Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟγΕνεια ΚΙΚίΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟγΕνεια ΚΙΚίΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

η κ. Σκατόκε-Καρπούζη στον Νεκρόκοσμο




V. Maier




του Μ.Σ.



1.

Ραντιείς με υσσώπω. Ο παπάς.
Ο νεκροθάφτης έψαχνε στη μύτη.
Λίγη ξερόμυξα.
Ο παπάς. Και καθαρισθήσομαι.
Η κ. Σκατόκε σεβάστηκε. Την ώρα.
Τη στιγμή. Καθέλκυση.
Φτυαριές. Χώμα στη σημαία.
Αφρικάνικα λουλούδια.
Δεύτε τελευταίον λυγμόν.
Τελική χαιρετούρα.
Η Ελένη Κικίδη – Μουλά.
Που την έλεγε κουμμούνι.
Ο Πλούταρχος την έλεγε.
Τι γύρευε εκεί. Συλλυπήθηκε.
Α, ρε Λαυρέντη. Κούνησε το κεφάλι.
Αυτή τρελάθηκε. Από το ξύλο.
Η κ. Σκατόκε σκέφτηκε.



2.

H ψωμωμένη κ. Σκατόκε.
Οσμή στεγνής μασχάλης.
Θηλές αναρρουφάνε. Γάλα ξινό.
Πρήσκονται. Λογικό. Οι βύζοι.
Ξημέρωμα. Νεκρός δολοφόνος.
Τεμαχίζει. Σε συλ-λα-βές.
Τη χήρα Καρπούζη. Πνίγεται.
Σε κόκαλα. Θρυμματισμένα.
Ίνες γυαλιστερές. Πνιγμός.
Η κ. Σκατόκε – Καρπούζη εκμισθώνει.
Τριάρι. Σαράντα επτά μισθωτές.
Μετανάστες. Κωπηλάτες.
Νηστικοί. Μήνες τρεις.
Ο Αλή σκυβειδαγκώνει.
Η κ. Σκατόκε - Καρπούζη ουρλιάζει.
Νεκρός ο δολοφόνος δυσανασχετεί.



3.

Ο κ. Καρπούζης είχε προστάτη.
Έσκασε. Απροστάτευτος.
Η κ. Σκατόκε τιμά. Το επώνυμο.
Αιτήθηκε μετονομασία.
Στο αρμόδιο Δημοτικό Συμβούλιο.
Της οδού Θερινών Οπώρων.
Σε Πλουτάρχου Καρπούζη.
Μία ελαχιστοτάτη μετατροπή.
Μία απλουστάτη συγκεκριμενοποίησις.
Ετόνισε στο αιτητικό.
Ο Πλούτο. Φέρελπις εγγονός. Ακίνητος.
Ενώπιον της πινακίδος. Της οδού Καρπούζη.
Το δάκρυ αποτυπώθηκε.
Δημοσίευσε Η Ελπίς του Τόπου μας.



4.

Νεκροτομείο. Μετά είκοσι έτη.
Νεκρός ο δολοφόνος τραβάει.
Το χαρτί τσαλάκα.
Σκίζεται στην άκρη. Χέρι τανάλια.
Του πτώματος. Της κ. Σκατόκε.
Διαβάζει:



Θα πυρπολήσουμε
τα ενδομήτρια των εξουσιών.
Θα πυρπολήσουμε
τα ικριώματα των ουτοπιών.
Θα πυρπολήσουμε 

τα γιουζερμάνιουαλα των πυρπολητών.

Σκυβειδαγκώνει την κ. Σκατόκε.
Θρίαμβος. Απομυζά το παγωμένο γάλα της.



5.

Ο θάνατος επήλθε. Ανακοπή.
Όρθιος στο τραπέζι της κουζίνας.
Ο Πλούτο. Έβγαζε αφρούς.
Φέιγ βολάν. Πυρπολήσεις. Αλεμούρα.
Ο τόκος των ελπίδων εξανεμίστηκε.
Λάθη επί συναλλακτικών λαθών.

Έστεργα, έκλαψε βουβά, έστεργα να μακραίνει,
να σβήνει την απόσταση, με λόγια να πικραίνει
τις θύμησες απ’ τη ζωή που ζήσαμε και πάει
το όλο κόνσεπτ της ζωής, τώρα που τη σκορπάει. 

Νεκρός ο δολοφόνος ρεύτηκε.
Ικανοποίηση. Παγωμένο γάλα.










Το ανωτέρω περί της κ. Σκατόκε πραύμα
αναφέρεται στο ποίημα του Μ.Σ.
Ένας κόσμος νεκρός
από τη συλλογή Εκτοπλάσματα(1986).

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 12
του, όχι μόνο ποιητικού, σκεύους ΤΕΦΛόΝ.
Τον περασμένο Ιούνιο κυκλοφόρησε
το τεύχος 13.


Κατωτέρω το ποίημα του Μ.Σ.
ακολουθείται από το 
Συντρίβεται η καρδιά μου
του Μ. Σιγανίδη
που τα ένωσε το 1999 σαν
Μικρές Αγγελίες





το αμαλθείον



Περαιτέρω, γιοκ.


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015


ο Τσίπρας γουλί



gifvault



Ο Τσίπρας γελούσε και ξεροκατάπινε, έμενε, λες και του είχε καθίσει ψαροκόκαλο, ξαναγελούσε με δάκρυα, τραύλιζε λέξεις ανάκατες από το Σύνταγμα της Ελλάδος, ο κόμπος στο λαρύγγι φούσκωνε σαν χειροβομβίδα του ΕΛΑΣ, ο Γλέζος έξω απ' το κουπέ τραβούσε απ' το μαλλί την Παπαρήγα, το τρένο τρανταζόταν σαν αερόπλανο, κοπάναγαν τα κεφάλια στο ταβάνι, ο Τσίπρας ήξερε πως ήταν πάλι μόνος με τον Βαρουφάκη που είχε απλώσει τις αρίδες και βρωμούσε σκόρδο, δεν υπέκυψε στον τελευταίο πειρασμό του να τα παρατήσει, να πάρει τη γυναίκα που αγάπησε να πάνε διακοπές με ωτοστόπ, πού μπλέχτηκα είχε σκεφτεί, με πήρε στο λαιμό του ο Αλαβάνος, ξύπνησε ο Βαρουφάκης κι άρχισε να κλάνει, είχε δεκατρείς κλήσεις από τον Σκουρλέτη, το τρένο γύριζε όλο γύρω σε σαλίγκαρο, είχε στη μούρη το κεφάλι του Μαρξ όπως το πλοίο στο Σουίτ Μούβι, άμα τον ξύριζαν και του 'βαζαν γυαλιά ίδιος ο Σόιμπλε θάτανε, σκέφτηκε, ο Βαρουφάκης που είχε ξανακοιμηθεί ξύπνησε μ' ένα ουάου, είδα, του είπε, μια γριά ίδια ο Ντάισελμπλουμ, ή μήπως ίδια ο Βιτγκενστάιν, μάλλον ο Βιτγκενστάιν, μου είπε Γιάνη μου το κασκόλ σου τρε μπανάλ και να το ξέρεις αν σχεδιάζεις το μέλλον βάσει του παρονθόντος θα είσαι δεισιδαίμων, ρώτα τον Δραγασάκη που είναι έμπειρος, πολύ πιο επικίνδυνος θα πει, και κάνε το αντίθετο, μου είπε, Αλέξη, τον κοίταξε με τρόμο ο Τσίπρας, θυμήθηκε που του είπε ο Λαφαζάνης σήμερα Κέινς - αύριο Μπουχάριν, τραντάχτηκε το τρένο και σταμάτησε, πλακώσανε γριούλες της γενιάς των 700 ευρώ και κάτω, νέοι των 25 με τζιν 751, κοκκινοτρίχηδες δανειολήπτες και γονυπετείς της μεσαίας τάξεως, όλοι γι' αυτόγραφα, ανθ' υμών γουλί me, ψέλλισε ο Βαρουφάκης, ο μπαρμπέρης τράβηξε απαλά την πόρτα, πέρασε την πετσέτα στον λαιμό που ξεροκατάπινε, άρχισε να κόβει βαθιά, έβγαλε μετά τη σαπουνάδα και το ξυράφι, ο Βαρουφάκης ξαναξύπνησε, αυτή τη φορά μέσα σ' εφιάλτη, όχι, Αλέξη, όχι γουλί, ούρλιαξε κι ανατρίχιασαν οι αλεπούδες, μάλλον η ανατριχίλα, όχι το ουρλιαχτό, ξύπνησε την κυρία Κικίδη - Μουλά, που απ' το τέλος του Γενάρη τη βασάνιζε η σκέψη της επιστροφής στην πατρίδα, θα περιμένω τη συμφωνία με τους εταίρους, είχε πει στον φίλο της στην Τσιάπας, τον Χοσέ, για τον Πρόεδρο δεν την πολυένοιαζε, ποτέ της δεν πίστεψε ότι θα πρότειναν Αβραμόπουλο.










Οποιαδήποτε ομοιότης 
με πραγματικά πρόσωπα, ονόματα κλπ
στο εφήμερο μικροπράμα ο Τσίπρας γουλί
είναι τελείως συμπτωματική, με εξαίρεση 
την περίπτωση της κυρίας Κικίδη - Μουλά. 
Η τελευταία εμφανίζεται για δεύτερη φορά το 2015.
Η πρώτη φορά ήταν σ' ένα φευγαλέο πέρασμα
κατά την παρουσία της υπόθεσης MHNYMAL
στο τεύχος 12 του περιοδικού ΤΕΦΛόΝ
που κυκλοφόρησε στις αρχές του Γενάρη.


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


της Αγάθως



Διάβαζε τον Σεφέρη λαίμαργα. Την συγκινούσε κι εντρυφούσε. Έτσι λαίμαργα που κατέβαζε τους στίχους, αμάσητους, δεν προλάβαινε ούτε γεύση ούτε υφή. Όμως τον είχε μάθει απέξω. Ήταν πια εύκολος γι' αυτήν. Ένας απλός παλμός. Συχνά απάγγελνε βαδίζοντας νωχελικά στην αμμουδιά. Την είχε ακούσει μια φορά ένας ποιητής μοναχικός, ένας που οι στίχοι του κατέβαιναν ασκέρι από την κούτρα να την πολιορκήσουν. Εκείνη απάγγελνε. Πάντα Σεφέρη: 

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.



Εκείνος εκεί, μονάχος, με τ' ασκέρι του· κι εκείνη, εκεί. Σεφέρη και ξερό ψωμί. Φορές απάγγελνε στην αμμουδιά απέξω, και το βιβλίο το κρατούσε κάτω από τη μασχάλη. Εκεί πολλούς εγνώρισε, άντρες που της αρέσαν για το κάτι τι τους. Όταν εβάδιζε μονάχη, τους θυμόταν. Εκείνος ο κλαρίμπας, ο μοσχοδημοκράτης. Δημοκρατία μοσχοβολούσε, αγωνιστής κανονικός, γρήγορα τον βαρέθηκε. Είχε γνωρίσει στη δουλειά έναν καινούριο, της συνεπούς αριστεράς. Αυτός ήταν αληθινός αγωνιστής, μουσάτος φροντισμένος, με ιδέες για το αύριο αυτού του τόπου, τρυφερός, γραμματέας στην οργάνωσή του, την ενέπνεε. Του άρεσε κι ο Σεφέρης, μα προτιμούσε Κατσαρό κι Αναγνωστάκη. Εκεί στην αμμουδιά τού έπεσε από τη μεγάλη τσέπη το βιβλιαράκι του Μπαντιού που του είχε χαρίσει η κολλητή της. Τα ερωτόλογα στην αφιέρωση δεν άφηναν αμφιβολία ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους. Της είχε χαρίσει τον έρωτα ο Ζήσης. Κι ήτανε παντρεμένη η ρουφιάνα μ' εκείνον τον Μουλά. Έφαγε το σουτ ο Ζήσης πριν προλάβει ν' απολογηθεί. Πιο τρυφερός ήταν ένας ονειροσκόπος. Ίσως την είχε αγαπήσει αυτός, ήταν φτιαγμένος ν' αγαπάει. Πάντα έτοιμος. Συνήθως έτοιμος. Αφηρημένος, όμως, εκεί που την εχάιδευε ξεχνιόταν κι άρχιζε να μιλάει για Κυριακές χωρίς Δευτέρες να παραμονεύουν. Γρήγορα τον βαρέθηκε. Τον άφησε ένα σούρουπο να ρεμβάζει την ακρογιαλιά, τον άφησε όπως τον είχε βρει, μονάχο. Της είχε μείνει όμως ένα γαμώτο ανικανοποίητο. Ήθελε κάποιον τέτοιονε, να έχει οράματα, να κοιτάει ψηλά. Ένας κοκκινοτρίχης με γυαλιά, πάντα πρόθυμος για ορειβασία, τηνε συγκίνησε κάπως, όχι σε βάθος, ήταν όμως γυμνασμένος και γελαστός. Ορειβάτης. Δεν άργησε να καταλάβει πως στην υπόγα του ήταν ορειβάτης, ο καημένος. Στ' άρματα, φώναζε, εμπρός στον αγώνα, κι αγωνιζόταν να φτάσει στης υπόγας την κορφή, ν' αγναντέψει της Αγάθως το κορμί κουρνιασμένο στο ντιβάνι. Α πα πα. Η αμμουδιά τής πήγαινε, όχι εκείνη η μούχλα του αμφίβολου αγώνος. Τον έτζασε. Καλύτερα, χίλιες φορές, σκέφτηκε, ο Πελοπίδας, ο δημόσιος υπάλληλος. Κι ας κατάντησε όπως κατάντησε απ' τα μνημόνια τ' απανωτά. Μα ήταν το τάιμιν λάθος. Ο άνθρωπος είχε ταξιδέψει μ' αεροπλάνα και βαπόρια, Ελλάδα, Ευρώπη κι Αφρική, το ήξερε η Αγάθω. Μα τώρα που τον γνώρισε κι αυτή και περπατούσανε μαζί στην άμμο, ξεφύσαγε ολοένα και το σκεφτόταν και στο σουβλατζίδικο να τηνε πάει. Ας πάει κι αυτός, λοιπόν, μαζί μ' όλους τους άλλους, και τους άλλους, τους αισθηματίες. Όπως κι εκείνος ο εποχέας, εδώ που τα λέμε, που όσο αναπτυσσόταν με ρυθμούς υψηλοτάτους πού να πατήσει της Αγάθως την αμμουδιά. Οραματιστής του καλύτερου μέλλοντος, αγωνιστής αυτοδημιούργητος άλλοτε, με βήματα που χώνονται στην άμμο, βαρύς, μ' εκείνον τον καπνό της έπαρσής του της προκαλούσε ασφυξία, ο δυστυχής κι αυτός. 

Ο μοναχικός ο ποιητής, ο λιποτάκτης, δεν είχε ελπίδα. Άλλο Σεφέρης, κι άλλο Λευτέρης. Και τα δυνατά του που έβαλε, μέχρι Μπορίς Βιαν της μετάφρασε, υπέστη ήττα μπλαζέ. Την κοίταζε στο τέλος με λύπη. Σκεφτότανε το νέρωτα, σκεφτότανε το θάνατο, τα δυο βουνά. Είστε ολίγος, του είπε την τελευταία φορά. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην αμμουδιά της. Παρώδησε ένα ποίημα και την ξέχασε:





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
M’ αυτή, υπό μάλης το Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».

Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 

Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Το ανωτέρω παραποίημα δημοσιεύθηκε 
με τίτλο Της Αγάθως Κατάφαση 
στο τεύχος 8 του ποιητικού κλπ
σκεύους Τεφλόν.

η υπόθεση MHNYMAL 
~ΑΠΟΡΗΔόΝ~


Τετάρτη 15 Μαΐου 2013


περπάτησε ανάλογα



Οι έρωτες,
παράνομα πηχτόβρυτο,
δυϊκού αριθμού,
γένους ούτε μελό, ούτε δραματικού,
γένους άγονης διερώτησης.
Ενικός αριθμός
ο αναπόκριτος πόθος.

Ο φόβος, η μνήμη, η νύχτα,
η επιστράτευση, άκλιτου στην αρχή 
χακί, και άπλυτου μετά,
ηχήματα ερπετά ιδρωκυμβάλου.
Κλίνατ' επ' αρί, τάχα να χαρεί. 




Μαθήτριες περιμένουν με αγωνία τις εξελίξεις
maudit.tumblr




Μουδιάσανε του μαθητή τα ούλα.
Μία μαθήτρια στον ύπνο της πετιέται. 
Το άγχος σφύζει για έργα,
πνίγει τα χέρια στο μελάνι.
Το μέλλον σκέτη στα μούτρα λάσπη.

Κανείς δεν θα γελάσει.
Κυράδες θα σταυροκοπιούνται,
θα ικετεύουν: Μην αποσπάσαι 
από το στόχο σου, παιδί μου. 
Όλα φτιαχτά εζγιούζουαλ, δε βλέπεις;
Θα γδάρουν πάλι τις ελπίδες σαν τα ρίφια,
με στήθη τηλεοπτικώς προτεταμένα.
Ζήσε το αύριο. Κοίταζε τη δουλειά σου· 
όλοι το ίδιο κάνουν. 




Άκουσα πριν από χρόνια, δεν μπήκα στον κόπο να το ψάξω στο διαδίκτυο, ότι η κ. Κική Δημουλά είχε εκφράσει τη δυσφορία της για το ενδεχόμενο να πέσει σε θέμα πανελληνίων εξετάσεων, στο μάθημα της λογοτεχνίας, το ποίημά της ο Πληθυντικός Αριθμός. Το ποίημα αυτό, που περιέχεται στο εγχειρίδιο που μοιράζει στην αρχή της χρονιάς το υπουργείο, έχει αναθρέψει την κοριτσίστικη δημουλίαση, αλλά μπορεί και δικαιούται, όπως καθένα σαν κι αυτό, να αναλυθεί, να διαμελιστεί, να απομνημονευθεί, να βαθμολογηθεί στις φετινές πανελλαδικές που θα επιβεβαιώσουν θριαμβευτικά ότι παραμένουν η ιερή στιγμή της ελληνικής οικογένειας και της ελληνικής εκπαιδευτικής κοινότητας.



Περπάτησε ανάλογα, λοιπόν, που έγραφε ο Άκης Πάνου. Γονατιστά. 

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

κ. Κικίδη - Μουλά, Hasta Siempre


Σ. Ιατρίδου - Θ. Σακελλαρίδης 
Γ. Τσοκόπουλος - Μ. Άννινος



     Η κ. Κικίδη - Μουλά δεν έχει άλλες αντοχές. Μια σταγόνα, εκείνο το πρωινό, ξεχείλισε το ποτήρι. Ασφυκτιά. Η ζωή της με τον Μήτσο είναι αφόρητη. Μόνη παρηγοριά, η παρέα της. Στο τελευταίο δείπνο που διοργάνωσε, ανακοίνωσε τη μεγάλη της απόφαση. 




Η καλή μας η Ελένη η Κικίδη, 
που αγάπησε τον ευπαρτίδη, 
κινδυνεύει κατάθλα να πάθει 
να πληρώσει τα ίδια της λάθη. 


Τα παιδιά έχουν πια μεγαλώσει 
και ο Μήτσος την έχει αλώσει. 
Η καημένη η Ελένη η Κικίδη, 
που συχνά νιώθει σκέτο σκουπίδι... 


Ένα δείπνο ξανά θα οργανώσει, 
την παρέα να ενημερώσει 
για το χάος το εντός και το εκτός· 
για το ζειν ουδαμώς ανεκτώς. 


Θα καλέσει, λοιπόν, την παρέα, 
που κολλά στη φιλία βαρέα· 
στης φιλίας αυτή την υπόθα, 
δίχως κίνητρα να ’χουνε νόθα. 


Ένα θέμα έχει μόνο η Ελένη 
και μονάχα σ’ ετούτο χωλαίνει: 
το μενού δεν μπορεί όπως πρώτα 
να ’ναι πλούσιο σε στιλ «χειροκρότα». 


Δε βαριέσαι, η παρέα μετράει· 
και φαΐ αρκετό, να φτουράει, 
τότε σκέφτηκ’ η Ελένη Κικίδη: 
Και ας είναι και βήτα τα είδη. 


Για να μην πολυλέμε τα ίδια, 
στην κατάψυξη είχε και μύδια, 
τα εδέσματα άρεσαν σ’ όλους 
δαιτυμόνες και ονειροπόλους. 


Κι αφού διάβασαν ποίηση πάλι, 
το κρασί λίγη έφερε ζάλη, 
κάποιος άρχισε να κουτουλά 
και του είπε η Ελένη Μουλά: 


Βρε, Μουλά κάλλιο να μη με λέγαν 
και καλύτερα εδώ να με κλαίγαν. 
Δεν αντέχω το Μήτσο, την κόβα. 
Δεν μου παν τα σανδάλια ούτ’ η γόβα. 


Ο Μητσάρας, που απόψε είν’ έξω, 
και καλύτερα, να μην τα παίξω, 
μας τελείωσε, δεν τον αντέχω. 
Το λαλώ κι αμαρτίαν ουκ έχω. 


Σύντροφοί μου, αυτό το αγόρι, 
και στ’ αγόρια να πω πρέπει σόρι, 
μας το παίζει ένας γόης μινόρε 
και ζορίζεται για το ονόρε. 


Όμως πια δεν τραβάει άλλο η πλάκα 
και ο έρως δεν είναι για τράκα. 
Εγώ θέλω ζωή θυελλώδη 
κι όχι έτσι, ντεμί, νεφελώδη. 


Μια ο Μήτσος, η τρόικα δύο, 
Με πρησμένο έχω μείνει αιδοίο. 
Μια κυρία Κικίδη – Μουλά, 
που λαχεία στους δρόμους πουλά. 


Δεν αντέχω άλλο ετούτη τη ζήση· 
ούτε σκέφτομαι πια και τον Ζήση, 
που με φλέρταρε πριν λίγους μήνες 
και μου πρόσφερε σεξ σ’ αμμοθίνες. 


Δεν γουστάρω, δηλώνω, κανένα. 
Δεν μου φτάνουν καράβια και τρένα. 
Μακριά θέλω τώρα να φύγω, 
αφού εδώ, νιώθω πλέον να λήγω. 


Η ψυχή μου ριγά για την Τσιάπας, 
ας το μάθει λοιπόν απαξάπας. 
Στον αγώνα με τους Ζαπατίστας, 
να ζηλέψει ο εμπνευστής μου, ο Ταμίστας.






     Κάποιοι άνθρωποι, σε κάποια στιγμή της ζωής τους παίρνουν τη μεγάλη απόφαση. Μιαν απόφαση ανατροπής της ίδιας της ζωής τους, όπως οι ίδιοι την είχαν, ως τότε, οργανώσει. Ακόμα κι αν τους κυνηγά ένα αίσθημα απογοήτευσης, ακόμα κι αν αισθάνονται ότι πιάστηκαν κορόιδα, παραδέχονται ότι η ευθύνη είναι δική τους· και μόνο δική τους. Αυτή η πεποίθηση είναι αναγκαία συνθήκη για ν' αποφασίσουν την ανατροπή. 
     Όμως, καμιά φορά, όσο κι αν τους έχει βασανίσει η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, αυτό μόνο δεν φτάνει. Λες και χρειάζεται να συμβεί κάτι  τυχαίο, που θα καταλύσει την αποφασιστική αντίδραση. Οι επιστήμονες της ψυχής θα έλεγαν ότι εκ των υστέρων αποδίδεται σ' αυτούς τους καταλύτες η καταλυτική ιδιότητα. Ποιος ξέρει...
     Η κ. Κικίδη - Μουλά, ξεφορτώθηκε το συζυγικό επώνυμο, όχι στα χαρτιά, ακόμα, τη μέρα που διάβασε σ' ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Ουτοπία, από αυτά που έχει σε στίβες ο Μήτσος, ένα άρθρο του Holloway. Μάλλον, όταν διάβασε τα λόγια της ταγματάρχη των Ζαπατίστας Άννας Μαρίας, στο τέλος του άρθρου:

     Πίσω από εμάς είμαστε εσείς. Πίσω από τις κουκούλες μας είναι το πρόσωπο όλων των αποκλεισμένων γυναικών. Όλων των ξεχασμένων ιθαγενών. Όλων των καταδιωγμένων ομοφυλό- φιλων. Όλων των περιθωριοποιημένων νέων. Όλων των κατατρεγμένων μεταναστών. Όλων των φυλακισμένων για το λόγο τους και τη σκέψη τους. Όλων των ταπεινωμένων εργατών. Όλων των νεκρών από λησμονιά. Όλων των απλών και συνηθισμένων αντρών και γυναικών που δεν μετράνε, που δεν φαίνονται, που δεν έχουν όνομα, που δεν έχουν αύριο.




     Και, πόσο καταλυτική σύμπτωση... Την ίδια μέρα άκουσε στο ράδιο εκείνο το τραγούδι του Victor Heredia από τη Mercedes Sosa, που το ήξερε, αλλά πρώτη φορά το άκουγε σαν αφιέρωση των ζαπατιστριών, των mujeres zapatistas, στην Comandante Ramona. Κι ήταν η πρώτη φορά που το τραγούδι Razon de Vivir, που σημαίνει αιτία για να ζεις, τη συγκλόνισε.


Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

κ. Κικίδη - Μουλά:
η σταγόνα που ξεχείλισε




     Η οικογένεια Κικίδη, απ' την οποία κατάγεται η Ελένη, η γνωστή μας κυρία Κικίδη - Μουλά, ήταν μια τυπική μικροαστική οικογένεια σε μια κωμόπολη, αν δεν απατώμαι, της Πελοποννήσου, ίσως της νοτιοδυτικής. Αυτό δεν έχει σημασία, εξάλλου και η Ελένη και η αδερφή της, η Αργυρούλα, ζουν εδώ και χρόνια στην Αθήνα. Αν και αδερφές, οι ζωές τους δεν μοιάζουν καθόλου. Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. 
     Η Ελένη Κικίδη ήταν, και παραμένει, τηρουμένων των χρονολογιών, μια καλλονή. Αν κι έχει παχύνει λίγο, συνεχίζει να αρέσει πολύ. Φυσικά, ποτέ δεν προκαλούσε με την εμφάνισή της, δεν ήταν σαχλοκούδουνο, που λένε, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε το ίδιο πειστικά για τη Ρούλα. Αυτή η διαφορά τους στο στιλ, όχι μόνο της εμφάνισης, αλλά και της σκέψης και του τρόπου ζωής, επηρέασε δραματικά τις τύχες τους. Άλλος είναι ο τύπος που θα κοίταγε την Ελένη, άλλος εκείνος που θα του γυάλιζε η Ρούλα. Αν και η τελευταία, σίγουρα προκαλούσε κάθε αρσενικό, όχι, όμως, όλα τ' αρσενικά με τα ίδια σχέδια.   
     Τέλος πάντων...

Οι αδερφές Κικίδη σε μια οικογένεια στρείδι
μεγάλωσαν κι οι δυο. Επήγαν στο σχολειό,
αρίστευσαν, σχεδόν. Κι ύστερα, δαχτυλίδι
να βάλουν και γαμπρό ζητούσαν. Ρεμπελιό

δεν ήθελαν, βεβαίως. Ήθελαν νοικοκύρη,
ν’ ανοίξουν ένα σπίτι, να κάνουνε παιδιά.
Θέλαν παιδί τζιμάνι, όχι κανα καρμοίρη,
να έχει και ελίτσες, να παίρνουν τη σοδειά.

Η μάνα στο στασίδι, στον καφενέ ο πατέρας,
τα Σάββατα στη ντίσκο, στις 2 ακριβώς
περίμενε απέξω. Αλίμονο, εις πέρας
να φέρουν προσπαθούσαν το χρέος ευλαβώς.

Η Έλσα η Κικίδη, η μάνα η χριστιανή,
προσηύχετο, η τιμία, να δώσει η Παναγία
να βρουν οι δύο κόρες, να δώσει να φανεί
και για τις δυο γαμπρός. Θα ήτο ευλογία.

Μα μόνο η μικρή, που ήταν πεταχτούλα,
τραβούσε αρσενικά. Η άλλη, η μεγάλη,
η Ελένη δηλαδή, δεν ζήλευε τη Ρούλα
που φίρμες απαιτεί στιλ εξαντρίκ να βάλει.



     Η Ρούλα, γνώρισε το Γιώργο το Λαδή, τον εισοδηματία. Και παντρεύτηκαν. Η Ελένη, κουλτουριάρα στην Αθήνα, πια, μπλέχτηκε σε άλλους κύκλους, ολίγον αριστερούς, ολίγον εξτρίμ, γνώρισε το Μήτσο το Μουλά, τον καθοδηγητή της, τον ερωτεύθηκε...



Η κυρία Κικίδη - Μουλά,
που λαχεία στους δρόμους πουλά,
είχε μία μικρή αδερφούλα˙
Αργυρώ τη φωνάζαν και Ρούλα.

Δύο κόρες στο σόι Κικίδη,
δυο νταρντάνες. Και, εν κατακλείδι,
η Αργυρούλα ενυμφεύθη μια μέρα˙
ήταν κίνηση ματ στη σκακιέρα.

Είχε τύχη καλύτερη, μάλλον, 
απ' τις γκόμενες όλων των άλλων. 
Πήρε άντρα τον Γιώργο Λαδή 
κι ήταν πια μια Κικίδη - Λαδή. 

Την κυρία Κικίδη - Μουλά, 
που είχε πάρει τον Μήτσο Μουλά, 
θα την δεις να πουλάει λαχεία 
και να ζει με ολίγα ψιχία. 

Μα η κυρία Κικίδη - Λαδή, 
μαργαρίτες ποτέ δεν μαδεί 
για να μάθει αν θα γίνει πλουσία 
από τζόκερ, λαχεία και σία. 


Μόνο κάποιες φορές στο καζίνο 
αριβάρει σε στιλ βαλεντίνο 
να σκοτώσει λιγάκι την ώρα 
όπως άλλοτε με βίπερ-νόρα. 




     Βίοι παράλληλοι, αλλά πόσο διαφορετικοί... Κι αν οι ταξικές διαφορές μεταξύ των νοικοκυριών των δύο αδελφών καλύπτονταν ποικιλοτρόπως τα προηγούμενα χρόνια, τώρα, που η κατάσταση ζόρισε για τα καλά, τώρα που η Ελένη η Κικίδη απολύθηκε από το κεντρικό βιβλιοπωλείο όπου είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση και, μέσω ενός γνωστού, άρχισε να πουλάει λαχεία, ενώ ρωτά από δω κι από κει για τίποτα σκάλες να καθαρίσει και χτυπά τις Αλβανές ζητώντας 4 ευρώ την ώρα, θα είδατε τα αυτοκόλλητα "Ελληνίδα αναλαμβάνει την καθαριότητα του σπιτιού σας ή την περιποίηση των αγαπημένων σας ηλικιωμένων προσώπων. Τιμές ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ", τώρα το τοπίο ξεκαθαρίζει.  Ο Γιώργης ο Λαδής πρόλαβε κι έβγαλε σε τράπεζες του εξωτερικού ένα μεγάλο μέρος των καταθέσεών του. Σ' όποιον του ζητά δανεικά, περιγράφει τα δικά του αδιέξοδα. Το τοπίο είναι καθάριο. Τα χείλη σφίγγουν και τα δόντια αποκαλύπτονται...



Η Αργυρούλα Κικίδη - Λαδή,
η αδερφή της Μουλά δηλαδή,
ήτο πάντοτε ένα ποζέρι·
πάντα έπινε μόνον το τσέρι. 

Ένα βράδυ χτυπά το κουδούνι·
Αχ να ήτανε, σκέφτηκε, ο Κλούνι...
Ήταν όμως η άλλη, η μεγάλη,
τυλιγμένη καλά μ' ένα σάλι. 

Τι να θέλει; εσκέφθη η Ρούλα,
που όλοι έλεγαν "τι τυχερούλα".
Τι να θέλει η ωραία Ελένη,
που σε λίγο και σκάλες θα πλένει; 

Δανεικά ήρθε να της ζητήσει
όμως δύσκολο το να την πείσει. 
Η Αργυρούλα Κικίδη - Λαδή
της απάντησε ότι "θα δει". 

Να γυρίσει ο Γιώργος το βράδυ,
που 'χει νεύρα γι αυτό το ρημάδι,
που ξενοίκιαστο έμεινε πάλι
κι αγγελία θα πρέπει να βάλει. 

Τα εισοδήματα, λέει, μειωθήκαν
και χιλιάδες ευρώ τού χαθήκαν.
Δεν μπορεί δανεικά να της δώσει,
γιατί πια του την έχει βιδώσει 

τούτη η κρίση που τρώει τον παρά του
κι έχει πάρει, πια, όψη αοράτου. 
Αχ, τι κρίμα, τα βγάλαμε έξω.
Προτιμώ, δηλαδή, να μη μπλέξω. 

Κι έτσι, πλέον, λεφτά δεν δανείζω
σε κανέναν. Μονάχα δακρύζω
για τον κόσμο, τον δόλιο κοσμάκη,
που θα πιει το πικρό το φαρμάκι.



    Έτσι έχουν τα πραύματα. Η κ. Κικίδη - Μουλά βρίσκεται σε αδιέξοδο. Με την αδερφή της δεν έχει πια σχεδόν καμία σχέση. Στην οργάνωση αισθάνεται ξένη, ανάμεσα σε τύπους που νομίζουν ότι απλώς αυτοί. Ο Ζήσης, παλιός φίλος του άντρα της, μέχρι τότε που η οργάνωση διασπάστηκε, της την έπεσε τις προάλλες. Όλο τρυφερότητα στην αρχή, τα πρώτα δευτερόλεπτα δηλαδή, πριν μπει σούμπιτος στο ψητό. Απελπισία. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Το Μήτσο τον σιχαίνεται. Αυτός, όμως, απτόητος. Ένα πρωί δεν άντεξε.




Όταν γούσταρες τον Στάλιν και τον Μάο,
και μου έλεγες «οι τύποι είναι γαμάω»,
απορούσα τι να γύρευα με σένα.
Όμως, ήμουνα και στο μυαλό παρθένα. 

Τώρα, φαν των ποστ, της Ιταλογαλλίας,
και του Ζίζεκ κάθε εστέτ ανωμαλίας,
το σταλινισμό τον έχεις απορρίψει:
με κοιλίτσα, γκρι γενάκι, σκέτη θλίψη. 

Το πρωί, κάθε που πίνεις τον καφέ σου,
στις γαρδούμπες – θεωρίες σου αφέσου.
Μη μ’ αγγίζεις. Σε σιχαίνομαι. Δεν θέλω.
Δεν σου άξιζα εγώ, ένα μοντέλο!

Έτσι μίλησε η Ελένη η Κικίδη·
και, κρατώντας ένα σταυροκατσαβίδι, 
απειλούσε τον επίδοξο βιαστή της,
που εξίταραν πρωινιάτικα οι μαστοί της. 

Δε στο δίνω, ρε σταλινικό γουρούνι!
Βάλ’ το εκεί που ξέρεις το συμβάν – μπαστούνι!
Δε στο δίνω! Να χτυπιέσαι, δε στο δίνω!
Και ξανά εγώ σε σένα δε τον στήνω!








Εκτός από το, ανέκδοτο έως τώρα, πρώτο,
τα λοιπά τρία πρωτοβγήκαν 
στη Σπηλιά του Νοσφεράτου
και δη στη Φωλιά του Τρελού Κορακιού

Στο επόμενο:
η κ. Κικίδη - Μουλά
παίρνει τη μεγάλη απόφαση.

Μέχρι τότε, think:


Aretha - Blues Brothers (dheggo)

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

συμμαζέματα, ερμηνείες
και βουλώματα

Χάινριχ Χάινε


 Χίλια κομμάτια γύρω μας ο κόσμος κι η ζωή !
 Θα πάω να βρω έναν Γερμανό Καθηγητή.
 Ξέρουν οι τέτοιοι τη ζωή να συμμαζεύουν
 και σ' ένα Σύστημα σαφώς να μας την ερμηνεύουν· 
 Του σύμπαντος τα χάσματα και τα κενά
 βουλώνουν μ' όνειρα γλυκά και με χασμουρητά.

Heinrich Heine, [Zu fragmentarisch ist Welt und Leben…]





Χίλια κομμάτια
ο κόσμος. Χλιβερό.
Κύριε καθηγητά, γνωρίζετε την
κυρία Κικίδη - Μουλά;
Μπορείτε να
συμμαζέψετε τη ζωή της;
Μπορείτε να την ορμηνέψετε;
Μπορείτε με τις ορμήνιες σας
να βουλώσετε τις τρύπες 
που ανοίγουν οι συνήθειές της;
Να πασπαλίσετε όνειρα,
να ράνετε χασμουρητά
ν' απαγορέψετε γουργουρητά,
αιμοπτύσεις, εγκεφαλικά 
κι αυτοχειρίες;

Κύριε καθηγητά,
μήπως μπορείτε 
να συνεργαστείτε με
τον κύριο τραπεζίτη,
να εκλογικεύσετε 
τις
γκρι στατιστικές;
Θα θέλατε ακόμα λίγο τσάι;

Συμφωνείτε
να προβλέψετε
ξανά την ταπεινή
αγριότη 
που σούρνεται
ζεσταίνοντας τις χαραμάδες;
Θα εφορμήσετε
στο παιδικό μου
τραύμα;


Κρύο πολύ μέσα στο σπίτι.
Η κυρία Κικίδη - Μουλά φταρώθηκε 
απ' των συνδαιτυμόνων τα ρεψίματα - 
δύσπεπτων εδεσμάτων, βρε, γνεψίματα. 
Αναγκασμένη να προσφύγει σ' αφεψήματα,
για να γλιτώσει τα επερχόμενα θαψίματα,
θυμήθηκε το Γερμανό καθηγητή,
στου Χάινε, του ποιητή, τους στίχους,
τον λιπαρό, τον λιπαρό απολογητή
πνιχτών επαίνων σε μοδέρνους τυμβωρύχους.

Κι είπε:

Μην πούνε ξανά τ' όνομά μου:
κυρία Κικίδη - Μουλά.
Λιβάνια, κεριά ολόγυρά μου.
Μικράκι που σπίρτα πουλά,
παγώνει, ψελλίζει "μαμά μου",
σε όραμα· και μπουσουλά
εντός αερίων θαλάμου.



majamaja3333

Κύριε καθηγητά,
 έλεος. Τηλενοχτικιό.
Σαπίζετε μες στην
 προγναθική σας σάλτσα.


Σας πληροφορώ ότι
η κυρία Κ - Μ ...

Κύριε κκκκαθηγητά,
οι ορμήνιες δεν θα
πλανέψουν νέους θυμούς.


και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους
τους Γερμανούς τους προφεσόρους;