Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤάΔε ΈφΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤάΔε ΈφΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

οι αράχνες






Οι λεπτές πόλεις. 5.


Αν θέλετε να με πιστέψετε, καλώς. Τώρα θα σας πω πώς είναι φτιαγμένη η Οκταβία, η πόλη-αράχνη. Υπάρχει ένα βάραθρο ανάμεσα σε δύο απόκρημνα βουνά: η πόλη βρίσκεται στο κενό, δεμένη στις δύο άκρες με σχοινιά και αλυσίδες και πεζογέφυρες. Περπατάς σε ξύλινες δοκούς, προσεκτικά μην πατήσεις στα διάκενα, ή γραπώνεσαι από την πλέξη του κανναβόσκοι­νου. Από κάτω δεν υπάρχει τίποτα για εκατοντάδες και εκατο­ντάδες μέτρα: μερικά σύννεφα μόνο που τρέχουν πιο χαμηλά διακρίνεται ο πάτος του βάραθρου.

Η βάση της πόλης είναι ένα δίχτυ που χρησιμεύει ως πέρα­σμα και ως στήριγμα. Όλα τα υπόλοιπα, αντί να υψώνονται προς τα πάνω, κρέμονται από κάτω: σχοινένιες σκάλες, αιώρες, σπίτια φτιαγμένα σαν σακιά, κρεμαστάρια, μπαλκόνια σαν μι­κρά καράβια, ασκοί νερού, καυστήρες υγραερίου, σούβλες, κα­λάθια κρεμασμένα σε σπάγγους, αναβατήρες, ντους, εφαλτή­ρια και κρίκοι για παιχνίδια, τελεφερίκ, λαμπτήρες, γλάστρες με αναρριχώμενα φυτά.

Κρεμασμένη πάνω από την άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη από ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν ότι το δίχτυ δεν θα αντέξει περισσότερο από όσο είναι να αντέξει.





Από τις ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ του Ίταλο Καλβίνο
σε μτφ. Ανταίου Χρυσοστομίδη (εκδ. Καστανιώτη, 2004)










Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ο τελευταίος άνθρωπος












- Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

- Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

- Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

- Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

- Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

- Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

- Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

- Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

- Ήμουν ξυπόλητος.

- Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

- Δεν απέτυχαν;

- Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

- Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

- Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

- Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

- Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

- … έσβησε.

- Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

- Πού χάθηκε;

- Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

- Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

- Είπες τα δικά σου.

- Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

- Μην αρχίζεις.

- Το ρίγος μου τους διαπερνά.

- Ο χρόνος μου τελειώνει.

- Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

- Είσαι αμετανόητος.

- Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

- Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

- Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

- Πράγματι…

- Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

- Τελειώνω.

- Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

- Κοντολογίς…

- Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

- … ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

- Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

- Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

- Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

- Θυμάσαι όνειρα.

- Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

- Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

- Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

- Είσαι τρελός.

- Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

- Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

- Σβήνω.

- Μας απαρνήθηκε.

- Εσένα. Σβήνω.

- Πού χάθηκες;

- …

- Πού χάθηκες, αστέρι;









◍◎◍◎◍◎◍









Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.













Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr




Παρασκευή 14 Απριλίου 2017


αντίκτυπος του νου


Αἴφνης ἕνα πρωί, κατὰ Μάρτιον μῆνα, ἐνῷ ἐπλησίαζε τὸ Πάσχα, ἔρχεται ἀπὸ τὴν Κέρκυραν εἴδησις, καὶ τὴν ἀνέγραφον ὅλ᾿ αἱ ἐφημερίδες, ὅτι οἱ ἐκεῖ Ἑβραῖοι ἥρπασαν μικρὰν κορασίδα χριστιανήν, καὶ τὴν ἔσφαξαν· τῆς ἔπιαν τὸ αἷμα!…
Ἅμα ἤκουσεν ὁ μπαρμπα-Πούπης τὴν εἴδησιν, ὅτι εἰς τὴν πατρίδα του (ὅπου εἶχε τριάντα χρόνους νὰ πατήσῃ) συνέβη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἔγεινεν ἀμέσως πῦρ καὶ μανία ἐναντίον τῶν Ἑβραίων. Ὤ! νὰ εἶχεν ἕνα Ἑβραῖον νὰ τὸν πνίξῃ!…
Κατὰ συγκυρίαν, ἐκείνην τὴν στιγμήν, εἰσήρχετο εἰς τὸ καπηλεῖον ὁ Σάλβος… Ἰδοὺ εἷς Ἑβραῖος! Καὶ Ἑβραῖος μάλιστα ἐκ Κερκύρας, ἐκεῖθεν ὅπου οἱ ὁμόθρησκοί του ἔπραξαν τὸ ἀνοσιούργημα…
Ὁ μπαρμπα-Πούπης ἐγείρεται, σφίγγει τὰς πυγμὰς ἀπειλητικῶς, πάλλει ταύτας ἄνω καὶ κάτω κυκλοτερῶς, ὡς πρὸς πυγμαχίαν, καὶ ἐφορμᾷ κατὰ τοῦ Σάλβου.
― Μωρὲ σκυλί!…
Καὶ μπούπ! ἡ μία πυγμὴ κατέπεσεν εἰς τὸν ὦμον τοῦ Ἑβραίου.
Ὁ Σάλβος δὲν ἐπρόλαβε νὰ εἴπῃ: «Τί ἔχεις; τί ἔπαθες;» μόνον εἶπεν ὤχ! καὶ ὠπισθοχώρησεν. Ἡ δευτέρα πυγμὴ τοῦ Πούπη θὰ εὕρισκε παρ᾿ ὀλίγον τὸ στέρνον, ἀλλὰ κατέπεσεν εἰς τὸ κενόν. Ὁ Καρμάνης, ὁ κάπηλος, ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης, ὅστις ἔτυχε νὰ εἶν᾿ ἐκεῖ, καὶ δύο ἄλλοι, παρενέβησαν, καὶ ἀπεμάκρυναν τὸν Σάλβον, ἔξω τοῦ καπηλείου. Ὁ μπαρμπα-Πούπης ἤθελε νὰ τὸν κυνηγήσῃ εἰς τὸν δρόμον, ἀλλὰ μετὰ κόπου τὸν ἐκράτησαν.


[...]


Τὴν ἐπαύριον ἦλθεν εἴδησις ὅτι ὁ ὄχλος τῆς Κερκύρας εἶχε παρεκτραπῆ εἰς βιαιοπραγίας κατὰ τῶν Ἑβραίων. Τὴν τρίτην ἡμέραν ἡ ὀχλαγωγία εἶχε φθάσει εἰς βαθμὸν λίαν ἐπίφοβον. Τὴν ἄλλην ἡμέραν αἱ εἰδήσεις ἔλεγον ὅτι ἐνεργεῖται ἀνάκρισις ἰσχυρά. Τὴν ἑπομένην, ὅτι ἐξητάσθη τὸ πτῶμα τῆς σφαγείσης κόρης, καὶ εὑρέθη ὅτι ὅλον τὸ αἷμά της εἶχε ροφηθῆ δι᾿ ἀλλοκότου μεθόδου, δι᾿ ἀπειραρίθμων ἐντομῶν καὶ κοπίδων.
Τὴν ἐπιοῦσαν αἱ εἰδήσεις ἔφερον ὅτι συνελήφθησαν τινές, ὡς ὕποπτοι, ὅτι ἡ ἐξουσία μετὰ μεγάλης δυσκολίας κρατεῖ τὴν τάξιν… Ὕστερον ἤρχισαν ν᾿ ἀναγράφωνται συγκεχυμένα καὶ ἀντιφατικὰ πράγματα… Ὅτι ἡ νεκρὰ κόρη εὑρέθη ἐφθαρμένη, ὅτι ὁ θάνατός της δὲν προῆλθεν ἐκ σφαγῆς, οὔτε εἶχεν ἐκμυζηθῆ τὸ αἷμα της… Τέλος, ὅτι ἡ κόρη δὲν ἦτον χριστιανή, ἀλλ᾿ Ἑβραία…

www.corfu-museum.gr


Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ᾿ ἣν ἀνεγράφετο εἰς τὸν τύπον ἡ τελευταία αὕτη πληροφορία, ὁ Λύσανδρος Παπαδιονύσης συναντᾷ τὸν Σάλβον, ὅστις ἐφοβεῖτο πλέον νὰ συχνάζῃ εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Καρμάνη ―ἐπειδὴ ὁ μπαρμπα-Πούπης θὰ ἔσφιγγε πάλιν τοὺς γρόνθους, ἂν τὸν ἔβλεπε―· τὸν συνήντησεν εἰς ἓν μικρὸν καφενεῖον εἰς τὸ ἄκρον τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ὁ Σάλβος, ὅστις ἐκάθητο ἐκεῖ, εἶδε τὸν Λύσανδρον διερχόμενον, ἐσηκώθη, καὶ τὸν ἔκραξε.
― Τί γίνεσαι, βρὲ ψυχή;
Ὁ Σάλβος ἀπήντησε μὲ τὴν ἔννοιαν, ὄχι ὅτι ἐφοβεῖτο, ἀλλὰ νά, διὰ νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν καὶ γίνεται σκάνδαλον, καὶ θόρυβος, δίδει τόπον τῇ ὀργῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξαναφάνη αὐτὰς τὰς ἡμέρας εἰς τοῦ Καρμάνη. Ὁ Λύσανδρος τὸν ἐκοίταξε καλὰ-καλά. Τοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰσραηλίτου ἔφερε διπλῆν ἔκφρασιν, εἶχε δύο ὄψεις σχεδὸν μαχομένας πρὸς ἀλλήλας. Ἐφαίνετο καὶ εὐχαριστημένος καὶ λυπημένος. Τὰ ὄμματά του συννεφῆ ὑπὸ τὰς ὀφρῦς καὶ περὶ τὰ βλέφαρα, εἶχον ὑγρόν τι καὶ συννεφῶδες, ἐνῶ τὸ στόμα του σχεδὸν ἐμειδία μετὰ πρᾳότητος.
Ὁ Σάλβος ἤρχισε νὰ τοῦ λέγῃ·
― Εἶδες;… τί σοῦ ἔλεγα ἐγώ;… Δὲν σοῦ εἶχα εἰπεῖ ἄλλοτε ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δὲν τὸ κάμνουν αὐτό, ποὺ τοὺς κατηγοροῦν… θυμᾶσαι τί σοῦ διηγούμην;
Ὁ Λύσανδρος ἔμεινε σύννους, προσπαθῶν ν᾿ ἀναπολήσῃ.
― Δὲν σοῦ ἔλεγα ὅτι ἡ μητέρα μου μιὰ φορά, ηὗρε ἕνα παιδὶ χριστιανόπαιδο, πεταμένο στὸ δρόμο;…
― Ποῦ;
― Στὴν Κέρκυρα.
―Ἔ;
― Καὶ ἀμέσως τὸ ἐπῆρε, καὶ τὸ παρέδωκε στὴ δημαρχία γιὰ νὰ τὸ στείλουν στὸ βρεφοκομεῖο, ἢ νὰ τὸ δώσουν σὲ παραμάννα;… Ἂν ἦτον ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ τοὺς κατηγοροῦν, τοὺς Ἑβραίους, ἡ μητέρα μου δὲν θὰ παρέδιδε τὸ παιδὶ ἐκεῖνο στὴ δημαρχία, ἀλλὰ…



abravanel

Ὁ Λύσανδρος ἐνθυμήθη τότε ὅτι, πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ἴσως πρὸ δύο ἐτῶν ἢ τριῶν, εἶχε γίνει πράγματι ἡ ὁμιλία αὐτὴ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Σάλβου. Ἀλλ᾿ ἐνθυμήθη ἐπίσης καὶ ποίαν ἀπάντησιν εἶχε δώσει τότε αὐτὸς εἰς τὸν Σάλβον. Εἶχεν ἀποκριθῆ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τεκμήριον, καὶ τοῦ εἶχεν ἀναπτύξει πῶς δὲν εἶναι.
― Τί θὰ πῇ; εἶχεν ἐρωτήσει ὁ Σάββας.
― Τεκμήριον θὰ πῇ, δὲν εἶναι βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἀπόδειξις, ποὺ νὰ μὴν ἀφήνῃ ἀμφιβολίαν… Διότι μένουν πολλὰ τὰ κενά, καὶ ἐνδοιασμοί, καὶ ἀντιρρήσεις.
― Ντούγκουε*, +++· δὲν καταλαβαίνω…
― Nά, διὰ νὰ καταλάβῃς· δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ μητέρα σου εὗρεν ἕνα χριστιανόπαιδο πεταμένο, κ᾿ ἔσπευσε νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν δημαρχίαν· καὶ εἶναι πολὺ ἀξιέπαινος, διότι τὸ ἔκαμε… Πλὴν αὐτὸ τὸ ἔθιμον τῆς σφαγῆς χριστιανοπαίδων παρ᾿ Ἑβραίοις, ἂν ἀληθεύῃ ―ἐγώ, ὅπως σοῦ εἶπα δὲν πιστεύω ποτὲ ν᾿ ἀληθεύη, καὶ τοῦτο χάριν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ― ἂν ἠλήθευε, θέλω νὰ εἴπω, πρῶτον δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ πῶς γίνεται καὶ πότε γίνεται ὅλος ὁ Ἑβραϊκὸς λαός, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία, δεύτερον, ἂν ἐγίνετο, θὰ ἐγίνετο, ὅπως λέγει ἡ πρόληψις ἢ ἡ φήμη, ἢ τέλος πάντων ὁ θρῦλος, ὁ μῦθος αὐτός, περὶ τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, καὶ τοῦτο, κατ᾿ ἐντολήν, καὶ διὰ κλήρου, ἢ ὅπως ἄλλως· καὶ προσέτι, ὄχι συχνά, ἀλλ᾿ εἰς τακτὰς ἐποχάς· καί, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, μία Ἑβραία ἥτις θὰ εὕρισκε ἕνα χριστιανόπαιδον ἐκτεθειμένον εἰς τὸν δρόμον καὶ θὰ τὸ παρέδιδεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς κοινότητος, θ᾿ ἀπετέλει, τὸ γεγονὸς αὐτό, βεβαίαν ἀπόδειξιν· ἠδύνατο μάλιστα νὰ εἶναι ἁπλῶς «στάκτη στὰ μάτια». Θὰ εἴπῃς ὅτι ὑπάρχει ἄρα κακοβουλία ἐκ μέρους τινός, ὅστις θ᾿ ἀνέλυεν οὕτω τὸ πρᾶγμα. Δυστυχῶς ἡ φήμη αὕτη, ὁ θρῦλος ἢ λαϊκὴ πίστις αὐτή, ὑπάρχει, μεταδιδομένη ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, καὶ ὁ ἐπιχειρῶν ἢ ἀναλύων ἢ ὁ συλλογιζόμενος οὕτω καὶ ζητῶν βεβαίαν ἀπόδειξιν, εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν, ἀκριβῶς διότι εἶναι ἀμερόληπτος· καθότι, ὅπως εἶπα, ὁ θρῦλος ὑπάρχει, δὲν τὸν ἔπλασα ἐγὼ οὔτε σὺ ἢ ἄλλος. Καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν ἀκριβῶς διότι ἐπιθυμεῖ νὰ εὕρῃ βεβαίαν ἀπόδειξιν, νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι μῦθος. Πρὸς τὸ παρόν, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, μόνον ****.
― Δι᾿ αὐτὸ σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἀνόσιον αὐτὸ ἔθιμον, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τοὺς Ἑβραίους, εἶναι μῦθος ― καὶ εἴθε νὰ εἶναι μῦθος. Λοιπόν…
― Λοιπόν; εἶπε καὶ ὁ Λύσανδρος.
― Λοιπόν, ἐπανέλαβεν ὁ Ἰσραηλίτης, τί σοῦ ἔλεγα… Ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ μικρὴ κόρη, τὴν ὁποίαν ηὗραν σκοτωμένην εἰς τὴν Κέρκυραν δὲν εἶχε σφαγῆ ἀπὸ Ἑβραίους διὰ νὰ τῆς πάρουν τὸ αἷμα, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ κόρη δὲν ἦτον χριστιανή.
―Ἀλλὰ τί ἦτον; ὑπέλαβεν ὁ Λύσανδρος· ἀληθεύει λοιπὸν ὅτι ἦτον Ἑβραιοπούλα;
― Ναί, ἦτον Ἑβραιοπούλα, καὶ τὴν εἶχαν σκοτώσει χριστιανοί, ἀπήντησε μετὰ πάθους ὁ Σάλβος, ὄχι διὰ χριστιανικοὺς σκοποὺς βέβαια, προσέθηκε μὲ πικρὰν ἔκφρασιν.
― Τί θέλεις νὰ πῇς;
― Ναί, ἦτον ἡ Ρουμπίνα, ἡ ἀνηψιά μου, τὸ πουλάκι μου, εἶπεν αἴφνης ὁ Σάλβος… τὴν εἶχαν βιάσει καὶ τὴν ἐσκότωσαν, ποὺ νὰ κρεμασθοῦν ἀνάποδα!…





agonaskritis




Απόσπασμα από το ημιτελές διήγημα "Αντίκτυπος του νου"
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017


σπαργών, εξέπεμπα
οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως



Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου εις το σαλόνι της οικίας μας, στην Σύρον, και κρατών εμέ εις τας χείρας του με σηκώνει με ορμήν υψηλά και με καταβιβάζει πάλιν γοργά, επαναλαμβάνων τας κινήσεις αυτάς πολλάς φοράς, άνευ διακοπής. Τούτο συνεχίζεται επί πολλήν ώραν, εκ μέρους μου, ενώ ο πατέρας μου, απολαμβάνων την απόλαυσίν μου γελά και αυτός. Το αίσθημα που δοκιμάζω ομοιάζει με εκείνο που αισθάνεται κανείς, όταν τέρπεται εις μίαν αιώραν, ανυψούμενος και κατερχόμενος εναλλάξ, με αύξουσαν ολονέν την έντασιν και την ταχύτητα των ωστικών κινήσεων και προς τας δύο κατευθύνσεις.

Αι πλέον συγκλονιστικαί στιγμαί της παιδιάς ήσαν δύο. Αφ' ενός, όταν, έφθανα με ιλιγγιώδη ταχύτητα εις το ζενίθ της ανώσεως και ήρχιζε εις το μεταίχμιον εκείνο αποτόμως και με στιγμιαίον κόψιμον της αναπνοής μου, η ορμητική προς τα κάτω φορά, και αντιστρόφως πάλιν. Αφ' ετέρου, όταν, ενώ έβλεπα εκ των κάτω να υπέρκειται, καθώς ανηρχόμην, η κεφαλή του πατρός μου, αίφνης την έβλεπα κάτω από εμέ, μόλις, ήλλαζε εν ριπή οφθαλμού, η θέσις μου, καθώς με ανύψωναν οι πατρικοί βραχίονες προς το ταβάνι, ενώ εγώ, σπαργών, εξέπεμπα οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως.

Οποία ηδονή! Ο δε πατήρ μου, μου εφαίνετο τότε, όχι μόνον ένα ον ανθρωπίνως θαυμαστόν, αλλά αληθινός θεός - ένας θεός πανίσχυρος λαμπρός και παντοκράτωρ, που έπαιζε όχι μόνον εμέ, αλλά τον κόσμον όλον εις τα χέρια του! 




mricon




Δημητρίου Ι. Πολέμη:
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βιογραφεί τον πατέρα του
Άνδρος, 1990

[απόσπασμα μονοτονισμένο - κόμματα δεν πειράχτηκαν ]


Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Ο Λεβιάθαν ποτέ δεν κοιμάται



Δεν τον κοιτούσε. Κοιτούσε μπροστά. Δεν έβλεπε μπροστά της. Ξεροκατάπιε. Στο μισάνοιχτο στόμα το κάτω χείλος τρεμόπαιζε. Άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι και προχώρησε χωρίς να λυγίζει τα γόνατα προς το μπάνιο. Ανοίγοντας την πόρτα, διέταξε:

- Γρήγορα. Την εισαγωγή! Τα θρωπάκια!

Ήρεμος, με σιγουριά, σήκωσε το βιβλίο απ΄το τραπέζι, βρήκε τη σελίδα κι άρχισε να διαβάζει όταν ακούστηκε η αγκράφα της ζώνης να χτυπά στα πλακάκια:


Εφόσον η ζωή δεν είναι παρά μια κίνηση των μελών του σώματος, με απαρχή της κάποιο κύριο εσωτερικό μέλος, γιατί δεν θα μπορούσαμε άραγε να πούμε ότι όλα τα αυτόματα (μηχανές που κινούνται από μόνες τους, με ελατήρια και τροχούς, όπως ένα ρολόι) διαθέτουν τεχνητή ζωή; Διότι τι άλλο είναι η καρδιά αν όχι ελατήριο, τα νεύρα ισάριθμες χορδές και οι κλειδώσεις ισάριθμοι τροχοί, που μεταδίδουν κίνηση σε όλο το σώμα σύμφωνα ακριβώς με το σκοπό του κατασκευαστή; Η τέχνη προχωρεί ακόμα παραπέρα, μιμούμενη εκείνο το έλλογο και ανυπέρβλητο έργο της φύσης, τον άνθρωπο.

- Η τέχνη προχωρεί ακόμα παραπέρα. Ναι, ναι. Ήταν η φωνή της απ' το μπάνιο, βγαλμένη μέσα από τα δόντια, σαν να προσπαθούσε ν' ανοίξει σφιχτοκλεισμένο βάζο με σάλτσα ντομάτα ή με οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο, πάντως πολύ σφιχτά κλεισμένο. 

- Πράγματι,... διάβαζε λοιπόν!

Πράγματι, με την τέχνη δημιουργήθηκε αυτός ο μέγας Λεβιάθαν, ο αποκαλούμενος πολιτική κοινότητα ή κράτος, στα λατινικά civitas, που άλλο δεν είναι παρά τεχνητός άνθρωπος. Είναι, βεβαίως, αυτός μεγαλύτερος και ισχυρότερος από τον φυσικό άνθρωπο, στην προστασία και υπεράσπιση του οποίου αποσκοπεί. Η κυριαρχία αποτελεί την τεχνητή ψυχή αυτού του τεχνητού ανθρώπου, εμφυσώντας ζωή και κίνηση σ' ολόκληρο το σώμα. Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπόλοιποι δικαστικοί και εκτελεστικοί αξιωματούχοι είναι οι τεχνητές κλειδώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, προσδένοντας κάθε άρθρωση και μέλος στην έδρα της κυριαρχίας και παρωθώντας στην εκτέλεση του καθήκοντος, αποτελούν τα νεύρα του, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των ξεχωριστών μερών του αποτελούν την ισχύ του. Στη salus populi, την ασφάλεια του λαού, έγκειται το έργο του. Οι σύμβουλοι, που τον πληροφορούν για όλα όσα πρέπει να γνωρίζει, συνθέτουν τη μνήμη του. Η ευθυδικία και οι νόμοι συγκροτούν τον τεχνητό Λόγο και τη Βούλησή του. Η ομόνοια είναι η υγεία του, η ανταρσία η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, 

- Τέλος, τέλος, τέλος, μουρμούρισε πίσω απ' την ανοιχτή πόρτα.
- Τι μουρμουρίζεις τώρα;
- Τίποτα δεν σουρμουρίζω. Τέλος αυτό. Τώρα: πυκνότητα. Πυκνότητα και μετά βάρος. Τώρα!
Αυτή τη φορά το τελετουργικό επισπευδόταν. Πάντα υπήρχε τελετουργικό, που βελτιωνόταν με τον καιρό, γινόταν πιο αποδοτικό, η δυσκοιλιότητα αντιμετωπιζόταν, όμως η επιτυχία δεν ήταν ποτέ σίγουρη.Η ανάγνωση των αποσπασμάτων από τον Λεβιάθαν του Χομπς είχε πολύ καλά αποτελέσματα. Η αλλαγή στο τελετουργικό αποφασίστηκε μετά από ένα στεγνό διάστημα. Βάσανο. Τώρα η δουλειά του δυσκόλεψε, αλλά μετρούσε το αποτέλεσμα. Η εναλλαγή τραγουδιών της Ντιαμάντα Γκαλάς ήταν πιο ξεκούραστη αλλά πολύ λιγότερο αποτελεσματική. Είχε οδηγήσει σε μια περίοδο κόπωσης. Με τον Λεβιάθαν τα πράγματα έμοιαζαν πρωτόγνωρα βολικά. Και τώρα φαινόταν να φορτσάρει. 

Αυτή τη φορά το τελετουργικό επισπευδόταν. Το είχε καταλάβει απ' την αρχή, απ' το περπάτημά της, ότι κάτι άλλαζε. Συνήθως ήταν διστακτική όταν το αποφάσιζε. Αυτή τη φορά ήταν λες και υπάκουε σε μιαν ανταρσία των σπλάχνων. Προσπέρασε πολλούς σελιδοδείκτες για να φτάσει στο Βασίλειο του Σκότους. Πλησίαζε η ώρα της απελευθέρωσης. Ο έξω σφιγκτήρας μυς πρέπει να ήταν ήδη χαλαρός. Ο αυτόνομος έσω σφιγκτήρας κόντευε να παραδοθεί. Ο σελιδοδείκτης ήταν στις τελευταίες σελίδες.

Εάν θέλαμε να γνωρίσουμε για ποιο λόγο το ίδιο σώμα, χωρίς να προστεθεί τίποτε σ' αυτό, φαίνεται μεγαλύτερο τη μία φορά και μικρότερο την άλλη, αυτοί απαντούν ότι, όταν φαίνεται μικρότερο, είναι συμπυκνωμένο, κι όταν φαίνεται μεγαλύτερο, είναι αραιωμένο. Τι σημαίνουν οι λέξεις συμπυκνωμένο και αραιωμένο;

Άκουσε ένα πνιγμένο βογγητό. Διέκοψε για να γυρίσει στην προηγούμενη παράγραφο:


Εάν επιθυμείς να γνωρίσεις για ποιο λόγο κάποια είδη σωμάτων πέφτουν φυσιολογικά προς τη γη, ενώ άλλα φυσιολογικά ανέρχονται, οι Σχολαστικοί, ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, θα σου πουν ότι τα σώματα τα οποία πέφτουν είναι βαρειά, και ότι το βάρος αυτό είναι η αιτία που τα αναγκάζει να κατέρχονται. Εάν όμως ρωτήσεις τι εννοούν με το βάρος,










Πλαφ! Άκουσε το πλαφ. Σιωπή. Το βάρος νίκησε. Δεν πρόλαβε να διαβάσει ότι "το κέντρο της γης είναι ο χώρος της ηρεμίας και της συντήρησης των βαρέων πραγμάτων". Η ηρεμία ήταν το ζητούμενο. Για να επιτευχθεί ηρεμία έπρεπε το ορθό ν' αδειάσει. Όμως το πλαφ ήτανε μεν συμπυκνωμένο αλλά ήταν και ελαφρύ. Μισοκοιμισμένο. Θα έπρεπε ν' ακολουθήσει το δεύτερο, το ισχυρό. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά. Υπήρχε ένας σεβαστός όγκος, ήταν σίγουρος, που ισορροπούσε στο μεταίχμιο. Αν γυρνούσε πίσω όλα θα χάνονταν. Κι ίσως ακολουθούσε μια νέα στεγνή περίοδος. Σε λίγο η αναπνοή της επανήλθε και κυρίεψε τη σιγή. Ήταν βαριά, δύσκολη, με διακοπές, πνιγμένη στον ιδρώτα. Εκείνος είχε ένα κρυφό χαρτί. Αυτό δεν το είχαν συμφωνήσει. Είχαν διαλέξει μαζί τ' αποσπάσματα του Λεβιάθαν. Αλλά όχι αυτό. Ήταν το πλαν-Φομπς. Συγκεντρωμένες κάμποσες από τις αμέτρητες αναφορές του Χομπς στον φόβο. Άρχισε να διαβάζει:

Η εντύπωση που προκαλούν όσα πράγματα επιθυμούμε ή φοβόμαστε είναι ισχυρή και μόνιμη ή, εάν παύσει για λίγο, γρήγορα επανέρχεται. Μερικές φορές είναι τόσο ισχυρή ώστε παρεμποδίζει και διακόπτει τον ύπνο μας. /.../ Η αποστροφή, σε συνδυασμό με την αναμονή μιας βλάβης που θα προκληθεί από το αντικείμενό της, αποκαλείται φόβος.

- Μα, τι; ακούστηκε με την ίδια αγωνία. 
- Τίποτα. Συνεχίζουμε. Φομπς, της απάντησε. Συνέχισε διαβάζοντας όλο και πιο γρήγορα, όλα και πιο αγχωμένα, όλο και πιο αγχωτικά:

Ο φόβος χωρίς την επίγνωση της αιτίας ή του αντικειμένου του, αποκαλείται πανικός, από το όνομα του Πανός που, κατά τους μύθους, τον προκαλούσε. /.../ όπως δεν είναι δυνατόν να υφίσταται ζωή χωρίς αισθήσεις, έτσι δεν είναι δυνατόν και να υφίσταται χωρίς επιθυμίες ή φόβους. /.../ ο ένας ονομάζει φρόνηση ό,τι ο άλλος αποκαλεί φόβο /.../ Εάν η σωφροσύνη συνδυασθεί με τη χρήση άδικων ή ανέντιμων μέσων, όπως εκείνα στα οποία καταφεύγουν οι άνθρωποι από το φόβο ή την ανάγκη, προκύπτει η διεστραμμένη φρόνηση που αποκαλείται πανουργία και είναι ένδειξη μικροψυχίας. /.../ Η αποθάρρυνση υποδουλώνει τον άνθρωπο σε αναίτιους φόβους, κι αυτό είναι μια μορφή τρέλας η οποία αποκαλείται μελαγχολία. /.../ Η μεγάλη επιτυχία αποτελεί ισχύ, επειδή δημιουργεί φήμη φρόνησης ή καλής τύχης, πράγμα που κάνει τους ανθρώπους είτε να φοβούνται, είτε να βασίζονται σε κάποιον. /.../ Η εκδήλωση αγάπης ή φόβου προς κάποιον σημαίνει απόδοση τιμής, διότι και η αγάπη και ο φόβος αποτελούν αναγνώριση αξίας. Η περιφρόνηση, ή η αγάπη και ο φόβος σε βαθμό μικρότερο από τον αναμενόμενο, αποτελούν καταφρόνηση, διότι υποβιβάζουν τον άλλο. /.../ Η επιθυμία για άνεση και σαρκική απόλαυση προδιαθέτει τους ανθρώπους στην υπακοή σε μια κοινή εξουσία. [...] Στην ίδια υπακοή και για τον ίδιο λόγο προδιαθέτει και ο φόβος του θανάτου ή του τραυματισμού. /.../ Ο φόβος της καταπίεσης προδιαθέτει τον άνθρωπο είτε να την προλαβαίνει ασκώντας τη για λογαριασμό του είτε να επιζητεί τη βοήθεια της κοινωνίας. /.../ Όσοι διερευνούν λίγο ή και καθόλου τις φυσικές αιτίες των πραγμάτων, εξαιτίας ενός φόβου που απορρέει από την άγνοια του τι μπορεί να τους βλάψει ή να τους ωφελήσει πολύ, τείνουν να υποθέτουν και να επινοούν διάφορα είδη αόρατων δυνάμεων. Και φοβούνται, έπειτα, τις ίδιες τις φαντασίες τους /.../ Η καρδιά εκείνου που βλέπει πολύ μακριά μεριμνώντας για το μέλλον κάθε μέρα κατατρώγεται από το φόβο του θανάτου, της φτώχειας ή όποιας καταστροφής και δεν υπάρχει γι' αυτόν ανάπαυση ούτε ανάπαυλα στην αγωνία του παρά μόνο τις στιγμές που αποκοιμιέται. /.../ ο διηνεκής φόβος, που συνοδεύει πάντα την ανθρώπινη άγνοια των αιτίων, όπως ο φόβος που μας συνοδεύει στο σκοτάδι, πρέπει να έχει κάτι ως αντικείμενο. /.../ Τα πάθη που ωθούν τους ανθρώπους προς την ειρήνη είναι ο φόβος του θανάτου, η επιθυμία των πραγμάτων που απαιτούνται για μια άνετη διαβίωση και η ελπίδα ότι αυτά θ' αποκτηθούν με την εργατικότητα. /.../ οι προφορικές δεσμεύσεις είναι πολύ αδύναμες για να αναχαιτίσουν την ανθρώπινη φιλοδοξία, την πλεονεξία, το θυμό και άλλα πάθη, αν δεν υπάρχει και το φόβητρο μιας εξαναγκαστικής εξουσίας /.../ όσες πράξεις μπορώ νομίμως να κάνω χωρίς υποχρέωση, άλλες τόσες μπορώ νομίμως να κάνω συμβαλλόμενος από φόβο. /.../ το μόνο που μπορούν να κάνουν δύο άνθρωποι, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε κάποια πολιτική εξουσία, είναι να ορκισθούν αμοιβαία στο Θεό που φοβούνται. /.../ Ο φόβος συμβιβάζεται με την ελευθερία. Όταν κάποιος ρίχνει τα πράγματά του στη θάλασσα επειδή φοβάται ότι το πλοίο θα ναυαγήσει, το κάνει εκουσίως και μπορεί, αν θέλει, να αρνηθεί να το κάνει. /.../ Από όλα τα πάθη, εκείνο που προδιαθέτει λιγότερο τους ανθρώπους στο να παραβαίνουν τους νόμους είναι ο φόβος. /.../ αποτελεί μέρος της έλλογης λατρείας το να μιλούμε με ευσέβεια για τον Θεό, καθώς τούτο δείχνει φόβο απέναντί του και ο φόβος ισοδυναμεί με ομολογία της ισχύος του. /.../ Σκανδαλώδης λατρεία όμως είναι μόνο η φαινομενική λατρεία [...] και προέρχεται μόνο από τον φόβο του θανάτου ή άλλης οδυνηρής ποινής.

Πλάφφφφφφ. Ακούστηκε επιτέλους το πλαφ. Και ήταν θριαμβευτικό. Θα πρέπει να σήκωσε κύμα μέσα στη λεκάνη, απ' αυτά που ανταποδίδουν καταβρέχοντας. Κόντευε να εξαντληθεί όπως τ' αποσπάσματα Φομπς. Είχε μουδιάσει η μασέλα του κι έτρεμε. Σταμάτησε το διάβασμα. Η λύση Φομπς ήταν καταλύτης. Ο φόβος της δυσκοιλιότητας, ο ίδιος ο φόβος της προκαλεί τη δυσκοιλιότητα, συμπέρανε. Ο φόβος του θανάτου μεταμφιεσμένος, δηλαδή. Οι νεκροί δεν χέζουν. 

Σε λίγο την άκουσε να μπαίνει στο ντους, σιγοτραγουδώντας. Τελευταία, όταν το φχαριστιόταν, παρωδούσε το γνωστό εμβατήριο σιγοτραγουδώντας "ο Λεβιάθαν ποτέ δεν κοιμάται...". Ήταν ώρα να ξεκουραστεί κι εκείνος. Το τραγούδι της ήτανε το τελικό σύνθημα. Στο σάουντκλάουντ περίμενε το αγαπημένο της αυτόν το καιρό, ο Άυπνος Λεβιάθαν ενός βαρετού μπλογκοτέχνη. Πώς τον βαριόταν... Το έβαλε στο τέρμα και βγήκε στην αυλή για ένα τσιγαράκι. 










Ύπνο δεν έχει ο Λεβιάθαν.
Όλοι το ξέρουν όσοι πάθαν.
Κι όσοι δεν πάθαν κάτι ξέρουν.
Απ' τα θρωπάκια του υποφέρουν.

Ύπνο δεν έχει. Ούτε αιτία
να κοιμηθεί. Στα εφετεία,
με υπνωτισμένες τις αρθρώσεις,
προσθέτει κράτους επιστρώσεις.

Ύπνο δεν έχει ούτε σχόλη
σε τούτη και σε κάθε πόλη.
Δικά του είναι τα κύτταρά τους·
με την ψυχή τους, τον παρά τους.











άντε

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016


Μέρα του Μπλούμη: Μανιφέστο




Στη Νυχτόπολη, στη Θηλυκούπολη, στην Τρούμπα του Δουβλίνου, εκτυλίσσεται το κεφάλαιο 15 του Οδυσσέα. Όλοι είναι εκεί, όσοι διαβήκαν τη μέρα του Μπλούμη, του Λεοπόλδου. Κι ο πατέρας κι η σύζυγος κι η κόρη κι οι πόρνες κι η Ζωή κι η Μπέλλα κι οι αστυνομικοί και τα σφυρίγματα κι ο ηλίθιος κι ο Στήβεν κι η Μάριον και οι χασομέρηδες κι η μπαρατζού κι ο εργάτης κι ο σκαφτιάς κι οι αστυφύλακες κι ο κλητήρας και η κυρία Μπέλλινγκχαμ και οι καμπάνες κι ένας σιδεράς και μια εκατομμυριούχος και μια φεμινίστρια και ένας τοποθετητής καμπανών κι ένα αγόρι του ασύλου και τα μωρά και τα νήπια και οι περίεργοι και ο πολίτης και το πλήθος και ο Νταίηβυ Μπερν και η Σίβυλλα με την καλύπτρα και ένα χέρι μέσα από τον τάφο και τα κοριτσάκια της αποστολής φυλακισμένων και η Κίττυ και τα αρσενικά κτήνη και η Φλώρα και το κασκέτο και το γραμμόφωνο και η συντέλεια του κόσμου και οι μακαρισμοί και η φλόγα του γκαζιού και ο μεθυσμένος Φίλιπ και ο εγκρατής Φίλιπ και οι παρθένες και το πόμολο της πόρτας και το ριπίδι και οι περασμένες αμαρτίες και κάποιος μαυριδερός και η νύμφη και τα βάτα και η ηχώ και τα τσουλάκια και ο καταρράχτης και τα θεωρεία των εθνικιστών και τα θεωρεία των ορανγκιστών και οι ώρες και η πιανόλα και η Καίτη η μουνάρα και τόσοι τόσες τόσα ακόμα. Στο τέλος κι ο γιος του Ρούντυ, που πέθανε 11 ημερών. Μέσα στο χάος, διακηρύσσει το μανιφέστο του:



joyceimages


Υποστηρίζω την αναμόρφωση των δημοτικών ηθών και τας δέκα εντολάς εις την καθαράν και απλήν μορφή των. Στον καθένα και ένα λυχνάρι του Αλαντίν. Την ενότητα όλων, εβραίων, μουσουλμάνων και εθνικών. Τρία στρέμματα γης και μια αγελάδα στα φυσικά τέκνα. Πολυτελείς αυτοκίνητες νεκροφόρες. Υποχρεωτική χειρωνακτική εργασία για όλους. Όλα τα πάρκα ανοιχτά εις το κοινό επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Ηλεκτρικά πλυντήρια πιάτων. Εξαφάνισιν της φυματιώσεως, της επιληψίας, του πολέμου και της επαιτείας. Γενικήν αμνηστίαν, καρναβάλι άπαξ της εβδομάδος με άδεια χρησιμοποίησης μάσκας, βραβεία για όλους, εσπεράντο της παγκοσμίου αδελφότητος. Δεν θα ανεχθώμεν πλέον τον πατριωτισμόν των καφενείων από απατεώνες σελεμιστές ποτών. Χρήματα για όλους, ελεύθερος έρωτας, εκκλησία λαϊκή, ελεύθερη, μέσα σ' ένα κράτος ελεύθερο και λαϊκό. 


 στη μετάφραση του Σωκρ. Καψάσκη (εκδ. Κέδρος)



Matisse-Circe


Παρασκευή 13 Μαΐου 2016


η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου




Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αuτή, παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι ένας κόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι η καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του point d' honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμά του, το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά. [...]

Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ' όπου το πνεύμα έχει λείψει.




Η παράγραφος δεν τελειώνει όπως πιο πάνω.
Υπάρχει μια ακόμα πρόταση
που η υπερβολική της κατανάλωση
εξαφάνισε τις προηγούμενες:



Η    θρησκεία    είναι    το    όπιο    του    λαού.

 

oh-lucky-man



Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

FB


Άλλη μια φορά του είχε έρθει στο μυαλό εκείνη η κουβέντα της Χάνας Άρεντ για τον παράδεισο των τρελών. Η αφθονία, έγραφε, το προαιώνιο όνειρο του φτωχού και του απόκληρου, μόλις πραγματοποιηθεί γίνεται παράδεισος του τρελού... Ήταν τότε που βρέθηκε ουρανοκατέβατος στο Μώλ κι έστεκε αποσβολωμένος και κοιτούσε σα χάνος τα θρωπάκια που μπαινόβγαιναν καβλωμένα για κατανάλωση στα μαγαζάκια και δεν αγόρασε τίποτα· του έπεσε, που λένε. 

Τώρα ήταν κάτι άλλο. Ήταν το φέισμπουκ. Η αφθονία εδώ ήταν διαφορετική. Όμως ο μηχανισμός της κατανάλωσης δεν διέφερε. Η ματαιοδοξία της δημόσιας αναγνώρισης έμοιαζε να χαρακτηρίζει περισσότερο τους like-ιστές από τους like-ιζόμενους. Είχε σημασία σ' αυτόν τον ορυμαγδό στον κήπο των τρελών; Στο Μωλ δεν είχε πάθει την αγοραφοβία, όμως εδώ ίσως δεν θα τη γλίτωνε.






Η αντίληψη της νεότερης εποχής για τη δημόσια σφαίρα, μετά τη θεαματική αύξηση της δημόσιας σημασίας της κοινωνίας, εκφράζεται από τον Adam Smith, όταν, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αναφέρει "την ανεπρόκοπη εκείνη ράτσα των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούνται άνθρωποι των γραμμάτων", για τους οποίους "η δημόσια αναγνώριση ... αποτελεί πάντα ένα μέρος της αμοιβής τους ..., ένα σημαντικό μέρος ... για το επάγγελμα του γιατρού· ένα ακόμη μεγαλύτερο ίσως για το επάγγελμα του νομικού· για τον ποιητή και τον φιλόσοφο αποτελεί το σύνολο σχεδόν". Εδώ είναι αυταπόδεικτο ότι η δημόσια αναγνώριση και η χρηματική αμοιβή είναι της αυτής φύσεως και μπορούν να πάρουν το ένα την θέση του άλλου.

Η δημόσια αναγνώριση είναι κι αυτή κάτι που χρησιμοποιείται και καταναλώνεται, και το γόητρο, καθώς θα λέγαμε σήμερα, ικανοποιεί μιαν ανάγκη όπως η τροφή ικανοποιεί μιαν άλλη: η δημόσια αναγνώριση καταναλώνεται από την ατομική ματαιοδοξία όπως καταναλώνεται η τροφή από την πείνα.
Είναι προφανές ότι απ' αυτή την άποψη το κριτήριο της πραγματικότητας δεν έγκειται στην δημόσια παρουσία των άλλων, αλλά μάλλον στην μεγαλύτερη η μικρότερη επιτακτικότητα των αναγκών εκείνων που την ύπαρξη ή μη ύπαρξή τους δεν μπορεί να βεβαιώσει κανένας άλλος εκτός από όσους τις νιώθουν. Και αφού η ανάγκη της τροφής έχει την αυταπόδεικτη πραγματική βάση της στην ίδια τη λειτουργία της ζωής, είναι επίσης προφανές ότι οι εντελώς υποκειμενικές σουβλιές της πείνας είναι πιο πραγματικές από τη "ματαιοδοξία", όπως συνήθως ονόμαζε ο Hobbes τη δίψα της δημόσιας αναγνώρισης. Όμως, κι αν ακόμη αυτές τις ανάγκες, μ' ένα θαύμα συμπόνοιας, τις συμμερίζονταν και οι άλλοι, πάλι η ίδια η κενότητά τους θα τις εμπόδιζε πάντα να εγκαθιδρύσουν κάτι τόσο στέρεο και τόσο διαρκές όσο ένας κοινός κόσμος.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι υπάρχει μια έλλειψη κοινής αναγνώρισης για την ποίηση και τη φιλοσοφία στον σύγχρονο κόσμο, αλλά ότι αυτή η αναγνώριση δεν συνιστά ένα χώρο όπου διασώζονται τα πράγματα από τη φθορά του χρόνου. Η ματαιότητα της κοινής αναγνώρισης, η οποία καταναλώνεται καθημερινά σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, είναι τέτοια, ώστε, αντίθετα, η χρηματική αμοιβή, ένα από τα πιο μάταια πράγματα που υπάρχουν, μπορεί να γίνει πιο "αντικειμενική" και πιο πραγματική.

Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση
μτφ. Ροζάνης-Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Γνώση





Facebook Auto Liker, Auto Liker, Auto like, Auto likes, Autoliker, Facebook autoliker, autolike, autolikes, Facebook auto like, Facebook auto likes, Facebook autolike, Facebook autolikes, FB auto liker, FB autoliker, FB auto like, FB auto likes




Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016


να πεθαίνεις στο σπίτι


Πρόβατα και αρουραίοι. Οι άνθρωποι επινοούν διπολίες από τον κόσμο των άλλων ζώων για να περιγράψουν αντιθέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Οι άνθρωποι επιδίδονται διαρκώς σε μεταφορές. Γυναίκες οχιές, σκυλιά, κότες, αλεπούδες, άντρες γουρούνια, αρκούδες, γάτες, κότες, μοσχάρια, λαγοί... Έτσι ξεχωρίζονται από τ' άλλα ζώα. Αποκαλώντας έναν άνθρωπο ζώο, γενικά ή συγκεκριμένα, νομίζουμε ότι ξεσκεπάζουμε την απομάκρυνσή του από την ανθρωπιά. 

Οι σκέψεις τον καθυστερούσαν απ' το να ξεκινήσει επιτέλους να γράφει την ιστορία με τον τύπο που θέλει να γράψει μιαν ιστορία για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Ο τύπος είχε μάθει πως έχει καρκίνο που κάλπαζε σαν άτι. Θα τον έβαζε να πεθυμήσει: Νάτανε, αχ και νάτανε, του καρκίνου το άλογο αργό κι ανήμπορο σαν το άλογο του Τορίνο, που βύθισε στη θλίψη τον Νίτσε. Νάτανε σαν το άλογο στο όνειρο του Ρασκόλνικωφ. Στο φρικώδες όνειρο. Νάτανε οι γιατροί σαν τον Μικόλχα που το σκότωσε στο ξύλο...


civil-war-horse

Το μέλλον διαγραφόταν φρικώδες. Ήταν στ' αλήθεια; Η προειδοποίηση του θανάτου είναι μια ευγενική κατάσταση. Ο καρκίνος δεν αιφνιδιάζει, δεν είναι ύπουλη ύαινα, δίνει τον χρόνο να σκεφτείς για τον θάνατο που έτσι κι αλλιώς θα έρθει. Ήθελε να γράψει για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Πόση θλίψη στο ταμείο... Στην ιστορία του δεν θα πλήρωναν. Ούτε θα έπαιρναν τα ψώνια.

Ο λογαριασμός ήταν ένας αριθμός δίχως νόημα, το χρήμα ήταν πλαστικό, η γυναίκα του χασμουριόταν γνέφοντας στο κενό, το γεμάτο χνώτα κενό. Βάλτε το πιν, παρακαλώ. Στην τρίτη προσπάθεια έχασε τα ψώνια, 63 ευρώ και 38 λεπτά, καθώς αναρωτιόταν αν οι συσκευασίες συγκρατούσαν τις μυρωδιές ή τις εξαφάνιζαν. 
Βγήκε άπρακτος. Έπρεπε να εντοπίσει το αυτοκίνητο, δεν θυμόταν το αυτοκίνητο. Οι σκέψεις δεν του επέτρεπαν να συγκεντρωθεί. Δεν μπορούσε να καταλήξει αν ο καταναλωτής αποφασίζει ο ίδιος τι θα ψωνίσει ή τον σπρώχνει μια ανεξέλεγκτη βούληση. Κι αυτή η βούληση είναι ενστικτώδης ή κατασκευασμένη; Η γυναίκα του τον παρακολουθούσε εξοργισμένη δίπλα στο αυτοκίνητό τους. 
- Πώς μπορώ να λαχταρώ ένα συσκευασμένο κομμάτι κρέας; Όχι, κυρία μου, γύρισε προς εκείνη, δεν το αγοράζω. Τον κοιτούσε με έκπληξη μετριασμένη από περιφρόνηση. 
- Το βλέπεις; ένα κουνέλι! Κάτω από εκείνο το φορτηγάκι! 
- Είσαι τρελός! Πάμε σπίτι. 
Έτρεξε προς το φορτηγάκι, έπεσε κάτω απ' τις ρόδες. Τίποτα. 
- Ένα κουνέλι θα ήταν σπάνιος μεζές. Αληθινός. Επιστρέφω. 
- Πού πας, άνθρωπέ μου; 
- Πάω να επιστρέψω την κάρτα των πόντων. 

Θα  έγραφε για την προσπάθεια του διευθυντή του σούπερ μάρκετ να τον μεταπείσει. Για τις εξειδικευμένες προσφορές που θα του πρότεινε και που θα ικανοποιούσαν τα μοναδικά του γούστα. Θα έπρεπε να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο. Θυμήθηκε το δικό του ερωτηματολόγιο, για την αρρώστια. Δεν το είχε συμπληρώσει. Δεν άντεχε να νιώθει κόκκος ενός δείγματος. Εξάλλου δεν πονούσε καθόλου. Μια χαρά αισθανόταν. 

- Αυτά που μου λέτε, κύριε διευθυντάκο, είναι κολοκύθια. Και τα κολοκύθια στο δήθεν μανάβικό σας είναι τούμπανα. Ξέρετε τι είστε; Ένα θρωπάκι. Ένα τόσο δα. Πολύ μικρότερος από τα θρωπάκια που διατάζετε δω μέσα. Που τα προσβάλλετε για να φχαριστηθείτε. Ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς, τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη να διαβάσετε, άξεστε, ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς τηνε πάτησε. Ο θάνατος τού α-φή-ρε-σε το θύ-μα του. Καταλάβατε; Πολύ καλά καταλάβατε. Εσείς έχετε άφθονα θύματα, δεν διατρέχετε κίνδυνο. Με κουράσατε. Σαν του Χομπς τα θρωπάκια. Ο Λεβιάθαν, η πολιτική κοινότης, διευθυντάκο, είναι ένας μεγάλος τεχνητός άνθρωπος που αποτελείται από πολλά θρωπάκια. 
Έβγαλε από το μπουφάν μια φωτοτυπία απ' την εισαγωγή του Λεβιάθαν κι άρχισε να διαβάζει δυνατά:
Η κυριαρχία αποτελεί την τεχνητή ψυχή αυτού του τεχνητού ανθρώπου, εμφυσώντας ζωή και κίνηση σ' ολόκληρο το σώμα. Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπόλοιποι δικαστικοί και εκτελεστικοί αξιωματούχοι είναι οι τεχνητές κλειδώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, προσδένοντας κάθε άρθρωση και μέλος στην έδρα της κυριαρχίας και παρωθώντας στην εκτέλεση του καθήκοντος, αποτελούν τα νεύρα του, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των ξεχωριστών μελών του αποτελούν την ισχύ του. Στη salus populi, την ασφάλεια του λαού, έγκειται το έργο του. Οι σύμβουλοι, που τοv πληροφορούν για όλα όσα πρέπει να γνωρίζει, συνθέτουν τη μνήμη τοu. Η ευθυδικία και οι νόμοι συγκροτούν τον τεχνητό Λόγο και τη Βούλησή του. Η ομόνοια είναι η υγεία του, η ανταρσία η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις, με τις οποίες τα μέρη αυτού του πολιτικού σώματος αρχικά δημιουργήθηκαν, συστάθηκαν και συνενώθηκαν, μοιάζουν με το "γεννηθήτω" ή το "ποιήσωμεν άνθρωπον" που εξήγγειλε ο Θεός στη δημιουργία.

Μπα, ήταν μεγάλο το κομμάτι που έβαλε να διαβάζει. Πώς ν' αντιδρούσε ο διευθυντάκος; Θα το σκεφτόταν. Ίσως να μην τέλειωνε ποτέ αυτή την ιστορία. Προς το παρόν έπρεπε να ποφασίσει αν θα σχεδίαζε την εφαρμογή της τρελής του ιδέας. Της ιδέας να κάνει όσους αγαπά να τον μισήσουν. Γιατί έτσι ίσως να μην τους πονούσε ο θάνατός του. Δεν έπρεπε να χάσει καιρό. Ίσως σύντομα θάταν κιόλας ανίκανος για οτιδήποτε. 
Είδε στην οθόνη για τον θάνατο του Umberto Eco. Είχε, λέει, καρκίνο μα πέθανε στο σπίτι. Συνήθως οι καρκινοπαθείς πεθαίνουν στα νοσοκομεία, διασωληνωμένοι, όταν το αποφασίσουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι. Άλλοτε ο θάνατος, ο φυσικός όπως τονε λένε, πλησίαζε αργά. Κι ο ετοιμοθάνατος, ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι στο σπίτι του, περιβαλλόταν από τους συγγενείς.  Θυμήθηκε τον Ariès. Τράβηξε από τη βιβλιοθήκη τα Δοκίμια για τον θάνατο στη Δύση. Διάβασε: "Τεχνικά, δεχόμαστε ότι μπορεί να πεθάνουμε, κάνουμε ασφάλειες ζωής για να γλυτώσουμε τους δικούς μας απ' τη μιζέρια. Αλλά, στην πραγματικότητα, στο βάθος του εαυτού μας, δεν νιώθουμε θνητοί." Θυμήθηκε ότι δεν είχε πληρώσει ακόμα τον λογαριασμό της ασφάλειας που θα εξασφάλιζε αξιοπρεπείς συνθήκες θανάτου σε κείνον και μιαν ανταμοιβή πόνου στην οικογένεια. Ξεφύλλισε το βιβλίο κι έφτασε σε άλλη τσακισμένη σελίδα, στην 168, όπου είχε σημειώσει με μολύβι "in petto = κεκλεισμένων των θυρών": 
"Το πρόβλημα τίθεται ήδη στην πράξη. Όπως εξηγούμε σ' αυτό το βιβλίο, κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται από το γιατρό σύμφωνα με τέσσερις παραμέτρους: Το σεβασμό προς τη ζωή, που ωθεί στην επ' αόριστον παράτασή της. Τον ανθρωπισμό, που ωθεί στο να γίνει συντομότερος ο πόνος. Την κοινωνική χρησιμότητα του ατόμου (νέος ή γέρος, διάσημος ή άγνωστος, αξιοσέβαστος ή περιθωριακός) και το επιστημονικό ενδιαφέρον της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η απόφαση είναι απόρροια της σύγκρουσης αυτών των τεσσάρων λόγων. Παίρνεται πάντα in petto, χωρίς τη συμβολή του αρρώστου. Η ίδια η οικογένεια είναι συνένοχη και εγκαταλείπει, συνήθως, την πρωτοβουλία στα χέρια του γιατρού-μάγου - ακόμα κι αν αργότερα στραφεί εναντίον του." 
Ο Eco πέθανε. Όμως εκείνος αισθανόταν ακόμα καλά. Η είδηση του θανάτου του σημειοδίφη, που κάποτε τον είχε ενθουσιάσει με την ιδέα ενός σημειολογικού ανταρτοπόλεμου - πήγαινε καιρός που είχαν πάψει να τον ενθουσιάζουν οι ιδέες των διανοούμενων - του επανέφερε την ίδια ιδέα: Από το να σβήσει μέσα σε πόνους, διασωληνωμένος σε νοσοκομειακό θάλαμο, αφήνοντας τους δικούς του να υποκύψουν στην ιατρική μαγεία, ας έβρισκε κάποιον άλλον τρόπο. Μα ποιον; Θα δοκίμαζε να το γράψει. Θα έβαζε τον άντρα του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ να μαθαίνει ότι έχει καρκίνο. Και θάβλεπε πώς θα του έβγαινε. 


Αυτή η ιστορία δεν θα τέλειωνε ποτέ. Ουσιαστικά δεν θ' άρχιζε ποτέ. Το να λες, να γράφεις, έστω, ιστορίες είναι λυτρωτικό. Και για σένα και για τον ακροατή ή τον αναγνώστη. Ο τυφλοπόντιξ ελάλησε: Feed your head.






Αρκετά με τις ιστορίες.
Καιρός για blues.
Το blues για τα θρωπάκια
ήταν έτοιμο από μέρες.
Την επόμενη φορά,
στο μπλογκ.
Καληνύχτα.