Ραντιείς με υσσώπω. Ο παπάς. Ο νεκροθάφτης έψαχνε στη μύτη. Λίγη ξερόμυξα. Ο παπάς. Και καθαρισθήσομαι. Η κ. Σκατόκε σεβάστηκε. Την ώρα. Τη στιγμή. Καθέλκυση. Φτυαριές. Χώμα στη σημαία. Αφρικάνικα λουλούδια. Δεύτε τελευταίον λυγμόν. Τελική χαιρετούρα. Η Ελένη Κικίδη – Μουλά. Που την έλεγε κουμμούνι. Ο Πλούταρχος την έλεγε. Τι γύρευε εκεί. Συλλυπήθηκε. Α, ρε Λαυρέντη. Κούνησε το κεφάλι. Αυτή τρελάθηκε. Από το ξύλο. Η κ. Σκατόκε σκέφτηκε.
2.
H ψωμωμένη κ. Σκατόκε. Οσμή στεγνής μασχάλης. Θηλές αναρρουφάνε. Γάλα ξινό. Πρήσκονται. Λογικό. Οι βύζοι. Ξημέρωμα. Νεκρός δολοφόνος. Τεμαχίζει. Σε συλ-λα-βές. Τη χήρα Καρπούζη. Πνίγεται. Σε κόκαλα. Θρυμματισμένα. Ίνες γυαλιστερές. Πνιγμός. Η κ. Σκατόκε – Καρπούζη εκμισθώνει. Τριάρι. Σαράντα επτά μισθωτές. Μετανάστες. Κωπηλάτες. Νηστικοί. Μήνες τρεις. Ο Αλή σκυβειδαγκώνει. Η κ. Σκατόκε - Καρπούζη ουρλιάζει. Νεκρός ο δολοφόνος δυσανασχετεί.
3.
Ο κ. Καρπούζης είχε προστάτη. Έσκασε. Απροστάτευτος. Η κ. Σκατόκε τιμά. Το επώνυμο. Αιτήθηκε μετονομασία. Στο αρμόδιο Δημοτικό Συμβούλιο. Της οδού Θερινών Οπώρων. Σε Πλουτάρχου Καρπούζη. Μία ελαχιστοτάτη μετατροπή. Μία απλουστάτη συγκεκριμενοποίησις. Ετόνισε στο αιτητικό. Ο Πλούτο. Φέρελπις εγγονός. Ακίνητος. Ενώπιον της πινακίδος. Της οδού Καρπούζη. Το δάκρυ αποτυπώθηκε. Δημοσίευσε Η Ελπίς του Τόπου μας.
4.
Νεκροτομείο. Μετά είκοσι έτη. Νεκρός ο δολοφόνος τραβάει. Το χαρτί τσαλάκα. Σκίζεται στην άκρη. Χέρι τανάλια. Του πτώματος. Της κ. Σκατόκε. Διαβάζει:
Θα πυρπολήσουμε τα ενδομήτρια των εξουσιών. Θα πυρπολήσουμε τα ικριώματα των ουτοπιών. Θα πυρπολήσουμε
τα γιουζερμάνιουαλα των πυρπολητών.
Σκυβειδαγκώνει την κ. Σκατόκε. Θρίαμβος. Απομυζά το παγωμένο γάλα της.
5.
Ο θάνατος επήλθε. Ανακοπή. Όρθιος στο τραπέζι της κουζίνας. Ο Πλούτο. Έβγαζε αφρούς. Φέιγ βολάν. Πυρπολήσεις. Αλεμούρα. Ο τόκος των ελπίδων εξανεμίστηκε. Λάθη επί συναλλακτικών λαθών.
Έστεργα, έκλαψε βουβά, έστεργα να μακραίνει,
να σβήνει την απόσταση, με λόγια να πικραίνει
τις θύμησες απ’ τη ζωή που ζήσαμε και πάει
το όλο κόνσεπτ της ζωής, τώρα που τη σκορπάει.
Νεκρός ο δολοφόνος ρεύτηκε. Ικανοποίηση. Παγωμένο γάλα.
Το ανωτέρω περί της κ. Σκατόκε πραύμα αναφέρεται στο ποίημα του Μ.Σ. Ένας κόσμος νεκρός από τη συλλογή Εκτοπλάσματα(1986). Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 12 του, όχι μόνο ποιητικού, σκεύους ΤΕΦΛόΝ. Τον περασμένο Ιούνιο κυκλοφόρησε το τεύχος 13.
Κατωτέρω το ποίημα του Μ.Σ. ακολουθείται από το Συντρίβεται η καρδιά μου του Μ. Σιγανίδη που τα ένωσε το 1999 σαν Μικρές Αγγελίες.
Ο Μπλουμ μέσα από την πόρτα του μπαρ είδε μιαν αχηβάδα να κρατιέται κοντά στα αυτιά τους. Άκουσε, πιο αδύναμα, αυτό που αυτοί άκουσαν, καθένας για λογαριασμό του, ύστερα καθένας για λογαριασμό του άλλου, ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων, έντονα, ένα σιωπηλό βρυχηθμό.
Ο χαλκός πλάι σ' έναν κουρασμένο χρυσό, από κοντά, από μακριά, άκουγαν.
Το αυτί της είναι κι αυτό μια αχηβάδα, εκεί που προεξέχει ο λοβός της. Το καλοκαίρι στην ακρογιαλιά. Τα όμορφα κορίτσια της ακρογιαλιάς. Δέρμα βιαστικά ηλιοψημένο. Έπρεπε πρώτα να βάλει κρέμα, για να μαυρίσει σωστά. Βουτυρωμένη φρυγανιά. Ωχ, δεν πρέπει να ξεχάσει εκείνη την κολώνια. Έρπης κοντά στο στόμα της. Το κεφάλι σου απλώς. Ξέπλεκα μαλλιά· φύκια και κοχύλια. Γιατί κρύβουν τα μαλλιά τους με φύκια; Και οι Τουρκάλες το στόμα τους, γιατί; Τα μάτια τους πάνω από το ύφασμα, τον φερετζέ. Άντε να βρεις την είσοδο για να μπεις. Μια σπηλιά. Απαγορεύεται η είσοδος εις τους μη έχοντας εργασίαν.
Η θάλασσα είναι αυτό που νομίζουν πως ακούν. Να τραγουδάει. Μια βροντή. Το αίμα είναι. Πλημμυρίζει κάποτε τ' αυτιά. Λοιπόν, η θάλασσα είναι αυτή. Τα αιμοσφαίρια νησιά.
[...]
Η θάλασσα, ο άνεμος, τα φύλλα, ο κεραυνός, τα νερά, οι αγελάδες που μουγκανίζουν, η ζωαγορά, τα κοκκόρια, οι κότες που δεν κακαρίζουν, τα φίδια που συρίζουν. Παντού υπάρχει μουσική. Η πόρτα του Ράτλετζ: ηηηη, του Ντον Τζιοβάννι. Αυλικές εσθήτες, όλων των ειδών, χορεύουν στις αίθουσες του πύργου. Αθλιότητα. Οι χωριάτες απέξω. Πράσινα λιμώττοντα πρόσωπα που μασουλίζουν μολόχες. Αυτό είναι όμορφο. Κοίτα· κοίτα, κοίτα, κοίτα, κοίτα, κοίτα· κοιτάχτε μας.
Αυτό είναι χαρούμενο, το αισθάνομαι. Εγώ ποτέ δεν θα μπορούσα να το γράψω. Γιατί; Γιατί η δική μου χαρά δεν είναι παρόμοια με τη δική του. Όμως, και οι δύο είναι χαρές. Ναι, χαρά πρέπει να είναι. Και μόνον η παρουσία της μουσικής δείχνει πως είσαι χαρούμενος. Συχνά είχα την εντύπωση πως ήταν στις μαύρες της, μέχρι που άρχιζε να σιγοτραγουδάει. Τότε καταλάβαινα πως δεν ήταν.
Η βαλίτσα του ΜακΚόυ. Η γυναίκα μου και η γυναίκα σου. Γάτα που στριγγλίζει. Σαν μετάξι που σκίζεται. Και όταν μιλάει, σαν πλατάγισμα. Δεν έχουν την γκάμα της φωνής που έχουν οι άντρες. Λες και στη θέση της φωνής τους έχουν ένα κενό. Γέμισέ με. Είμαι θερμή, σκοτεινή, ολάνοιχτη. Η Μόλλυ στο quis est homo: του Μερκαντάντε. Το αυτί μου κολλημένο στον τοίχο για ν' ακούσω. Απαιτώ από μια γυναίκα να είναι αποτελεσματική.
Κουδ, κουδούν. Η άμαξα σταμάτησε. Τα κομψά κατακίτρινα παπούτσια του κομψού Μπόυλαν με τις γαλάζιες ριγωτές κάλτσες ακούμπησαν ελαφρά στο έδαφος.
Ω, κοίτα πώς είμαστε! Μουσική δωματίου. Θα μπορούσε κανείς να κάνει ένα λογοπαίγνιο πάνω σ' αυτό. Είναι ένα είδος μουσικής που είχα συχνά στο νου μου, όταν αυτή. Πρόκειται για ακουστική. Βόμβος κουδουνίσματος. Τα άδεια σκεύη είναι αυτά που κάνουν τον περισσότερο θόρυβο. Επειδή η ακουστική, η αντήχηση μεταβάλλεται σχετικά καθώς το βάρος του νερού ισούται με το νόμο της πτώσεως των υγρών. Σαν κι εκείνες τις ραψωδίες του Λιστ, τις ουγγρικές, με το τσιγγάνικο μάτι. Μαργαριτάρια. Σταγόνες. Βροχή. Τσουρ τσιρ τσερ τσουρ τσουρ. Σύρισμα. Τώρα. Ίσως τώρα. Πριν να.
Σκαρφάλωσες στου βλέμματος τον πήχυ μιας κυρίας· σαν απορία μοίρασες ερωτηματικά·
κι από το άσμα, που έγινε ύμνος της συγκυρίας,
έκλεισες την εισαγωγή σε εισαγωγικά.
Αφού το ήθελες πολύ, ως έμαθες να θέλεις, να πνίγεσαι στην εύνοιας τη βρεμένη ζωγραφιά, καλύτερα που έσβησε σαν λάμπα της θυέλλης η ελπίδα σου. Κι ανάψανε τα λεντ χίλια καρφιά. Ήταν ο τρόπος μοναχά που εσώθηκε από δαύτη την όλην επιμέλεια εξόδιας τελετής. Κάθε τι άλλο εκάφτη. Κανένας άλλονες ποτές δεν είδε να επαιτείς στα υπόγεια, κοσμοναύτη, την ευπρεπήν ανάκαρα γαλήνιας τελευτής.
Καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται δυσκολότερο να σκιρτήσει κανείς με την τέχνη. Γίνεται δυσκολότερο να εκπλαγείς και να ταυτιστείς. Οι μουσικές, οι ταινίες, ο λόγος, η ποίηση, όλα, σαν να ξαναπαράγουν τα ίδια που κάποτε σ' έκαναν ν' ανατριχιάς. Αυτή η κατάσταση μπορεί να μοιάζει με κρίση εποχής αλλά μάλλον είναι κρίση ηλικίας.
Ο Μπακιρτζής είναι μια από τις εξαιρέσεις. Δεν έχει λόγο να επαναλάβει τίποτα γιατί μπορεί να επαναλαμβάνεται, όχι σαν επιτυχημένη συνταγή αλλά σαν παλιός καλός φίλος που με τ' αστεία του μπορεί ν' ανακουφίσει τον φόβο, τη διαπίστωση, της ματαιότητας. Είχα την τύχη να τον ακούω με τους Χειμερινούς Κολυμβητές, απ' τις αρχές των ογδόνταζ. Και μέχρι σήμερα.
Επιτέλους, κάτι ευχάριστο μετά από τόσες μέρες, του είπε η καλή μου όταν τον συναντήσαμε μέσα στο τρένο, στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Είχαμε τόσες μέρες υποστεί ψεύδη και βεβαιότητες νέων ανθρώπων που στο όνομα της αμφισβήτησης συντηρούσαν τη νοσηρότητα που φαίνεται πως δεν έπαψε ποτέ να δηλητηριάζει τις παρέες των δήθεν ανατροπών.
Έβγαλα το μπλοκάκι, έσκισα μια σελίδα κι αντέγραψα απ' τη μνήμη τους στίχους:
Είπες· θα πάγω σ' άλλη γη. Μα, πού να πας;
Δεν θα 'χει Τάσο εκεί, μονάχα Τζέημς και Τζώννυ.
Και θα διψάσεις, θα 'χει τρύπα ο μαστραπάς.
Θα 'σαι το γιόμα που τη νύχτα του μουτζώνει.
Σ' αυτόν τον τόπο, που όλο λες πως θες να πας,
θα είσαι η Γκούφυ, να ξεχάσεις πια το Γκόλφω.
Κάθε σου φίλος θα 'ναι ντίτζιταλ λαπάς
κι ίσως, μην το γελάς, θαυμάζει τον Αδόλφο.
Κύριε Μπακιρτζή, κάποτε ονειρεύτηκα να τραγουδάτε αυτό το τραγούδι μου, συμπλήρωσα στο χαρτί· του το είπα κιόλας όταν του το έδινα. Σας το χαρίζω, χαμογέλασα. Χαμογέλασε. Γύρισα στη θέση μου. Καθόμασταν διαγώνια και σχεδόν απέναντι. Το διάβασε, το δίπλωσε, το έβαλε μέσα απ' το βε της μπλούζας στο τσεπάκι του πουκαμίσου. Του είχα γράψει και τη διεύθυνση αυτού του μπλογκ. Σηκώθηκε. Αυτό το μπλογκσποτ που γράφετε, τι είναι; Ξέρετε δεν έχω φέισμπουκ, μου είπε. Ούτε κι εγώ, είναι μπλογκ, του απάντησα. Ίσως δεν κατάλαβε, η καλή μου του έλεγε για τις παιδικές παραστάσεις της με μουσική του Βόμβολου. Της Στέλλας; ρώτησε. Ναι, της Στέλλας.
Λίγο μετά πήρε τους φακέλους, το βιβλίο, τις εφημερίδες, το μπουφάν και τη βαλίτσα και κατέβηκε στη Λάρισα. Εμείς είχαμε δρόμο ακόμα. Δεν του είχα γράψει την τελευταία στροφή. Αλλά ήταν αδημοσίευτη. Γράφτηκε μετά:
Κι όταν γυρίσεις απ' τον τόπο που θα πας,
και μες στους δρόμους θα ρωτάς για κάποιον Τάσο,
σκάψε καλύτερα το χώμα που πατάς·
εκεί θα μ' έχουν βάλει για να ξαποστάσω.
Τώρα που συμπληρώθηκε η Γκούφυ, μην στενοχωριέσαι, Μαρίλδα, μετράει η θετική αναπλαισίωση, την επόμενη φορά θ' αναρτήσω ένα πολύ παλιότερο μινόρε, για τον Αργύρη κι αυτό. Και για την καλή μου.
Κύριε Πρόεδρε, αν για αίμα διψά η πατρίδα, κρατήστε μιαν ασπίδα κι ή επί τας ή ταν. Κι αν σύλληψη διατάξετε, στους μπάτσους να το πείτε πως άοπλο θα με βρείτε, τις σφαίρες σας να στάξετε.
O Λιποτάχτης του Boris Vian, "το πιο γνωστό αντιμιλιταριστικό τραγούδι", γράφτηκε το 1954, όταν άρχιζε ο πόλεμος της Αλγερίας. Το τραγούδι λογοκρίθηκε, η ιστορία του είναι μεγάλη, αμέτρητες κι οι διασκευές του. Πιο πάνω, η απόδοση στα ελληνικά από τον υποφαινόμενο λιποτάχτη ποιητή, έτσι ώστε να μπορεί να τραγουδηθεί στον ίδιο το σκοπό του Vian· πιο εύκολα απ' ό,τι η γνωστή μετάφραση των Φωστιέρη - Νιάρχου. Μπορούμε να τραγουδήσουμε με τη συνοδεία της φυσαρμόνικας του Zazapat:
Ο ίδιος ο Vian άλλαξε τους δυο τελευταίους στίχους από "que je serai en arme / et que je sais tirer" σε "que je n'aurai pas d'armes / et qu' ils pourront tirer". Την τελευταία στροφή λοιπόν, πριν την αλλαγή της, ας την τραγουδήσουμε έτσι:
Το φιλμ Ludvig Van (1970) του Γερμανο-αργεντίνου συνθέτη Mauricio Kagel (1931 - 2008) γυρίστηκε με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν. Στο 19ο μέρος του φιλμ (άνωθεν γιουτουμπισμένο) η διάσημη πιανίστα Linda Klaudius-Mann παίζει το πρώτο μέρος της σονάτας για πιάνο op.53 (Waldstein) με τον τρόπο του Kagel. H σονάτα αυτή αφιερώθηκε στον φίλο του συνθέτη Waldstein που του είχε χαρίσει ένα πιάνο. Αλλιώς τη λένε "Αυγή". Η διάσημη πιανίστα δεν είναι παρά ο Klaus Lindemann μεταμφιεσμένος. Ο ίδιος στο 17ο μέρος του φιλμ εμφανίζεται να παίζει πιάνο ενώ τα άκρα του είναι συνδεμένα με παράξενες μηχανές.
ήτανε μια καρικατούρα σχεδόν της έφευγαν τα ούρα και ο μπετόβεν της χιτλέριος πάντα κουφός μα πάντα καίριος η έλλυ νέυ τόσο τη βρίσκει ενόσω η δύναμή της θνήσκει ενόσω τέρπεται εν κλαβιαί ψυχοφαλήρη κοκωβιέ
Στην πραγματικότητα για μια ενδεδειγμένη ακρόαση εκείνων των ίδιων κομματιών του Beethoven, που τα θέματά τους σιγοσφυρίζει ο ανθρω-πάκος του μετρό, απαιτείται μια προσπάθεια ακόμη μεγαλύτερη από εκείνην που απαιτείται για την ακρόαση της πρωτοποριακής μουσικής: μεγαλύτερη προσπάθεια, γιατί πρέπει να αφαιρεθεί το βερνίκι της πλαστής εμφάνισης και των παγιωμένων τρόπων αντίδρασης.
Αντί να προσπαθεί κάποιος, με λανθασμένη αντίληψη, να είναι πιστός στο έργο του Μπετόβεν, θα έπρεπε να ενσωματώνει στις ερμηνείες της παλιάς μουσικής τις σύγχρονες μεταβολές της έννοιας του μουσικού.
M. Kagel
στο Stavlas, Nikolaos. 2012. Reconstructing Beethoven: Mauricio's Kagel Ludwig van
Η Παναγιά, η μαυροφόρα βασίλισσα των κοριτσιών, που δεσπόζει πάνω από το ιερό ανατολικό τμήμα των ναών, η υπερ-αγία που στο άκουσμα του ονόματός της οι πιστοί εγείρονται χωρίς άλλη προτροπή, είναι η κοινή μάνα των χριστια-νών, αυτή που γνώρισε τον πιο μεγάλο πόνο για το χαμό του μονάκριβού της που θυσιάστηκε δι' ημάς τους ανθρώπους. Η μακρινή μητέρα του Ελύτη εμπνέει τις μαύρες μανάδες με τα μαύρα φουστάνια του Ρίτσου που θρηνούν τους δικούς τους εσταυρωμένους και που άλλοτε τη χώθηκαν και στο δικό μας σύμπαν(τουμ).
Η Παναγιά, η άχραντη παρθένα, που ίσως η ιδέα της παρθενίας της οφείλεται σε μεταφραστικό λάθος εβδομήκοντα ανδρών, η ακηλίδωτη από αντρικές εκκρίσεις, είχε άραγε η ίδια υποστεί την ανθρωπιά των θηλυκών εκκρίσεων ή μήπως έτυχε της γενικευμένης εύνοιας του κρίνου - απολυμαντή; Σε μια θρησκεία με θεό - πατέρα και θεό - υιό, η θνητή μητέρα, εκλεκτό hardware (motherboard) της ενανθρώπισης του θεού, διέσωσε το θηλυκό στοιχείο από την τυφλή υποταγή στο αρσενικό και λατρεύτηκε στον αντίποδα της λατρείας θεοτήτων ευχύμως εκκριτικών, όπως η Άρτεμις της Εφέσου, η πολύβυζη, που οι μαστοί της ίσως και να ήταν όρχεις ταύρων, αφιερωμένα αμελέτητα μιας ασυγκράτητης γονιμότητας.
Οι μανάδες - φορείς του ιού του επινοημένου μητρικού ενστίκτου θα τρέφουν πάντα μέσα στις τάξεις τους μιάσματα. Από τη Μήδεια του προδομένου έρωτα στη Χαδούλα της ασήκωτης κοινωνικής προσταγής, αυτή σκοτώνει το δυο φορές παιδί της, θύματα της ακόρεστης πατριαρχίας, μανάδες κεντρισμένες από τον ι-ερό φαλλό, το αύθαδες ιώτα που μετά το μα τής απορίας εφορμά και τις μεταμορφώνει σε μαινάδες. Κι αν η Μήδεια κι η Φραγκογιαννού απέδωσαν μια κάποια συζητήσιμη στην ψεύτρα κοινωνία δικαιοσύνη, η μάνα η φόνισσα του Κωσταντιού το 'κανε μόνο για να μη φανερωθεί η ατιμία της, η δίχως χρεία ελαφρυντικών αντίστασή της στου Κυρίου της τη σεξουαλική κυριαρχία. Ένα δημοτικό τραγούδι (παραλογή) που γνώρισε σύγχρονες μελοποιήσεις (όπως των Σατύρων). Στο Μεγάλο Μυστικό του ο παπα-Στεφανής ο Νίκας δίνει τη δική του εκδοχή, συνεπικουρούμενος στην ερμηνεία από την Κωνσταντίνα Γωνιωτάκη:
Ακόμα μια μικρή τεθλασμένη αναρτήσεων, από τη Δόμνα Σαμίου μέσω του Samuel Baud-Bovy στα Γιάννινα, τους Γύφτους και τον Αλή Πασά, και, με πάσα του πασά, στον ποιητή Λόρδο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, φτάνει στην άλλη άκρη της. Ο Αλή πασάς δίνει τη σκυτάλη στον Μπάιρον , δεν την αφήνει όμως, κι έτσι την κρατούν κι οι δυο. Βρισκόμαστε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Για τα όσα συνέβησαν στη συνάντηση Αλή πασά - Μπάιρον, υπάρχουν κάμποσα δημοσιευμένα κείμενα, επιστολές του ίδιου αλλά και βιογραφίες, όπως η μυθιστορηματική του Frederic Prokosh (πρώτη έκδοση Αστάρτη 2003, επανέκδοση Ελευθεροτυπία 2011, μτφ. Παναγιώτη Σκόνδρα, υπάρχει και στο scribd):
Δυο εβδομάδες αργότερα εισχωρήσαμε στα βουνά της Αλβανίας και στο τέλος αντικρίσαμε τους πύργους του Τεπελενίου. Ήταν προχωρημένο απομεσήμερο, ο ήλιος ετοιμαζόταν να βασιλέψει, και οι στρατιώτες παρήλαυναν ευθυτενείς μπροστά από το μέγαρο. Τάρταροι με ταυρίσιο πρόσωπο και πυργωτά σκουφιά, Τούρκοι με τουρμπάνι και κάπα, Αφρικανοί σκλάβοι που οδηγούσαν άλογα κατάλευκα και, επιβλητικότεροι όλων, οι Αλβανοί, με χρυσοκέντητους μανδύες, κόκκινα βελούδινα γιλέκα και, περασμένα στη ζώνη, πιστόλια και εγχειρίδια με ασημένια λαβή. Μου θύμισαν το παλιό μου βιβλίο με τις Χίλιες και μια νύχτες και, καθώς χωνόμουν βαθιά στους δρόμους του Τεπελενίου, μου ήρθε να μουρμουρίσω : «Άνοιξε, Σουσάμι!».
Και το Σουσάμι άνοιξε, πέραν πάσης αμφιβολίας. Προσκλη-θήκαμε στο μέγαρο, και επισκέφθηκα τον πασά μέσα στα δροσερά μαρμάρινα δώματα του. Ανατολίτικοι καναπέδες, μεγάλοι και κόκκινοι, ήταν ευθυγραμμισμένοι κατά μήκος των τοίχων, και στη μέση ανέβρυζε ένα σιντριβάνι. Ο πασάς σηκώθηκε από τον καναπέ και με περιεργάστηκε.
«Είστε νέος» , είπε γλυκά. «Πείτε μου, γιατί αφήσατε τη χώρα σας;»
«Μου αρέσουν τα ταξίδια», του απάντησα.
«Τα ταξίδια! » γουργούρισε. «Τα ταξίδια είναι επικίνδυνα! Εκτίθεστε σε ακατονόμαστους κινδύνους, αγόρι μου».
Κάθισα, κι εκείνος παρήγγειλε σερμπέτια και ένα μπολ με γλυκίσματα. Αυτός ο αιμοσταγής τύραννος, ο Αλή Πασάς, που είχε δολοφονήσει χιλιάδες ανθρώπους, ήταν ένας άντρας με φίνους τρόπους και μεγάλη οξύνοια. Το πρόσωπο του ήταν σημαδεμένο και γωνιώδες, το βλέμμα διαπερα-στικό κι ωστόσο γλυκό, η γενειάδα μαλακή και κάτασπρη, τα χείλη μικρά σαν γυναικεία. Φορούσε χρυσοκέντητο φέσι, μαύρο γούνινο γιακά και παντόφλες από γαλάζιο επιχρυσωμένο μαροκινό.
Με περιεργάστηκε εγκρίνοντάς με. «Μου είπαν ότι είστε λόρδος», μουρμούρισε. «Δεν εξεπλάγην. Μόνον ένας λόρδος μπορεί να έχει χέρια τόσο ντελικάτα και αυτιά τόσο μικρά. Θαυμάζω πολύ τη μεγαλόπρεπη σπάθα σας και τις επίχρυσες επωμίδες σας. Με γοητεύουν επίσης τα μάτια σας και το πονηρό και αυθάδικο χαμόγελο σας. Σας παρακαλώ, θεωρήστε με πατέρα σας όσο θα μείνετε στο Τεπελένι. Θα σας περιμένω στα δώματά μου, τα μεσάνυχτα. Θα μιλή-σουμε για ποίηση ... »
Μας εσυνόδεψαν στις κάμαρές μας, που βρίσκονταν στη δυτική πτέρυγα του μεγάρου, και είπα στον Καμ: «Αναρω-τιέμαι ποιες είναι οι απόψεις του πασά όσον αφορά την ποίηση». O Καμ όρθωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε. «Είναι άνθρωπος γεμάτος φαντασία, φυσικά». «Αναμφίβολα», απάντησα. «Κι έχει, φαίνεται, απαίσια φήμη».
«Καλέ μου Μπάιρον», είπε γαλήνια ο Καμ, «είσαι απολύτως εις θέσιν να αντιμετωπίσεις την κατάσταση. Οι προθέσεις του πασά είναι πεντακάθαρες σαν κρύσταλλο. Πρέπει να προετοιμαστείς για κάποια ανατολίτικα καλοπιάσματα».
«Να πάω;» δίστασα.
«Και βέβαια να πας», με ενθάρρυνε ο Καμ. Όταν ήσουν στο Καίμπριτζ, συμπεριφερόσουν σαν άνθρωπος του Καίμπριτζ. Τώρα είσαι στην Τουρκία και πρέπει να συμπεριφερθείς σαν Τούρκος».
Κατάλαβα ότι ο Χόμπχαους, αναζητώντας «παραλειπόμενα» για τα ταξιδιωτικά του άρθρα, προσπαθούσε να με ωθήσει να δεχτώ το ραντεβού μου με τον πασά. Κι εγώ (εκτός από την αίσθηση ότι με υποχρέωνε η ευγένεια) αντιμετώπισα τη συνάντηση σαν ένα αυστηρώς επιστημονικό πείραμα, με τον σκοπό να μάθω τι είδους ικανοποίηση δοκίμαζαν μερικοί παλιοί μου φίλοι (ο Λόρδος Ίνγκολντσμπυ, επί παραδεί-γματι) υιοθετώντας εκείνη που εμείς αποκαλούσαμε «οθωμανική στάση».
Έφτασα στα δώματα του πασά τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ένας λύχνος έκαιγε, το δωμάτιο ήταν διαποτισμένο από άρωμα γιασεμί, και πάνω στο τραπέζι ήταν ακουμπισμένα ένα μπρίκι με καφέ κι ένα δοχείο γεμάτο αμύγδαλα. Ο πασάς φορούσε μιαν ατλαζένια ρόμπα με δαντελωτή παρυφή, και μου ζήτησε να καθίσω σε ένα μαξιλάρι δίπλα του. Σε ένα χάλκινο κλουβί κρεμασμένο από την οροφή υπήρχε ένας παπαγάλος και, σε μια γωνία, ένας νέγρος τροφοδοτούσε με κάρβουνο ένα μαγκάλι.
Για λίγο μιλήσαμε για ποίηση. Ο πασάς μού διάβασε ορισμένους στίχους του Μπουαλώ, που τους είχε μεταφράσει στα τούρκικα από τα γαλλικά. Μη γνωρίζοντας τούρκικα, δεν ήμουν εις θέσιν να κρίνω πόσο λαμπρή ήταν η απόδοσή τους. Όμως άκουσα ευγενικά, συyκατανεύοντας με το κεφάλι. Στο τέλος ο πασάς έσκυψε μπροστά και είπε: «Αρκετά με την ποίηση. Να, πάρτε λίγον καφέ και επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα φιλί, αγόρι μου». Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το επεισόδιο μου φαίνεται πιο πολύ κωμικό παρά απαίσιο, αλλά θυμάμαι ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια σαφέστατη δυσφορία. Μόνο η επιθυμία να συγκε-ντρώσω στοιχεία για τα «παραλειπόμενα» του Καμ με έπεισε να υποκύψω στις προτάσεις του πασά. Σβήστηκε ο λύχνος κι εμείς ξαπλώσαμε σε ένα χαλί πλάι στο μαγκάλι . Ο Αλή Πασάς ήταν σαφώς έμπειρος στο είδος και οι χειρισμοί του ήταν γεμάτοι αβρότητα, αλλά όταν αργότερα ο Χόμπχαους με ρώτησε: «Λοιπόν, Μπάιρον, πόνεσε;» αναγκάστηκα να του απαντήσω: «Αν πόνεσε; Και βέβαια πόνεσε. Αναθεματισμένα!».
Δεν ξαναδοκίμασα τον πειρασμό να επαναλάβω το αλβα-νικό πείραμά μου. Δεν ήταν «στο στυλ μου», όπως λένε. Υπάρχει μια δόση παθητικότητας μέσα μου, αλλά προτιμά μια εκτόνωση πιο λεπτή και πιο υγιεινή. Ωστόσο, όταν σκέφτομαι το πράγμα, και συλλογίζομαι τις πιο λεπτές πτυχές του, καταλαβαίνω ότι το συμβάν δεν ήταν άνευ σημασίας. Όλοι οι άντρες είναι παράξενα ζώα. Τα ορμέμφυτά τους είναι ανεξιχνίαστα. Εν συνεχεία, στο Λονδίνο και στη Γενεύη, για να μην πω στη Βενετία και στη Ραβέννα, έτυχε να ξανασκεφτώ τη νύχτα που πέρασα με τον πασά με ανάμεικτα αισθήματα ευθυμίας και αποτροπιασμού. Μια μέρα διηγήθηκα αυτό το μικρό επεισόδιο στην Καρολάιν, που αμέσως σοβάρεψε και με περιεργάστηκε σκεφτική.
«Δεν είναι στο στυλ σου;» μουρμούρισε. «Ίσως όχι, αστεία μου αγάπη, αλλά σίγουρα η νύχτα εκείνη στην Αλβανία άφησε το σημάδι της επάνω σου».
Να είναι αλήθεια; Μπορεί. «Το σεξ είναι αίνιγμα» (όπως ισχυριζόταν η Καρολάιν) και υπάρχουν στιγμές που η σκέψη μου ξαναγυρίζει σ' εκείνο το μικρό «πείραμα» στο Τεπελένι. Ακόμα ξαναβλέπω τον νεαρό Σομαλό που μας κρυφο-κοιτούσε από τη γωνιά του, και τον πασά που πασάλειβε τις σάρκες του με μιαν αλοιφή πράσινη στο χρώμα του μπιζελιού· και ξαναβλέπω τον παπαγάλο που μινύριζε στα τούρκικα - τίποτα κολακευτικό, φοβάμαι, γιατί ο πασάς εξεμάνη και πέταξε πάνω στο κλουβί μια μεγάλη μαύρη εσάρπα.
Το αν ο Αλή πασάς πόνεσε ή όχι τον Μπάιρον, ποσώς μας ενδιαφέρει. Σύμ-φωνα με άλλες βιογραφίες του, δεν υπέκυψε στις ορέξεις του λιονταριού. Πάντως η ομοφυλοφιλία του είναι γενικά αποδεκτή. Σε επιστολή του, από αυτές που δημοπράτησε ο οίκος Σόθμπις πριν από τρία χρόνια, εκφράζει θαυμασμό για ορισμένα από τ' αγόρια του χαρεμιού του Αλή πασά. Η Ιρλανδή συγγραφέας Ο΄ Μπράιεν ασχολήθηκε πρόσφατα επισταμένα με την ερωτική ζωή του. Η παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος, καθώς και των προηγούμενων παραπομπών, έχει σκοπό να βοηθήσει στην απομυθοποίηση όχι του Μπάιρον σαν φιλέλληνα, αλλά του Μπάιρον σαν φιλέλληνα που, σαν τέτοιος, θα πρέπει να είναι στρέιτ γενικώς. Αυτό υποθέτω είναι απόλυτη προϋπόθεση για τους Ελληναράδες που θα προσπαθήσουν στις 25 Μαρτίου να αποκαταστήσουν το νόημα της εθνεγερσίας, ενώ θα βάλλουν κατά των προδοτών, όπως τους αποκαλούν, πολιτικών ταγών. Η παρέλαση θα είναι αντικείμενο της επόμενης ανάρτησης, μεθαύριο, καθώς, αν ήταν σήμερα, όπως είχαμε αρχικά σχεδιάσει και προαναγγείλει, θα 'μοιαζε με δεύτερο καρπούζι κάτω απ' την ίδια μασχάλη. Νομίζω ότι όλη αυτή η τηλεφιλολογία για την τρέχουσα κατάσταση εξαίρεσης θα αρκούσε να απαντηθεί με αποχή μαθητών και θεατών από τις παρελάσεις. Ας μείνουν μόνοι τους: κανάλια, ελληναράδες, επίσημοι. Αλλά... Και πάλι στα Χειρόγραφα του Μεσολογίου: Παλεύω με μιαν όλο και αυξανόμενη απόγνωση. Πρώτα απ' όλα, οι Έλληνες: μια πλεμπάγια απατεώνες και λωπο-δύτες. Ήρθα στην Ελλάδα να πολεμήσω για την ελευθερία της, όμως οι Έλληνες είναι ακόμα ικανοί για ελευθερία; Και το κλίμα. Τα πάντα μουχλιασμένα. Ψείρες και ψύλ-λοι και ένας αέναος πονοκέφαλος. Και οι Σουλιώτες μου: ένας συρφετός παλιάνθρωποι, άπληστοι και μέθυσοι.
Έτσι απλά. Ή, απλούστερα, σε επιστολή του (Λ. Μπάυρον, Επιστολές απο την Ελλάδα, εκδ. Ιδεόγραμμα 1996, μτφ. Δημοσθένη Κούρτοβικ): Οι Σουλιώτες είναι αχρείοι και μιλούν λίγα ιλλυρικά.
Σήμερα, 21 του Μάρτη, είναι παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Αυτό το μπλογκ είναι μπλογκ της ποίησης, παρά τις όποιες λοξοδρομήσεις του. Ο Μπάιρον ήταν ποιητής.
Το She walks in beauty (like the night) είναι ένα διάσημο ποίημα του Μπάιρον που ενέπνευσε πολλούς, και μελωδούς. Ας το ακούσουμε από την Fjoralba Turku:
Να κι η μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού, από το BookPress:
I. Bαδίζει μες στην ομορφιά, όπως η νύχτα Σ’ ανέφελα τοπία κι έναστρους ουρανούς· Kι ό,τι καλύτερο απ’ το σκοτάδι και τη λάμψη Στην όψη της το βλέπεις, στη ματιά της: Στο τρυφερό αυτό φως έχει ωριμάσει Που αρνείται ο ουρανός στη φαντασμένη μέρα.
II. Mια σκιά περισσότερη, μια αχτίνα λιγότερη, Kι ίσως χανόταν η ανώνυμή της χάρη Που σε κάθε ολόμαυρη πλεξίδα κυματίζει, Ή φέγγει απαλά στο πρόσωπό της· Όπου γλυκά οι σκέψεις και γαλήνια μαρτυρούν Πόσο αγνή, πόσο ακριβή η κατοικία τους.
III. Kαι στο μάγουλο αυτό, και σ’ αυτό πάνω το μέτωπο, Tόσο απαλό, τόσο ήρεμο, κι όμως εκφραστικό, Tα χαμόγελα πού κερδίζουν, οι τόνοι που αστράφτουν, Mα πού μιλούν για μέρες στην καλοσύνη ξοδεμένες, Για ένα μυαλό με τα μικρά συμφιλιωμένο, Για μια καρδιά πού άδολα αγαπάει!