Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠαΡαΠοιήσειΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠαΡαΠοιήσειΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016


δεν άλλαξε η ζωή



το ανακόλουθον παραποίημα
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 8 [2013]
του σκεύους ΤΕΦΛόΝ
και δη στο αφιέρωμα
σαν βγεις στον πηγαιμό για παρωδία
τιτλούμενο
της Αγάθως κατάφαση




M-Fox





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
Μ’ αυτή, υπό μάλης τον Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».


Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 


Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015


σήματα κινδύνου



Η επαρκέστερη περιγραφή του αστού είναι ίσως αυτή που τον παρουσιάζει ως τον άνθρωπο εκείνο ο οποίος τοποθετεί την ασφάλεια ανάμεσα στις ύψιστες αξίες και διάγει τον βίο του αναλόγως. Οι κινήσεις του και τα συστήματά του μοναδικό σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τον χώρο του εναντίον του κινδύνου που κατά καιρούς, μόλις ένα συννεφάκι πάει να σκιάσει τον ουρανό, εμφανίζεται στον μακρινό ορίζοντα. Ωστόσο ο κίνδυνος είναι πάντοτε παρών κι επιτίθεται με τρομαχτική επιμονή στα προστατευτικά φράγματα που έχει υψώσει γύρω της η τάξη. 
Η ιδιαιτερότητα της σχέσης του αστού με τον κίνδυνο έγκειται στο γεγονός ότι τον αντιλαμβάνεται ως μια άλυτη αντίθεση προς την τάξη, δηλαδή ως κάτι παράλογο. [...] Η ανώτερη δύναμη που κατά τον αστό εγγυάται την ασφάλεια είναι η λογική. Όσο πιο κοντά βρίσκεται στο κέντρο του Λόγου, τόσο περισσότερο σκορπάνε τα σκοτάδια όπου κρύβεται ο κίνδυνος, και η ιδεώδης κατάσταση που είναι έργο της προόδου συνίσταται στην παγκόσμια κυριαρχία του Λόγου κάτω από την οποία οι πηγές του κινδύνου όχι μόνο λιγοστεύουν αλλά στερεύουν τελείως.  
[...]
Ό,τι χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την περίοδο στην οποία βρισκόμαστε, στην οποία μπαίνουμε ολοένα βαθύτερα κάθε μέρα που περνάει, είναι η στενή σχέση ανάμεσα στον κίνδυνο και την τάξη. Αυτό μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: ο κίνδυνος εμφανίζεται απλώς ως η άλλη πλευρά της τάξης. [...] Έτσι ο δρόμος που ακολουθεί ο κίνδυνος καθώς περνάει μέσ' απ' τη ζωή μας είναι διττός. Ορμάει κατά πάνω μας κυρίως από ένα πεδίο στο οποίο η φύση εξακολουθεί να είναι ζωντανή. Πράγματα που "όμοιά τους δεν θα ήταν δυνατόν να συμβούν παρά μόνο στη Νότιο Αμερική", γίνονται τώρα κάτι σύνηθες και σε μας. Η διαφορά είναι πως αυτός ο κίνδυνος, αν τον δούμε από μια ρομαντική σκοπιά, έχει γίνει πραγματικός. 
[...]  
Πέραν όλων αυτών το θαύμα του κόσμου μας, του νηφάλιου και συνάμα επικίνδυνου, είναι η καταγραφή της στιγμής κατά την οποία εμφανίζεται ο κίνδυνος - μια καταγραφή που είναι ακόμη πιο ολοκληρωμένη όποτε η μηχανή δεν συλλαμβάνει άμεσα την ανθρώπινη συνείδηση. Δεν χρειάζεται να 'χει κανείς προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι σύντομα κάθε γεγονός θα είναι διαθέσιμο να το δούμε ή να το ακούσουμε καταγεγραμμένο κάπου. Ήδη σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν κανένα σημαντικό γεγονός προς το οποίο να μη στρέφεται το τεχνητό μάτι του πολιτισμού, ο φωτογραφικός φακός. Το αποτέλεσμα πολλές φορές είναι εικόνες δαιμονικής ακρίβειας η οποία καθιστά την καινούργια σχέση του ανθρώπου με τον κίνδυνο εξαιρετικά ορατή. 

Ernst Jünger, Περί Κινδύνου
 [Βερολίνο, 1931]

εκδόσεις Ύψιλον, 2011
μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος 




T. Hoepker / Magnum



Άδεια κεφάλια στεγανά. Γλομπέ φαλάκρα.
Τρομοκρατία, προβοκάτσιες, φασισμός.
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.
Φτέρουγες σκέπασαν κατά συνθήκην άκρα.


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες σπέσιαλ δημοκρατικές. 
Σ' έχουν προβλέψει όλες οι στατιστικές. 
Έχεις το κράτος. Τον προστάτη σου μιμήσου. 


Ήρθαν οι μέρες που φοβόσουν, έλα, βιάσου. 
Ήρθε καιρός να δοκιμάσεις αν χωράς 
στο δρόμο που έτρεχες μικρό παιδί σαν ήσουν. 


Ίδρωτες ρέουνε, λιπαίνουν την προβιά σου, 
και μοιάζεις έντομο αστικής παραφοράς. 
Άργησες. Ήρθαν να σε ρυθμίσουν. 









Κάθε νύχτα σε προσμένουν
με  αγωνία οι υπήκοοι.
Στις οθόνες ξαγρυπνούνε
και στο φέισμπουκ σε υμνούνε.
Ρουφιανεύουνε τη ζωή.
Ναι. Μια ζωή.




Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015


η γκλάβα
[κάθε τρελού παιδιού]





έστριβα πάντοτε τη γκλάβα στους θορύβους
στους κρότους έστριβα που πάγωναν ταβάνια
έστριβα πάντοτε τη γκλάβα γουρλωμένος
τρελό παιδί κι εγώ τρελό σαν όλα τάλλα
τρελά παιδιά κρυμμένα στην ομίχλη κάτω
της επιβιούπολης στο γαίμα μουσκεμένης
αν ήταν νάπεφτε ναστέρι όταν δεν είχεν
ομίχλη σάβανο αιθάλην αν δεν είχεν
έβγαζα τότε από τη θέση της τη γκλάβα
τη βγάζαν τότε τα τρεδιά και την πετούσαν
σένα πανέρι μέσα ρίχνανε τη γκλάβα
για να σωθεί κάθε που έπεφτε ναστέρι
που ξαρχινούσε τις μανίες που κάθε γκλάβα
τη ντριβελίζανε μανι-ακά μπαζούκας
οπλολυβόλα καλασνίκοφ μες στη γκλάβα
νομοβροντίες μες στη γκλάβα γι' αυτό μόνο
σ' ένα πανέρι την πετούσαν δίχως άλλο
και δεν κρατούσανε μαχαίρι ούτε λιμάκι




gregorio-prieto


οι μάνες σύξυλες οι μάνες τα ρωτούσαν
να μάθουν αν και πώς και τί και τίποτάλλο
λέγαν δεν ξέραν δεν ρωτούσαν για τις γκλάβες
που σκλάβες σούρθηκαν αλυσοδέσμιες νύχτες
μες στων μαθιών που τις μπαγλάρωσαν τον πόθο
κατουρημένες από τρόμο και λαγνεία
ώσπου ξεράθηκαν και στήθηκαν ξανά τους
και τι να ιδούνε δηλαδή μες στην ομίχλη
τη συμπαγήν της επιβιούπολης ετούτης




panzerkorps



προαπαιτούμενα:

στη συμπαγήν της επιβιούπολης ομίχλη

πλιζτουμίτγιου








άλλαξε η μουσική με τον καιρό
γίνηκεν άλλη μουσική από μέσα
τότε ψιθύρισε η Μπουμπλίν τη μάνα



Σάββατο 16 Αυγούστου 2014


Πετεφρής: Το κρυφό μαγιό




Απ΄ έξω μαυροφόρα η κορασιά
πικρής τρολιάς χειροπιαστό γκαβάδι, και μέσα σε λουκάνικα βαριά
τόσο βαριά , που παίρνει κάθε βράδυ να φάει στα κουτουρού,
με πατατένια γεύση χοιρινου
τρεμάμενη χωνευτικό αναδεύει,
και γύρω κολλητάρια της μαζεύει.


Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί
του γκόμενου η τελευταία ελπίδα! Βραχνά ο αγκιτάτορας λαλεί
Γλυτώνοντας απο την πιτυρίδα με λόγια μαγικά!
Εκεί η ψυχή πικρότερο αγροικά
τον πόνο της κοπτάτσιας, εκεί βλέπει
Τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει.


Κι απ’ το γκαζάκι του Άθενς Μολ ψηλά,
που εβούβανε τα στόματα των μπάτσων και ρίχνει τζαμαρίες στα μαγαζιά,

ένα μαγιό, ντιζάιν των καπάτσων, από τη καπνουριά
βγαίνει, που δένει στο λαιμό με σικ θηλιά,
κι απ’ της Ριβ Γκως τα τρέντι φιγουρίνια
που δείχνουνε πανάρχαια πλουμίδια.


Ένα τραγουδι ακούεται ευθύς
σαν χιπχοπάδικο ενός τρελάκια Γάλλου, κι η κοπελιά ακούει εμπαθής
προφητικά τα λόγια του αλλαντάλλου που΄χει φωνή βαθειά:
«Μη σκιάζεσαι στα κρύα! Με ζεστασιά
μόλις θα σκάσει των καυσώνων καλοκαίρι
θα το φορέσεις το μαγιό και θα σαι αστέρι!»





Yπάρχει περίπτωση να θεωρηθεί 
πως το ποίημα θυμίζει αορίστως 
ένα δημιούργημα του Ιωάννη Πολέμη, 
αλλά ... 







αυτόν
τον Αύγουστο
με άλλους στίχους
μπλογκοσφαιρόβιους

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014


φυσικά τα κύτταρα συνεχίζουν να πεθαίνουν



Αυτές οι γραμμές δεν θα διαβάζονταν ποτέ αν είχε ξεκολλήσει ένα κομματάκι αθηρωματικής πλάκας κι είχε φράξει μιαν από τις κεντρικές αρτηρίες μου. Ή δεν θα διαβάζονταν από σένα αν ο αιφνίδιος θάνατος είχε συμβεί σε σένα. Αυτή τη στιγμή που γράφω δεν ξέρω αν όσα γράφω θα δημοσιευτούν για να διαβαστούν. Δεν ξέρω αν θα προκαλέσω τη δυσφορία που συνοψίζεται στη φράση ΑΜάΝ ΠΙΑ με τον ΘάΝΑΤΟ, κι είναι εύκολο να προκληθεί, κυρίως σε όσους βλέπουν με ευχαρίστηση θανάτους στο σινεμά και στην τιβί, αλλά αποστρέφονται τον λόγο για τον θάνατο γιατί, θαρρώ, φοβούνται τον θάνατό τους. Όταν στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Max Scheler έβλεπε τον σύγχρονό του άνθρωπο να απωθεί τη σκέψη του θανάτου, νοσταλγούσε τον αλλοτινό άνθρωπο που ζούσε επί παρουσία του θανάτου, ο οποίος ήταν μια δύναμη που μορφοποιούσε και κατηύθυνε τη ζωή του σαν οργανωτική και εποικοδομητική αρχή της ύπαρξης. Σήμερα, που ο πραγματικός καταναλωτής γίνεται καταναλωτής ψευδαισθήσεων (Guy Debord), ο θάνατος καταναλώνεται σαν θέαμα, η ιδέα του είναι μια ψευδαίσθηση, κανείς δεν πέθανε στ' αλήθεια στην οθόνη κι όμως τον είδες να πεθαίνει, να σφαδάζει και να πεθαίνει ή να πεθαίνει ήσυχα, να γέρνει το κεφάλι για το τέλος, μήπως γλιτώσει ένα λυγμό ή ένα σαρκασμό. Άλλοτε τον νεκρό τον έπλεναν, τον ετοίμαζαν, τον έντυναν, έμενε σπίτι, στο σαλόνι, όλο το βράδυ, τον ξενυχτούσαν. Τώρα μονόδρομος ψυγείο - νεκροταφείο, απαγορεύονται οι νεκροί στα διαμερίσματα, πόσο αλήθεια είναι εύκολο να είσαι νομιμόφρων, άλλοι ασχολούνται, επαγγελματίες του ντεκόρ, του τελετουργικού θεάματος, οι στενοί συγγενείς απλώς επιλέγουν από τη γκάμα στιλ και τιμών μετά φπα, ένα αξιοπρεπή φέρετρο στοιχίζει περίπου 800 ευρώ, μου είπε κάποτε τελετάρχης. 





Έτσι ξεμπερδεύουμε στα γρήγορα με τον θάνατο των αλλονών, που έγραψα κάποτε με αφορμή τον Θνητό Εαυτό του Πέτρου Θεοδωρίδη, κι αργότερα το πείραξα, το παραποίησα δηλαδή, κι απόμεινε της καρακάξας σπάραγμα, αιωνία του η μνήμη, μα ποιος θα την απονείμει πούχει μόνη απομείνει με σβησμένο το λουμίνι...:



στο θάνατο των αλλονών
προβάρω το δικό μου
άνευ γλυπτών αναπολών
τον βλάσφημο σηκό μου 

στα κενοτάφια το δεινό
το άλγος του καμάτου
κι αν τεχνηέντως προσπερνώ
κάποτε πέφτω κάτου 

ο χρόνος, παρανόηση
όσων γροικάς και φτύνεις
θα σου πουλάνε πτόηση
καθώς θα επεκτείνεις 

τις λύσεις που περιχαρής
ο χρόνος ο καημένος
στον έρωτα πάντα υδαρής
ψάχνει κατατρεγμένος 

της ψυχοπέμψης ηχηρού
μοιρολογιού αναλόγια
στηρίζουν τέλους καψερού
στίχους και ψιλολόγια 

όπως αυτά των λέξεων
τον θάνατο που πλήξαν
και το επεισόδιο της ζωής
θεωρείται πλέον λήξαν



Ας εμμείνουμε λοιπόν στον περί θανάτου λόγο, ταγμένοι στο σκοπό της επανασυμφιλίωσης με την ιδέα του θανάτου. Η ενορατική, σύμφωνα με τον Scheler, αντίληψη του ανθρώπου για τον θάνατο, η σκέψη ότι η ζωή δεν είναι παρά ένα λάφυρο θανάτου, βυθίζεται, κι εξαφανίζεται, κάτω από την αντίληψη του θανάτου σαν αξίας ή απαξίας ενός κεφαλαίου, σάμπως ο θάνατος να μοιάζει με τον κίνδυνο της φωτιάς και του νερού και εξηγεί την προσπάθεια που παρακολουθούσε να καταβάλλει η επιστήμη της εποχής του για να κονιορτοποιήσει μέχρις αφανισμού το μέγα και απλό γεγονός του θανάτου. 
Έτσι, η μηχανιστική βιολογία είναι εξαναγκασμένη να εκλάβει κάθε θάνατο σύμφωνα με τον τύπο θανάτου που επέρχεται σαν πιστολιά. Επιπροσθέτως, η αντίθεση ζώντος - τεθνεώτος αποβαίνει αμιγώς σχετική αντίθεση· κατά βάθος δεν ξέερουμε πια σε τι συνίσταται ο θάνατος. Αν ο οργανισμός είναι μόνο ένα σύνολο οργάνων, τα όργανα σύνολα ιστών και αυτοί με τη σειρά τους σύνολα κυττάρων (ιδέα της κυτταρολογίας), και αν εκλαμβάνουμε τις διεργασίες του κυττάρου ως απλές φυσικοχημικές διεργασίες, τότε δεν υφίσταται πια - εξαιρουμένης της συνειδησιακής σφαίρας - καθορισμένο, νοητό φαινόμενο που θα αποκαλούσαμε "θάνατο". Άραγε, δεν πρόκειται για ένα φαινόμενο γνωστό, όπου όλες σχεδόν οι φυσιολογικές λειτουργίες εξακολουθούν ακόμα και μετά τον "θάνατο" του ζώου, για παράδειγμα το στομάχι χωνεύει, τα μαλλιά και τα νύχια μεγαλώνουν, οι βάλανοι εκκρίνουν, οι χτύποι της καρδιάς μπορούν να συνεχιστούν επί ώρες; [...] Μολονότι ο θάνατος - ιδωμένος από τη σκοπιά των φυσικών επιστημών - δεν είναι ένα οριοθετημένο στοιχειώδες συμβάν, αλλά μόνο η βραδεία και ακατάπαυτη συσσώρευση καταστροφών που βλάπτουν τους περίπλοκους χημικούς συνδυασμούς του οργανισμού, υπάρχει κάποιος λόγος να τον θεωρήσουμε καθορισμένο γεγονός και να του αποδώσουμε μια συγκεκριμένη στιγμή - έστω και αν θα μπορούσαμε να είμαστε εφεκτικοί πάνω σε αυτό: ο λόγος δεν έγκειται σε κάτι συλληπτό από την επιστήμη, αλλά στον αφανισμό της συνείδησης, που είναι μια συνέπεια της καταστροφής αυτής της "μηχανής".

Η ιδέα του Joyce ότι φυσικά τα κύτταρα συνεχίζουν να ζουν μέσα στη χλαλοή του εξελισσόμενου ενδοφερέτριου θανάτου, είναι μια παλιά ιδέα. Σ' αυτή τη διαδικασία, όπου
Μεταβάλλονται σε μία μορφή λιπαρού τυριού. Κατόπιν αρχίζουν να μαυρίζουν και να εκχύνουν ένα υγρό σαν μελάσσα. Στη συνέχεια ξεραίνονται. ] ,
Joyce αντιλαμβάνεται τα κύτταρα σαν ανεξάρτητες δομές που δεν πεθαίνουν, ή δεν πεθαίνουν σχεδόν ποτέ, τα αντιλαμβάνεται σαν δομικές μονάδες της ζωής που τρώγουνται μεταξύ τους όταν δεν έχουν τι να φάνε, κάποια δηλαδή έτσι κι αλλιώς συνεχίζουν να ζούν, αγνοεί δηλαδή την απόπτωση, τον θάνατο τον κυττάρων, αγνοεί ότι αυτά τα ανείδωτα ζωάκια είναι λάφυρα του θάνατου, αγνοεί ότι φυσικά τα κύτταρα συνεχίζουν να πεθαίνουν και να πέφτουν νεκρά στα στόματα σαπροφύτων. 

Επί ολόκληρες γενιές, οι Ευρωπαίοι πίστευαν πως η ζωή εμφανίζεται αυτόματα στη σήψη και στην κοπριά. Το σάπιο κρέας θεωρούνταν ότι γεννά προνύμφες. Τα παλιά κουρέλια γεννούσαν ποντίκια. Η προσεκτική παρατήρηση και το πείραμα, ωστόσο, αποκάλυψαν την ύπαρξη ενδιάμεσων στοιχείων. Οι προνύμφες, όπως γνωρίζουμε, δεν αναπτύσσονται από τις ακαθαρσίες, όσο χημικά περίπλοκες και αν είναι. Αναπτύσσονται από αβγά αφού πρώτα γονιμοποιηθούν με σπέρμα που μεταφέρεται από μύγες. Παρ' όλα αυτά, οι προνύμφες που στριφογύριζαν στο σαπισμένο κρέας, κατά τις απόψεις των προκατόχων του Louis Pasteur, σήμαιναν πως η ζωή αναπτυσσόταν από την ίδια την αποσύνθεση. 
Η Lynn Margulis γράφει στον Συμβιωτικό Πλανήτη, το βιβλίο όπου συνόψισε τη αντι-δαρβινική θεωρία της για την εξέλιξη, για τον άσηπτο ζωμό κρέατος του Pasteur, που εκτίθεται στο ομώνυμο ινστιτούτο στο Παρίσι, από το πείραμά του με το οποίο απέδειξε ότι για να υπάρξει ζωή πρέπει να προϋπάρξουν μορφές ζωής του ίδιου είδους. Το όμοιο και για τον θάνατο. Στη φιάλη που έμπαινε αέρας αλλά εμποδιζόταν η είσοδος βακτηρίων, το κρέας δεν σάπισε. Όμως τα βακτήρια δεν είναι, όπως επίσης ευρέως πιστεύεται, παθογόνοι παράγοντες στη ζωή, και στον θάνατο, που πρέπει να εξοντωθούν για να διαπρέψουν η τάξη, η καθαριότητα και η ομορφιά. Αντίθετα, ευθύνονται για τη ζωή και χωρίς αυτά, επιμένει o Maximo Sandin, οι ήπειροι θα ήταν έρημοι, αναπτύσσοντας το πολύ λειχήνες, και μάλιστα ελάχιστες, ενώ στους ανθρώπους ο αριθμός τους είναι δέκα φορές μεγαλύτερος απ’ τα κύτταρα απ’ τα οποία αποτελούνται. Είμαστε μήπως συσκευές βακτηριακής τεχνολογίας; Δέκα βακτήρια και βάλε για κάθε κύτταρο; 

Η ζωή, γράφει η Margulis, είναι εγγενώς ένα σύστημα αποθήκευσης μνήμης. Θα έλεγε κανείς ότι ο θάνατος είναι μία μέθοδος αποβολής της μνήμης, ή, πληροφορικότερα, διαγραφής της. Η συσσωρευμένη μνήμη στους ανθρώπινους εγκεφάλους μπορεί να εξαφανίζεται με την καμία, όταν συμβεί το μέγα και απλό γεγονός του θανάτου; Όμως κι ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μνήμη απώλειας που για τη συντήρησή της, αγνοώντας τη βακτηριακή υπόγεια εργασία, οι άνθρωποι φροντίζουν από αιώνες. Τα βήματά μας πλησιάζουν στα νεκροταφεία, όπως εκείνο του Glasnevin, όπου είχε βρεθεί εκείνη την 16η Ιουνίου ο Μπλούμ. Θα περάσουμε την πύλη στην επόμενη ανάρτηση, με τις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην αρχή. Ως τότε, όπως θα λέγαμε πως κάθε Ιούλιος θάβει κάποιον Ιούνιο, άσκοπος διαβάτης ο Νίκος Καρούζος:


Στα σπλάχνα του σκιρτούσε το αδιέξοδο.
Δεν ένιωθε τις αποστάσεις περπατώντας.
Και τραγουδούσε ολομόναχο το στόμα του.
Παράμ παμ παμ
παρίμ παμ πομ...
Ο θάνατος θέλει τα πουλιά και τα βαρίδια.
Παράμ παμ παμ
παρίμ παμ πομ...
Υπάρχει αύριο
υπάρχει και μεθαύριο.
Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα. 








στο μεταξύ
η κομποστοποίηση πτωμάτων
δεν ενδείκνυται σε φυτικές καλλιέργειες
στις δε ζωικές τρελαίνονται 
τα υποσφάγια καθώς 
σαπρόφιλα εξ ανάγκης
καταγίνονται


Τρίτη 10 Ιουνίου 2014


αντίο μπλόγκερ



Ο Allu Fun Marx πέθανε πριν από πέντε μήνες και το έμαθα το περασμένο Σάββατο. Κοιτώντας δεξιά τη στήλη με τις ενημερώσεις από τις νέες αναρτήσεις κάποιων μπλογκ που παρακολουθώ, είδα στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου τον τίτλο "Αποχαιρετισμός στον Allu Fun Marx". Κατέβηκα πιο κάτω, κατέβηκα ώσπου βρήκα το μπλογκ του με την ένδειξη "Πριν από 5 μήνες". 

Δεν ξέρω τι φάρα είναι οι μπόγκερ, οι μπλόγκερς που λένε άλλοι. Μάλλον δεν είναι φάρα. Το ότι δεν ξέρω το λέω σε κάθε ευκαιρία. Το ξέρω. Οι μπλόγκερ δεν είναι φάρα, είναι φάρες. Τα δίκτυα, όπου μαθές διευρύνεις τους ορίζοντες, είναι πιο κλειστά από την υλική καθημερινότητα, που η διαπερατότητά της ποικίλει επιτρέποντας τον συγχρωτισμό λογιών ανθρώπων. Τα φίλτρα του ίντερνετ αυστηρά. Όπως και εκείνα που κατασκευάζουν οι μπλόγκερ για συγκρατούν στοιχεία ταυτότητας και προσωπικότητας μη ανακοινώσιμα. Το ονοματεπώνυμό του, το πού ζούσε, κι άλλα στοιχεία απ' τη ζωή του μαθεύτηκαν τώρα, εγώ τα είδα στου Σαραντάκου, στο φέισμπουκ, λέει, γράφτηκαν, φέισμπουκ δεν έχω ο διεστραμμένος, τα έμαθα στου Σαραντάκου. 

Με τον Αλλουφάνη δεν ταιριάζαμε σε πολλά. Ανερυθρίαστα, όπως τόνιζε, κόκκινος  εκείνος,  σαν το μακρινό παρελθόν μου. Με μια βεβαιότητα που ζηλεύω καμιά φορά, μέσα στην καθολική αβεβαιότητά μου, αλλά συνήθως δεν μπορώ και να την καταλάβω. Νομίζω ότι ο ένας εκτιμούσε τον άλλον. Ποιος ποιον. Τι ήξερε για μένα πέρα απ' ό,τι φαίνεται εδώ; Αλλά και γιατί θα έπρεπε να ξέρει κάτι παραπάνω; Οι σφαίρες των ανώνυμων μπλόγκερ, σαν τα πλοία των τρελών, είναι κοινότητες φαντασιακές  ανθρώπων που πέρα απ' την καθημερινή τους ζωή έχουν στη διάθεσή τους ένα μέσο να εκφραστούν και να διαβαστούν αλλιώς κι αλλού. Αυτό το μέσο, το μπλογκ, όταν η ζωή τους τελειώσει, θυμίζει κενοτάφιο. Μνημείο γνωστού μπλόγκερ - αγνώστου ανθρώπου. 

Από την άλλη ζωή μας, την υλική - όχι την ηλεκτρονική, αποκαλύπτουμε λίγα θραύσματα, όμως έτσι κι αλλιώς από σπασμένα κομμάτια φτιάχνεται. Ελπίζω ότι δεν έχουμε κιόλας επιβεβαιώσει τον Virilio:

Χωρίς καν ν' αμφιβάλλουμε γι' αυτό, έχουμε γίνει οι κληρονόμοι και οι απόγονοι ενός τρομερού συγγενολογιού, δέσμιοι κληρονομικών στιγμάτων που μεταβιβάζονται όχι πια με τα γονίδια, το σπέρμα, το αίμα, αλλά από μιαν άρρητη τεχνητή μόλυνση.

Αργά κατάλαβα ότι δεν ήταν δική μου ιδέα η λέξη παραποίηση αντί για τη λέξη παρωδία, ίσως στο μπλογκ του την είχα δει κι έπειτα το ξέχασα και νόμισα ότι την σκάρωσα εγώ. Ο  Allu Fun Marx, ειδικός στις παραποιήσεις γνωστών ποιημάτων, στα ποιήματα παρά κάτι, που στοιχειοθετήθηκαν και σε ψηφιακό βιβλιαράκι από τον Βασίλη Λαλιώτη, παρώδησε όχι μόνο τα ποιήματα που παρώδησε αλλά και τις φάρες των μπλόγκερ. Όπως στο Blogger μαζί, παραποίηση του καρυωτακικού Όλοι μαζί:



Blogger μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας των comments την ευλογία
Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.


Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη ιντερνετική καρδιά μας.
Στη Lifo αχ! πότε θα δούμε τα γραπτά μας,
για να μας πούνε blogger-ποιητές;


Γράφουμε για τα παλιά, τα παιδικά 
τα τραύματά μας. Παίρνουμε πόζα. 
Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα 
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά. 


Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού 
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις. 
Στη γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις, 
ανεβάσαμε post όσα τ’ άστρα του ουρανού. 


Κι’ αν πειναλέοι-για κλικ- γυρνάμε ολημερίς, 
κι’ αν ξενυχτούμε πάνω στα πληκτρολόγια 
ποτέ δεν τσιγκουνευτήκαμε στα λόγια… 
Στις πράξεις μόνο είμαστε λίγο ασυνεπείς. 





Γιώργο Αλλουφάνη σου αφιερώνω ένα δικό μου παραποίημα αποσπάσματος της Ρωμιοσύνης του Ρίτσου που δεν τέλειωσα πριν από χρόνια. Και τη Διεθνή, που - αναπόφευγο - εκεί πίσω μακριά ενώνει τα σκιρτήματά μας. 


το χέρι τους είναι κολλημένο στο ποντίκι
το ποντίκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια του μυαλού τους
το μυαλό τους είναι συνέχεια κολλημένο
έχουν στα χείλη τους απάνω λιποζάν
κι έχουν τιγκάρει με κενό τα μαύρα μάτια τους
σαν μιαα μαύρη τρύυπα σε μια γούβα του σύμπαντοος




 
Evin 

και πας γιουτιούμπ...



Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


της Αγάθως



Διάβαζε τον Σεφέρη λαίμαργα. Την συγκινούσε κι εντρυφούσε. Έτσι λαίμαργα που κατέβαζε τους στίχους, αμάσητους, δεν προλάβαινε ούτε γεύση ούτε υφή. Όμως τον είχε μάθει απέξω. Ήταν πια εύκολος γι' αυτήν. Ένας απλός παλμός. Συχνά απάγγελνε βαδίζοντας νωχελικά στην αμμουδιά. Την είχε ακούσει μια φορά ένας ποιητής μοναχικός, ένας που οι στίχοι του κατέβαιναν ασκέρι από την κούτρα να την πολιορκήσουν. Εκείνη απάγγελνε. Πάντα Σεφέρη: 

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.



Εκείνος εκεί, μονάχος, με τ' ασκέρι του· κι εκείνη, εκεί. Σεφέρη και ξερό ψωμί. Φορές απάγγελνε στην αμμουδιά απέξω, και το βιβλίο το κρατούσε κάτω από τη μασχάλη. Εκεί πολλούς εγνώρισε, άντρες που της αρέσαν για το κάτι τι τους. Όταν εβάδιζε μονάχη, τους θυμόταν. Εκείνος ο κλαρίμπας, ο μοσχοδημοκράτης. Δημοκρατία μοσχοβολούσε, αγωνιστής κανονικός, γρήγορα τον βαρέθηκε. Είχε γνωρίσει στη δουλειά έναν καινούριο, της συνεπούς αριστεράς. Αυτός ήταν αληθινός αγωνιστής, μουσάτος φροντισμένος, με ιδέες για το αύριο αυτού του τόπου, τρυφερός, γραμματέας στην οργάνωσή του, την ενέπνεε. Του άρεσε κι ο Σεφέρης, μα προτιμούσε Κατσαρό κι Αναγνωστάκη. Εκεί στην αμμουδιά τού έπεσε από τη μεγάλη τσέπη το βιβλιαράκι του Μπαντιού που του είχε χαρίσει η κολλητή της. Τα ερωτόλογα στην αφιέρωση δεν άφηναν αμφιβολία ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους. Της είχε χαρίσει τον έρωτα ο Ζήσης. Κι ήτανε παντρεμένη η ρουφιάνα μ' εκείνον τον Μουλά. Έφαγε το σουτ ο Ζήσης πριν προλάβει ν' απολογηθεί. Πιο τρυφερός ήταν ένας ονειροσκόπος. Ίσως την είχε αγαπήσει αυτός, ήταν φτιαγμένος ν' αγαπάει. Πάντα έτοιμος. Συνήθως έτοιμος. Αφηρημένος, όμως, εκεί που την εχάιδευε ξεχνιόταν κι άρχιζε να μιλάει για Κυριακές χωρίς Δευτέρες να παραμονεύουν. Γρήγορα τον βαρέθηκε. Τον άφησε ένα σούρουπο να ρεμβάζει την ακρογιαλιά, τον άφησε όπως τον είχε βρει, μονάχο. Της είχε μείνει όμως ένα γαμώτο ανικανοποίητο. Ήθελε κάποιον τέτοιονε, να έχει οράματα, να κοιτάει ψηλά. Ένας κοκκινοτρίχης με γυαλιά, πάντα πρόθυμος για ορειβασία, τηνε συγκίνησε κάπως, όχι σε βάθος, ήταν όμως γυμνασμένος και γελαστός. Ορειβάτης. Δεν άργησε να καταλάβει πως στην υπόγα του ήταν ορειβάτης, ο καημένος. Στ' άρματα, φώναζε, εμπρός στον αγώνα, κι αγωνιζόταν να φτάσει στης υπόγας την κορφή, ν' αγναντέψει της Αγάθως το κορμί κουρνιασμένο στο ντιβάνι. Α πα πα. Η αμμουδιά τής πήγαινε, όχι εκείνη η μούχλα του αμφίβολου αγώνος. Τον έτζασε. Καλύτερα, χίλιες φορές, σκέφτηκε, ο Πελοπίδας, ο δημόσιος υπάλληλος. Κι ας κατάντησε όπως κατάντησε απ' τα μνημόνια τ' απανωτά. Μα ήταν το τάιμιν λάθος. Ο άνθρωπος είχε ταξιδέψει μ' αεροπλάνα και βαπόρια, Ελλάδα, Ευρώπη κι Αφρική, το ήξερε η Αγάθω. Μα τώρα που τον γνώρισε κι αυτή και περπατούσανε μαζί στην άμμο, ξεφύσαγε ολοένα και το σκεφτόταν και στο σουβλατζίδικο να τηνε πάει. Ας πάει κι αυτός, λοιπόν, μαζί μ' όλους τους άλλους, και τους άλλους, τους αισθηματίες. Όπως κι εκείνος ο εποχέας, εδώ που τα λέμε, που όσο αναπτυσσόταν με ρυθμούς υψηλοτάτους πού να πατήσει της Αγάθως την αμμουδιά. Οραματιστής του καλύτερου μέλλοντος, αγωνιστής αυτοδημιούργητος άλλοτε, με βήματα που χώνονται στην άμμο, βαρύς, μ' εκείνον τον καπνό της έπαρσής του της προκαλούσε ασφυξία, ο δυστυχής κι αυτός. 

Ο μοναχικός ο ποιητής, ο λιποτάκτης, δεν είχε ελπίδα. Άλλο Σεφέρης, κι άλλο Λευτέρης. Και τα δυνατά του που έβαλε, μέχρι Μπορίς Βιαν της μετάφρασε, υπέστη ήττα μπλαζέ. Την κοίταζε στο τέλος με λύπη. Σκεφτότανε το νέρωτα, σκεφτότανε το θάνατο, τα δυο βουνά. Είστε ολίγος, του είπε την τελευταία φορά. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην αμμουδιά της. Παρώδησε ένα ποίημα και την ξέχασε:





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
M’ αυτή, υπό μάλης το Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».

Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 

Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Το ανωτέρω παραποίημα δημοσιεύθηκε 
με τίτλο Της Αγάθως Κατάφαση 
στο τεύχος 8 του ποιητικού κλπ
σκεύους Τεφλόν.

η υπόθεση MHNYMAL 
~ΑΠΟΡΗΔόΝ~


Τετάρτη 29 Μαΐου 2013


άσε τα τραύματα


Ήμουν εδώ δίπλα μα δεν προλάβαινα. Δουλειά γραφείο και περιβόλι, η γυναίκα στο γύψο, δύσκολες συνθήκες για ιστολογισμούς. Ανάκατα σχέδια, τριάντα αναρτήσεις στο πρόχειρο, δεκάδες χαρτάκια ανάμεσα σε βιβλία, σημειώσεις με μολύβι, ξανασκέφτομαι πάντα γιατί όλ' αυτά, αυτό είναι ο αυτισμός του μπλογκ, η άναυδη απορία για τη γενικευμένη αυτοαναφορικότητα, η στεναχώρια για τις απόλυτες βεβαιότητες, για τις χλεύες που εκτοξεύονται, ίσως γιατί δεν είμαι βέβαιος σχεδόν για τίποτα, μπα, για τίποτα. 






Όλ' αυτά λοιπόν, που δεν ενδιαφέρουν κανέναν, γυρεύουν ν' αποκτήσουν ένα λόγο να νοηματο-δοτήσουν τη μπλόγκωση, ν' αναχαιτίσουν τον ιό της ματαιότητας που απειλεί διαρκώς να χιμήξει στην ηρεμία μου, να την εκδικηθεί. Έδωσα μια παράταση περισυλλογής σ' αυτές τις μέρες και άδραξα τον εκνευρισμό. Απότυχα να συγκεντρωθώ, καθώς πάσχιζα - που έγραψε ο Σινόπουλος - να συναρμολογηθώ, απότυχα κι είπα θα βάλω αυτό το ποίημα στο μπλογκ, ήταν έτοιμη σχεδόν η πρόχειρη ανάρτηση, θα έπαιρνα λίγο κάτι ουρές και, πλοπ, εξαφανίστηκε, χάθηκε, ένα ντιλίτ από το πουθενά και το άυλο ποίημα έγινε αόρατο ενώ ο Manzarek ήταν ήδη νεκρός when the music was over. Μούλιασα το μυαλό, αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις αυτού που χάθηκε, οι μόνες που συγκράτησε η αδύναμη μνήμη μου. Τι γίνονται όταν ξεγράφονται με το ντιλίτ τα ποιήματα; 






O Manzarek έπαιξε κάποτε με τον Philip Glass τα Carmina Burana στη μουσική του Carl Orff. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος ήταν ο πρώτος που τα σύστησε στο ευρύ ελληνικό κοινό· αυτός ή οι φαντασμαγορικές συγκεντρώσεις του πομπώδη Ανδρέα Παπανδρέου; Το πασίγνωστο O Fortuna, είναι ένας ύμνος στην Τύχη που όλα τα ορίζει στη ζωή του καθένα, που λιώνει σαν νάταν πάγος τη φτώχια αλλά και τη δύναμη, ένας ύμνος στην προαιώνια αφέντρα. Μοιάζει μυστήριο το πώς αυτός ο κόσμος βαδίζει σε χαραγμένους δρόμους, ενώ καθένα από τα μόριά του υποτάσσεται σε μιαν αρχή αβεβαιότητας: μοίρια, χταπόδια που αργά ή γρήγορα θα χτυπηθούνε δίχως λύπηση. Αλλά κι οι δρόμοι που βαδίζει ο κόσμος ξεγελούν, πως ήταν τάχα χαραγμένοι, απ' τις πατημασιές . Συνήθως όσοι προβλέπουν την επόμενη στροφή, ή την επόμενη ευθεία, κάνουν λάθος. 

Είδα τις προάλλες, ποδηλατώντας, μια φυλλάδα στο περίπτερο με τίτλο Αφγανός Killer. Δεν ξέρω πώς, είχα στο νου και τα (σ)κατά διαόλου, θυμήθηκα ετούτο του Φλωμπέρ, από τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου, κατά Βάρναλη:



Επιθυμώ να πετάξω, 
να κολυμπήσω, 
ν' αλυχτήσω, 
να μουκανήσω,
να ουρλιάξω. 
Θα 'θελα να 'χω φτερά, 
καύκαλο, 
φλούδα, 
να βγάζω καπνό, 
ν' αποχτήσω προβοσκίδα, 
να κουλουριάσω το κορμί μου σα φίδι, 
να μοιραστώ παντού, 
να 'μαι σ' όλα μέσα, 
να ξεχυθώ με τις μυρωδιές, 
να ξετυλιχτώ σαν τα φυτά, 
να τρέξω σαν το νερό, 
να δονιστώ σαν τον ήχο, 
να λάμψω σαν το φως, 
να πάρω όλες τις μορφές, 
να μπω σε κάθε άτομο, 
να κατέβω ως τον βυθό της ύλης
— να γίνω η ύλη !




efedra-the-falling-man





Άσε τα τραύματα, τη γάζα πέταξε·
αστράψαν τα δρεπάνια, ο Είρωνας προέλασε.






Διότι περί Είρωνος πρόκειται.




Dmtrs Teg






Ξεφύλλιζα ένα βιβλίο του Λυοτάρ.
Το απόσπασμα του Φλωμπέρ το παρέθετε
στα προλεγόμενα ο Θ. Γεωργίου.