Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άΛΛοιΣτίΧοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άΛΛοιΣτίΧοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Διαμάντω πάρε τ' όπλο σου



Ένα χρόνο μετά. Είναι δύσκολο να επιστρέφεις. Θα πρέπει πρώτα πρώτα να ξέρεις γιατί. Δεν ξέρω. Ίσως η σχέση μέσω ενός μπλογκ, που μοιάζει τόσο απόμακρη αν συγκριθεί με τις σχέσεις των κοινωνικών δικτύων, κρεμά πιο ελαφριά πέτρα στον λαιμό των αναρτήσεων που πλέουν στο εφημερεύον πέλαγος. Κατά τ' άλλα δεν πρόκειται για επιστροφή. Πρόκειται για εκπλήρωση καθήκοντος. Αποχαιρετώ το 2020 και σας χαιρετώ. 

Ενώ δεκάδες τραγούδια και κείμενα περιμένουν σχεδόν χωρίς ελπίδα να υπάρξουν, εμφανίστηκε η Διαμάντω και προσπέρασε στην έξοδο του 2020 το σελοφάν που στην αρχή του περιτύλιγε συσσωματώματα υπομικροσκοπικών και μάταιων κατά τα δειχθέντα ελπίδων· η Διαμάντω εφορμά στην διακοσιετηρίδα της παλιγγενεσίας. Θα πρέπει να συνταχθούμε, να διεκδικήσουμε εορταστικές εκδοχές, νοηματοδοτικές παρλαπίπες. Ιδού ένα εν Ρόδω πήδημα: μεταμφιεσμένο θηλυκό, ανάμεσα σε αρσενικά κλεφτόπουλα που πολεμούνε, φανερώνεται άθελά του: κάτι γίνεται, σφίγγεται, σειέται, σπάει το ασημόκουμπο και αποκαλύπτεται το βυζί. Ένα κλεφτόπουλο το βλέπει και τ' ορέγεται. Και μετά; Άλλοτε τίποτα: ας βάλει κάθε μια δικό της τέλος κι ας διαλέξει ένα δικό του ο καθένας. Άλλοτε συναλλαγή, άλλοτε φονικό. 

Ποιος είδε ψάρι σε βουνό; Το ερώτημα είναι παλιό και η απάντηση επίσης. Και η θάλασσα σπαρμένη. Και η ανύπαντρη, που θα πει η μικρή, κόρη ντύνεται στα κλέφτικα. Δεν είναι όμως η Βουγιουκλάκη - Πίπης, η μεταμφιεσμένη αρχόντισσα της ταινίας, που ερωτεύεται τον αλήτη που βλέπει τυχαία το βυζί της και καταλαβαίνει το φύλο της. Η Διαμάντω δεν κάνει κέφι το κλεφτόπουλο το οποίο έχει ήδη δηλώσει ότι το βυζάκι της είναι της ορεξιάς του. Και, για να μην αποκαλυφθεί, του παίρνει το κεφάλι. Απλά απλούστατα. 







Ο Παντελής Μπουκάλας στο δεύτερο δοκίμιό του για το δημοτικό τραγούδι με τίτλο "Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση" της σειράς "Πιάνω γραφή να γράψω" παρουσιάζει τον έρωτα ως σφαγέα. Το τραγούδι για τη Διαμάντω, που αντλεί από κείμενο της Μαλβίνας Ι. Σαλβάνου "Τραγούδια, μοιρολόγια και λαζαρικά Αργυράδων Κερκύρας" (Λαογραφία, Θ, 1926-1928), το κατατάσσει στη κατηγορία "Προληπτική δολοφονία του άνευ ανταποκρίσεως ερωτευμένου προς αποφυγήν αποκαλύψεων". Με άλλα λόγια, εξαίρεση (;): ο έρως ως σφάγιον. Και είναι το μοναδικό παράδειγμα που δίνει για την κατηγορία, ένα παράδειγμα με πολλές παραλλαγές. Η Μαλβίνα Ι. Σαλβάνου ήταν δημοδιδασκάλισσα και, όπως διαβάζουμε στην έκδοση της Λαογραφίας του 1921 (Η, 1921-1925), είχε τότε 7 χρόνια που μάθαινε γράμματα τα παιδιά των Αργυράδων Λευκίμμης. Κύρια πηγή στην πολυετή της έρευνα ήταν η παπαδιά Μαρία Καλούδη με την τεράστια μνήμη "αν και υπερέβη το 60όν έτος της ηλικίας της". Η παπαδιά τής παρέδωσε το τραγούδι της κλεφτοπούλας Διαμάντως, την οποία πάντως η δασκάλισσα δεν την ονοματίζει. όπως δεν την ονοματίζει και ο Παναγής Ηρειώτης στον οποίο παραπέμπει (στον ίδιο τόμο της Λαογραφίας). Ο τελευταίος, ερευνώντας στην Αίγινα, αναφέρεται σε μια λύγερη που έκανε σαράντα χρόνους "καπετάνιος" στους κλέφτες και που σε μια "πίσημη ημέρα", παίζοντας το λιθάρι και το σπαθί, της έσπασε το ασημόκουμπο και "τσαι φάνη το βυζί της". Όμως οι παριστάμενοι δεν καταλάβαιναν τι έβλεπαν, άλλος έβλεπε ασήμι και άλλος μάλαμμα (έτσι, με δύο μ) και μόνο ένα μικρό "κλεφτάτσι" δεν "εγελάστητσε". 









Ο Ηρειώτης δεν δίνει συνέχεια, τι απέγινε ο καπετάνιος με τα βυζιά. Όσο για την οφθαλμαπάτη ή την παραίσθηση στη θέα του βυζιού, υπάρχουν κι άλλες εκδηλώσεις· στη συλλογή του Απόστολου Μελαχρινού (1946), πάντως, το κλεφτόπουλο δεν ξεγελιέται, βυζί βλέπει, "που είν' άσπρο σαν το χιόνι", λέει, αντί να πει ότι είναι της ορεξιάς του. Την ιστορία της κλεφτοπούλας, όχι Διαμάντως κι εδώ, τη βρίσκουμε και στις "Εκλογές" του Ν. Πολίτη. Ο Πολίτης δίνει συνέχεια αλλά αναίμακτη. Η κλεφτοπούλα προτείνει οικονομική συναλλαγή, όμως το κλεφτόπουλο θέλει την ίδια, όχι να το πλουτίσει βαριά, όπως του προτείνει· κι εκείνη του εξηγεί ότι θα πρέπει να αναβαθμιστεί, να γίνει κλεφτοπολεμάρχος για νάναι άξιός της. Η παραλλαγή του Πολίτη δεν δίνει εξήγηση γιατί κόπηκε το θηλύκι στο πουκάμισο της Λύγερης. Ο Γιάννης Αποστολάκης, στην κλασική μελέτη του του 1929, βρίσκει ότι η παραλλαγή που προτείνει ο Πολίτης κάνει το τραγούδι "σκοτεινιασμένο ή καλύτερα βουβό". Και παραθέτει διάφορες εξηγήσεις, όπως του Passow "από το σείσμα το πολύ κι από τη λεβεντιά της" ή "από τη σφίξη της κι από την εντροπή της" και άλλων: " κι από την προκοσύνη της κι από τη γρηγοριά της", "κι από τη φούρια την πολλή κι από τη δύναμή της", "κι απ' το πολύ το σείσιμο κι απ' το πολύ καμάρι" κλπ. Πάντως, ενώ θεωρεί ότι με τις "Εκλογές" του Πολίτη αρχίζει η "σωστή εξέταση και μελέτη" του δημοτικού τραγουδιού, ο Αποστολάκης έχει την ακριβώς αντίθετη γνώμη για τον Ζαμπέλιο· ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι και πάλι η Κλεφτοπούλα. Ο Αποστολάκης γράφει ότι μελέτησε περισσότερες από σαράντα παραλλαγές και ότι όλες έχουν "φυσικώτερο τέλος από του Ζαμπέλιου. Άλλες τελειώνουν με την κόρη να παρακαλή το κλεφτόπουλο να μη τη μαρτυρήση, και του υπόσχεται να υποταχτή στο θέλημά του, να γίνη γυναίκά του, ή να του δώση τ' άρματά της, βαθμούς και χρήματα. Σ' άλλες πάλι σκοτώνει η ίδια το κλεφτόπουλο, ή παραγγέλνει στα παλληκάρια να το σκοτώσουν. Αλλού πάλι, στο κλεφτόπουλο που θέλει σώνει και καλά να την πάρη γυναίκα τού λέει να μονομαχήση μαζί της, ενώ σε δυο τρεις, η κόρη μοιράζει το έχει της και γυρίζει στο σπίτι της να παντρευτή. Είναι όμως και μερικές, όπου το τραγούδι δε φτάνει ως το τέλος, παρά τελειώνει σε διάφορες σημαντικές μεριές· λ.χ. εκεί που το κλεφτόπουλο ανακαλύπτει πως δεν είναι μάλαμα ή ασήμι ό,τι έλαμψε παρά ο κόρφος της κόρης, ή εκεί που αρνειέται να πάρη τα χαρίσματα της κόρης και θέλει να πάρη την ίδια για γυναίκα". Δύσκολο να διατηρείς την ορθογραφία μονοτονίζοντας. Η ανακάλυψη από το κλεφτόπουλο ότι δεν πρόκειται για μάλαμα ή ασήμι εμφανίζεται και στην κλεφτοπούλα του Ζαμπέλιου της σελ. 684, όπου, μάλιστα, βρίσκουμε και εξήγηση για το πώς "εκόπη το θελικι της κ' εφάνη το βυζί της": "από το πήδημα, και απ' την πολλή τη ζώση".  






Όμως ο Αποστολάκης δεν αναφέρεται στην κλεφτοπούλα της σελ. 684 αλλά της σελ. 616 του Ζαμπέλιου, όπου και το λιγότερο φυσικό τέλος όλων των γνωστών στον μελετητή παραλλαγών: να πάει να γίνει καλογριά. "Σ' όλες δηλαδή τις παραλλαγές, μ' όλο το διαφορετικό τέλος τους, δείχνεται το σάστισμα και η ταραχή της γυναίκας όταν βρίσκεται άξαφνα άθελα ξεγυμνωμένη μπρος στον άντρα". Ο Αποστολάκης κατηγορεί με πολλά παραδείγματα τον Ζαμπέλιο για "παράλογο εθνικό εγωισμό". "Η ιστορία της νοθείας των δημοτικών τραγουδιών μένει να γίνει" γράφει ο Αλέξης Πολίτης, επισημαίνοντας τη χρησιμότητά της για την ιστορία της φιλολογίας και των ιδεολογιών. Τα κλέφτικα είναι το κατεξοχήν πεδίο νοθείας. Μια ακόμα παραλλαγή, τραγουδισμένη από τη Δόμνα Σαμίου, αποφεύγει και την απλή αναφορά στο βυζί: "εκόπη τ' αργυρό κουμπί κι εφάνη κάτι εφάνη". Τι εφάνη; Όμως ξεφύγαμε, επιβεβαιώνοντας μία φυσική απέχθεια στην κανονικότητα των στρουχτούρων.


Φτάσαμε ως εδώ περιπλανώμενοι σε χαρτιά και δίκτυα. Ο Μπουκάλας έχει υποσχεθεί 17 βιβλία στη σειρά "Πιάνω γραφή να γράψω", από τα οποία τα 8,  ανάμεσά τους τα ήδη 3 εκδοθέντα, έχουν αντικείμενο τον έρωτα. Ο έρως είναι το κίνητρο και όπου υπάρχει κίνητρο υπάρχει έρως, δηλαδή λαχτάρα για ζευγάρωμα. Καλώς ξαναζευγαρώσαμε λοιπόν, έστω και με υπόκρουση αυτή την προχειροφτιαγμένη τραγουδιστή Διαμάντω του τέλους του 2020, της αρχής του 2021, χωρίς την παραμικρή νύξη για όσα απίστευτα συμβαίνουν γύρω, για όσα ανατρέπουν και εκτρέπουν την καθημερινότητα, για τη σαστιμάρα μας, τρομάρα μας. 









Ποιος είδε ψάρι σε βουνό και θάλασσα σπαρμένη,

ποιος είδε κόρη ανύπαντρη στα κλέφτικα ντυμένη;

Δώδεκα χρόνους έκαμε αντάμα με τσου κλέφτες. 

Θελήσαν τα κλεφτόπουλα να παίξου το ντουφέκι,

κι η κόρη από το φόβο της κι από την εντροπή της

τση κόπη το θηλύκι της, τση φάνη το βυζί της.

Την είδ' ένα κλεφτόπουλο και του χαμογελάει.

"Τι έχεις, μωρέ κλεφτόπουλο, που όλο γελάς με μένα;"

"Είδα τον ήλιο κι έλαμψε, είδα και το φεγγάρι, 

είδα και το βυζάκι σου, που 'ναι της ορεξιάς μου".

"Τσώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, και μην το μολοήσεις".

Στα γόνατά της τό 'βαλε, να το ψειρολοΐσει,

χρυσόν μαχαίριν έβγαλε απ' αργυρό φηκάρι,

του δίνει μια, του δίνει δυο, του παίρνει το κεφάλι.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

της λησμονιάς που εμμένει




πάλι θα πεις 
για εκείνα τα πουλιά
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
για κουτσουλιές για χνώτα 
για την ανάξια βάρκιζα
για τις αρβύλες
τις σαπρές
σιωπές

στριμώχτηκαν 
τόσες σιωπές σ αυτή την πόλη
που θα εκραγούν στο τέλος θα το δεις
θα διαλυθεί το σύμπαν με μια λάμψη
όλα τα λάθη θα ταφούν
στη στάχτη



το περιβόλι εκείνο 
δεν ήξερε από πατρίδες ενοχές
ούτε τις μισητές μανδύες του διοικητή 
ούτε την άνοιξη που κάηκε μες στη σπηλιά
ούτε το κόκκινο μαντίλι της χαράς
ούτε της λησμονιάς την υπουλία

δεν είναι 
αυτή στιχουργική 
μιας άλλης άλλων ήττας
είναι της ήττας μας

τυποποιήθηκε το σύμπαν 
κρεμάστηκαν στην πλάτη μου 
οι τρόποι και τους σβαρνώ
ο γέροντας 
το ελάλησε σοφώς

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας 
και της φαγωμένης πίττας



ας πως κι εγώ
ένα υπούλως έμορφο

ουδέν προσωρινότερον 
της λησμονιάς που εμμένει







ο στίχος

δεν είναι πια να σκάμε
για την ποίηση της ήττας
και της φαγωμένης πίττας

είναι του Γιάννη Ρίτσου 
από το Τερατώδες Αριστούργημα (1985)

.


Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr




Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

πάλιν απώλεσεν τα φρένας












Έπρεπε να επιστρέψω. Όφειλα στην ψυχή μου την κατατρεγμένη από των ανέμων τους μυκηθμούς, από τους γογγυσμούς των δένδρων, από των παραθύρων τους τριγμούς. Άκου· άκουγα τη βροχή ακατάπαυστη, δεν εσταμάτησε να βρέχει αυτό το καλοκαίρι, άκουγα τη βοή που έσερνε κραυγές από παιδιά που πνίγονταν κι από γυναίκες που τις βίαζαν, άκουγα τους αλαλαγμούς των παθιασμένων για την αποξήρανση εχθρών μου, των εχθρών του ποιητή. 

Μ' εμίσησεν η φύσις. Ήταν πιο στοργική για τα σκουλήκια, τις αράχνες και τις σαύρες. Σαν απωλέσουν πόδες και ουρές θα τους ξαναχαρίσει. Γράψανε στην Ακρόπολι ότι απώλεσα τας φρένας. Πώς θα ρυθμίσουνε ξανά το είναι μου, τη γαμημένη ομοιόσταση; Γύρισα πάλι εδώ, στο Δρομοκαΐτειο. Να περισώσω τα μοιραία, τα πεταλορροήσαντα, τα ποδοπατηθέντα άνθη. Η Μπετίνα πάντα θα λείπει. Αν είχε αισθήματα θα ήσαν λούλουδα. Τα εχάρισε και πια δεν έχει. Ίσως μονάχα αποξηραμένα. Μόν’ η καρδιά της δεν ’μπορεί να λυγισθή ν’ απαλυνθή· μόνο σ’ εκείνη την σκληρή ολίγ’ αγάπη δεν ανθεί!

Δεν συνδιαλέγομαι με τ' άνθη, όπως ο Λινναίος. Δεν τα ταξινομώ. Ετούτα που μου χάρισε δεν εμαράθηκαν ακόμη. Εχάσανε την ανθοσμία στα κλωναράκια τους ταχύτερα κι από την κουτοπόνηρη αμυγδαλιά. Κατακαλόκαιρο και βρέχει. Μα τη δροσιά δεν την κρατούν. Τ' άνθη εκάλυπτον το νεκρόν μου σώμα, έγραψε το Άστυ. Κι η Εστία πως μ' άνθη μ' έρραναν, αντί φίλων και συγγενών, οι απόκληροι τον νουν. Σ' αυτούς επέστρεψα. Μαζί να βρούμε τις μιμητικές μας παιδιές, την ποίηση, την μουσική και τον χορό. Μαζί να τα δροσίσουμε των λουλουδιών τα χείλια. Πλήρεις ανθέων και μύρων παυσιλύπων. Πάσχοντες νοσταλγία. Ολομόναχοι. Αυτοί κι εγώ. Ο Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Και ο παράγων Ψ, ο υπερφαλαγγίζων σερπετός κάθε λογής σπειροχαίτη. 








Τα δύο αποκόμματα είναι από τα φύλλα της 11.4.1892 και 12.4.1892 της εφημερίδας Ακρόπολις.
Τα άλλα αναφερόμενα πιο πάνω δημοσιεύματα αντλήθηκαν από την Ελληνική Αϋπνία του Μ. Φάις.
Το κάτωθι άσμα του Βιζυηνού περιλαμβάνεται στη συλλογή του Ατθίδες Αύραι.







Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017


ο εχθρός του ποιητή
είναι ποιητής


Παρακολουθώ διαδικτυακές διενέξεις, ενίοτε συγκρούσεις, μεταξύ ποιητών. Βλέπω ποιητές να δίνουν συμβουλές και συνταγές. Πρόκειται συνήθως για άντρες, γι' αυτό δεν λέω ποιήτριες. Δεν είμαι βέβαιος για τα κίνητρα. Διαπιστώνω μια διάχυτη δυσφορία για την πληθώρα ποιητών και ποιητριών, για το πλεόνασμα ποίησης που, πράγματι, γεμίζει προθήκες και οθόνες. Η ποίηση απέκτησε το δικό της καταραμένο απόθεμα. Τι συμβαίνει; Οι αναγνώστριες είναι λιγότερες από τις ποιήτριες. Πολλοί από εκείνους που θεωρούν τους εαυτούς τους γνήσιους ποιητές, κυρίως λόγω της αναγνώρισής τους, απεχθάνονται τους ερασιτέχνες. Η διάχυτη διάχυση το επιτρέπει· σχεδόν το επιβάλλει. "Πόσο μέτριοι κι ανάξιοι ποιητές είστε", στραβώνει η Κυβέλη στον Εχθρό του Ποιητή του Γ. Χειμωνά, λίγο μετά τη διαπίστωσή της ότι "ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό". 

Οι ποιητές κι οι ποιήτριες τρώγονται με τα ρούχα τους, έχουν γίνει εσωστρεφείς. Όλο γράφουν για τη γραφή και για την πρώτη ύλη της, τις λέξεις. Ακολουθούν το παράδειγμα του Ν. Βρεττάκου, που στον Αγρό των λέξεων αναζητούσε το νέκταρ τους: "Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι, όμοια κ' εγώ. Τριγυρίζω διαρκώς γύρω απ' τη λέξη"Οι λέξεις δεν είναι πια το μέσον, έγιναν το μήνυμα. "Οι λέξεις θα σ' αλλάξουν / θα γίνεις απαλός" γράφει η Τόνια Κοσμαδάκη στο Σβήσε της. Η Ουρανία Ονουφρίου μέσω του Ποιείν μιμείται τον ήχο των λέξεων που στάζουν "Τιπ τιπ στάζεις στο μυαλό μου / τις λέξεις σου". "Φυσικά και χάθηκα επανειλημμένως στον κόσμο των λέξεων, με υψηλότατο κόστος" εξομολογείται η Παυλίνα Μάρβιν στο Book Press. "Είμαι ολόκληρη αγέλη από δευτερεύουσες προτάσεις" αποκαλύπτει η Lailapse. Και η κυρία Κική Δημουλά (καμία σχέση με την κυρία Κικίδη - Μουλά), που διέπρεψε με την ποιητική γραμματική της για τα ουσιαστικά έρωτας, φόβος, μνήμη και νύχτα, στην Άνω Τελεία της προειδοποιεί "κι όσο οι λέξεις θα με αφήνουν / ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω / φωναχτά ότι οι λέξεις φταίνε / αν όχι για όλα / πάντως για τ' αξεπέραστα". Μα κι εγώ, κι όλοι, στις λέξεις εσωστρέφομαι, και στο και Δημουλά, για τις λέξεις που γίνονται πικίνδυνος μπουχός, όταν δεν πλαγιάζουν στο χαρτί, γράφω. Τι έχουμε πάθει; Τα παραδείγματα είναι εντελώς τυχαία. Το φαινόμενο είναι γενικευμένο. Κι αν ο Paterson του Jarmusch παρηγοριέται πως τα ποιήματα "είναι μόνο λέξεις", η Μαρία Μήτσορα νιώθει ένα λεκτικό ποτάμι να κυλάει ανάμεσα στην ίδια και στα πράγματα κι επισφραγίζει: "Με λένε Λέξη".




εξώφυλλο: κολάζ Δημ. Καλοκύρη
από έργα των L. Lippi και Δ. Φωτόπουλου



Μα, πρόκειται στ' αλήθεια μόνο για λέξεις; Κάτι λείπει εδώ. Δεν είναι η ποίηση μόνο λέξεις. Είναι παιχνίδι με τις λέξεις. Γι' αυτό και είναι "πάθος και χαρά", που λέει ο Borges. Πρότυπα, μορφές και θέματα της ποίησης συναντώνται σ' όλον τον κόσμο, παρατηρεί ο J. Huizinga, ανακαλύπτοντας στην ποίηση μια λειτουργία του παιχνιδιού. Αντίστοιχα με το πάθος και τη χαρά του Borges, εδώ προβάλλεται η "έκσταση κι ο ενθουσιασμός", "μια διάθεση ιερή ή εορταστική". Αν ο Μπλάνας υποψιάστηκε ότι "το μοναδικό αιώνιο ή καθολικό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου είναι η επιμονή με την οποία τον ασκούν οι άνθρωποι", ο Huizinga βρίσκει τον κοινό παρονομαστή στο παιχνίδι. Μ' ενθουσιασμό για ποιητικό παιχνίδι περιπλανήθηκα στο διαδίκτυο εδώ και χρόνια. Μ' αρέσει ν' απαντώ σε ποιητικές προκλήσεις και να πειράζω ποιητικές επιδόσεις άλλων. Πρόσφατα διάβασα στη Θράκα ένα ποίημα του Ζήση Αϊναλή για την κόρη του· κι οι πρώτοι στίχοι του 


Κόρη μου εσύ μονάκριβη πώς θα με συγχωρήσεις;
Για το κακό που σου ’κανα, τις μάταιες εμμονές μου,
τα όνειρα που ξαστόχησαν, τις άστοχες βουλές μου;


ένιωσα να πάλλονται σ' έναν ρυθμό που δεν συνάντησα στη συνέχεια· θέλησα να τον κρατήσω τον ρυθμό, κι έτσι πείραξα όλους τους στίχους. Έτσι, οι στίχοι

Όταν η ουτοπία που μόχθησα για σένα μόνος μου να στήσω
συνθλίβεται και σβήνει καθώς μέσα στην νύχτα σβήνοντας
άλλων παιδιών ξεφωνητά από το φρικαλέο Λούνα Παρκ
που οι δυο μας ξένοι από μακριά παράταιροι κοιτάμε;

έγιναν

Η ουτοπία που μόχθησα για σένανε να στήσω
μέσα στη νύχτα σβήνεται, συνθλίβεται και σβήνει
άλλων παιδιών ξεφωνητά από το φρικαλέο
το Λούνα Παρκ που ξένοι δυο, η κόρη κι ο πατέρας,
από μακριά παράταιροι και μοναχοί κοιτάμε.


Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Ο ρυθμός, η μουσική των στίχων. Ο Κώστας Κουτσουρέλης θύμισε πριν λίγες μέρες τον Παλαμά που έλεγε ότι "ποίηση είναι ο λόγος που πάει να γίνει τραγούδι", συμπεραίνοντας ότι "η σύγχρονη ποίηση αν είναι ανάγνωσμα τόσο ξηρό και άτερπνο, το "χρωστάει" στην αποξένωσή της από τη ζείδωρη ωδική της ρίζα". Όπως ο Valery εξηγούσε ότι "ποίηση είναι αυτό που δεν μπορεί να συνοψιστεί. Η μελωδία δεν συνοψίζεται". Όπως δεν συνοψίζονται τα δημοτικά τραγούδια που αναβλύζουνε μουσική, που ακούγονται και τραγουδιούνται και χορεύονται, τα δημοτικά κι ο ξεθυμασμένος τους απόγονος, που έλεγε ο Πετρόπουλος, τα ρεμπέτικα. Τη λειτουργία των λέξεων στο τραγούδι την κατέχουν τα ίδια τα δημοτικά κι οι ανώνυμοι δημιουργοί τους καλύτερα απ' το εσωστρεφές συγκαιρινό ποιητικό προσωπικό. "Και τα τραγούδια λόγια 'ναι" μας θυμίζει ο Παντελής Μπουκάλας, "θέλουν να βγάλουν τον καημό, μα ο καημός δεν βγαίνει". Με την Αγαπώ και τον Αγαπώ που μας σύστησε πρόσφατα, το ρήμα που γίνεται όνομα, είδε τη δημοτική ποίηση σαν ένα μεγάλο κοινοτικό γλωσσικό εργαστήρι· θα το 'λεγα αλλιώς ένα αδιάκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, μιας και ο σκοπός δεν θα ήτανε η τελειοποίηση του τραγουδιού - προϊόντος, δεν υπήρχε σχέδιο· ήταν, επισημαίνει πάντως ο Μπουκάλας, βαθύτερη εκφραστική ανάγκη και η δημοτική ποίηση ήτανε παιχνιδιάρα, "σ' ένα παιχνίδι που γεννάει νόημα με τρόπο αναντικατάστατο". Κι ήταν ένα παιχνίδι συλλογικό και δίχως τέλος. Στα δημοτικά τραγούδια συχνά ακόμα και η αρχική σύνθεση ήταν αποτέλεσμα συνεύρεσης. Όμως τόσο στα δημοτικά όσο και στα παλιά ρεμπέτικα παιχνιδιζόταν μια διαρκής επεξεργασία με την προφορική διάδοση. Από στόμα σε στόμα άλλαζαν ή/και αποκτούσαν παραλλαγές. Κι ήτανε λίγα τραγούδια, λιγοστά ποιήματα, μέσα στους αιώνες, λίγες εκατοντάδες ήταν, όπως διατείνεται πειστικά στις εποπτικές του προσεγγίσεις ο Αλέξης Πολίτης: κανένα ασήκωτο απόθεμα· δεν ήταν τα τραγούδια χιλιάδες, χιλιάδες ήταν οι παραλλαγές στο παιχνίδι. 




Kazuo Ohno photographed by Eikoh Hosoe.



Το διαδίκτυο, πέρα από τη γενικευμένη εθιστική του αφασία, αποτελεί ιδανική περιοχή ποιητικής άσκησης και παιχνιδιού. Στη συνέντευξή του τις προάλλες στον Χρ. Αγγελάκο, στην efsyn, ο Κωστής Παπαϊωάννου έλεγε ότι η μεγάλη "βιρτουοζιτέ" του πρόωρα χαμένου Πάνου Οικονόμου "ήταν ότι έκανε το παιχνίδι με τις λέξεις ανθρώπινη επαφή, γι' αυτό και το twitter του πήγαινε πολύ". Στην ποιητική του συλλογή "Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου" πριν από τα ποιήματα του Κοντραμπάντο διαβάζουμε λίγες λέξεις του Michel Schneider: "Οι λέξεις μας θα διαθέτουν ακόμη άρθρωση ή δε θα είναι παρά βογκητά, ψελλίσματα;" Πάντα ο λόγος για τις λέξεις, οι λέξεις για τις λέξεις. Στο διαδίκτυο, η έκρηξη του ποιητικού λόγου, το καταραμένο απόθεμα των στίχων, δίνει τη δυνατότητα για παιχνίδια· και τέτοια παίξαμε πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Όμως το τοπίο θόλωσε. Οι εμπνευσμένοι στίχοι χάνονται στη δεξαμενή των ρηχών, θα υποστηρίξουν πειστικά οι καλές ποιήτριες κι οι επιτυχημένοι ποιητές. Αποσιωπώντας ότι μέσα στη ρηχότητα θα λάμψουν και μικρά διαμάντια, καθώς οι δικές τους προσπάθειες θα φτηναίνουν εγλώβισμένες στην αγωνία τους. Μπορεί να μας παρασύρει ένα ρεύμα συλλογικής ποίησης όπου οι στίχοι να μην είναι ιδιόκτητοι αλλά έρμαια κάθε φαντασίας; Αυτή η σκέψη είναι απ' τη μάνα της αποτυχημένη. Ανήκει στην κατηγορία των νοσταλγικών ιδεών της επιστροφής σε μια κοινότητα. Η φαντασίωση της ανάπτυξης μικρο-κοινοτήτων στο πρότυπο των άλλοτε αγροτικών, που λεν κι οι Luther Blissett, πάσχει, όπως όλες αυτές οι φαντασιώσεις, από το γεγονός ότι αποτελούν επινόηση θεωρητικών που θα ήθελαν, ή νομίζουν ότι θα ήθελαν, να συνυπάρξουν κοινοτικά. Η συμμετοχή στο κοινοτικό εργαστήρι του δημοτικού τραγουδιού δεν ήταν πολιτικό, οικολογικό ή άλλο καθήκον· ήταν αυθόρμητη. Η επίγνωση αυτή όμως δεν γίνεται να εμποδίσει τα παιχνίδια μας στο διαδίκτυο, στον δρόμο και στο χαρτί· η δημιουργική κολεγιά των συλλογικών ποιημάτων του τσακμακιού το επιβεβαιώνει. 

Έτσι κι αλλιώς οι προφορικές παραδόσεις ήταν μηχανισμοί με τους οποίους η κοινωνία μεταβίβαζε στο μέλλον τη σχετική ενότητα των αξιών της, όπως συμπέρανε ο D. Riesman· με άλλους όρους θα τους λέγαμε μηχανισμούς αναπαραγωγής. Η παράδοση των δημοτικών τραγουδιών ήταν ένας "τρόπος να ποιήσεις και να μοιράσεις το ποίημά σου στην ακοή των άλλων αλλά και στη φωνή τους, η οποία θα το παραλλάξει, θα το οικειοποιηθεί προς στιγμήν, μόνο και μόνο για να το μεταδώσει, δίχως κανέναν πόθο ιδιοκτησίας", ξεκαθαρίζει ο Π. Μπουκάλας. Δεν υπήρχε πόθος ιδιοκτησίας ούτε πόθος για ισχύ αφού η ισχύς και η ιδιοκτησία, όπως γίνονταν αντιληπτά, ήταν σιγουράκια· όπως αδιαμφισβήτητοι ήταν οι ρόλοι. Σε γενικές γραμμές και σε κοινοτικό επίπεδο, για να μην υπάρξει παρεξήγηση ως προς τις προκαπιταλιστικές αντιθέσεις, καθότι "όλη η έως τότε ιστορία ήταν ιστορία ταξικών αγώνων". Τώρα όλα έχουν αλλάξει. "Ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό". Τον ποιητή. Όχι τον σχιζοειδή εαυτό του, όχι μόνον αυτόν, αλλά και τον άλλον ποιητή. Ο Χειμωνάς γράφει: "Γιατί το απάνθρωπο κίνητρο της δημιουργίας είναι πάντα η δόξα. Η δόξα να άρχεις. Η φιλοδοξία τους είναι να εξουσιάσουν με την τέχνη τους τον κόσμο. Δεν υπάρχει πιο μανιακή πιο ανθεκτική. Ακατάλυτη εξουσία από την εξουσία της τέχνης". 

Ας γκρινιάζει ο εχθρός μας. Προς το παρόν δεν έχουμε και πολλές επιλογές. Γι' αυτό πυκνά επιστρέφουμε στα δημοτικά και στις παλιές τις ρίμες, όπως του Καρυωτάκη:



Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.


Και στα 9/8:








άσματος προϊστορία:

ήμερα της προσΠοίησης



Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017


Νινόν


Έξω ακουγόταν ο άνεμος. Η μουσική του τρύπωνε από τις χαραμάδες. Ο βιρτουόζος άνεμος σε βραδινό κονσέρτο. Έτρεχε και πιανόταν απ΄το πόδι του πατέρα του. Πριν από 50 χρόνια. Ο πατέρας περπατούσε. Το πόδι του τον τραβούσε, τον έσερνε λίγο πιο μπροστά κι εκείνος γύριζε και το ξανάπιανε. Η κίνηση επαναλαμβανόταν στον ρυθμό του ανέμου. Έβαλε στο πικάπ το Χάπι Ντέι του Σαββόπουλου ν' ακούσει τον Σώτο Παναγόπουλο στο Νινόν. Δαμόκλειοι δίσκοι και βιβλία. Ανάμεσα στα παραταγμένα του Εμπειρίκου ήταν και μια βιογραφία του πατέρα τού ποιητή. Μιαν άλλη επανάληψη είχε συναντήσει άλλοτε εκεί. Ένα μακριά-κοντά από την ίδια περίπου ηλικία με τη δική του όταν αγκάλιαζε το πόδι του πατέρα. Ο πατέρας τού Εμπειρίκου τον σήκωνε ψηλά με ορμή και τον κατέβαζε γρήγορα "εν μέσω οξυτάτων φωνών αγαλλιάσεως και γαργάρων γελώτων". Οι μνήμες των επαναλήψεων είναι πιο δυνατές. 
Άξαφνα ο άνεμος ακούστηκε στον δρόμο να παρασέρνει κάτι βαρύ. Κοίταξε απ' το παράθυρο το γεροντάκι στο αναπηρικό καροτσάκι που φρέναρε στην κολόνα της στάσης. Το πλησίασε μια νέα γυναίκα. Έκανε να του προσφέρει μια κούπα ζεστό καφέ όμως της έπεσε απ' τα χέρια κι έσπασε στο πεζοδρόμιο. Τον κοίταξε με αγωνία. Την κοίταξε χαμογελώντας, μισόκλεισε τα μάτια κι έγειρε πίσω το κεφάλι εννοώντας μην ανησυχείς, δεν πειράζει. Ήταν βιαστική. Κοιτούσε κλεφτά το ρολόι. Τύλιξε τα χέρια της με τα δικά του, τα χάιδεψε και την έσπρωξε, σχεδόν την άφησε, προς τα πίσω. Εκείνη ανέβηκε στο λεωφορείο που είχε σταματήσει μπροστά τους. Ένα δάκρυ κύλησε. Τα μάτια του γυάλιζαν. Ήταν παράξενο μα κατάλαβε ότι το γεροντάκι ήταν ο ίδιος. Έβλεπε τον εαυτό του γέρο, κάπου 30 χρόνια μεγαλύτερο, απέναντι στο πεζοδρόμιο, να κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι. Κούνησε το κεφάλι να διώξει την εικόνα. Άδικα.
Ένα θηριώδες καρτούν, φαλακρό αθρωποειδές με μεγάλα σαγόνια, πλησίασε το γεροντάκι, σήκωσε τη γροθιά και την κατέβασε στο κεφάλι του. Βυθίστηκε στο πεζοδρόμιο μαζί με το καροτσάκι. Το καρτούν συνέχισε την πορεία του ατάραχο, χωρίς να μειώσει ταχύτητα. Το καροτσάκι στο μεταξύ αναδύθηκε όμως ο γέρος ήταν άλλος. Ήταν ο πατέρας του, που είχε από χρόνια πεθάνει, με το ίδιο χαμόγελο και το ίδιο δάκρυ που είχε τρέξει πριν στο δικό του πρόσωπο. Το καρτούν εμφανίστηκε με πανομοιότυπη κίνηση κι επανέλαβε τη γροθιά. Ο πατέρας του βυθίστηκε με το καροτσάκι στο πεζοδρόμιο. Το καρτούν προσπέρασε ενώ το γεροντάκι αναδυόταν, άλλο γεροντάκι τώρα· ήταν ο παππούς του, πατέρας του πατέρα του. Έφαγε κι εκείνο, βαστώντας το ίδιο χαμόγελο και τα ίδια μάτια που γυάλιζαν, τη μπουνιά του καρτούν, που είχε επανέλθει. Καθώς το καρτούν συνέχιζε τον δρόμο του, το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στο αναδυόμενο καροτσάκι. Κατέβηκε η ίδια νέα γυναίκα. Αυτή τη φορά την αναγνώρισε. Ήταν η Νινόν. Ενώ το καρτούν πλησίαζε, έβγαλε από την τσάντα έναν τεράστιο διορθωτικό μαρκαδόρο κι άρχισε να το σβήνει· καθώς ανεβοκατέβαζε τον μαρκαδόρο της πάνω στο καρτούν, αυτό έσβηνε, χανόταν. Είδε τον εαυτό του πάλι στο καροτσάκι να ξεφυσά λυτρωμένος. Εκείνη έσκυψε, τον φίλησε κι ανέβηκε στο λεωφορείο που μόλις είχε σταματήσει στη στάση. 
Την έλεγε Νινόν απ' το τραγούδι του Σαββόπουλου. Κάποτε την πείραζε θα γεράσω και θα σε περιμένω συντρίμμι στη γωνιά να μου προσφέρεις μιαν ανεμώνα. Κοίταζε τον εαυτό του μέσα στο σπίτι να παίρνει το βιβλιαράκι του Εμπειρίκου και να διαβάζει δυνατά: "Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου...". Κοίταζε τον εαυτό του απ' έξω. Καθόταν στο καροτσάκι κι έβλεπε μέσα σ' εκείνο το σπίτι τον εαυτό του 30 χρόνια νεώτερο. Άρχισε να μιλά στους περαστικούς: Είμαι 80 ετών. Ο πατέρας μου αγκαλιάζει το πόδι του παππού μου που τον παρασέρνει μπροστά· κι εκείνος, δείτε, γυρνά και το ξαναπιάνει. Κάποτε καθόμουν δίπλα στο τζάκι σ' εκείνο το σπίτι και διάβαζα. Τώρα περιμένω το αστικό. Έναν καφέ ζεστό περιμένω. 






το Νινόν του Ορέστη Λάσκου
τραγούδησε στη μουσική του Σαββόπουλου
για το Happy Day του Παντελή Βούλγαρη
ο Σώτος Παναγόπουλος



Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016


βραχνό τραγούδι του θανάτου
[Ναπ. Λαπαθιώτη: στο κέντρο το νυχτερινό]



Με τι παρηγοριέται ο άθρωπος; Με τη μουσική, το πιοτό και τον έρωτα. Με το πιοτό, τον έρωτα και τη μουσική. Η σειρά αλλάζει από την πρώτη στη δεύτερη στροφή του ποιήματος του Λαπαθιώτη αλλά το ίδιο κάνει. Το διάβαζε ξανά και ξανά. Κι ένιωσε σιγά σιγά, βόηθησε στην αρχή ο ρυθμός, να γαντζωθεί η μελωδία, την άκουσε τη μουσική. Εκείνη την ώρα, ήταν 8 Ιουλίου του 1932, ο Λαπαθιώτης έγραφε στο κέντρο το νυχτερινό ένα τραγούδι. Για να γλιτώσει από τον θάνατο τη νύχτα εκείνη, να μην ακούσει το βραχνό τραγούδι τού θανάτου. 





Άκουγε πάλι μέσα του το τραγούδι και, παράξενο, όσο το άκουγε, διάβαζε διαρκώς το Τρίλθε του César Vallejo· τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, που πουλιόταν το 1922 για tres soles, τρεις σόλες, περουβιανές δραχμές σα να λέμε. Ο αριθμός 3 ξεφύτρωνε διαρκώς στο Τρίλθε. Ακόμα κι όταν υπολειπόταν και παρίστανε το 2, ή παραφούσκωνε για να μοιάζει με 4. Άκουγε μέσα του το τραγούδι του Λαπαθιώτη και διάβαζε ξανά το Τρίλθε. Εβδομήντα επτά στροφές. Το 7, διάβαζε τον μεταφραστή Ρήγα Καππάτο στην εισαγωγή των Ποιητικών Απάντων του Vallejo, είναι, πυθαγοριακώς, 4+3. Γη, το 4, ουρανός, το 3. Το κενό στην καρδιά του Λαπαθιώτη ήταν μεγάλο σαν τον ουρανό. Ο Vallejo έγραψε για το Τρίλθε: "Το βιβλίο γεννήθηκε από το πιο μεγάλο κενό". Ένα κενό μεγάλο σαν το 3, σαν τον ουρανό, που εμφανιζόταν διαρκώς στο Τρίλθε, κάποτε βουτηγμένο σε 999 θερμίδες, δηλαδή 3Χ333 ή καημένο σε 99, δηλαδή 3Χ33, βρασμούς, στις 3 αργές διαστάσεις (χτες, σήμερα, αύριο), και συνέχεια. Και "τριαντατρία τρισεκατομμύρια τριακόσιες τριαντατρείς θερμίδες". 

"Ο Ιούλιος", διάβαζε στο Τρίλθε του Vallejo, "είχε εννέα τότε. Ο έρωτας μέτρησε σε ήχο μονό. Κι η γλύκα περιέλουσε όλο το σάβανο, ίσαμε που περίσσεψε". Εννέα, ή 3Χ3. Ιουλίου 9. Του 1920, του 1921, ίσως. Ιουλίου 8 του 1932. Vallejo - Λαπαθιώτης. Όχι πως μοιάζανε. Μα συναντήθηκαν κάτω από την ηχώ του τραγουδιού του δεύτερου. Καθώς μέσα του ακούστηκε το τραγούδι του θανάτου το βραχνό. Από μέσα του να βγαίνει. Έτσι ένιωσε. 









Τώρα που παίζει το βιολί, κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,
που μ’ έναν έρωτα τρελό, σα να ’μαστε δεμένοι,
σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά, να ζαλιστώ,
μες στ’ όνειρό σου να κλειστώ –το μόνο που μου μένει.

Γιατί αν λείψει το κρασί, και φύγεις, άξαφνα, και συ,
και βουβαθεί και το βιολί, με το γλυκό βραχνά του,
– μες στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σαν τον ουρανό,
θ’ ακούσω πάλι, το βραχνό τραγούδι του θανάτου...