Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Διαμάντω πάρε τ' όπλο σου



Ένα χρόνο μετά. Είναι δύσκολο να επιστρέφεις. Θα πρέπει πρώτα πρώτα να ξέρεις γιατί. Δεν ξέρω. Ίσως η σχέση μέσω ενός μπλογκ, που μοιάζει τόσο απόμακρη αν συγκριθεί με τις σχέσεις των κοινωνικών δικτύων, κρεμά πιο ελαφριά πέτρα στον λαιμό των αναρτήσεων που πλέουν στο εφημερεύον πέλαγος. Κατά τ' άλλα δεν πρόκειται για επιστροφή. Πρόκειται για εκπλήρωση καθήκοντος. Αποχαιρετώ το 2020 και σας χαιρετώ. 

Ενώ δεκάδες τραγούδια και κείμενα περιμένουν σχεδόν χωρίς ελπίδα να υπάρξουν, εμφανίστηκε η Διαμάντω και προσπέρασε στην έξοδο του 2020 το σελοφάν που στην αρχή του περιτύλιγε συσσωματώματα υπομικροσκοπικών και μάταιων κατά τα δειχθέντα ελπίδων· η Διαμάντω εφορμά στην διακοσιετηρίδα της παλιγγενεσίας. Θα πρέπει να συνταχθούμε, να διεκδικήσουμε εορταστικές εκδοχές, νοηματοδοτικές παρλαπίπες. Ιδού ένα εν Ρόδω πήδημα: μεταμφιεσμένο θηλυκό, ανάμεσα σε αρσενικά κλεφτόπουλα που πολεμούνε, φανερώνεται άθελά του: κάτι γίνεται, σφίγγεται, σειέται, σπάει το ασημόκουμπο και αποκαλύπτεται το βυζί. Ένα κλεφτόπουλο το βλέπει και τ' ορέγεται. Και μετά; Άλλοτε τίποτα: ας βάλει κάθε μια δικό της τέλος κι ας διαλέξει ένα δικό του ο καθένας. Άλλοτε συναλλαγή, άλλοτε φονικό. 

Ποιος είδε ψάρι σε βουνό; Το ερώτημα είναι παλιό και η απάντηση επίσης. Και η θάλασσα σπαρμένη. Και η ανύπαντρη, που θα πει η μικρή, κόρη ντύνεται στα κλέφτικα. Δεν είναι όμως η Βουγιουκλάκη - Πίπης, η μεταμφιεσμένη αρχόντισσα της ταινίας, που ερωτεύεται τον αλήτη που βλέπει τυχαία το βυζί της και καταλαβαίνει το φύλο της. Η Διαμάντω δεν κάνει κέφι το κλεφτόπουλο το οποίο έχει ήδη δηλώσει ότι το βυζάκι της είναι της ορεξιάς του. Και, για να μην αποκαλυφθεί, του παίρνει το κεφάλι. Απλά απλούστατα. 







Ο Παντελής Μπουκάλας στο δεύτερο δοκίμιό του για το δημοτικό τραγούδι με τίτλο "Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση" της σειράς "Πιάνω γραφή να γράψω" παρουσιάζει τον έρωτα ως σφαγέα. Το τραγούδι για τη Διαμάντω, που αντλεί από κείμενο της Μαλβίνας Ι. Σαλβάνου "Τραγούδια, μοιρολόγια και λαζαρικά Αργυράδων Κερκύρας" (Λαογραφία, Θ, 1926-1928), το κατατάσσει στη κατηγορία "Προληπτική δολοφονία του άνευ ανταποκρίσεως ερωτευμένου προς αποφυγήν αποκαλύψεων". Με άλλα λόγια, εξαίρεση (;): ο έρως ως σφάγιον. Και είναι το μοναδικό παράδειγμα που δίνει για την κατηγορία, ένα παράδειγμα με πολλές παραλλαγές. Η Μαλβίνα Ι. Σαλβάνου ήταν δημοδιδασκάλισσα και, όπως διαβάζουμε στην έκδοση της Λαογραφίας του 1921 (Η, 1921-1925), είχε τότε 7 χρόνια που μάθαινε γράμματα τα παιδιά των Αργυράδων Λευκίμμης. Κύρια πηγή στην πολυετή της έρευνα ήταν η παπαδιά Μαρία Καλούδη με την τεράστια μνήμη "αν και υπερέβη το 60όν έτος της ηλικίας της". Η παπαδιά τής παρέδωσε το τραγούδι της κλεφτοπούλας Διαμάντως, την οποία πάντως η δασκάλισσα δεν την ονοματίζει. όπως δεν την ονοματίζει και ο Παναγής Ηρειώτης στον οποίο παραπέμπει (στον ίδιο τόμο της Λαογραφίας). Ο τελευταίος, ερευνώντας στην Αίγινα, αναφέρεται σε μια λύγερη που έκανε σαράντα χρόνους "καπετάνιος" στους κλέφτες και που σε μια "πίσημη ημέρα", παίζοντας το λιθάρι και το σπαθί, της έσπασε το ασημόκουμπο και "τσαι φάνη το βυζί της". Όμως οι παριστάμενοι δεν καταλάβαιναν τι έβλεπαν, άλλος έβλεπε ασήμι και άλλος μάλαμμα (έτσι, με δύο μ) και μόνο ένα μικρό "κλεφτάτσι" δεν "εγελάστητσε". 









Ο Ηρειώτης δεν δίνει συνέχεια, τι απέγινε ο καπετάνιος με τα βυζιά. Όσο για την οφθαλμαπάτη ή την παραίσθηση στη θέα του βυζιού, υπάρχουν κι άλλες εκδηλώσεις· στη συλλογή του Απόστολου Μελαχρινού (1946), πάντως, το κλεφτόπουλο δεν ξεγελιέται, βυζί βλέπει, "που είν' άσπρο σαν το χιόνι", λέει, αντί να πει ότι είναι της ορεξιάς του. Την ιστορία της κλεφτοπούλας, όχι Διαμάντως κι εδώ, τη βρίσκουμε και στις "Εκλογές" του Ν. Πολίτη. Ο Πολίτης δίνει συνέχεια αλλά αναίμακτη. Η κλεφτοπούλα προτείνει οικονομική συναλλαγή, όμως το κλεφτόπουλο θέλει την ίδια, όχι να το πλουτίσει βαριά, όπως του προτείνει· κι εκείνη του εξηγεί ότι θα πρέπει να αναβαθμιστεί, να γίνει κλεφτοπολεμάρχος για νάναι άξιός της. Η παραλλαγή του Πολίτη δεν δίνει εξήγηση γιατί κόπηκε το θηλύκι στο πουκάμισο της Λύγερης. Ο Γιάννης Αποστολάκης, στην κλασική μελέτη του του 1929, βρίσκει ότι η παραλλαγή που προτείνει ο Πολίτης κάνει το τραγούδι "σκοτεινιασμένο ή καλύτερα βουβό". Και παραθέτει διάφορες εξηγήσεις, όπως του Passow "από το σείσμα το πολύ κι από τη λεβεντιά της" ή "από τη σφίξη της κι από την εντροπή της" και άλλων: " κι από την προκοσύνη της κι από τη γρηγοριά της", "κι από τη φούρια την πολλή κι από τη δύναμή της", "κι απ' το πολύ το σείσιμο κι απ' το πολύ καμάρι" κλπ. Πάντως, ενώ θεωρεί ότι με τις "Εκλογές" του Πολίτη αρχίζει η "σωστή εξέταση και μελέτη" του δημοτικού τραγουδιού, ο Αποστολάκης έχει την ακριβώς αντίθετη γνώμη για τον Ζαμπέλιο· ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι και πάλι η Κλεφτοπούλα. Ο Αποστολάκης γράφει ότι μελέτησε περισσότερες από σαράντα παραλλαγές και ότι όλες έχουν "φυσικώτερο τέλος από του Ζαμπέλιου. Άλλες τελειώνουν με την κόρη να παρακαλή το κλεφτόπουλο να μη τη μαρτυρήση, και του υπόσχεται να υποταχτή στο θέλημά του, να γίνη γυναίκά του, ή να του δώση τ' άρματά της, βαθμούς και χρήματα. Σ' άλλες πάλι σκοτώνει η ίδια το κλεφτόπουλο, ή παραγγέλνει στα παλληκάρια να το σκοτώσουν. Αλλού πάλι, στο κλεφτόπουλο που θέλει σώνει και καλά να την πάρη γυναίκα τού λέει να μονομαχήση μαζί της, ενώ σε δυο τρεις, η κόρη μοιράζει το έχει της και γυρίζει στο σπίτι της να παντρευτή. Είναι όμως και μερικές, όπου το τραγούδι δε φτάνει ως το τέλος, παρά τελειώνει σε διάφορες σημαντικές μεριές· λ.χ. εκεί που το κλεφτόπουλο ανακαλύπτει πως δεν είναι μάλαμα ή ασήμι ό,τι έλαμψε παρά ο κόρφος της κόρης, ή εκεί που αρνειέται να πάρη τα χαρίσματα της κόρης και θέλει να πάρη την ίδια για γυναίκα". Δύσκολο να διατηρείς την ορθογραφία μονοτονίζοντας. Η ανακάλυψη από το κλεφτόπουλο ότι δεν πρόκειται για μάλαμα ή ασήμι εμφανίζεται και στην κλεφτοπούλα του Ζαμπέλιου της σελ. 684, όπου, μάλιστα, βρίσκουμε και εξήγηση για το πώς "εκόπη το θελικι της κ' εφάνη το βυζί της": "από το πήδημα, και απ' την πολλή τη ζώση".  






Όμως ο Αποστολάκης δεν αναφέρεται στην κλεφτοπούλα της σελ. 684 αλλά της σελ. 616 του Ζαμπέλιου, όπου και το λιγότερο φυσικό τέλος όλων των γνωστών στον μελετητή παραλλαγών: να πάει να γίνει καλογριά. "Σ' όλες δηλαδή τις παραλλαγές, μ' όλο το διαφορετικό τέλος τους, δείχνεται το σάστισμα και η ταραχή της γυναίκας όταν βρίσκεται άξαφνα άθελα ξεγυμνωμένη μπρος στον άντρα". Ο Αποστολάκης κατηγορεί με πολλά παραδείγματα τον Ζαμπέλιο για "παράλογο εθνικό εγωισμό". "Η ιστορία της νοθείας των δημοτικών τραγουδιών μένει να γίνει" γράφει ο Αλέξης Πολίτης, επισημαίνοντας τη χρησιμότητά της για την ιστορία της φιλολογίας και των ιδεολογιών. Τα κλέφτικα είναι το κατεξοχήν πεδίο νοθείας. Μια ακόμα παραλλαγή, τραγουδισμένη από τη Δόμνα Σαμίου, αποφεύγει και την απλή αναφορά στο βυζί: "εκόπη τ' αργυρό κουμπί κι εφάνη κάτι εφάνη". Τι εφάνη; Όμως ξεφύγαμε, επιβεβαιώνοντας μία φυσική απέχθεια στην κανονικότητα των στρουχτούρων.


Φτάσαμε ως εδώ περιπλανώμενοι σε χαρτιά και δίκτυα. Ο Μπουκάλας έχει υποσχεθεί 17 βιβλία στη σειρά "Πιάνω γραφή να γράψω", από τα οποία τα 8,  ανάμεσά τους τα ήδη 3 εκδοθέντα, έχουν αντικείμενο τον έρωτα. Ο έρως είναι το κίνητρο και όπου υπάρχει κίνητρο υπάρχει έρως, δηλαδή λαχτάρα για ζευγάρωμα. Καλώς ξαναζευγαρώσαμε λοιπόν, έστω και με υπόκρουση αυτή την προχειροφτιαγμένη τραγουδιστή Διαμάντω του τέλους του 2020, της αρχής του 2021, χωρίς την παραμικρή νύξη για όσα απίστευτα συμβαίνουν γύρω, για όσα ανατρέπουν και εκτρέπουν την καθημερινότητα, για τη σαστιμάρα μας, τρομάρα μας. 









Ποιος είδε ψάρι σε βουνό και θάλασσα σπαρμένη,

ποιος είδε κόρη ανύπαντρη στα κλέφτικα ντυμένη;

Δώδεκα χρόνους έκαμε αντάμα με τσου κλέφτες. 

Θελήσαν τα κλεφτόπουλα να παίξου το ντουφέκι,

κι η κόρη από το φόβο της κι από την εντροπή της

τση κόπη το θηλύκι της, τση φάνη το βυζί της.

Την είδ' ένα κλεφτόπουλο και του χαμογελάει.

"Τι έχεις, μωρέ κλεφτόπουλο, που όλο γελάς με μένα;"

"Είδα τον ήλιο κι έλαμψε, είδα και το φεγγάρι, 

είδα και το βυζάκι σου, που 'ναι της ορεξιάς μου".

"Τσώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, και μην το μολοήσεις".

Στα γόνατά της τό 'βαλε, να το ψειρολοΐσει,

χρυσόν μαχαίριν έβγαλε απ' αργυρό φηκάρι,

του δίνει μια, του δίνει δυο, του παίρνει το κεφάλι.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

ο τελευταίος άνθρωπος












- Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

- Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

- Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

- Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

- Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

- Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

- Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

- Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

- Ήμουν ξυπόλητος.

- Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

- Δεν απέτυχαν;

- Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

- Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

- Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

- Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

- Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

- … έσβησε.

- Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

- Πού χάθηκε;

- Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

- Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

- Είπες τα δικά σου.

- Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

- Μην αρχίζεις.

- Το ρίγος μου τους διαπερνά.

- Ο χρόνος μου τελειώνει.

- Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

- Είσαι αμετανόητος.

- Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

- Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

- Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

- Πράγματι…

- Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

- Τελειώνω.

- Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

- Κοντολογίς…

- Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

- … ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

- Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

- Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

- Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

- Θυμάσαι όνειρα.

- Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

- Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

- Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

- Είσαι τρελός.

- Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

- Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

- Σβήνω.

- Μας απαρνήθηκε.

- Εσένα. Σβήνω.

- Πού χάθηκες;

- …

- Πού χάθηκες, αστέρι;









◍◎◍◎◍◎◍









Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.













Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

και φως τ ανάστημά του



μπορούσες
να τραβήξεις από το μανίκι
γιγαντιαίους στίχους υπερπραγματικούς
που εκσπερματώνανε και ξαρματώνανε
τις φωλιασμένες στα ριζά
ιστοριούλες

όμως 
η κλίμαξ εκ σαρκός
ήτανε από πάντα εθνικόφρονη
καθόλα διαμαντένιος ο γαληνευτής 
ρωτούσε και ξαναρωτούσες
τόσο που εξελίχθηκε
σε σλόγκαν

:

ως πότε 
Πάλι κάργια
θα ζούμε με ρευστά
μηχανοποιημένα 
ειδύλλια

;

πόσος 
αλήθεια πέρασε καιρός
από τα τότε χρόνια χωρίς
συντέλεια να συντελεστεί ούτε
στου τσίλια το χαμένο 
πόρτο φόλι 

μας φάγανε
μας τρώνε ακόμα οι απορίες
για το άπλωμα παρεξαμπλόμ της θάλασσας 
που νοσταλγεί τη μήτρα των συννέφων
σε απέλπιδα χειμέρια
φουσκώματα

πόσος καιρός
καλέ μου γίγαντα
ώσπου στο τέλος να πεθάνεις
από φυράματ α πειλούμενος
από κακούς γειτόνους
έλλην λουόμενος
διαδικτύως

διότι
ας μην γελώμεθα
θα πρέπει ν α πειλείται 
ο πατριωτισμός· αλλέως
ξεθυμαίνει γιέα
ζμπιούμ φο
βού



./././././.



υπήρξες
κατά μίαν έννοιαν
μικρούτσικο κλωνάρι ακακίας
ίδιος αλλού ο θείος
πλάτων

υπήρξες
κατά έννοιαν άλλην
αθρωπινώς μεταλεγμένος
θορυβωδώς εθεθνικός
ματαίως γίγαντα
ποιητής


εξάλλου
είμεθα γιγάντων κόσμος
απαντάπασες 

αυτά







από μακριά
σιμώνει ωστόσο
το αγνώριμο τραγούδι
στους ουρανούς σκορπιέται
αργοτραμπαλιστό

:

ηχούν
φωνές από το χθες
στίχοι στροφές ορμούν ορδές
μαθές τεντώνουν τις χορδές
άκου τους φεύγουνε
πορδές




όμως
ο θάνας γίγαν
και τις κλανιές
τις καταργεί
αποστειρ
ωτικ
ώς

















αν δεν σ άρεσεν ετούτο
στα σίγουρα δεν θα σ αρέ

κι αυτό

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

πορδή στον καμπουράκο





όλο διστάζουν τα φτερά της πεταλούδας δεν πετά στον τοίχο λυπάται ο τοίχος χαίρεται το ταβάνι αδιαφορεί το πάτωμα είναι γλυκιά η κόλαση πεινώ θα τηνε φάω την κόλαση θα παραδοθώ στη θλίψη θα ξεμείνω από δόντια θα μου γαμήσεις την αύρα μην ακουμπάς μίλησες κατάστρεψες τον έρωτα δεν θυμάμαι τις άλπεις τη βενετία την ιερουσαλήμ δεν έχω ανάκαρα ούτε αλήθεια πέτρα γίνομαι πέτρωσα μην ακουμπάς ο αναπτήρας με καίει σε οδηγώ στον δρόμο που μαχαίρωσαν


λύκε λύκε είσαι στη στέπα ή εδώ;



στην πλάτη του ο άγγελος κοιτάζω απέναντί τους έχω τη χίμαιρα στην πλάτη κοιτάζω εμπρός το παρελθόν τους επιταχύνει πίσω τους το χθες βουίζει πνίγει τις ευσταχιανές μου σάλπιγγες μού διαβάζει μπωντλαίρ με ξεναγεί στο εικονικό παρίσι περιπλανιέται στις στοές του ονείρου αλλάζει διαρκώς σελίδες αλλάζει διαρκώς θέμα με τραβολογάει στη σκέψη του με ληστεύουν οι λέξεις του μαλακώνει το καύκαλο ρουφά τους ληστές του είναι λέει απροστάτευτος στη μαντεία οι καβαλάρηδες έχουν ονόματα ιππεύουν ονόματα για τον θεούλη ονοματίζουν με αρπάζουν στ ο νοματεπώνυμο λάσο


δεν είχα λαιμό στο πορτ μπου
δεν είχα χασίς είχα μορφίνη χάπια
δεν είχα ντόρα σοφία στέφαν μπέρτολτ φριτς
χάνα άρθουρ γιούλα ζωρζ άσια γκέρσομ ερνστ
δεν είχα πατέρα ούτε παλιατζίδικο
δεν άντεξαν τα πραύματα στα βλέμματα
και ξεχασίς διαλύθηκαν


πού πήγανε τα χρώματα το σέβας πώς ξέβαψε το κόκκινο στην πεταλούδα φυσώ τη μύτη στο μαντήλι αναρωτιέμαι  πώς πατσαβούρα έγινε ο πυρσός πού διαλύθηκε η αύρα ενόσω πάντα ο θάνατος στο φόντο της μαστούρας ήτανε πάντα εκεί

γ          δ
όσο γελώ φυτρώνουνε φτερά
οι απορίες γέμισαν με φυλλωσιές τον ουρανό
στο λούνα παρκ με σύριγγες ορμούν οι νοσοκόμες
στην κλινική της αθρωπότητας  που σβήνει
ο βάλτερ γίνεται λεπιδόπτερο
πετά στο μπραουχάουζμπεργκ
γκρεμίζονται ο άγγελος και η χίμαιρα
πίσω τους δεν υπάρχει


σηκώνω την κουβέρτα στη θύελλα δεν έχω δάχτυλα δεν έχω αποτυπώματα βυθίζομαι στα ονόματα βουβός σαν φύση αν δεν ήταν νεκρή θα ήταν θλιμμένη δεν ξυπνώ σηκώνω την κουβέρτα δεν μου χαρίζει ούτε βάζο ούτε στιλό ούτε σημειωματάριο αγγίζω τον αγκώνα του χαϊδεύω τα γυαλιά του        ν


ξυπνώ στου ονείρου τον ρυθμό
φορώ μουστάκι και γυαλιά    τα βγάζω
με προσοχή τ α φήνω στο κομό
σηκώνομαι αποφασιστικά θα υπερασπιστώ
κάθε σουλφαμιδόσκονη συνόρων
κραυγάζοντας από της ιστορίας το βουνό
στους αδειανούς κάμπους του χρόνου
θα ροβολήσω έντρομος λεπιδολόγος
στο σπίτι της τσατσάς της ιστορίας
θα ξεκοιλιάσω τα ρολόγια της προόδου
θα κατασκίσω τα ημερολόγια
που άλαλα στα φύλλα τους βρομάνε
τα ξεραμένα χύσια των θαμώνων
μετά θα σφίξω λίγο ακόμα την κοιλιά
στην ανυπόφορη σκιά
που στο λιμάνι ξεγλιστρά
που όλο στρίβει στα σοκάκια
εκεί θε να πονέσω θε ν α φουγκραστώ
του καμπουράκου την ανάσα γιατί μάθε
δεν είναι αυτή ωδή όχι όχι
στον βάλτερ μπένγιαμιν δεν μπόρεσα
μάσκα της σκέψης νεκρική δεν φόρεσα
μπόρεσα μόνο μια πορδή
στον καμπουράκο





BNF




το ποίημα 
walter b. ή πορδή στον καμπουράκο
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 20
του ποιητικού σκεύους και όχι μόνο ΤΕΦΛόΝ

πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε
το τεύχος 21

Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

πουλιά

α, να κι εκείνα τα πουλιά
που είχαν κρυφτεί στη βιβλιοθήκη

στις 2 Απριλίου 2019
φωλιάσαν στη Bibliothèque








σαν θα πεθάνω δεν θα σκαμπάζω γρυ 
για τους σχηματισμούς τους μαγικούς 
που κάνουν τα πουλιά 
στους ουρανούς


θα ξέρω 
άλλα χρησιμότερα
πεπειραμένος κάτοχος 
των τεχνικών του ακινδύνως ζην
πάντοτε συνεπής στις προθεσμίες 
που όταν εκπνέουν ακόμα ξεφυσώ 
ανακούφης


αν τύχω και τη χειριστώ 
την προθεσμία την τελειωτική 
πριν από εκείνονε τον ρόγχο
θα μισανοίξω το ένα μάτι
κι ίσως να δω από το παράθυρο 
μαύρα πουλιά εκατοντάδες 
σ ε ναλασσόμενους σχηματισμούς 
σάμπως να στήνουνε χορό 
για τον αποχαιρετισμό


μα εκείνα θα έχουν άλλους λόγους 
έτσι να πετούν που να μαγεύουν τους αθρώπους
αδιαφορώντας για θανάτους σαν και τον δικό μου
αδιαφορώντας για της αδιαφορίας την αγένεια
ενόσω η καταδίκη της βαρύτητας 
στο πονεμένο στήθος μου
θα σβήνει




graciela iturbide



Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

της λησμονιάς που εμμένει




πάλι θα πεις 
για εκείνα τα πουλιά
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
για κουτσουλιές για χνώτα 
για την ανάξια βάρκιζα
για τις αρβύλες
τις σαπρές
σιωπές

στριμώχτηκαν 
τόσες σιωπές σ αυτή την πόλη
που θα εκραγούν στο τέλος θα το δεις
θα διαλυθεί το σύμπαν με μια λάμψη
όλα τα λάθη θα ταφούν
στη στάχτη



το περιβόλι εκείνο 
δεν ήξερε από πατρίδες ενοχές
ούτε τις μισητές μανδύες του διοικητή 
ούτε την άνοιξη που κάηκε μες στη σπηλιά
ούτε το κόκκινο μαντίλι της χαράς
ούτε της λησμονιάς την υπουλία

δεν είναι 
αυτή στιχουργική 
μιας άλλης άλλων ήττας
είναι της ήττας μας

τυποποιήθηκε το σύμπαν 
κρεμάστηκαν στην πλάτη μου 
οι τρόποι και τους σβαρνώ
ο γέροντας 
το ελάλησε σοφώς

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας 
και της φαγωμένης πίττας



ας πως κι εγώ
ένα υπούλως έμορφο

ουδέν προσωρινότερον 
της λησμονιάς που εμμένει







ο στίχος

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας
και της φαγωμένης πίττας

είναι του Γιάννη Ρίτσου 
από το Τερατώδες Αριστούργημα (1985)

.