες και βασιλιάδες. Η πριγκίπισσα Λεονί μεταμφιέστηκε, μεταμορφώθηκε για να κερδίσει έναν δύσκολον έρωτα. Τα εμπόδια του έργου ίσως ήτανε προσχήματα για να διευκολυνθεί η εμμενής παρενδυσία, σκεφτόταν. Ο ίδιος ο Μαριβώ, το διάβασε στο επίμετρο του μεταφραστή, πολιορκούσε μεταμφιεσμένος μια θεατρίνα του Παρισιού, που, όταν ήταν έτοιμη πια να ενδώσει, την εγκατέλειπε. Ξαναπαρουσιαζόταν μπροστά στη Σύλβια με άλλη μεταμφίεση και κάθε φορά ήταν πιο δύσκολο να τη γοητεύσει. Έπρεπε να ξεχάσει εκείνη τον προηγούμενο Μαριβώ. Η ιδέα της μεταμόρφωσης για να παρακαμφθούν τα εμπόδια στον έρωτα επιβίωσε μέχρι τις ελληνικές ταινίες του περασμένου αιώνα. Ο Μαριβώ δρούσε αντίστροφα. Όταν ξεπερνούσε τις δυσκολίες, τις ξαναδημιουργούσε. Επιβεβαίωνε ότι jouer n' est pas jouir, που λένε λογοπαίζοντας οι Γάλλοι, ότι δηλαδή το παιχνίδι δεν είναι οργασμός. Επιβεβαίωνε, άραγε, σαγηνευμένος ίσως όχι από τη Σύλβια αλλά από τη δυσκολία να την κατακτήσει, τον de Rousemont, ότι οι ερωτευμένοι τον έρωτα ερωτεύτηκαν μονάχα; 

Αυτός ο de Rousemont... Συνήθως οι άνθρωποι βάζουν μιαν ιδέα στο μυαλό, ας πούμε "ο έρωτας είναι μια επινόηση του 12ου αιώνα" κι έπειτα αρχίζουν να περιστρέφουν τα πάντα γύρω απ' την ιδέα τους. Ο Τριστάνος ποθούσε την Ιζόλδη γιατί δεν του ανήκε, δεν γινόταν να του ανήκει. Αυτό ήταν όλο. Ενδεχομένως, ναι. Το σκεφτόταν κι αλλιώς. Ο ερωτευμένος ίσως και να κατασκευάζει δυσκολίες, να φαντασιώνεται αντίζηλους, να αγωνιά κάθε στιγμή. Όταν έφευγε νύχτα για τη δουλειά εκείνη κοιμόταν. Έπρεπε να εξαφανιστεί. Ξανά και ξανά fort-da. Μερικές φορές τον τρόμαζε η λανθάνουσα φροϊδίλα του. Πιο πολύ αυτό το λανθάνον νόημα, το κρυμμένο σημαινόμενο, το άλλο που δεν είπες και είπες τούτο. Αναρρωτιόταν, τώρα που όλοι έμαθαν να σκέφτονται τι υπονοεί μια φράση, μια κίνηση, μια ματιά, θα έπρεπε μάλλον να ψάξουμε για τον καλά κρυμμένο χώρο όπου εξηγείται όχι το λανθάνον αλλά το ζεύγος λανθάνοντος - έκδηλου. Ή να ξαποστάσουμε στη σκέψη ότι, ακόμα κι αν στέκει, που δεν στέκει για πολύ, δεν μας ενδιαφέρει η εξήγηση. Ποιοι άραγε να ξαποστάσουμε; Προς τι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο; Πρόσωπο; Ασ' το καλύτερα. 

Η Λεονί, παριστάνοντας κάποιον Φωκίωνα, πούλησε έρωτα και στην Λεοντίνη ενώ αποκάλυψε ότι δεν είναι Φωκίων όχι μόνο στον Άγι αλλά και στον Ερμοκράτη, τον φιλόσοφο, αδερφό της Λεοντίνης, για να πουλήσει και σε κείνον έρωτα. Πουλούσε έρωτα για να κερδίσει τον έρωτα του Άγι. Εμπορική επιτυχία τού φαινόταν όλη η σπουδή της Λεονί - Φωκίωνα, μάλλον βασιζόταν στην αυθεντικότητα του προμοταρίσματος. "Λέω ότι σας αγαπώ. Όταν όμως το λέω ταράζομαι και η συνείδηση της ταραχής μου ίσως με βοηθήσει να σωθώ", απευθυνόταν στον Ερμοκράτη. Να σωθεί αγωνιά ο ερωτευμένος, να ξημερώσει και να έχει σωθεί. Ακόμα κι όταν η Λεονί αποκάλυψε στον Άγι ότι είναι γυναίκα, δεν αποκάλυψε ποια είναι πραγματικά, είπε πως είναι κάποια Ασπασία, μια Ασπασία που, λίγο πριν ομολογήσει ότι ο έρωτας είναι λόγια, του τσαμπουνούσε: "Και μόνο που μιλάμε για έρωτα, είναι επικίνδυνο". "Είστε γυναίκα, εξ ου και επικίνδυνη", είχε συμπεράνει προ ολίγου ο Φωκίων, μεγαλωμένος στον κήπο του φιλοσόφου Ερμοκράτη. Η ιδεολογία του Προμηθέα, του εύστροφου και επινοητικού, συμβόλου μιας κοινωνίας λαίμαργης, που λατρεύει την παραγωγή και την κατανάλωση κι όλα έτσι τα αντιλαμβάνεται, που χλευάζει τον Επιμηθέα, αυτόν που δέχτηκε γυναίκα την Πανδώρα, την κατάρα του ανθρώπου. Ουφ. Ταράχτηκε πάλι που τα σκέφτηκε όλα αυτά. Ξανά. 




Rodin


Το πάθος το παθαίνεις κι είναι βάσανο, το βάσανο αγαπάει ο δυτικός άνθρωπος επέμενε στις σελίδες του ο de Rousemont. Το υπέρτατο εμπόδιο στον έρωτα είναι ο θάνατος, τον θάνατο τελικά ποθείς. Μπορεί και να ήταν έτσι. Σ' εκείνη την ινδική ιστορία με τον γάιδαρο, που διηγήθηκε ο Canetti, το αφεντικό έντυνε τον γάιδαρό του με προβιά τίγρης για να τον φοβούνται οι άνθρωποι. Ο γάιδαρος, που τον είχε μεγάλη ανάγκη το αφεντικό, έτρωγε τον αγλέορα, όλο το ρύζι των άλλων ανθρώπων, που φοβούνταν μια τίγρη, όχι έναν γάιδαρο, βέβαια. Ένας αγροφύλακας την έστησε, φόρεσε γκρίζα προβιά να ξεγελάσει τον γάιδαρο, που τον περνούσε για τίγρη, ότι τάχα είναι γάιδαρος που θα λιγουρευόταν η τίγρη να τονε φάει. Ο γάιδαρος πέρασε τον αγροφύλακα για γαϊδούρα και τον ερωτεύτηκε. Κατευθύνθηκε προς αυτόν γκαρίζοντας ερωτικά. Κι εκείνος τον κατάλαβε ότι ήταν γάιδαρος κι όχι τίγρη και τον καθάρισε. Νάτο πάλι. Ο έρωτας τον οδήγησε στον θάνατο. Ο νέρωτας κι ο θάνατος. Ο έρωτας μέσα από τη μεταμφίεση. Άλλωστε όλοι ρόλους παίζουμε στη ζωή. Μεταμφιεζόμαστε. Και στον έρωτα. Πάντα, στην αρχή πιο πολύ, προσποιούμαστε για να γίνουμε αρεστοί εραστές, ελκυστικοί. Ώσπου ξεφεύγει η πρώτη κλανιά. Πότε να έκλασε μπροστά της πρώτη φορά; Δεν θυμόταν. Κάποτε αποκαλύπτουμε στον άλλον ότι δεν είμαστε άπορδοι, όπως δεν είναι κανένας. Άραγε η κλανιά σκοτώνει τον έρωτα; Τον μπαφιάζει, έστω; Όχι, ήταν σίγουρος γι' αυτό. Έρωτας είναι να σε πιάνουν τα γέλια από τη μπόχα κάτω απ' τα σκεπάσματα. Γελαστικό αέριον. Παλιά, τα λογικά ζευγάρια είχαν την κλανιόλα, τη συσκευή που οδηγούσε το πορδαέριο έξω απ' το δωμάτιο. Δεν ήξερε τι κάνουν σήμερα τ' αντίστοιχα ζευγάρια. Με τόσο παρφουμάρισμα και τόσα φούμαρα.

Ο έρωτας είναι σαγήνη που δεν λέγεται, δεν γράφεται. Δεν γίνεται να τονε πεις. Γι' αυτό και το ρεφρέν: φέρτε να πιω. Να εξημερωθώ και να μουγκαθώ. Να μουγκρίσω, να λετ-τρίσω, να τεριρεμίσω. "Αυτό που μας σαγηνεύει μας αφαιρεί την εξουσία να δίνουμε ένα νόημα", διάβαζε τον Blanchot, που έβλεπε στη σαγήνη "το βλέμμα της μοναξιάς ... όπου η τύφλωση είναι και πάλι όραση". Ο έρως είναι τυφλός, ήθελε να γράψει ξανά διαβάζοντας στον Blanchot ότι "γράφω σημαίνει εισέρχομαι στη διαβεβαίωση της μοναξιάς όπου ενεδρεύει η απειλή της σαγήνης". "Η σαγήνη αφαιρεί από τον λόγο το νόημά του" διάβαζε στον Baudrillard, για τη σαγήνη των ματιών "την πιο άμεση, την πιο καθαρή", που "αντιπαρέρχεται τις λέξεις". Τα ερωτικά τραγούδια δεν γράφονται με λέξεις, λοιπόν. Αυτό δεν έγραφε; Για όσα γραφτήκαν για του νου τα μονοπάτια. Τι έχουν να πουν οι λέξεις στον σαγηνευμένο; Γιατί μένει μόνος και τραγουδά; Σε ποιους, ποια πρόσωπα, απευθύνονται αυτές οι νότες; Τι του συμβαίνει και τα διαλαλάει; Πόσες ερωτήσεις πια θα τον τυραννούν; 

Είναι αγκάθι ο έρωτας. Άμα σου μπει προχωράει κάτω απ' το δέρμα και δεν βγαίνει με τίποτα. "Η αγάπη είναι καρφίτσα κι αγκυλώνει την καρδιά". "Να 'χεν ο έρωτας σαΐτες" ονειρευόταν ο μπαρμπα-Γιαννιός, ο Έρωντας, του Παπαδιαμάντη.  Οι σκέψεις τον παρέσυραν, χωρίς να το καταλάβει, ψάχνοντας πάλι κάτι, αεί γκουγκλάροντας, άρχισε να χαζεύει στο διαδίκτυο. Έπεσε πάνω στην προτροπή του Αντωνάκου: Μη γράφετε άλλα τραγούδια για τον έρωτα. Να μην γράφω γιατί θα με φάει ο έρωτας, θα μου δαγκώσει τον σβέρκο. Χαμογέλασε. Οι γάτοι δαγκώνουνε τον σβέρκο της γάτας πασχίζοντας να μη διακοπεί το γαμήσι τους. Όχι, δεν γίνεται. Το αποφάσισε, θα ξανάγραφε το ίδιο τραγούδι για τον έρωτα. Πήρε ξανά τη φωνή της Νίνας, την κόλλησε κομματιαστά πάνω στο πιάνο, αληθινό πιάνο, Schimmel Δυτικής Γερμανίας. Έπειτα έπιασε τα πλήκτρα στο κομπιούτερ. Τα ίδια. Ρυθμός. Μα, όχι. Εδώ κολλούσε ο δικός του Τριστάνος. Ο Ερωτόκριτος. Κακό τον εύρηκε κι εκείνον, πώς ν' αναπαγεί; Δεν τον αφήνει το γδυμνό κοπέλι. Φέρτε να πιει κι ο Ρώκριτος, να πιει κι η Αρετούσα.








O Έρωτας ανυφαντής με πονηριάν εγίνη·
αράχνην ήστεσε ψιλήν, κ' επιάστηκα εις εκείνη.
Σαν το μωρό εκομπώθηκα, οπού δεν έχει γνώση,
και βουηθισμόν πλιό πού να βρω; και τίς να με γλιτώσει;
O Έρωτας μ' εμπέρδεσε, και σκλάβον του κρατεί με,
και δουλευτής του εγράφτηκα, και μετά κείνον είμαι.
Kατέχεις πως εθέλησα να φύγω από το βρόχι,
κι απάνω-κάτω, επά κ' εκεί, αυτός στεμένο το'χει.
Kι αν ξεμπερδέσω σ' μιά μερά, σ' άλλην καταμπερδένω,
και πάντα βρίσκω μπερδεμούς εις όποιον τόπον πηαίνω.

"Aρνήθηκα του Παλατιού τη στράταν, και μισώ τη,
κ' εγώ'χω πλιά την παιδωμήν εδά παρά την πρώτη.
Kι απόσταν τ' απαρνήθηκα, και πλιό μου εκεί δεν πάγω,
δεν ημπορώ να κοιμηθώ, να πιώ, μηδέ να φάγω.
Kι όλπιζα να λησμονηθούν οι πόνοι που με κρίνουν,
κ' εγώ θωρώ χερότεροι και πλιά βαροί απομείνουν.
Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει, 
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ' εκεί μου την αφήνει.
Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να'ν' εκείνη
ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.





Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015


ω, αδικοχαμένο καλοκαίρι




Γύρισαν από τους Σωφρονίου εξαντλημένοι. Την κοίταξε ν' αλλάζει γρήγορα και να βυθίζεται στον ύπνο. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε Κυριακή. Οι Σωφρονίου, σκέφτηκε, είναι προσαρμοσμένοι μια χαρά. Εμείς, με τα πόδια σε δυο βάρκες, εμείς θα πάθουμε άσχημη τρέλα. Πώς γίνεται να μην καταναλώνεις και να επιζείς; αναρωτήθηκε, να παρηγορηθεί. Δεν γίνεται. Και τότε, τι; Καταναλώνουμε λιτά, επιτηδευμένα. Γινόμαστε το άλλοθι της παρακμής. 

Οι Σωφρονίου βυθίζονται στην παρακμή ησύχως, ξανασκέφτηκε. Κρατήθηκε όλο το βράδυ, δεν ειρωνεύτηκε, ούτε που απάντησε στις πιο ανήκουστες ηλιθιότητες. Τους κοιτούσε σιωπηλός. Περνούσανε λεπτά πολλά κι εκείνοι χάνονταν μέσα στις ευφυείς μικρές οθόνες τους. Ευτυχώς, η ανυπόφορη ευφυία χαρακτηρίζει πια συνήθως συσκευές. Και τα παιδιά τους, με δεκάιντσες ταμπλέτες, χάνονταν όλη την ώρα. Έπαιζαν κάτι ακατανόητα παιχνίδια. Μεγαλειώδης τεχνικός πολιτισμός. "Η στειρότητα του τεχνικά πολιτισμένου ανθρώπου", θα σχολίαζε ο Spengler. Στον τεχνικό πολιτισμό που γίνεται όλο και "πιο σύνθετος, πιο ποικίλος και πιο βαρύς", θα πρόσθετε ο Huizinga, "το παιγνιώδες στοιχείο είναι σε παρακμή". Τα παρακμιακά παιχνίδια των παιδιών των Σωφρονίου, τα τουιτερατώδη λογοπαίγνια της φέισμπουκ κουλτούρας των ίδιων. 


Έξω ψιχάλιζε. Σιγά μη λαβωθεί το καλοκαίρι, ειρωνεύτηκε τον νομπελούχο. Σε δευτερόλεπτα η ψιχάλα έγινε μπόρα. Τώρα, μάλιστα. Έτσι τελειώνει, ξεψυχά το καλοκαίρι; Θυμήθηκε εκείνο το τραγούδι που τραγουδιόταν από μόνο στο μυαλό του την κάθε τέτοιαν εποχή. Άσμα αντι-ηρωικό, μα κάπως πένθιμο, για το αδικοχαμένο καλοκαίρι. 




Ivan's childhood



Στήθηκε στην οθόνη. Άρχισε να κολλάει τους ψευτοήχους, τους δήθεν φυσητούς και τους κρουστούς κι όσους χωρούσαν. Κάθε φορά κολλούσε. Οι μουσικές έβγαιναν ψεύτικες από τις άκρες των δαχτύλων του κι έπαιρναν, στρατιωτάκια, θέση στην οθόνη. Στο τέλος, όχι, ψέματα, βγήκανε κι άλλες λίγες ψεύτικες μετά, κάποια φορά, λοιπόν, έβαλε τη φωνή. Το κερασάκι της αιχμάλωτης αλήθειας. 




Ω, αδικοχαμένο καλοκαίρι,
μάταια κραδαίνεις το θερμόμετρο.
Μιας ήττας ήσουν, ήττας από χέρι,
γεύση στυφή, σε μηδέν υψόμετρο.

Που κρύφτηκε σαν κλέφτρα μες στη ζέστη.
Που αγνάντεψε φωτάκια στη στεριά.
Που έλπισε στον φρέσκο τον ασβέστη
που άσπρισε σοκάκια σε χωριά.

Ω, καλοκαίρι, πόσα σου χουν τάξει
συνθήματα, ποιήματα, τραγούδια·
και πόσο, πόσο ανόητα έχουν κλάψει
τα οκνά, τα ηλιοκαμένα μαθητούδια·










Όταν απόκαμε, σηκώθηκε. Βάδισε λίγα βήματα ώσπου να σωριαστεί στην πολυθρόνα. Στο αριστερό της μπράτσο κοιμόταν μπρούμυτα το Ανάποδα του Huysmans. Το γύρισε. Έβγαλε τα γυαλιά και το έφερε κοντά στα μάτια. Έτσι ξεκουραζόταν πάντα, διαβάζοντας:


Για άλλη μια φορά, αυτή η μοναξιά που τόσο είχε επιθυμήσει κι είχε επιτέλους κατακτήσει, κατέληγε σε μια φρικτή απογοήτευση· αυτή η σιωπή, που άλλοτε του 'χε φανεί ως μια αποζημίωση για όσες ανοησίες άκουγε επί χρόνια, τώρα τον πλάκωνε μ' ένα ανυπόφορο βάρος. 


Πού είστε μουσικοί μου; ρώτησε τους άγνωστους φανταστικούς συντρόφους. Εκτός από τα μνημόνια, υπάρχει και η μοναξιά, σκέφτηκε καθώς αποκοιμιόταν. 





Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015


κρώζων απογειώθηκα ως εν Τρελό Κοράκι




Ποιος είμαι; Υπάρχω έξω από τη μπλογκόσφαιρα; Ή υπάρχω μόνον εντός της, όλο και λιγότερο; Έχω σώμα και πρόσωπο ή μόνο δάχτυλα που αφήνουνε σπυράκια σε οθόνη αβοριγίνικης κλεψιτυπίας; Τι είναι αυτή η συνήθεια, να παρακολουθώ τις επισκέψεις ηλεμηχανών σε μένα, που ταυτίζομαι με την εδική μου ηλεμηχανή; Κι εκείνη η συνήθεια που είχα, άλλοτε, να επισκέπτομαι άλλες ηλεμηχανές; Μόδες. Κι εκείνη η συνήθεια, να μασκαρεύομαι, πάει καιρός, κόρακας;


Το Τρελό Κοράκι φώλιασε στη Σπηλιά του Αποσπερίτη (Νοσφεράτου) απ' τον Δεκέμβρη του 2011. Όταν το συνειδητοποίησα, ότι περάσαν κοντά τέσσερα χρόνια, δεν το πίστευα. Η ιστορία είναι πια παλιά, λοιπόν, και της Καρακάξας, που άκουσε κάποτε το Ποτέ Πια, τα μήνυμαL σπαράγματά της δηλαδή, έγιναν χωριστή σελίδα εδώ. Η τελευταία μήνυμαL επίσκεψη στο Τρελό Κοράκι έγινε τον περασμένο Απρίλη. Πριν από αυτή τον Ιούνιο του 2014, πιο πριν τον Απρίλη του 2014, και πιο πριν τον Νοέμβρη του 2013. Αραιά και πού. Καιρός ν' αποκτήσουν τα του Κόρακος μήνυμαL σπαράγματα δική τους σελίδα. Μόνο που εδώ δεν λέμε Ποτέ Πια. Λέμε, στο Επανιδείν




...και φορώντας κοντοβράκι,
βγαίνω σχόλιο στο κοράκι.

Όλη μέρα εργασία,
ποίηση κι ορθοστασία.

Σε βλακό δεν απαντάω,
τη ζωή μον' συναντάω

σ' άλλους τόπους. Βλέπω εμπρός μου,
στίχος μου κι ηλιόλαμπρός μου.

Ασ' τους λέω, να χτυπιούνται·
δε νογούν να συλλογιούνται.

Βλέπω εμπρός, ωραία θέα.
Βρε, κακόμοιρε Πενθέα,

πάντοτε την ίδια τύχη
δες με, σεργιανώ στα τείχη

δες με, λίγο πριν η Αγαύη
τη ζωή σου μεταλάβει·

τη ζωή σου εν δικτύοις, 
που ωσάν ποινή εκτίεις.


spirit-animals

χο χο χο χο και χο χο χο
είναι η σκέψη σου προχώ
μάγισσες με σκούπες, λέω,
πτήση χαμηλή εν σπηλαίω
πτήση σαν παλιό τραγούδι
αποφλοίωση στο φλούδι
χο χο χο του αγιοβασίλη
και στ' αυτιά μονίμως ψύλλοι




γαμώ τους δωριείς που φέρνουν δώρα
πού είναι η φωνή, σεζάρια εβόρα;
κι η μπέλλου που φωνή είχε δωρική
σε ποιο ανύπαρκτο μηδέν να κατοικεί;

το τέλος βρίσκει πάντα τ' άλλα τέλη
κι ένας που ξέρει, τέλι - τέλι - τέλι,
το τραγουδάει στον κάλπικο ντουνιά που θέλει
να ξεγλιστρά η ζωή σα μαύρο χέλι


και ματακλείνω:

τρελό κοράκι για πού τραβάς;
όχι βιασύνες - γιαβάς γιαβάς.




του μικρού πουλιού παράγγειλα
να ναι καλό κοράκι
μην κουβαλάει δαφνόφυλλα
μην κοινωνεί φαρμάκι

γιατί στο σπήλαιο που αγρυπνώ
η ποίηση θα βγαίνει
ορμούν οι στίχοι και ξυπνώ - 
οίστρε φτωχέ και πένη

γεια σας οι κίσσες, γεια σας φωτιές
γεια σας σβησμένες τώρα παραστιές
γεια σας οι ώρες που είχα κουραστεί
γεια σας οι άδειοι χτεσινοί μαστοί




Ίσως κάποιοι ν' αντιλήφθηκαν πως ήδη
άρχισα την εργασία για τους Κικίδη.
Οικογένεια τυπική εις την Ελλάδα,
θα την βρεις στην Κρήτη και στη Μανωλάδα.

Εννοώ, για όσους ίσως λεν: Τι λέει
το παιδί; Τροζάθηκε; Ή, πλέει
σε πελάγη μαλακίας, ο Ταμίστας,
ο αλλάζων ως πουκάμισα τας πίστας;

Εννοώ, λοιπόν, ότι η ζωή αλλάζει
κι από μέλαινες χολές ουδέν σκαμπάζει.
Εννοώ πως συνεχίζω ποιών τους στίχους
και ουχί μνήματα απλώς για τυμβωρύχους.

Κι αν θα δείτε στο άβατάρ μου το τσιτάτο,
που προσφέρω σε αγαρνίριστο ένα πιάτο,
πως η μνήμη μόνο στα γιατί απαντάει,
πως μονάχα αυτή το μέσα μας σκουντάει,

θ' απαντήσω: Ένα καρφί μες στην παλάμη,
του Ταμίστα, του ρεμπέτη, ναι, του βλάμη,
είναι η μνήμη και ματώνει τις σελίδες. 
Μα ρουτίνα τού κατάντησαν οι Αυλίδες.

Έτσι, δεν θ' ασχοληθώ με λυπημένους,
ούτε, βέβαια, με υβριστές, κομπλαρισμένους
απ' της ποίησής μου το άστοργο τσεκούρι
που συντρίβει κάθε σκουληκιού τη μούρη.

Προτιμώ ν' ασχοληθώ με τους Κικίδη
και, κυρίως, με τις αδερφές Κικίδη,
που η μία επαντρεύτη τον Μουλά
και η άλλη τον Λαδή τον μπουνταλά.




Τι νάναι αυτό που ακούγεται από τα πέρα μέρη;
Μην σκουληκιού το σούρσιμο ενισχυτής θεριεύει
και βγαίνει ως τα μεγάφωνα και γαργαλάει τ αυτιά μου;
Ή καμιά δράκα αδιάντροπων, πειθαρχημένων, σκλάβων
των δόλιων συμπλεγμάτων τους, που χτίκιασαν στα δίχτυα
και κοκορεύονται, μαθές, για την πεποίθησή τους, 
για τη δικιά τους, δηλαδή, την άρρωστη προσπάθεια,
αγκομαχάει το ρόγχο της, η περιφρονημένη;

Δεν ξέρω κι ούτε το μπορώ την απορία να λύσω.
Κι αν θες ακόμα να σου πω τους γκρουπουσκουλιασμένους
πώς τους ενώνει μοναχά μια τσιριχτή φωνούλα
και πώς μπορούν, σαν τα ρομπότ, να λεν όλο τα ίδια,
αυτό το ξέρω να στο πω. Είναι τ απολειφάδια
μιας εποχής που μίσησες, του μίσους τα σκυλάκια,
κι ίσως να ναι το αλύχτισμα που ξεψυχάει ληγμένο
αυτό που ακούς από μακριά, οι ανάρμοστες τσιρίδες.




Τούτες τις τελευταίες τις μέρες του Δεκέμβρη,
ίδια, απαράλλαχτη η στυφότης, ίδια πάντα.
Μα φέτος κάνει παγερό το μούδιασμα - 
φέτος κατέρρευσεν το γκλάμορους Ελλάντα.

Ο Χρόνος, μια ιδεοληψία των πειθήνιων,
σέρνεται αργά, σαν της Οδύσσειας 2001,
του Kιούμπρικ της ταινίας, το διαστημόπλοιο·
το μόνον όχημα που χρεία δεν έχει φρένα.

Το μέλλον έτος, και το μέλλον γενικότερα,
διαγράφεται, όπως λεν, άστα να πάνε.
Καιρός δε θα 'ρθει που θ' αλλάξουνε τα πράγματα,
διατάζει ο Χρόνος κι οι στιγμές με κυνηγάνε.




Είναι μονότονο Κοράκι: "Ποτέ Πια"!!!
έτσι απαντά σε κάθε ερώτηση ενός νέου - 
μοιραίου ναύτη με παπιέ μασέ κουπιά
του ναυαγίου ενός λαμπρού διατηρητέου.

Κάποιες φορές θα πρέπει, βλέπεις, "νεβερμόρ"
να λέει κανείς, κι ας είναι, όπως στο σκάκι,
ένα πιονάκι που θα άλλαζε το σκορ
μεταμορφούμενο σε Ρεν, μ' ένα χαπάκι.

Ναι. ΠΟΤέ πιΑ. Όπως του Πόε το Κοράκι.




Κόραξ κοράκου οφθαλμόν δεν δύναται να εξάγει:
εξαγωγές των οφθαλμών συμβαίνουν εις πελάγη
τυπάκων κουτοπόνηρων και οπορτουνιζόντων·
άλλα τα ομμάτια κόρακος και άλλα των επιζώντων
εν εκατόμβαις, τυχηρών. Εν τέλει, ούτως πίνων 
το δηλητήριον των τυφλών αιμογλοβών κρεττίνων
οίτινες, οι αόμματοι, τους οφθαλμούς οι ίδιοι
αφήρεσαν εν μία νυκτί με ειδικόν ψαλίδι
και τώρα κείτονται ευτελείς εν είδει νεομαρτύρων,
καθώς ημείς χαζεύομεν, μέσω απιδίων και τύρων,
την εν κενώ οράματος όραση των χιτώνων 
και δη του αμφιβληστροειδούς ημών των επιγόνων
της ιστορίας των αρχών απονομής δικαίου
εις δίκας μπλογκοτεχνικάς κλίματος αναγκαίου
δι' όλας τας ανωφερείς, δυσκόλους υποθέσεις
ων έδει να συγγράψωμεν εκστατικάς εκθέσεις,
ούτως, ροφών, ο τάλαντας, πικρότατον φαρμάκι,
κρώζων απογειώνομαι ως εν Τρελό Κοράκι.




Πάντα αλλάζει η ζωή. Ναι, todo cambia.
Πάντοτε πριν η πεταλούδα ήταν κάμπια.
Πάντοτε η πίστη προστατεύει από την τρέλα,
που ενστικτωδώς σπάει της ψυχής τη μανιβέλα.

Κάποιος το είπε, στη ζωή τα πάντα ρει.
Όποιος το έμαθε, ξανά δεν θα χαρεί. 
Κάτσε στ’ αυγά σου, κάνε πίσω, δες τι παίζει.
Δώσε και πάρε, πάντα κάτω απ’ το τραπέζι.

Οι συμβουλές συμβουλατόρων συμβουλεύουν
αυτούς που θέλουν εξαρχής να τη βολεύουν.
Τους άλλους, ασ’ τους· το ’χουν χάσει το παιχνίδι. 

Όλοι αλλάζουν· είτε τρέχουν – κι αλαφιάζουν - 
είτε μαγκούφικα, ματαίως επισκευάζουν
τη μανιβέλα. Κι η ψυχή μένει τσιτσίδι.




Η Ιστορία, ένα μπουκέτο από Ασύμπτωτες
που αποξηράνθηκαν και τρίβονται σε τύρφη,
για να λιπάνουν τις συντεταγμένες του Ποτές – 
που κάθε ουλή της Γης η γλώσσα τους τη γλείφει. 

Έτσι, με σχήματα, Γεωμέτρες των Ανθρώπινων
απολαμβάνουν τη συναίρεση του Πόνου
που προηγήθηκε ταράξεων αξιόποινων
αλλά και έπεται κάθε της Μνήμης φόνου.

Η νυν Ασύμπτωτη, στα όριά της, φλέγεται:
πυρ και μανία, θερμοκρασίας βαθμοί χιλιάδες.
Και η ψυχή μου, η ασήμαντη, ορέγεται
να μασουλήσει τις απόλειφες ικμάδες.




Έτσι όπως έφτασε πολλά βαρύς χειμώνας,
μπρος στις οθόνες μας, καθένας κατά μόνας
φενάκες φέροντες στο ερωτηματιεγώ μας,
που οι περσόνες μας το σβιούν εν είδει γόμας. 

Είμαστ' εμείς, δεν είναι άλλος, είμαστ' άλλος. 
Κάθε δικτύωση του ψυχοπρέσιν άλως.
Χωρίς απόπτωση του νέου μας εγκεφάλου, 
η μεταμόσχευση την έφερε του υφάλου.

Ο πλους στους κόσμους των ακόρεστων μπριγάδων,
ιστολογίων αργοναυτών των συμπληγάδων,
από υφάλους και σκοπέλους έχει μάθει·
μα, ίσως μια μέρα ερωτευθεί λήθες και βάθη.




Εμένα, πρέπει να το ξέρεις, δε με μέλει
το τι θα γίνει (ναι, το τι γενέσθαι μέλλει)
και το αν θα 'μαστε δυο - τρεις ή χίλια μέλη·
πάντα σκατά έχει ο κουβάς κάτω απ' το μέλι.

Εδώ: ένας - ένας, μία - μία, στη θυμέλη.




ο Επικαιροποιημένος Μυρμηγκολέων:

Μηρμυγκολέων ώλετο παρά το μη έχειν βοράν·
όστις τον μύθον άδραξεν εννόησεν τον φουκαράν.
Μυρμηγκολέων έγινα λόγω της κρίσεως ταύτης·
ψοφοδεής επέζησα. Η λύση; Μυγοχαύτης.




Πανάθεμα στ’ ανάθεμα
με το ’νειρο παράθεμα·
σινδόνιον υπόρρητον,
ονειροστόν, αφόρητον.

Του κάτω κόσμου τα πανιά
έστρωνε ο αγέρας παγανιά.
Τ’ άρμπουρα σάπια σάπιζαν,
τα γερονήπια σάλπιζαν.

Σηκώνεται η αγάπη μου 
κι αρπάζει το κιτάπι μου.
Κι αρχίζει να το διαλαλά
με τραλαλό και τραλαλά.

Κάτω στου κάτω κόσμου, να,
στα βράχια δε σκιαζόμουνα·
μην τσακιστούνε τα σκαριά
που ήταν του νόστου η ζυγαριά.

Μον’ τα μαλλιά σου, που ’πλεκες,
να μην τα λέρωνε ο λεκές
που άπλωνε σαν την Αφρική
ιερήν ασχήμια, νεκρική.




Έχασα το φλασάκι μου
θα σβήσω απ' το μεράκι μου·
κι από του καημού το βάρος πιάνω πάτο:
το φλασάκι, το φλασάκι ήταν γεμάτο.

Τόσα φλασάκια χάρισα·
μα τώρα, που ρεστάρισα,
πού να βρώ τόσα σχέδια ποιημάτων;
και πολλών αδημοσίευτων πραυμάτων;

Μου το 'λεγε η αγάπη μου:
Πρόσεχε! Βρε σατράπη μου,
στο φλασάκι τα ποιήματα αν τα βάζεις,
θα χαθούνε· καμιάν ώρα θα πλαντάζεις.




Τώρα που βρήκα πάλι το παλιοφλασάκι
κι είδα ό,τι είχα μέσα αποθηκεύσει, 
κατάλαβα πως μοιάζει κάπως με τασάκι
όπου αποτσίγαρα είχα χρόνια συσσωρεύσει. 

Κι αν βρήκα κάμποσα, που αλλιώς θα τάχα χάσει,
κι αν η δουλειά μου σώθηκε σε κιλομπάιτ, 
σκέφτομαι, ίσως προτιμότερη τοις πάσι,
η ισοπαλία, απ΄τη νίκη με οφσάιτ.

Τότε που οι στίχοι χάνονταν μες στα χαρτιά,
κι ανεπεξέργαστοι βουτούσανε στους κάδους,
μ' άφηναν ήσυχο, χωρίς λαβωματιά,
χωρίς το φθόνο από τους συγγενείς τους κλάδους.

Μα τώρα εκτίθενται οι στίχοι εν τοις δικτύοις,
που, όπως ανέφερα σε άλλη ευκαιρία,
εκεί, λογιώτατε, βαριά ποινή εκτίεις,
εκπροσωπών τη σεβαστή σου εταιρία.




Ω, εσύ της μνήμης φυσαλίδα...
Πόσο ασήμαντα ένα παφ σε καταργεί...
Κι όμως. Ούτε σε ξέρω, ούτε σε είδα.
Ούτε σε γέννησα. Σε φέραν πελαργοί.

Πριν λίγο, πριν το πόδι μου πατήσω
(ωραία, πόδι θα το λέω το πληκτρολόγιο),
πριν σε κοράκου τόπο παρατήσω
στίχους χωρίς να εκδώσω τιμολόγιο,

εγραψαπάντηση αυτό:

μικρός tamistas ήμουνα και πήγαινα σχολείο;
ή ταύρος μικρομέγαλος σε υαλοπωλείο;
όμως, τι κάνω τώρα εδώ; ας πάω στο κοράκι
(είναι η ζωή σα θάνατος που παίζει θεατράκι)

κι ήρθα να πω μια καληνύχτα.




καλά που τόβαλες το χρέος κάτω - κάτω
γιατί σπανίως στη σελίδα πιάνω πάτο
κι έτσι το χρέος δεν μ' αγχώνει ως αριθμός
μ' αγχώνει μόνο ως εξώτερος ρυθμός




της αθήνας το γιανκίνι όποιος τόδε κλαίει και πίνει
(μα) κι αν τα χτίρια γίναν στάχτη ο λουκάκος δεν εσκιάχτη

κάηκε μια καφετέρια - για τα στάρμπακς κλαιν ποζέρια
κάηκε το κόστα μπόντα, δίχως λόγο αποχρώντα

κάηκαν δυο σινεμάδες, μες στους τόσους σαματάδες
πέντε τράπεζες καήκαν μα τα φράγκα όλα τα βρήκαν




αν γουστάρεις βαλεντίνο, με τα σέξι σου σε ντύνω
και μια υπόσχεση σου δίνω, θα σου αρέσει όταν σε γδύνω

μα εγώ δεν το γουστάρω το προϊόν που μ' ένα σμπάρο
τρυγονάκια θέλει δύο και εμέ να διεισδύω 

στου (ξεν)έρωτα το σόι, όπου όλοι νιώθουν σώοι
ενώ είναι μόνο ζόμπι, του κεφάλαιου το χόμπι




Καθώς το νιώθεις ότι όλα έχουν τώρα πια ειπωθεί,
ή, ακριβέστερα, τα πάντα σε χαρτί έχουν τυπωθεί,
αναρωτιέσαι αν μεταφέρεις το μηδέν σε αριθμούς
που όσο κι αν τους προσθαφαιρέσεις διαφεύγουν στους ηθμούς
της ίδιας πάντα παρρησίας, αυτής που αλόγιστα ηχεί,
γιατί είναι τόσο ξιπασμένη, τόσο είν' η θλίψη της ρηχή,
που όλο μηδέν βγάζει στις πράξεις. Μονότονο το μπουγιουρντί
του προορισμού σου, του θανάτου. Το τελευταίο σου χαρτί 
είναι το ίδιο με των άλλων. Κι οι άλλοι, κόλασης φωτιά, 
είναι η μόνη σου ελπίδα, η ανώφελή σου αποκοτιά.




Τα λουλουδάκια που άνθισαν στον κουλτουρένιο κάμπο
σαν είπα "αφήστε τα ν' ανθούν, θέλω να τα μυρίσω",
γιατ' ήταν φίδια τόθελα, εγώ που ήλιος λάμπω,
να ξετρυπώσουν· κι ύστερα να τ' αποκεφαλίσω.




Το todo cambia, πράγματι, παντού και πάντα παίζει,
μα η ψυχή μου, σαν πουλί, τ' αγάλματά τους χέζει·
τα δόγματά τους, δηλαδή, τις ιταμές τους μέρες,
το τίποτά τους, το ποτέ που συναρτούν τις λέρες.

Δεν πάω ξανά εκεί που αυτοί που μ' έχουν λοιδορήσει
σαν περσονάκια τριγυρνούν. Γιατί θα μου μυρίσει
το άρωμά τους το πηχτό που λύνεται σε βρώμα
και μεταλλάζει σε φαιό το κόκκινο το χρώμα.




με ημερομηνία λήξης
αποκλείεται να πλήξεις
θάχεις πάντοτ' αγωνία
μη σε βρούνε στη γωνία
νάχεις λήξει κι όμως πάλι
να σηκώνεις το κεφάλι




Ποτέ των ποτών, είπε κάποιος,
Ποτέ των ποτών, ποταποί.
Ο κόσμος αυτός, που είναι σάπιος
(κλισέ - της εμπνεύσεως ταπί).

Τα πάντα ειπώθηκαν, τόπα,
κι αυτό έχει γίνει κλισέ.
Ας έρθουν με pipa και sopa.
Εσύ, μη φοβάσαι, Αϊσέ.




Λίγα πουλάκια κάθουνταν στα πέρα τα μπεντένια,
λαλούσαν κι ακουγόντουσαν από Ρωσία ως Κένυα. 
Το ένα ελάλιε δυνατά, το δεύτερο μετρίως,
το τρίτο λίγο ψεύδιζε και το 'κραζαν αγρίως,
το τέταρτο με τεριρέμ πάλευε να το σώσει,
το πέμπτο με τα τσίου του είχε τ' αυτιά φεσώσει,
το έκτο και το έβδομο λόξιγκα είχαν πάθει,
το όγδοο τιτίβιζε, μα το ένατο εχάθη
στου δέκατου την παγερή σκιά που το 'χε σκιάσει
κι έλεγε το πως σκιάχτηκε καθώς είχε νοικιάσει
από τους κυνηγούς που εκεί έφταναν σαν τα ζόμπι
μια καραμπίνα για να βρει, επιτέλους, ένα χόμπι.




Πατώ γερά στου θάνατου τη βάρκα
κι ας σπρώχνουν συμπαγή τα μόριά μου
μες στης ζωής τα θαλασσιά τα πάρκα
να συναντήσουν τα στημόνια όριά μου.

Τι τους διαβάζεις φθονερά τούτους τους στίχους;
Πώς να μου μοιάσεις καλοζωισμένο κτήνος;
Σέρνεται το ήθος σου σε απάτητους δολίχους·
ζέχνεις στο στόμα σου σαν σέπιος εχίνος.

Πατώ γερά στη βάρκα του θανάτου,
του τελικού, του καθαρτήριου αποπάτου.




στου φέισμπουκ τον πικρό καιρό
στου τουίτερ τις ημέρες
στα μπλογκ σημείο σταθερό
δε βρίσκεις - μόνο σφαίρες
σαν το χαλάζι ρίχνονται
που έλεγε μια ταινία
κι όσοι τις τρώνε δείχνονται
πανάκεια δια πενία
κι αφού στο μέσο της γραφής
κι όχι στο κάτω, μάλλον, 
η μόνη ελπίδα της αφής
είναι στο περιβάλλον
πληκτροπεριοδολόγησης
δαχτύλων σαν δακρύων
κι αποσυναρμολόγησης
των χάχανων των κρύων
ας είναι ο καιρός πικρός
ας είναι, δεν με νοιάζει,
φτάνει που ο κόσμος μου ο μικρός
πάντοτε τακιμιάζει
με τα καινούρια μου παλιά
πούχουν λειανθεί σαν πέτρα
βρεμένη στην ακρογιαλιά - 
ξεκίνα, χρονομέτρα




Είναι ανοιχτό το σπήλαιο τώρα ή κλειστό;
Δεν το γνωρίζω,
με στιχοπλία εμβριθώς να εξοπλιστώ... 
Τα δόντια τρίζω. 

Έχει το σπήλαιο τας θύρας του κλειστάς;
Τι θαλπωρή...
Όταν ανοίγει, τότε οσμίζομαι ληστάς. 
Έι, θυρωροί!

Μα όταν ανοίγουνε οι θύρες στο ντουνιά,
η Άνοιξη, βλέπεις, 
στο άλογο ρίχνω εγώ γερή μια σπιρουνιά:
στίχους να δρέπεις.




μέσα σε τούτη τη σπηλιά
σα να περάσανε χιλιά-
δες χρόνια

μα είναι αυγή να σηκωθώ
θάχω ξανά κάτι κωθώ-
νια ψώνια

να ταντιμετωπίσω και
με όλο ετούτο το πακέ-
το πάλι

άντε και νάμαστε καλά
και να μας φύγει κι η ζαλά-
δα αγάλι




στη φυλακή που μ έκλεισαν έμαθα να τρυγάω
μέσα στου νου τα χώματα να πέφτ όταν λυγάω

ανασκουμπώθηκα ξανά, έφτυσα μια στη γη μου
κράτησα τον ιδρώτα μου να στάξω στη φυγή μου

αρνήθηκ αξιώματα που μου ταξε μια λάγια
η φυλακή δεν θ αλλαχτεί, της είπα, μ αποφάγια

κι αν βάλεις και παράθυρο τον ουρανό να βλέπω
πιότερο, λάγια, θα πονώ που δε θα σ ανατρέπω

μα όταν θα σπάσω τα δεσμά σ αυτή την υστερία,
θα βρω καινούρια φυλακή, φριχτήν ελευθερία




Πέρασε μια βδομάδα και ξανάρθα·
άλλος κανείς - και κλάμα η Βούρτση (η Μάρθα).

Τρελό κοράκι, θεότρελο και γεια σου·
άνοιξη μπήκε - φάγε τα φαγιά σου.

Πάμε, λοιπόν. Αργάτες, βάλτε πλάτες!
Της ποίησης ακάματοι ιχνηλάτες!




Όταν ο άνθρωπος το θάνατο μυρίζει,
σ' ένα κρεβάτι σ' όποιο να 'ν' νοσοκομείο,
δεν είναι μπόχα αυτό που ίλιγγος γυρίζει
πάνω απ' το σώμα του, σε κάθε του σημείο.

Τη γλυκερή τη μυρωδιά των κοιμητήριων
φέρνει στο θάλαμο ο άρρωστος. Και κλαίνε
οι συγγενείς κρυφά. Το εισιτήριον
κρατούν στο χέρι. Είναι βαρύ. Τάχα τι φταίνε;

Στο προσκεφάλι μιας γριούλας τόσα βράδια
βλέπω το Χάρο ράθυμα να παραστέκει·
με σταυρωμένα τα επιδέξια κουλάδια
στο τρισκατάρατο το ποταπό πελέκι.




Πλαστό καλοκαιράκι
δίχως, που λεν, ραστώνη.
Ένα τρελό κοράκι
το δάκρυ του μεστώνει.

Πλαστό σαν πλαστικούρα.
Μα, ίσως σε μια βουτιά σου,
ξεχάσεις τη σκοτούρα.
στο λέω· εσύ, δουλειά σου.




Φεύγει ο χρόνος και περνάει.
Όσοι παίζουνε το νάι
ξέρουν πως περνάει αργά·
κι όσοι παίζουνε τα σίνθια, 
δευτερόλεπτα ψιμμύθια, 
το κεφάλι στο ντορβά·
τότε πιάνω εγώ το ούτι
και θυμάμαι τον Ντουρούτι.
Μπαίνω μέσα στο τηγάνι
και μου λεν σιγά τ' αβγά.
Και τους λέω σιγά κι αργά:

Δεν θα βγάλω γιαταγάνι
ούτε και κονσερβοκούτι·
μου 'γινε η ζωή συνήθεια.




Τον είδα. 
Βγήκε τρεκλίζοντας 
από το παραβάν. 
Έβγαζε αφρούς 
από τ' αριστερό του στόμα. 
Πυκνώναν οι σπασμοί.
Σα μαριονέτα δυστυχής
που σα μπαλόνι διηνεκές
τσαφτσουφ αδειάζει τον αέρα.

Ώσπου ξεψήφισε. 




Αδιάφορα σου σφύριζα
κι είπες: Ψηφίζω Σύριζα.
Σου ’πα: και ’γω το ίδιο,
μα μη με λες Οβίδιο.

Δεν είναι μεταμόρφωση,
ούτε από Ζίζεκ μόρφωση. 
Είναι πικρή ανάγκη,
μας πήρανε φαλάγγι.

Πρώτη φορά η Αριστερά,
ωσάν αθώα περιστερά,
πάει να κυβερνήσει.
Μα δίχως ν’ αφυπνίσει

ήθη αντικαπιταλικά.
Και μάτια κάνει, πια, γλυκά
σε νέους νοικοκυραίους,
πληγέντες εκ του Χρέους.

Ας είναι. Θα το πιω κι αυτό.
Ροζ – φούξια λέω να βαφτώ,
στου Σύριζα το χρώμα παλ·
στρόγγυλα όλα ή οβάλ.




Δική του, λεν, ο θάνατος πως έχει ιστοσελίδα.
Λεν και πως μ' έναν κωδικό μπορείς να κατεβάσεις
σε πιντιέφ την άχαρη που σου λαχε μερίδα
από τη λιγοστή ζωή, το πλέγμα από συμβάσεις.

Μην τα πιστεύεις. Παίζουνε με λέξεις και με λέξεις.
Ο θάνατος, ανύπαρκτος μες στη ζωή, θα φτάσει
όταν νομίσεις πως μπορείς κι άλλη πνοή ν' αρμέξεις,
μόνος εκείνος ζωντανός. Λύκος σε μαύρα δάση.




Από τότε που περπάτησα στα δύο
βλέπω φάτσα το ουτοπικό σου αιδοίο. 
Μα, τι κάνεις; Βάζεις της συκιάς το φύλλο;!;!;!
Ο μαλάκας! Τι το δάγκωσα το μήλο...!




Με λυγμόν, όχι με πάταγο - 
το σκαλί θα τρίξει - πάτα. 'Γω
θα σου στείλω τηλεγράφημα
που τη μοίρα δήθεν γράφει. Μα
μη με πάρεις για κάνα ταγό.




Μάτια που κλειστάκις τάζουν
σε γοργές κινήσεις rem
και μ’ ανόητα τεριρέμ
χείλη που πιστά δοξάζουν.

Ονειρονειρονειρόνι:
στίχος τοποτηρητής
πίνει απ’ το ποτήρι της
και τη σκέψη της πυρώνει.

Μάτια ‘νοίγουν μόλις φέξει,
επιλόχειος σεισμός,
κατ’ επιλογήν –ισμός·
η ζωή, μια μουλτιπλέξη.




Με αρέζει το ριμάρειν.
Να! παραδειγμάτων χάριν,
με αρέζει να ριμάρω
με ονόματα, όπως Μάρω.

Με αρέζει με Ελένη,
όλοι ξέρουνε πού μπαίνει,
με αρέζει και με Λόλα:
έγια λέσα, έγια μόλα.

Με αρέζει κάθε ρίμα·
κι όπως το τυρί το τρίμα,
πασπαλίζω κάθε ώρα.
Στο ψωμί μ' αρέζει η κόρα.




μας ταξινόμησαν γλυκά, μας διαχωρίσαν κάργα
μας στήσανε σα μόμολα όλους καρσί κι αλάργα
εγώ τ' ακούω βερεσέ, βιβάλντι εσύ και στράους
τον άλλο, με την πάολα, τον ενοχλούν τα ράους
αλλού δεν έχω να κρυφτώ - η τρέλα μου ας συνδράμει
το αλαφιασμένο μου μυαλό που απόμειν' ένα δράμι




Ονειρέψου κατά μόνας: απαράβατος κανών.
Ως ταινία βραβευμένη εις το φεστιβάλ Καννών,
περί βίου ακανθοσπάρτου κορασίδων ορφανών,
ας κυλήσει η ζωή σου.

Λογικέψου τους χειμώνας: έτερος βαρύς κανών.
Εις τον στόχον μην εισέλθης παγερών τινών κανών
στρεφομένων ίνα πλήξουν, είθισται των αφανών,
την ασήμαντη ζωή σου.




Του υποσχέθηκε, η ψεύτρα, ευτυχία:
πλέρια θα ’δινε και όχι με ψιχία.
Μα δεν άργησε να πέσει στη μοιχεία·
και εκείνος, τώρα, την πεολειχία
μετά μουσικής, με τέρμα τα ηχεία,
ενθυμείται. Και την οδοντοστοιχία
λέει πως γλύτωσε. Και βρήκε ησυχία.




κυριακήμουν ξεγραμμένος
τη δευτέρα πεθαμένος
απ' τηντρίτη ως τηντετράδη
μου την πέσανε στον άδη
μ' αλυσόδεσαν τημπέφτη
με κατηγορούν για κλέφτη
τημπαρασκευή αργία
να τους έρθει λαιμαργία
έφτασε και το σαββάτο
με σερβίρανε στο πιάτο




πρώτα γούσταρες το σούσι
κι άκουγες λίτσα γιαγκούση
τώρα τρως λίγη μπομπότα
και σ' αρέσει η φον τρότα

τίποτα δεν πάει χαμένο
για καθένα πεινασμένο




η κορτιζόλη κατακλύζει μου το είναι
η αδρεναλίνη συμμαχεί με το κακό
λέω στον εαυτό μου: εαυτέ μαζί μου μείνε
κι ας τη φοράς την ίδια θλίψη σα μακό

σ΄αυτόν τον πόλεμο τα θύματα είν' εκείνοι
που θα επιζήσουν να θυμούνται δυστυχείς
σαν καλλονή με ξεσκισμένο το μπικίνι
το μέγα ψέμα της ζωής τους της ρηχής




'Εξαλλα κουραφέξαλα, συ μ' είδες στις σημύδες
να στέκομαι ολοκάθιστος, να πνέω χωρίς να εμπνέω.

Το δεκατρία το καλό, το δυο χιλιάδες τόσο,
στον τόπο του το εγκαλώ, μα το πονώ, ωστόσο.

Πέρασαν χρόνοι και καιροί, κερί - λιβάνι - ανάμα,
μα ποιος στο διάβολο ευκαιρεί να ψέλνει μου συνάμα;




Αυτός ο τόπος είναι οριστικά βουβός.
Κι οι γοερές ασέβειες των γυναικών,
που κωδικά τις ονομάζουνε Εκάβες, 
όταν ο ήλιος πέσει, υπακούν. 

Τα παντελόνια αυτού του σύννεφου,
φαρδιά λινά που να χωρούν τη ματαιότητα,
με δίχως θρόισμα κυματίζουν στον αέρα.

Δεν είναι ο φόβος που στεριώνει σκελετούς.
Είναι τα δάκρυα που σε καύκαλα θα στάξουν.
Πόνος που στην ανυπαρξία ξεραίνεται.




Λες πόσο δύσκολο είναι τούτο τον καιρό
ν’ αρθείς στο ύψος κάθε νέας δυσκολίας
πως κάθε εμπόδιο θα ’ναι πια φαρμακερό
και συ το θύμα μιας στυγνής μελαγχολίας.

Για δυσκολία, λίγα λόγια το λοιπόν·
δεν είναι απλό να δώσεις τη σωστή τη λύση.
η δυσκολία στον καιρό της θα μιλήσει.




Βλέπω φωτιά, και χαίρομαι, μες στη σπηλιά ν' ανάβει.
Ζεσταίνει, που μαργώθηκαν, στα δίχτυα τα πουλάκια· 
κοράκια και αητόπουλα, σπουργίτια και γεράκια
και περιστέρια του άστεως και καρακάξας σόγια. 
Τι 'ναι καιρός, παντάητανε, να γλυκολελαηδήσουν·
να πουν τραγούδια του χαμού, τσ' αγάπης μοιργιολόγια,
να πούν και να ξεδώσουνε, τόσο που τα λερώσαν
της εποχής τα θάματα, τα κρίματα της ήττας.




Θάρθει καιρός πουλάκι μου, είπα σ' ένα πουλάκι,
ν' απαρνηθείς ολόχαρο τα δίχτυα που σε πιάσαν
και λεύτερο απ' τις ξόβεργες να ορμήσεις του θεού σου.
Τη λευτεριά σου ο θάνατος την έχει στο τσεπάκι
και τη φυλάει για τοτεσάς που θα την πεθυμήσεις·
να πάρεις το δισάκι σου με κολατσιό στιγμούλες
που λεν πως σαν ταινίας σκηνές θωρείς καθώς πεθαίνεις.




σ' αυτό τον δύσκολο καιρό
για κάτι λίγα ευκαιρώ
κι είπα, τι κάνω

μα βρήκα εύκολην οδό
ριμάρω για να παρωδώ
σαν τον φουστάνο




Στου Αποσπερίτη τη σπηλιά, στου Νόσφη το λημέρι,
σε σπηλιαράκια λιγοστά στου μπλογκερκόμ τα μέρη, 
αράδες αραδιάζουμε σάμπως να προσπαθούμε
στο ύψος των περιστάσεων ματαίως να αρθούμε.

Όμως τα περιστατικά των όποιων περιστάσεων
μοιάζουν με δρομολόγια άνευ σταθμών και στάσεων.
Μοιάζουν με τα φαντάσματα που χρόνια δεν πλανιούνται,
μον' σέρνονται κατάχαμα κι οι δέσμιοι τα βαριούνται.




Κάτι απροσδόκητο σου άλλαξε τα πλάνα
καθώς η σκέψη σου αιωρούνταν στην αλάνα:
κλωτσιά και φάουλ, μπακ για κουτουλιές και: Όχι!
έσκασε η μπάλα, διαμελίστηκαν οι στόχοι.




Κοιμήσου στο σιφώνι
κι ο ύπνος αμιγής
γλυκά θα σου ναρκώνει
τις σκέψεις διαφυγής.




Είπες· θα πάγω σ' άλλη γη. Μα, πού να πας;
Δεν θα 'χει Τάσο εκεί, μονάχα Τζέημς και Τζώννυ.
Και θα διψάσεις, θα 'χει τρύπα ο μαστραπάς. 
Θα 'σαι το γιόμα που τη νύχτα του μουτζώνει.

Σ' αυτόν τον τόπο, που όλο λες πως θες να πας,
θα είσαι η Γκούφυ, να ξεχάσεις πια το Γκόλφω.
Κάθε σου φίλος θα 'ναι ντίτζιταλ λαπάς
κι ίσως, μην το γελάς, θαυμάζει τον Αδόλφο.




Άδεια κεφάλια και απέξω η φαλάκρα.
Τι είναι έγκλημα; Τι είναι φασισμός;
Ποιων οι φτερούγες θα σκεπάσουνε τα άκρα;
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.

Έρχονται οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες γνήσια δημοκρατικές.
Το κράτος τώρα προστατεύει την τιμή σου, 
ξέρουν ποιος είσαι όλες οι στατιστικές.




Χάθηκες μέσα στα πουρνάρια,
είχες στο δέρμα σου αστροσκόνη
και τραγουδούσες μίαν άρια
με το λαρύγγι να φουσκώνει.

Πιες με. Άντε! Κούνα τη σιαγόνα!
Νομάς μονάς. Τι να μετρήσεις;
Ήμουν στις χίλιες μια σταγόνα
της χαλασμένης σου της βρύσης.




Το ένα πλάι στο μηδέν,
ήτοι νεώτερον ουδέν.
Ουδέν κατέστη πλέον νέον·
αλίμονο, αγεράκι πνέον.

Μηδέν και εν θα πει ουδέν·
θα έλεγα ίσως, αλλά δεν.
Ακόμα ένα επιπλέον:
δυαδικός μυρμηκολέων.




Θαρρώ από τύχη θάναι 
που βρέθηκα εδώ, σ' αυτόν τον τόπο.
Αλλού μάλλον μεθάνε.
Αλλού ελπίζουνε στη φύση των ανθρώπω.

Εδώ έχει λίγο κρύο, παράξενο για τέτοιαν ώρα. 
Η ποίησις φορτίο του κάθε πρόσφυγα στη σαλεμένη χώρα.

Για λίγο πέρασα, τυχαία. Και τώρασφύγω. 
Πρέπει να ψάξω για το τίποτα. Και είνεπείγο.