Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔιΑΦωΝίΕς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔιΑΦωΝίΕς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016


η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου




Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αuτή, παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι ένας κόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι η καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του point d' honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμά του, το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά. [...]

Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ' όπου το πνεύμα έχει λείψει.




Η παράγραφος δεν τελειώνει όπως πιο πάνω.
Υπάρχει μια ακόμα πρόταση
που η υπερβολική της κατανάλωση
εξαφάνισε τις προηγούμενες:



Η    θρησκεία    είναι    το    όπιο    του    λαού.

 

oh-lucky-man



Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015


παραδομένος στον Καντ




Κοιμόταν και ξυπνούσε. Σηκωνόταν, έβρεχε τα μούτρα, έψηνε καφέ, καθόταν, διάβαζε. Πώς άντεχε να διαβάζει, αναρωτιόταν. Πώς άντεχε τόση σιγουριά κι αυτοπεποίθηση. Έβρισκε τόσο βλακώδη την ίδια πάντα τύχη κάθε ευφυούς συνάντησης με την πραγματικότητα. Ευφυούς... Πόσο πιο ευφυής ήταν, αλήθεια, απ' τον παππού του που ξεχώριζε όλα τα χόρτα και που γνώριζε το πώς, χωρίς να νοιάζεται για το γιατί. Μόνο μια σκέψη τον παρηγορούσε, και τους κοίταζε στα μάτια με σοφία. Τους πάγωνε. Η σκέψη απ' το Tractatus,  πως έτσι και νομίσεις πως ξέρεις τι θα γίνει μετά, αύριο, του χρόνου, εξηγώντας το παρόν, είσαι δεισιδαίμων· ότι είναι δεισιδαιμονία η πίστη στην αιτιακή πλοκή. Κι αυτή, τη δεύτερη σκέψη, την έπλαθε κάθε φορά όπως ήθελε. Αφού το παρόν ήταν πάντα παρόν και μόνον αυτό. Αφού το παρελθόν και το μέλλον δεν είναι παρά η αντίληψη που έχουμε γι' αυτά στο παρόν. Άρα, μονολογούσε, το να πάω να προβλέψω τι θα γίνει με τους φασίστες βάσει του τι έγινε το '30 είναι βλακεία. Αφού αυτό που τότε συνέβη το αντιλαμβάνομαι με όρους του σήμερα, αν προβλέψω, επαναλαμβάνω την ίδια δεισιδαιμονία. 

Είναι παράλογο, σκεφτόταν, να δυσφορούμε όλοι για όσα συμβαίνουν γύρω μας και να κάνουμε τα πάντα για να μην αλλάξει τίποτα. Είναι παράλογο να διαφυλάσσουμε συμφέροντα. Παράλογο. Έχουμε ρίξει άγκυρα στο μέλλον, έχουμε υποδουλώσει το παρόν στο μέλλον, αγνοώντας ότι ζούμε διαρκώς στο παρονθόν. Το παρελθόν, είχε μπροστά του τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του W. Benjamin, μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει την στιγμή ακριβώς της αναγνώρισής της και μετά χάνεται μια για πάντα. [...] Ανασύνθεση του παρελθόντος  [...] σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. 

Η μνήμη απαντά, επέμεινε να λέει στον εαυτό του. Δεν γίνεται χωρίς μνήμη. Σε ακολουθεί παντού σαν ρίγος. Δεν αντιστρέφει τον χρόνο ούτε τον ακινητοποιεί. Τον ανασυνθέτει στο παρονθόν. Συνέχισε να διαβάζει ξανά τις Θέσεις του Benjamin. Για την ιστορική συνείδηση· και για ένα γεγονός του Ιουλίου του 1830 στη Γαλλία:

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Ιούλη παρεμβλήθηκε ένα επεισόδιο που έδειξε πως αυτή η συνείδηση είναι ακόμα ζωντανή. Με τον ερχομό της πρώτης βραδιάς των συγκρούσεων συνέβη να πυροβοληθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ταυτόχρονα, τα ρολόγια των πύργων σε πολλά σημεία του Παρισιού.

Τριαντα πέντε χρόνια νωρίτερα το κούρδισμα και το λάδωμα του ρολογιού του Δημαρχείου του Παρισιού το είχαν αναλάβει δάσκαλοι που δεν μπορούσαν να ζήσουν μοναχά απ' τον πενιχρό μισθό τους. Ίσως κάποιοι από αυτούς να ρίξανε μετά τους πυροβολισμούς σ' αυτά τα φριχτά σύμβολα του χρόνου, όπως τα έβλεπε ο Spengler, που, τι ήσαν για τον Spengler τα δημόσια ρολόγια; - ίσως η πιο τερατώδης έκφραση την οποία μπορεί να λάβει γενικά μια ιστορική αίσθηση του χρόνου. Αλλόκοτες ταυτίσεις, σημείωσε στο txt που μόλις άνοιξε. Το παρελθόν - εικόνα του Benjamin και του Spengler, που, για τον δεύτερο, διατηρείται χάρη στο πραγματικό όργανο της ιστορίας, τη μνήμη. Η μνήμη απαντά, αρκεί να τεθεί το ερώτημα, ξανασκέφτηκε. Ίσως αρνούμαστε να θέσουμε ερωτήματα πια. Απαντιούνται αυτόματα μ' ενα γκουγκλάρισμα. 
Τα πυροβολημένα φριχτά ρολόγια του Παρισιού τού θύμισαν το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου: το ρολόι του καμπαναριού στην πόλη Ν. που κατείχαν οι αντάρτες του ΔΣΕ ήταν σταματημένο. Ο διοικητεύων, ναι, ο διοικητεύων, είχε βάλει τον αφηγητή να το επισκευάσει. Εκεί ο χρόνος έπρεπε να κυλά, τη βλάβη την είχε προκαλέσει μια βόμβα του τακτικού στρατού, ο διοικητεύων ήθελε ν' αποδείξει ότι ο δημοκρατικός στρατός και το κόμμα μπορούν να επιδιορθώσουν τις ζημιές που προκαλεί ο εχθρός. Βρήκε το απόσπασμα και διάβασε...

Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους, να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ' τον πρώην Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξη ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ' τις εννιάμιση στις δέκα παρά είκοσι έξη, λόγου χάρη και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. 

Η πρόοδος ήταν αναπόφευκτη, η ζωή όφειλε να τραβήξει την ανηφόρα με σημαίες, ταμπούρλα και ωρολόγια, το κόμμα όφειλε να βάλει τα χέρια του, να διορθώσει τη βλάβη, να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις του καμπαναριού της πόλης Ν., να διασφαλίσει την πρόοδο. Τι γίνεται, ρε γαμώτο, αγχώθηκε. Ποιος μπορεί να διαφέρει από ποιον, τελικά; Η ιδέα της προόδου, της εξέλιξης, της αύξησης, της ανάπτυξης είχε ριζώσει στους ανθρώπους από τον καιρό του Αριστοτέλη, τουλάχιστον, σε τούτη τη μεριά του πλανήτη. Ο Αλεξάνδρου, έγραφε για την εξέγερση της Κρονστάνδης ότι "οι Κρονστανδιώτες απέβλεπαν σε μια λύση που, μολονότι ήταν εχθρική για τον μπολσεβικισμό, δεν είχε καμιά σχέση με τις οπισθοδρομικές ιδέες...". Μπροστά, ήθελαν να πάνε. Μπροστά, πάνω, ανοδικά. Δεν ήταν οπισθοδρομικοί, ούτε συντηρητικοί. Η πιο διαδεδομένη ιδεολογική καραμέλα στον δυτικό κόσμο: η πρόοδος, η εξέλιξη, η εγγενής, εμμενής, νομοτελειακή πορεία. Πώς συντελείται η πρόοδος; "μέσω ενός ομογενούς και κενού χρόνου", απαντούσε ο Benjamin στις Θέσεις, ασκώντας κριτική στην ιδέα της προόδου. Μάταια; Περίπου. Είμαστε ταγμένοι θέλοντας και μη, έβαλε τα γέλια. 

Δεν άντεχε άλλο αυτές τις σκέψεις. Είχε κουραστεί. Άλλοτε θα το διασκέδαζε, επαναλαμβάνοντας την εμβληματική φράση του Νικολαΐδη, πως "όλα ξεκίνησαν όταν ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα". Η κούραση, όμως, τον πότισε σοφία και, πέρα απ' την πλάκα, ήξερε ποιος ήταν ο μεγάλος κρετίνος. Εκείνος ο Καντ ήταν που, χωρίς ενδοιασμούς, ύμνησε την πρόοδο σαν προϊόν του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ανθρώπους. Πήρε να διαβάσει, ξεσπώντας στα γέλια, την ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό, όπου ο φιλόσοφος αναγνωρίζει μία κλίση του ανθρώπου να αντιστέκεται στους άλλους και, "σπρωγμένος από φιλοτιμία, φιλοπρωτία ή φιλοχρηματία", κάνει "τα πρώτα αληθινά βήματα από τη βαρβαρότητα προς τον πολιτισμό...". Το γέλιο του έγινε σιγά - σιγά αδύνατο, δεν είχε πρόοδο, γνώρισε τη φθορά, την παρακμή, μεταμορφώθηκε σε τρόμο σχεδόν για τον μαέστρο που συντόνιζε τόσες ζωές, τόσους αγώνες για την ατομική, άρα και τη συλλογική, σύμφωνα με την καντιανή λογική, πρόοδο. Ο Καντ επέμενε απ' το χαρτί, ήταν η φωνή του καθήκοντος, της ηθικής, της τόλμης, του ρεαλισμού, ω Καντ, σου παραδίδομαι, ψιθύρισε:

Χωρίς εκείνες, τις καθ' εαυτές βέβαια καθόλου αξιαγάπητες ιδιότητες της ακοινωνησίας, από τις οποίες πηγάζει η αντίσταση που κατ' ανάγκη συναντά ο καθένας με τις εγωιστικές αξιώσεις του, όλα τα ταλέντα θα έμεναν αιώνια κλεισμένα στα σπέρματά τους, αν η ζωή είχε τον τύπο του αρκαδικού ποιμενικού ειδύλλιου και οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε τέλειαν ομόνοια, επάρκεια και αμοιβαίαν αγάπη· αγαθοί σαν τα πρόβατα που βόσκουν, δεν θα 'διναν τότε στην ύπαρξή τους μεγαλύτερην αξία από κείνην που έχουν τα κατοικίδια ζώα τους και δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν την κενότητα της δημιουργίας ως προς το σκοπό που όφειλε να έχει ως έλλογη Φύση. Ας ευγνωμονούμε λοιπόν τη Φύση που μας έπλασε ασυνεννόητους, ματαιόδοξους και εριστικούς, αδιάκοπα διψαλέους για υλικά αγαθά ή και για κυριαρχία! Χωρίς αυτές τις ιδιότητες όλες οι εξαίρετες καταβολές που υπάρχουν μέσα στην ανθρωπότητα, θα έμεναν βυθισμένες σε αιώνιο λήθαργο, ανεξέλικτες. 


Ο καντιανός χείμαρρος ήταν ασταμάτητος. Είχε μπαφιάσει. Πέταξε το βιβλίο, με τρόπο, στον καναπέ. Όλα ξεκίνησαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Καντ... Αέρα Πατέρα! φώναξε, κατεβάζοντας μια γενναία γουλιά.  









Κυριακή 21 Ιουνίου 2015


εμείς, τ' ανθρωπάκια



goodmemory




Ο Δαρβίνος μας πληροφόρησε ότι είμαστε ξαδέρφια των πιθήκων, όχι των αγγέλων. Μετά μάθαμε ότι προερχόμασταν από την αφρικανική ζούγκλα, και πως δεν μας έφερε ο πελαργός από το Παρίσι. Και δεν πάει πολύς καιρός που μάθαμε ότι τα γονίδιά μας είναι σχεδόν ίδια με εκείνα του ποντικού. 

Δεν ξέρουμε πια αν είμαστε αριστουργήματα του Θεού ή κακόγουστα αστεία του Διαβόλου.
Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια:
οι εξολοθρευτές των πάντων,
οι διώκτες του πλησίον μας,
οι δημιουργοί της ατομικής βόμβας, της βόμβας υδρογόνου και της βόμβας νετρονίου, η οποία είναι και η πιο οικονομική, αφού εξολοθρεύει τους ανθρώπους αφήνοντας άθικτα τα πράγματα,
τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν μηχανές,
τα μόνα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν,
τα μόνα που καταστρέφουν τα σπίτια τους,
τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει,
τα μόνα που είναι άξια να νοικιάσουν ή να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους, ή να νοικιάσουν και να πουλήσουν τους ομοίους τους,
τα μόνα που σκοτώνουν από ευχαρίστηση,
τα μόνα που βασανίζουν,
τα μόνα που βιάζουν.

Επίσης
τα μόνα που γελάνε,
τα μόνα που κάνουν όνειρα,
που μετατρέπουν σε μετάξι το σάλιο του σκώληκα,
που μετατρέπουν τα σκουπίδια σε ομορφιά,
που ανακαλύπτουν άγνωστα χρώματα στο ουράνιο τόξο,
που δίνουν νέες μουσικές στις φωνές του κόσμου
και δημιουργούν λέξεις, για να μην χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της.



Eduardo Galeano
Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία
Μτφ. Ισμήνη Κανσή
Εκδ. Πάπυρος, 2009




O Galeano "συνοψίζει" με παραδείγματα το τι είμαστε μόνον (only human) εμείς, τα ανθρωπάκια (we puny humans). Αν και δείχνει να αποδέχεται ανεπιφύλακτα όσα συγκροτούν τη βάση του επιστημονικού λόγου, δηλαδή τη θεωρία της εξέλιξης, που αντιμετωπίζει σαν μια επαρκή διάψευση της θεωρίας της δημιουργίας, και τα επιτεύγματα της τεχνολογικής διείσδυσης στον κόσμο των γονιδίων, ψιθυρίζει πειστικά την ανθρώπινη δόξα. Η ταπεινή σκέψη ότι αυτή η δόξα κάλπασε με το άρμα της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν θα τον έβρισκε σύμφωνο. 

Όμως η σκέψη κάθε ανθρώπου συχνά πετάει ελεύθερη από τους κανόνες που έχει ο ίδιος δημιουργήσει ή εσωτερικεύσει για να εξασφαλίζει την ένταξη και την αποδοχή. Αν και αυτή η σκέψη, για τη σκέψη κάθε ανθρώπου, ίσως να υποβλήθηκε από μια γενικότερη διάθεση να γίνουν πιο διαφανή τα στεγανά μεταξύ των ανθρώπων. Τα οποία, εδώ που τα λέμε, προϊόντα σκέψης φαίνεται πως είναι παρά τίποτα βαριά κατασκευάσματα. Εμείς, τα θρωπάκια, θα συνεχίσουμε.





Pinterest - L. Griffith






άλλα εν τω MHNYMAL θρωπάκια:




Κυριακή 24 Μαΐου 2015


η συναρπαστικά πλουραλιστική κατανάλωση ελευθερίας



Μερικές φορές δεν γράφω ό,τι μου κατεβαίνει. Όταν έγραψα τις προάλλες ότι ο καθείς εναρμονίζεται στον επελθόντα (αν και παρονθόντα) χρόνο, ως έπραξαν επί παραδείγματι ο Μαρξ, ο Κροπότκιν, ο Φρόιντ, η γιαγιά μου και άλλοι, δεν το έγραψα επειδή μου κατέβηκε εκείνη την ώρα. 


Doisneau


Ο Μαρξ, διέκρινε η H. Arendt, συνόψισε, εννοιοποίησε και μετασχημάτισε σε πρόγραμα τις λανθάνουσες θεμελιώδεις αντιλήψεις διακοσίων ετών νεωτερισμού. Η Arendt, επισήμανε την εναρμόνιση του Μαρξ εναρμονιζόμενη στο δικό της παρονθόν, όπως κι ο G. Steiner που στις θεωρίες του "Προμηθέα/Μαρξ", του Φρόιντ αλλά και του Λεβί - Στρως, ανακάλυψε μυθολογίες που υποκαθιστούσαν τον χριστιανικό μεσσιανισμό: Για τον Φρόυντ, η εν λόγω κληρονομιά των αρχέτυπων αναμνήσεων των απαρχών της ζωής του ανθρώπου παίζει τον ίδιο ρόλο με την πτώση του ανθρώπου, με την ανυπακοή του ανθρώπου απέναντι στον Θεό, όπως παρουσιάζεται στη θεολογία του Αποστόλου Παύλου. Βυθισμένος στον εναρμονισμένο ακαδημαϊσμό του, ο Steiner αντιλαμβανόταν την αλήθεια σαν κάτι που παραφυλάει τον άνθρωπο να του τη φέρει κατακέφαλα, όταν εκείνος την πλησιάσει, λες και δεν θα ήταν, όπως πάντα, μια επινόησή του. 

Τον προηγούμενο του προηγούμενου αιώνα η αναζήτηση της αλήθειας με την ανάπτυξη των επιστημών είχε εγγυημένη και αδιαμφισβήτητη πρόγνωση. Κι αυτό ίσχυε για όλους. Ο αναρχικός Κροπότκιν είχε στο τσεπάκι τη λύση για τη διατροφή των επαναστατημένων Παριζιάνων: Σύντομα βέβαια, στην εντατική καλλιέργεια θα μπορούν να επιδοθούν όλοι οι αγρότες, καθώς σύγχρονα, τελειοποιημένα μηχανήματα και λιπάσματα χημικά και άλλα θα τεθούν στη διάθεση της κοινότητας. Οι κλιματολογικές συνθήκες, αγαλλίαζε, δεν είναι πια εμπόδιο: Όταν δεν υπάρχει ηλιοφάνεια, ο άνθρωπος την αντικαθιστά με τεχνητή θέρμανση και βλέπουμε τον ερχομό μιας εποχής όπου και το τεχνητό φως θα χρησιμοποιείται στην καλλιέργεια των φυτών. Εντυπωσιακά μεσσιανιστής, ο Κροπότκιν ισχυριζόταν, όπως ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, ότι η δουλειά θα γινόταν μια απόλαυση, μια γιορτή, μια ανανέωση της ψυχής και του σώματος, κι ότι αυτή η αντιστροφή της μισθωτής σκλαβιάς θα βασιζόταν στα μηχανήματα, την ευφυΐα και την τεχνική γνώση...

Κι η γιαγιά μου; Κι αυτή εναρμονισμένη με την εποχή της ήταν. Κατάπινε μια ζωή τις περιστασιακές σχέσεις του μπερμπάντη παππού και δεν διέλυσε την οικογένειά της. Ο παππούς, καλός νοικοκύρης και οικογενειάρχης, είχε μιαν αδυναμία στο "ωραίο φύλο". Όλα κύλησαν στη σιωπή. Στα βαθιά τους γεράματα έζησαν το ίδιο αγαπημένοι, χωρίς άλλες θηλυκές απειλές για τη γιαγιά, την αδιαφιλονίκητη σύζυγο. Η γιαγιά ήταν αδύνατο να εννοήσει την ελευθερία στον έρωτα και την απελευθέρωση της γυναίκας. Είχε πρόβλημα ηθικό. Μια άλλη ηθική, μιας άλλης κουλτούρας, είχε στο μεταξύ αναγνωρίσει το δικαίωμα στις ελεύθερες σχέσεις, στην ελευθερία της επιλογής. Η ρηξικέλευθη νέα ηθική έβρισκε ένθερμους θιασώτες στους κόλπους των νέων προοδευτικών της αριστεράς. Η στοίχιση στην προοδευτικότητα, στην αυταπάτη της γραμμικής ανηφορικής εξέλιξης των κοινωνιών, προκαλούσε μιαν αρ-υστερική τύφλωση που δεν τους επέτρεπε ν' αντιληφθούν την απαλή σύμπλευση της ελευθεριότητας με την γενικευμένη καταναλωτική ελευθερία. Ο Christopher Lasch στα 1984 για τον Ελάχιστο Εαυτό, δια του Β. Τομανά στα 2006:



Η πλουραλιστική σύλληψη της ελευθερίας βασίζεται στην ίδια την πρωτεϊκή αίσθηση του εαυτού που βρίσκει δημοφιλή έκφραση σε πανάκειες όπως "ανοιχτός γάμος" και "μη δεσμευτικές σχέσεις". Και οι δύο προέρχονται από την κουλτούρα της κατανάλωσης. Μία κοινωνία καταναλωτών ορίζει την επιλογή όχι ως την ελευθερία να επιλέγουν τον τρόπο δράσης τους αλλά ως την ελευθερία να επιλέγουν τα πάντα την ίδια στιγμή. "Ελευθερία επιλογής" σημαίνει "να διατηρείς ανοιχτές τις επιλογές σου". Η άποψη ότι "μπορείς να είσαι ό,τι θέλεις", αν και κρατάει κάτι από την παλαιότερη άποψη της καριέρας της ανοιχτής στα ταλέντα, έχει φτάσει να σημαίνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να υιοθετούν και να απορρίπτουν ταυτότητες σαν να αλλάζουν ρούχα. Ιδεατά, επιλογές φίλων, εραστών και καριέρας θα πρέπει να μπορούν να ακυρώνονται ακαριαία: αυτή είναι η με ορατό τέλος, εμπειρική σύλληψη της καλής ζωής την οποία υποβαστάζει η προπαγάνδα των εμπορευμάτων, που περιβάλλει τον καταναλωτή με εικόνες απεριόριστων δυνατοτήτων. Αλλά αν η επιλογή δεν συνεπάγεται πια δεσμεύσεις και συνέπειες - όπως, λόγου χάρη, το να κάνεις έρωτα είχε παλιά σημαντικές "συνέπειες", ιδίως για τις γυναίκες - η ελευθερία να επιλέγεις καταλήγει πρακτικά στο να μην επιλέγεις. Αν η ιδέα της επιλογής δεν ενέχει τη δυνατότητα του ανθρώπου να αλλάξει κάτι, να αλλάξει την πορεία των γεγονότων, να θέσει σε κίνηση μία αλληλουχία συμβάντων που ενδέχεται να αποδειχθεί ακατανίκητη, τότε είναι άρνηση της ελευθερίας που ισχυρίζεται ότι στηρίζει. Η ελευθερία ανάγεται στην ελευθερία του ανθρώπου να διαλέγει ανάμεσα στη Μάρκα Χ και τη Μάρκα Ψ, ανάμεσα σε εναλλάξιμους εραστές, εναλλάξιμες δουλειές, εναλλάξιμες γειτονιές. Η πλουραλιστική ιδεολογία αντανακλά επακριβώς την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, στην οποία τα φαινομενικώς ανταγωνιζόμενα προϊόντα μπορούν να ξεχωριστούν ολοένα πιο δύσκολα και άρα πρέπει να προωθηθούν με τη διαφήμιση, που επιδιώκει να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της ποικιλίας και να παρουσιάσει τα προϊόντα αυτά ως επαναστατικές καινοτομίες, συναρπαστικές προόδους της σύγχρονης επιστήμης και μηχανικής, ή, στην περίπτωση των προϊόντων του μυαλού, ως διανοητικές ανακαλύψεις που η κατανάλωσή τους θα φέρει ακαριαία ενόραση, επιτυχία ή ψυχική γαλήνη. 



Πέμπτη 9 Απριλίου 2015


Ο Ellul, η Αναρχία, ο Ιησούς



Τότε ο Ιησούς τους απαντά ότι δεν έχουν καταλάβει τίποτε, έπειτα προσθέτει αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ: "Γνωρίζετε ότι οι ηγέτες των εθνών τυραννούν τα έθνη και ότι οι Μεγάλοι τα υποδουλώνουν. Δεν θα γίνει το ίδιο μ' εσάς. Όποιος θέλει να είναι μεγάλος σ' εσάς, ας είναι Υπηρέτης". Να, λοιπόν, ποια είναι η γενική γνώμη, που επικρατεί χωρίς κανένα περιορισμό ούτε διαφοροποίηση: όλοι οι ηγέτες των εθνών, οποιοδήποτε και αν είναι το έθνος, οποιοδήποτε και αν είναι το πολιτικό καθεστώς, τυραννούν τα έθνη. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική εξουσία χωρίς τυραννία! Αυτό είναι για τον Ιησού προφανές και βέβαιο. Μ' άλλα λόγια, δεν υπάρχει πολιτική εξουσία που να είναι καλή, όταν υπάρχουν ηγέτες και Μεγάλοι! [...] Αλλά ας σημειώσουμε, από την άλλη μεριά, ότι ο Ιησούς δεν κηρύττει την εξέγερση και την υλική μάχη ενάντια σ' αυτούς τους βασιλιάδες και τους μεγάλους. Επιστρέφει το ερώτημα που του τέθηκε και, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, βάζει στο παιχνίδι τους συνομιλητές του: "Αλλά σ' εσάς...": δεν είναι το ίδιο σ' εσάς. Μ' άλλα λόγια: μην ασχολείστε τόσο με την καταπολέμηση αυτών των βασιλέων, αφήστε τους κατά μέρος, και συγκροτήστε μια κοινωνία στο περιθώριο, που παύει να ενδιαφέρεται για όλ' αυτά, μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει "εξουσία", αυθεντία, ιεραρχία... Κάντε κάτι άλλο απ' αυτό που γίνεται κανονικά στην κοινωνία, την οποία δεν μπορείτε να τροποποιήσετε: στο χέρι σας είναι να δημιουργήσετε πάνω σ' άλλες βάσεις μια άλλη κοινωνία. Μπορούμε προφανώς να καταδικάσουμε αυτή τη στάση, χαρακτηρίζοντάς την "απολιτική". Και πράγματι, θα το ξαναδούμε, αυτή είναι η συνολική στάση του Ιησού. Αλλά, ας προσέξουμε πως δεν είναι "αντι-κοινωνική", δηλαδή δεν συμβουλεύει να φύγουμε απ' την κοινωνία και να πάμε στην έρημο, αλλά να μείνουμε σαφώς στην κοινωνία και να συγκροτήσουμε κοινότητες που βασίζονται σ' άλλους κανόνες, σ' άλλους νόμους.


Ο Jacques Ellul, στο βιβλίο του Αναρχία και Χριστιανισμός δηλώνει απερίφραστα ότι "ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός", αλλά διαχωρίζει τη θέση του ως προς το εφικτό του οράματος: "ένας γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία, είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω". Ο Ellul υιοθετεί την "δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης", το homo homini lupus. Ο άνθρωπος, γράφει,  έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά: τον πόθο της απόκτησης και το πνεύμα ισχύος/εξουσίας. Αναπόφευκτα, υποστηρίζει, ο άνθρωπος, αν αφεθεί ελεύθερος, "θα επιδιώξει να κυριαρχήσει", "θα ποθήσει ν' αποκτήσει". 

Όσο κι αν επιμένουμε για το αντίθετο, η ουσιοκρατική ιδέα μοιάζει ανίκητη. Η ελπίδα για ένα πέρασμα από την προϊστορία στο βασίλειο της ιστορίας ελέγχεται για χιλιασμό. Ο μόνος πραγματικός χώρος είναι το κλουβί της καθημερινότητας. Και το τεχνικό σύστημα του κλουβιού...




Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014


του πλάτωνος η σκέψις
με μισούσε







Αδείμαντε, του απάντησα εγώ, δεν είμαστε ποιητές, εγώ κι εσύ, αυτή τη στιγμή - μια πόλη πάμε να ιδρύσουμε. Αυτό το οποίο οφείλουμε να ξέρουμε ως ιδρυτές της πόλης είναι τα καλούπια που πρέπει να χρησιμοποιούν οι ποιητές για τους μύθους τους και που αν δεν τα λαμβάνουν υπόψη τους, δεν θα πρέπει να τους επιτρέπουμε να γράφουν κι όχι να πλέκουμε εμείς μύθους. 
Σωστά, είπε· αυτά όμως τα καλούπια για τις ιστορίες με τους θεούς πώς ακριβώς θα είναι;
Να, κάπως έτσι, είπα: είτε για επική ποίηση πρόκειται είτε για λυρική είτε για τραγωδία, το θείο πρέπει πάντοτε να παριστάνεται απαράλλαχτα όπως είναι.
Πράγματι, πρέπει.
Ο θεός όμως δεν είναι σταλήθεια αγαθός και δεν πρέπει ως τέτοιον να τον περιγράφουν;
Ασφαλώς· γιατί ρωτάς;
Ωστόσο κανένα αγαθό πράγμα δεν είναι βλαβερό· έτσι;
Νομίζω, ναι.
Άραγε κάτι που δεν είναι βλαβερό προξενεί βλάβη;
Με κανέναν τρόπο.
Και κάτι που δεν προξενεί βλάβη κάνει κανένα κακό;
Κανένα.
Και κάτι που δεν κάνει κανένα κακό θα μπορούσε να ήταν αιτία κάποιου κακού;
Πώς θα ήταν αυτό δυνατό;
Το αγαθό, πάλι, είναι ωφέλιμο;
Ναι.
Επομένως είναι αιτία ευτυχίας.
Ναι.
Συνεπώς το καλό δεν είναι η αιτία για όλα τα πράγματα αλλά μόνο για τα καλά, ενώ για τα άσχημα πράγματα δεν φέρει ευθύνη.
Συμφωνώ απολύτως, είπε.
Επομένως, είπα εγώ, ούτε και ο θεός, ως αγαθός που είναι, είναι η αιτία για όλα όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους, όπως λέει ο πολύς κόσμος, αλλά για λίγα μόνο, ενώ για πολλά άλλα δεν είναι υπαίτιος· γιατί στη ζωή μας τα καλά πράγματα είναι πολύ λιγότερα από τα άσχημα, και τα καλά αυτά δεν πρέπει να τα αποδίδουμε σε κανέναν άλλο, ενώ για τα άσχημα πράγματα πρέπει να αναζητούμε κάπου αλλού την αιτία τους κι όχι στο θεό. 




Πλάτωνος Πολιτεία
Μτφ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλου
Εκδόσεις Πόλις - 2002
σελ.160, 162









Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014


ΜόΚΟ
ή
περί του Διοικητού
του Μέλλοντος των Υπερσυντελύκων




mokodance


ο αξιότιμος διxαστής η μπαλαρίνα μημουάπτου 
το δράμα της προσωπίδας ένα κασόνι ξεκάμπανο 
στυφό ένα καλωσόρισμα καθώς νύχτα ο καιρός 
σέρνεται από προβλέψεις μια κουρασμένη φοιτήτρια 
ένας ντελιβεράς ευφυής η λύπη εύκολη 
η μόρφωση της άρνησης στης ήττας τη σχολή 
η λίστα των κανόνων νύξη ντα κάπο της αυγής 
διορίζει τον φυγά της αφελούς ωμότητος 
μην ενοχλείτε τον οχληγόν μην κύπτετε ινα μην 
τραπείτε εις φυγήν εις το όνομα του αγνώστου κάπο 
εν μέσω διδαχών των ψυχίων ημών 
των απράγων κοπτήρων μην κόπτετε ίνα μην 
κόπτεσθε ίνα μην κληθείτε εν τω μέσω της νυκτός  
εκ του παλαιού τραύματος ήτοι εκ της περί αυτού ιδέας 
ήτις κατέστη τραύμα ιδεαζόμενη ελευθερίας
 υπονομεύουσα τη σιωπή των ευγλώττων ομμάτων 
νάτηνε ξαφανιζόλ στον άγνωστον ορίζοντα 
των ομματιών της πήρε η δούλη απ' το ιερό 
του διοικητού των μελλόντων των χρόνων όλων



moko



κάνετε μόκο τσιριμό μη νοσταλγείτε

το που σας έταξε η ελπίδα μερδικό
μιας ιδεώδους κοινωνίας μην αργείτε
 κάλλιο έναν ξένο ναγαπάς παρά δικό

κάνετε μόκο συντηρήστε τη μασέλα
η γλώσσα έγκλειστη στο στόμα η καψερή
να ονειρευτεί πως στο καλάμι έβαλε σέλα
ενώ έχει σπάσει τα παΐδια της σερί

κάνετε μόκο η ζωή είν' ένα μπλόκο

δούλοι μουγκοί λάικ μουά όπως χιλιάδες
η γλώσσα είναι φυλακή κάνετε μόκο
μόκο μαλλιάδες κατσαπλιάδες βασιλιάδες 




dipyadeep

πρόκειται περί διασκευής αυτού


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

αλλού στη γάστρα κι αλλού βυζάστρα



Είναι περίεργο που έχουμε μνήμες, από ήχους και εικόνες, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Θα ήμουν το πολύ 5 - 6 χρονών, μα θυμάμαι το γαϊδουράκι φορτωμένο στο δρόμο από το Σοποτό για το σπίτι. Καλοκαίρι, κάτω απ' τον ήλιο. Όταν κοντοστεκόταν, ο παππούς το χτυπούσε με μια βέργα. Θυμάμαι τα καπούλια του γδαρμένα, σταγόνες αίμα. Οι πρώτες μνήμες από οικόσιτα ζώα έρχονται από την Κρήτη, από τα καλοκαίρια των διακοπών στο χωριό. Οι όρθες στην αυλή της γιαγιάς, το γαϊδούρι, η φοράδα του μπαρμπα-Σπύρου, που είχα καβαλήσει κι εγώ, η αγελάδα που έπινε ένα καζάνι νερό απνευστί και τα οζά. Πηγαίναμε στα οζά με τη φοράδα. Σε πολλά χωριά οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν κοντά στα ζώα. Έχουν αλλάξει πολλά, η διατροφή δεν βασίζεται πια κυρίως στην τοπική γεωργία και κτηνοτροφία, όμως τα πρόβατα δεν είναι μονάχα πλαστικά ομοιώματα για τη φάτνη του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το πρωί σε ξυπνούν τα κουδούνια τους, στους δρόμους θα δεις καβαλίνες. 

Σ' αυτό το χωριό των διακοπών των παιδικών μου χρόνων, τα ζώα και η μεταχείρισή τους από ανθρώπους έγιναν το περασμένο καλοκαίρι αιτία μιας μεγάλης αναστάτωσης. Η αντίδραση των κατοίκων στην εγκατάσταση ενός χώρου περίθαλψης αδέσποτων σκυλιών, η απίστευτη πράξη της δηλητηρίασης δεκάδων από αυτά, τα πρόβατα που κατασπάραξαν αδέσποτα σκυλιά που είχαν ξεφύγει από τον χώρο τους ή που κάποιοι τα είχαν ξεφορτωθεί απέξω... Η Κάινα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, που λένε. Το θέμα απασχόλησε το BBC, κάποιοι απείλησαν ότι θα διώξουν τον τουρισμό απ΄την περιοχή, ή απ' όλη την Κρήτη, σαν αντίποινα στη λογική της συλλογικής ευθύνης. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού στον Αποκόρωνα Χανίων ένιωσαν τις ωδίνες της μετάβασης από την οικοσιτιστική στη μεταοικοσιτιστική εποχή. 




"Η εκλεπτυσμένη κοινωνία πίστευε συνήθως ότι η κακομεταχείριση των ζώων ήταν ένα κουσούρι των κατώτερων τάξεων, χωρίς να αναλογίζεται ότι τα μέλη της δικής της τάξης ποτέ δεν δούλευαν σαν ζωέμποροι, χασάπηδες, αγωγιάτες ή αμαξάδες", παρατηρεί ο R. Bulliet στο βιβλίο του Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ που αναφέρεται στο παρελθόν και το μέλλον των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και άλλων ζώων και κυκλοφορεί σε μετάφραση Ν. Κούρκουλου. Ο Bulliet διακρίνει την ιστορία αυτών των σχέσεων σε τέσσερις περιόδους. Στη μεταοικοσιτιστική εποχή μας, οι άνθρωποι ζουν από τη μια απομακρυσμένοι από τα ζώα που παράγουν τροφή, ύφασμα και δέρμα και δεν βλέπουν ποτέ πώς έρχονται σε σεξουαλική επαφή ούτε πώς σφάζονται· από την άλλη, έχουν στενές σχέσεις με ζώα συντροφιάς. Κι ενώ καταναλώνουν ζωικά προϊόντα, "δοκιμάζουν αισθήματα ενοχής, ντροπής και αποστροφής" για όσα ξέρουν ότι τραβάνε τα ζώα - πρώτες ύλες των βιομηχανιών τροφίμων, ένδυσης κλπ. Στην οικοσιτιστική  περίοδο οι άνθρωποι, ιδιαίτερα της υπαίθρου, ζούσαν μαζί με τα ζώα. Όχι με τα ζώα συντροφιάς, με τ' άλλα, που παράγουν. Στην προοικοσιτιστική περίοδο δεν υπήρχαν οικόσιτα ζώα, η κρεοφαγία ήταν δυνατή χάρη στο κυνήγι, αλλά οι σχέσεις ανθρώπων και ζώων ενείχαν στοιχεία ιερότητας. Τέλος, στο πρώτο στάδιο, του διαχωρισμού, οι πρόγονοί μας απέκτησαν συνείδηση της ανθρωπιάς τους, της διαφορετικότητάς τους από τ' άλλα ζώα. 

Η επαφή ενός τουρίστα του οικοσιτισμού με την πιο βίαιη πλευρά του, με τη σφαγή του ζώου, είναι οδυνηρή. Πριν λίγες δεκαετίες χρειάστηκε να βοηθήσω στο σφάξιμο ενός γουρουνιού που είχε εκτραφεί για να μας προσφέρει το αγνά ταϊσμένο κρέας του για μπριζόλες, σελινάτο κλπ. Ήταν Χριστούγεννα, λίγο πριν. Έπρεπε να το τραβάω με δύναμη μ' ένα σχοινί. Αυτό στύλωνε τα πόδια κι έβγαζε μια φρικιαστική κραυγή. Χωρίς διακοπή. Ήμουν σίγουρος ότι ήξερε τι θα συμβεί από λεπτό σε λεπτό. Ήμουν σίγουρος ότι και το ταίρι του, που παρακολουθούσε τη σκηνή, μάντευε το δικό του αιμόφυρτο μέλλον. Μια μπαλταδιά στο κεφάλι, κι αμέσως το μαχαίρι στο λαρύγγι, αίμα πηχτό που πλατάγιζε, λίγα βήματα, αντανακλαστικές κινήσεις σφαγίου, κι έπειτα στο έλεος των σφαγέων: για γδάρσιμο και για τεμάχισμα. 





Τρεις παπάδες τρία αγγούρια
κυνηγούσαν μια γαϊδούρα.
Δω την έχουν κει την έχουν
μες στο ρέμα την κατέχουν.
Στέκα βρε ευλογημένη
που είναι η πούτσα καυλωμένη
άμα παρ' και ξεφουσκώσει
ποιος αδειάζ' να στο χώσει; 

Πριν από 16 χρόνια, η ομάδα του Ιού της τότε Ελευθεροτυπίας δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μακριά γαϊδούρα που βασίστηκε στη δημοσιευμένη στο Παρίσι μελέτη της Marie-Christine Anest Κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, διαβατήριες τελετές και ανδρική μύηση στη σύγχρονη Ελλάδα, που περιελάμβανε το πιο πάνω δημοτικό τραγούδι. Το δημοσίευμα, μάλλον ασυνήθιστο για τους γενικούς προσανατολισμούς του Ιού, είχε θέμα τη μακριά γαϊδούρα, ένα παιχνίδι που, σύμφωνα με την Anest, 
αποτελεί "επιβίωση (ή συμπλήρωμα) των παραδοσιακών τελετών που συνοδεύουν την ενηλικίωση των ελληνόπουλων και περιλαμβάνουν σημαντικά στοιχεία ομαδικής κτηνοβασίας και ομοφυλοφιλίας". Στο βιβλίο περιγράφονται οι επαφές της μετάβασης στην ενηλικίωση με τη γαϊδάρα στο ρόλο της "πρώτης γυναίκας", που επιβίωναν μέχρι τις μέρες εκπόνησης της μελέτης της, κυρίως στην Κύπρο και την Κρήτη. 

Ο Bulliet αφιερώνει στον γάιδαρο ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του, αφού, όπως αποκαλύπτει, το βιβλίο προέκυψε από την περιέργειά του για τον θρησκευτικό και σεξουαλικό συμβολισμό του γαϊδάρου, συμβόλου και του μεσσία και του σατανά, συμβόλου, τελικά, της μωρίας. Στο κεφάλαιο για τον Μεταοικοσιτισμό, αναφέρεται στον "πρωτοπόρο της σεξολογίας" Χάβελοκ Έλις, ο οποίος θεωρούσε κοινότερο, αλλά όχι μοναδικό, σεξουαλικό παρτενέρ τη γουρούνα. Σε έρευνες που γίνονταν στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, είχε παρατηρηθεί ότι νέοι άντρες, που είχαν μεγαλώσει σε αγροτικές περιοχές, παραδέχονταν ότι ομήλικοί τους είχαν σεξουαλικές εμπειρίες με ζώα, ποτέ όμως οι ίδιοι. "Ένας Τούρκος πληροφορητής", διαβάζουμε, "που είχε παραδεχτεί ότι νεαροί συγχωριανοί του συνουσιάζονταν με γαϊδούρες, όταν έμαθε ότι για τους Αμερικάνους η συνουσία με πρόβατο αποτελεί το στερεότυπο της κτηνοβασίας, παρατήρησε: "Με πρόβατο; Τι αηδιαστικό!"."

Η σεξουαλική διάσταση των σχέσεων ανθρώπου και άλλων ζώων έχει το μερίδιό της και στη λογοτεχνία. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του Εμπειρίκου Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, το πρώτο ήταν η Αργώ, η θηριοδαμάστρια Ζεμφύρα ανακαλύπτει τη θηλυκή ηδονή χάρη στις θωπείες του Ζαμβέζη, ενός λιονταριού που η γλώσσα του "θερμή, λακταριστή και κάθυγρος, λείχουσα και περιλείχουσα τους σφύζοντας ελαστικούς μαστούς της δαμαζομένης νεάνιδος" της έδωσε να καταλάβει ότι "δεν ήτο θύμα του άρρενος το θήλυ, αλλ' απαραίτητον συμπλήρωμά του". Ο Εμπειρίκος περιγράφει στον πρώτο τόμο του πρώτου μέρους του Μεγάλου Ανατολικού τη συνεύρεση της διάσημης Αγγλίδος ηθοποιού Τζέην Μπόσουελ με τον μολοσσό Μπομπ: "οι ωθήσεις του πελωρίου σκύλου ήσαν τόσον σφοδραί, ώστε μόλις εισεχώρησε το εξωγμωμένον γεννητικόν του όργανον εις την χαίνουσαν διά να το δεχθή μουνότρυπαν, με την πρώτην παλινδρομικήν κίνησιν εξήλθε πάλιν, εισήλθε και εξήλθε εκ νέου...", βεβαίως, "...ενώ η Τζέην, σείουσα πάντοτε τον λευκόν της κώλον, και τινάσσουσα σφορδώς το αιδοίον της προς τα οπίσω, εις πλήρην ανταπόδοσιν των γαμικών ωθήσεων του επιβήτορός της, οίμωζε και ολόλυζε από ηδονήν..."

Όμως, την πάτησα σαν τον Bulliet. Ξεκίνησα με σκοπό να γράψω άλλα· για την κρεοφαγία και δη τη γουρουνοφαγία των ημερών ανάμνησης της έλευσης επί γης του θεανθρώπου






Η κρεοφαγία, από την προοικοσιτιστική εποχή, ήταν συνδεμένη με το ιερό και προϋπέθετε τη θυσία. "Ένα τυπικό χαρακτηριστικό", γράφει ο Burkert, "είναι η συλλογή των οστών, ιδιαίτερα των μηριαίων οστών, του θύματος και η απόθεσή τους σε κάποιον ιερό χώρο, και το στήσιμο του κρανίου του ζώου επάνω σε ένα δέντρο ή έναν πάσσαλο. Αυτό μαρτυρείται από την Παλαιολιθική εποχή και αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής θυσιαστήριας πρακτικής: το κάψιμο των μηριαίων οστών επάνω στο βωμό, μηρία καίειν, και το στήσιμο βουκρανίων για να σημαδευτεί ένα ιερό ή ένας βωμός. Εξηγώντας την πρακτική αυτή με λόγια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ζώο "δίνεται πίσω" στον υπερφυσικό ιδιοκτήτη του και να αναφέρει ένα μύθο που αφηγείται πώς ένα ζώο ξεπήδησε από τα συλλεγμένα οστά του, ξαναγεννημένο και ζωνταντό·". Οι τελετουργίες συνεχίστηκαν και με το πέρασμα στην εποχή της γεωργίας, και του οικοσιτισμού - θα πρόσθετε ο Bulliet, με αυξημένη συμβολική σημασία. 

Σ' ένα από τα κείμενα του βιβλίου Θυσία και Μαγειρική στην Αρχαία Ελλάδα, ο Jean-Luis Durand αναλύει την "τοπολογία των βρώσιμων σωμάτων" εξετάζοντας κυρίως μιαν ιωνική υδρία, που λεπτομέρειά της απεικονίζεται πιο κάτω. Ό,τι παρουσιάζεται σ' αυτήν έπεται της θανάτωσης του ζώου. Όπως περίπου η πράξη της θανάτωσης δεν έχει θέση στη σκηνή του αρχαίου δράματος. Βρήκε πάντως θέση πιο πάνω, σαν ανάμνηση εμού του βλασφήμου. 
Η αιδώς των αγγείων δεν προδίδεται ποτέ, ο θάνατος και η θυσία διαχωρίζονται πάντοτε. Η χειρονομία που ανοίγει πέρασμα στον θάνατο μέσω του λαιμού των ζώων δεν αναπαρίσταται ποτέ. Το μαχαίρι πλησιάζει, κάποτε μάλιστα πολύ κοντά, αλλά η ίδια η πράξη που αιματοβάφει το μαχαίρι και τον βωμό δεν αναπαρίσταται. Όταν το λαρύγγι κόβεται από το σίδερο, η έννοια της θυσίας απομακρύνεται από την εικόνα. Τότε, το ανοιχτό λαρύγγι δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από τον θάνατο του ζώου, έναν θάνατο που δύσκολα καταλαβαίνουμε, μυστηριακό, που δεν αναφέρεται πλέον παρά σ' αυτόν. 
Ο Durand περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την τελετουργία της θυσίας, την ανατομία του ζώου που γνωρίζουν άριστα όσοι συμμετέχουν στην τελετή, την αντίληψη του ζώου σαν μέσου για την επικοινωνία με τους θεούς. Ο ιερέας, για λογαριασμό τους, θα κρατήσει κάποια κομμάτια κρέας που δεν θα φαγωθούν. Αν κάποιοι βλέπουν σ' αυτά μόνο ένα παραμύθι για δεισιδαίμονες, δεν αντιλαμβάνονται ότι εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, αφού δεν μπορέσαμε τουλάχιστον να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση της ιερής θυσίας, παραπαίουμε σ' έναν δρόμο δίχως νόημα που οδηγεί στην πόρτα του μικροβιολογικού εργαστηρίου για να μετρήσουμε χοληστερίνες και τριγλυκερίδια και να διαλέξουμε ανάλογα με τ' αποτελέσματα το βαθμό έκθεσής μας στην επίθεση των λιπαρών, αγνοώντας αίμα και οιμωγές, τρώγοντας τοστάκι ή γύρους καθώς παρακολουθούμε θρίλερ στο σπίτι, υποκαθιστώντας με αλλότριες εικόνες, όπως πιστεύει ο Bulliet, ενστικτώδεις ανάγκες. Προσπερνώ αυτή την εμμονή στην ανθρώπινη φύση, θέμα που συνυφαίνεται με τις αγωνίες της υπόθεσης MHNYMAL. 





Γουρούνι, λοιπόν. Σε κάποια χωριά εδώ γύρω το λένε γρν. Πρώτο στις προτιμήσεις των Αμερικανών κτηνοβατών των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μάλλον όχι των Γερμανών σήμερα, που θα πρέπει να προτιμούν τα πρόβατα. Γουρούνια σ' όλη την Ευρώπη, χοιρινές μπριζόλες και λουκάνικα, χοιρινό με σέλινο κατά την παράδοση, με δαμάσκηνα δια το γκουρμέ, το γουρούνι του ελληνικού δωδεκαημέρου, των γιορτών που ξεκινούν με τα Χριστούγεννα, ενός Χριστού που δεν το έβαλε ποτέ στο στόμα του, όπως κάθε καλός εβραίος· γουρούνι: ποσότητα, επίδειξη, αφθονία. Κι οι καταναλωτές, παραπαίοντα εκκρεμή ανάμεσα στην κραιπάλη και την περιρρέουσα πείνα της κρίσης αφθονίας. Εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Ο Braudel για τον ευρωπαϊκό υλικό πολιτισμό  μέχρι τον 16ο αιώνα:
Μαγειρεμένο μ' όλους τους τρόπους, βραστό ή ψητό, συνδυασμένο με λαχανικά και με ψάρια ακόμη, το κρέας σερβίρεται ανάκατα, "σε μορφή πυραμίδας" μέσα σε τεράστιες πιατέλες που στην Γαλλία ονόμαζαν mets. Έτσι, όλα τα ψητά το ένα πάνω στο άλλο αποτελούσαν ένα μόνο mets, του οποίου οι πολύ ποικίλες σάλτσες προσφέρονταν χωριστά. Δεν δίσταζαν ακόμη να στοιβάζουν όλα τα φαγητά μέσα σε μια μοναδική πιατέλα κι αυτή την πιατέλα, με το αηδιαστικό ανακάτεμα, την ονόμαζαν επίσης mets. Το 1361 και το 1391, χρονιές για τις οποίες διαθέτουμε ήδη γαλλικά βιβλία μαγειρικής, τα ονόμαζαν ήδη πιάτα: ένα γεύμα με έξι πιάτα ή mets εσήμαινε, όπως θα λέγαμε εμείς, έξι ειδών φαγητά. Όλα πλουσιοπάροχα, τόσο που συχνά δεν τα βάζει ο νους μας. Να ένα μόνο mets, παρμένο από το Ménagier De Paris (1393), από τα τέσσερα που προσφέρει διαδοχικά: "Πατέ βοδινού, ένα είδος ραβιόλια, γαλέος, δύο ζωμοί με κρέας, άσπρη σάλτσα ψαριού, επιπλέον μια σάλτσα βουτύρου με καϊμάκι, ζάχαρη και χυμό φρούτου". 
Αφθονία φαγητού και δη κρεάτων, από τον 14ο ως τον 16ο αιώνα, για τους λαούς της Ευρώπης, υποστηρίζει ο Braudel. Και επιμένει: "Αυτό είναι το παράδοξο στο οποίο πρέπει να επιμείνουμε, επειδή υπερισχύει συχνά η απλουστευτική άποψη ότι, όσο υποχωρεί κανείς προς τον Μεσαίωνα, τόσο πιο πολύ βυθίζεται μέσα στην αθλιότητα. Στην πραγματικότητα, αν μιλήσουμε για λαϊκό βιοτικό επίπεδο, δηλαδή για την πλειοψηφία, αληθεύει το αντίθετο". Αν κάτι θα έπρεπε να μας απασχολεί, δεν είναι αν υπήρχε ή όχι η αφθονία και σε ποιες εποχές και για ποιους και τι συνέβαινε με όσους δεν μετείχαν σ' αυτήν, είτε ήταν η κοινωνία των 2/3 είτε του μεσαίωνα είτε μιας κάποιας αρχαιότητας. Το ερώτημα είναι γιατί υπήρξε, κάτω από ποιες συνθήκες, και γιατί όταν υπήρξε η αφθονία έπρεπε να σπαταληθεί. Η μια όψη, που συμβαδίζει με την καρτεσιανή ιδέα των ζώων - άβουλων μηχανών, είναι αυτή, της σπατάλης. Η άλλη είναι εκείνη που συγκρατεί κάτι από την προϊστορική ιερή σχέση με τα ζώα μέχρι σήμερα, όπως συμβαίνει στα ανά την Ελλάδα κουρμπάνια, στις θυσίες των ζώων που στολίστηκαν για να προσφερθούν και να βραστούν· όχι να ψηθούν, πια. 



Το μέλλον των σχέσεων ανθρώπων - ζώων στον πραγματικό κόσμο θα καθοριστεί από την παγκόσμια επέκταση της εκμετάλλευσης κατά τον ύστερο οικοσιστικό τρόπο και από την αντίδραση σ' αυτήν την επέκταση από όλοένα και πιο οργισμένους μεταοικοσιτιστικούς ακτιβιστές. Τη στιγμή αυτή, κανένα στρατόπεδο δεν έχει λόγους για αισιοδοξία. Δεν υπάρχει μέση λύση ανάμεσα σε κρεατοβιομήχανους και χορτοφάγους, ανάμεσα σε κυνηγούς και απελευθερωτές των μινκ, ανάμεσα σε φαρμακευτικές εταιρείες και εχθρούς των πειραματισμών σε ζώα. Φιλόσοφοι, επιστήμονες, συγγραφείς και κινηματογραφιστές έχουν παρασυρθεί σ' αυτή τη δίνη των αντιφάσεων. Όμως, στο φαντασιακό επίπεδο, η κληρονομιά της ύστερης οικοσιτικής εποχής, με τις αγέλες των συμβολικά υποβαθμισμένων κτηνών που μετατρέπονται σε βιομηχανικά εμπορεύματα, λίγο χώρο έχει αφήσει για να στηριχτεί ο δημιουργικός νους. Θα χρειαστεί πραγματική ευφυία για να ανακαλυφτεί και πάλι η μαγεία της προοικοσιτικής εποχής, όταν τα ζώα επικοινωνούσαν με τους θεούς, όταν ημιζωικά πλάσματα κέρδιζαν το σεβασμό και όταν η θανάτωση προκαλούσε δέος και επέβαλλε ενοχή. 
Αυτή είναι η κατακλείδα του βιβλίου Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ. Νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι ευφυία, όπως υποστηρίζει ο Bulliet. Ούτε το να ανακαλύψουμε ξανά μια υποτιθέμενη, όχι γιατί δεν υπήρξε - αλλά γιατί είναι τόσο μακρινή, μαγεία. Δεν θα αρκούσε η ευφυία κάποιων, θα χρειαζόταν η διάθεση πολλών να ξαναβαφτίσουν τη συλλογική ζωή έξω από τις νεωτερικές και μετανεωτερικές συμβάσεις. Ο δημιουργικός νους να είναι συλλογικός. Κι υπάρχει μια βασική προϋπόθεση πριν απ' αυτό. Να ψυλλιαστούμε πως όσα βλέπουμε γύρω μας, όσα ζούμε, αλλού είναι αλλιώς - και άλλοτε ήταν αλλιώς. Εδώ, για παράδειγμα, θα το ταράξουμε το χοιρινό, φέτος δυστυχώς δεν φτιάξαμε πηχτή, αλλού οι γυναίκες δεν το μαγειρεύουν καθόλου. Είναι ταμπού. Λίγο ακόμα πιο πέρα, οι βυζάστρες τα βυζαίνουν τα γουρουνάκια.






Άντε, 
χρόνια πολλά
κι από χρόνου...

where is the apple? 


Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013


μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη



Η εξαίρεση της καταργημένης κρατικής ραδιοτηλεόρασης από την εξαίρεσή της λόγω της αδήριτης ανάγκης επιβολής ενός έκτακτου μέτρου, ακροβατεί σ' ένα τεντωμένο σκοινί που δεν οδηγεί πουθενά ή μάλλον θα οδηγήσει στο κενό μόλις διαπιστωθεί ότι το κενό δικαίου της έκτακτης ανάγκης αποκτά ισχύ νόμου, για να θυμηθούμε τον Agamben. Το ίδιο εξάλλου επιθυμεί διακαώς ν' αποκτήσει ανάλογη ισχύ και το προβεβλημένο ως εξίσου επιτακτικό δικαίωμα αντίστασης. 

Ο απεργός πείνας Κ. Σακκάς επικαλείται ακριβώς αυτό το δικαίωμα αντίστασης, που ο Agamben διαπιστώνει τις αναλογίες του με την κατάσταση εξαίρεσης ως προς τη νομιμοποίηση της ανομίας, ενώ απαντά στους εχέφρονες με γραμμές του Νερούντα: 


Αργοπεθαίνει 
όποιος δεν διακινδυνεύει 
τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα 
για να κυνηγήσει ένα όνειρο, 
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του
τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του 
να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.





Ο Σακκάς δεν πιστεύει ότι αργοπεθαίνει. Θέλει να νικήσει έστω κι αν η μόνη νίκη που μπορεί να νιώσει είναι της εφαρμογής των διατάξεων που διασφαλίζουν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, διατάξεων ενός δικαίου που ο ίδιος χλευάζει. Η διαφορά ανάμεσα σε περιπτώσεις όπως αυτή του Σακκά και εκείνη των συλληφθέντων ακροδεξιών πριν από τρεις μήνες στο Βόλο, που αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, είναι προφανής. Και για να επιβεβαιωθεί αυτή η διαφορά θα έφτανε και μόνο το ότι εκείνοι δεν απάντησαν, ούτε θ' απαντούσαν, με λόγια κάποιου ποιητή για τη μεταχείρισή τους. Όμως και τούτη η βεβαιότητα μου πέφτει βαριά. 

Η ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτη. Το δικαίωμα στην ελευθερία πέρα από ένα μέγιστο όριο προφυλάκισης είναι ελάχιστο. Και είναι για όλους. Ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, την όποια προέλευσή τους, τις κατηγορίες που τους βαραίνουν. 













Όταν θα τρως, πίνοντας μπύρες, μουσακά
να ξεγελάσεις της ημέρας σου την πείνα
σκέψου για μια στιγμή τον Κώστα τον Σακκά
σε απεργία πείνας που κοντεύει μήνα