Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015


η γκλάβα
[κάθε τρελού παιδιού]





έστριβα πάντοτε τη γκλάβα στους θορύβους
στους κρότους έστριβα που πάγωναν ταβάνια
έστριβα πάντοτε τη γκλάβα γουρλωμένος
τρελό παιδί κι εγώ τρελό σαν όλα τάλλα
τρελά παιδιά κρυμμένα στην ομίχλη κάτω
της επιβιούπολης στο γαίμα μουσκεμένης
αν ήταν νάπεφτε ναστέρι όταν δεν είχεν
ομίχλη σάβανο αιθάλην αν δεν είχεν
έβγαζα τότε από τη θέση της τη γκλάβα
τη βγάζαν τότε τα τρεδιά και την πετούσαν
σένα πανέρι μέσα ρίχνανε τη γκλάβα
για να σωθεί κάθε που έπεφτε ναστέρι
που ξαρχινούσε τις μανίες που κάθε γκλάβα
τη ντριβελίζανε μανι-ακά μπαζούκας
οπλολυβόλα καλασνίκοφ μες στη γκλάβα
νομοβροντίες μες στη γκλάβα γι' αυτό μόνο
σ' ένα πανέρι την πετούσαν δίχως άλλο
και δεν κρατούσανε μαχαίρι ούτε λιμάκι




gregorio-prieto


οι μάνες σύξυλες οι μάνες τα ρωτούσαν
να μάθουν αν και πώς και τί και τίποτάλλο
λέγαν δεν ξέραν δεν ρωτούσαν για τις γκλάβες
που σκλάβες σούρθηκαν αλυσοδέσμιες νύχτες
μες στων μαθιών που τις μπαγλάρωσαν τον πόθο
κατουρημένες από τρόμο και λαγνεία
ώσπου ξεράθηκαν και στήθηκαν ξανά τους
και τι να ιδούνε δηλαδή μες στην ομίχλη
τη συμπαγήν της επιβιούπολης ετούτης




panzerkorps



προαπαιτούμενα:

στη συμπαγήν της επιβιούπολης ομίχλη

πλιζτουμίτγιου








άλλαξε η μουσική με τον καιρό
γίνηκεν άλλη μουσική από μέσα
τότε ψιθύρισε η Μπουμπλίν τη μάνα



Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015


γεννάμε τα παιδιά των παιδιών των εχθρών σας





HIJAB SCENE #7
Όχι, δεν είμαι φαλακρή κάτω απ' το μαντίλι
Όχι δεν είμαι απο 'κείνη τη χώρα
όπου οι γυναίκες δεν μπορούν να οδηγήσουν αμάξι
Όχι, δεν θα ήθελα ν' αποστατήσω
Είμαι ήδη Αμερικανή
Αλλά σας ευχαριστώ για την προσφορά
Τι άλλο χρειάζεται να ξέρετε
σχετικά με την ασφάλεια που αγόρασα, 
τον τραπεζικό μου λογαριασμό, 
την κράτηση θέσης που έκανα στο αεροπλάνο;
Ναι, μιλάω αγγλικά
Ναι, κουβαλάω εκρηκτικά
Λέξεις τα λένε
Κι αν δεν αφήσετε 
Πίσω τις προκαταλήψεις σας,
Θα σας ανατινάξουν

1995


loveinshallah.com - Mohja-Kahf



IF THE ODALISQUES
Αν όλες οι σκλάβες
σε όλους τους πίνακες 
σε όλα τα μουσία
σε όλες τις πρωτεύουσες της Ευρώπης
σηκώνονταν και έφευγαν,
θ' άφηναν μια μεγάλη τρύπα στον τοίχο
και τους ανθρώπους που θ' ατένιζαν μέσα της
θα τους ρούφαγε η Ασία και η Αφρική
μέχρι ολόκληρη η χερσόνησος της Ευρώπης
να εξαφανιστεί ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο μεγάλους
γλουτούς του κόσμου


1994


Picot - Odalisque


























REDWOODS
Βαρεθήκαμε την αρχαία σας γλώσσα
Πότε θα μάθετε να μιλάτε με νέες λέξεις;
Ανοίξατε ποτέ το βιβλίο του ποταμού;
Η μεγαλύτερη εξορία είναι η εξορία της καρδιάς
Το μοναδικό μονοπάτι επιστροφής ειν' η αγάπη

Μπουχτίσαμε απ' την ξεπερασμένη σας ποίηση
που στηθοκοπιέται για αρχαίους φοίνικες
Η αρχαία σας όαση από φοίνικες δεν είναι εδώ μα δείτε,
τα ερυθρόδεντρα έχουν μεγαλείο και χάρη
κι από κάτω τους κυλούν ποτάμια

Δεν πιστεύουμε πια στου έβδομου-αιώνα τις νίκες σας
ή στου ένατου-αιώνα τις τελετουργίες σας
Μας τέλειωσε η δέκατου-αιώνα θρησκεία σας
Τους θεούς σας βαρεθήκαμε
Δεν μας αρέσουν οι θεοί που παγιώνονται

Μας τρομάζουν οι πληγές που κουβαλάτε
Γιατί μας στολίζετε μ' αυτές;
Κανείς σ' αυτή τη χώρα δεν κατανοεί τη θλίψη
Το αίμα που αλείφετε στους λαιμούς μας κάθε πρωινό
μόνο λύκους φέρνει στα λαρύγγια μας

Δεν μισούμε πια τους αρχαίους εχθρούς σας
Τα παιδιά των εχθρών σας έχουν γίνει εραστές μας
Γεννάμε τα παιδιά τους, δεν το μάθατε;
Ακόμα αρνείστε την αποκάλυψη των ερυθρόδεντρων,
Μεγαλοπρεπή, κάτω τους κυλούν ποτάμια

1998






Τα ποιήματα της Mohja Kahf, που γεννήθηκε το 1967 στη Δαμασκό και ζει στις ΗΠΑ, δημοσιεύθηκαν στο τεύχος 9 του ποιητικού σκεύους και όχι μόνο ΤΕΦΛόΝ, σε μετάφραση (και με εισαγωγή) της Ράνιας Καραχάλιου.













Διάβαζε στίχους και
θαρρρούσε κάποτε πως είχαν
από χειροβομβίδες καμωθεί
που ανατινάζονταν μέσα στο στόμα,
σάμπως μαστίγια τιμωρούσανε
τα μάγουλα πομέσα,
με αγκίστρια ορκισμένα
στον εξαίσιο θάνατο
και, αλήθεια, ναρωτιότανε
για τους αυτόχειρες των Παρισιών,
πώς ήτανε ν' απαρνηθούν τα εγκόσμια,
πώς βάρεσαν στο μπράτσο το παράλογο,
την ανεξήγητη τη σκόνη της μανίας,
μοναδικοί, καθένας ένας μόνος,
μα τόσο ίδιοι, τόσο ίδιοι αξεχώριστοι
στη μάζα της μοιραίας υποταγής,
εικονολάτρες του αίματος του γοερού,
ταγμένοι εκδικητές των σταυροφόρων,
του τρόμου που έρπει,
εκτινάζεται,
νικά.






Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015


παραδομένος στον Καντ




Κοιμόταν και ξυπνούσε. Σηκωνόταν, έβρεχε τα μούτρα, έψηνε καφέ, καθόταν, διάβαζε. Πώς άντεχε να διαβάζει, αναρωτιόταν. Πώς άντεχε τόση σιγουριά κι αυτοπεποίθηση. Έβρισκε τόσο βλακώδη την ίδια πάντα τύχη κάθε ευφυούς συνάντησης με την πραγματικότητα. Ευφυούς... Πόσο πιο ευφυής ήταν, αλήθεια, απ' τον παππού του που ξεχώριζε όλα τα χόρτα και που γνώριζε το πώς, χωρίς να νοιάζεται για το γιατί. Μόνο μια σκέψη τον παρηγορούσε, και τους κοίταζε στα μάτια με σοφία. Τους πάγωνε. Η σκέψη απ' το Tractatus,  πως έτσι και νομίσεις πως ξέρεις τι θα γίνει μετά, αύριο, του χρόνου, εξηγώντας το παρόν, είσαι δεισιδαίμων· ότι είναι δεισιδαιμονία η πίστη στην αιτιακή πλοκή. Κι αυτή, τη δεύτερη σκέψη, την έπλαθε κάθε φορά όπως ήθελε. Αφού το παρόν ήταν πάντα παρόν και μόνον αυτό. Αφού το παρελθόν και το μέλλον δεν είναι παρά η αντίληψη που έχουμε γι' αυτά στο παρόν. Άρα, μονολογούσε, το να πάω να προβλέψω τι θα γίνει με τους φασίστες βάσει του τι έγινε το '30 είναι βλακεία. Αφού αυτό που τότε συνέβη το αντιλαμβάνομαι με όρους του σήμερα, αν προβλέψω, επαναλαμβάνω την ίδια δεισιδαιμονία. 

Είναι παράλογο, σκεφτόταν, να δυσφορούμε όλοι για όσα συμβαίνουν γύρω μας και να κάνουμε τα πάντα για να μην αλλάξει τίποτα. Είναι παράλογο να διαφυλάσσουμε συμφέροντα. Παράλογο. Έχουμε ρίξει άγκυρα στο μέλλον, έχουμε υποδουλώσει το παρόν στο μέλλον, αγνοώντας ότι ζούμε διαρκώς στο παρονθόν. Το παρελθόν, είχε μπροστά του τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του W. Benjamin, μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει την στιγμή ακριβώς της αναγνώρισής της και μετά χάνεται μια για πάντα. [...] Ανασύνθεση του παρελθόντος  [...] σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. 

Η μνήμη απαντά, επέμεινε να λέει στον εαυτό του. Δεν γίνεται χωρίς μνήμη. Σε ακολουθεί παντού σαν ρίγος. Δεν αντιστρέφει τον χρόνο ούτε τον ακινητοποιεί. Τον ανασυνθέτει στο παρονθόν. Συνέχισε να διαβάζει ξανά τις Θέσεις του Benjamin. Για την ιστορική συνείδηση· και για ένα γεγονός του Ιουλίου του 1830 στη Γαλλία:

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Ιούλη παρεμβλήθηκε ένα επεισόδιο που έδειξε πως αυτή η συνείδηση είναι ακόμα ζωντανή. Με τον ερχομό της πρώτης βραδιάς των συγκρούσεων συνέβη να πυροβοληθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ταυτόχρονα, τα ρολόγια των πύργων σε πολλά σημεία του Παρισιού.

Τριαντα πέντε χρόνια νωρίτερα το κούρδισμα και το λάδωμα του ρολογιού του Δημαρχείου του Παρισιού το είχαν αναλάβει δάσκαλοι που δεν μπορούσαν να ζήσουν μοναχά απ' τον πενιχρό μισθό τους. Ίσως κάποιοι από αυτούς να ρίξανε μετά τους πυροβολισμούς σ' αυτά τα φριχτά σύμβολα του χρόνου, όπως τα έβλεπε ο Spengler, που, τι ήσαν για τον Spengler τα δημόσια ρολόγια; - ίσως η πιο τερατώδης έκφραση την οποία μπορεί να λάβει γενικά μια ιστορική αίσθηση του χρόνου. Αλλόκοτες ταυτίσεις, σημείωσε στο txt που μόλις άνοιξε. Το παρελθόν - εικόνα του Benjamin και του Spengler, που, για τον δεύτερο, διατηρείται χάρη στο πραγματικό όργανο της ιστορίας, τη μνήμη. Η μνήμη απαντά, αρκεί να τεθεί το ερώτημα, ξανασκέφτηκε. Ίσως αρνούμαστε να θέσουμε ερωτήματα πια. Απαντιούνται αυτόματα μ' ενα γκουγκλάρισμα. 
Τα πυροβολημένα φριχτά ρολόγια του Παρισιού τού θύμισαν το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου: το ρολόι του καμπαναριού στην πόλη Ν. που κατείχαν οι αντάρτες του ΔΣΕ ήταν σταματημένο. Ο διοικητεύων, ναι, ο διοικητεύων, είχε βάλει τον αφηγητή να το επισκευάσει. Εκεί ο χρόνος έπρεπε να κυλά, τη βλάβη την είχε προκαλέσει μια βόμβα του τακτικού στρατού, ο διοικητεύων ήθελε ν' αποδείξει ότι ο δημοκρατικός στρατός και το κόμμα μπορούν να επιδιορθώσουν τις ζημιές που προκαλεί ο εχθρός. Βρήκε το απόσπασμα και διάβασε...

Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους, να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ' τον πρώην Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξη ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ' τις εννιάμιση στις δέκα παρά είκοσι έξη, λόγου χάρη και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. 

Η πρόοδος ήταν αναπόφευκτη, η ζωή όφειλε να τραβήξει την ανηφόρα με σημαίες, ταμπούρλα και ωρολόγια, το κόμμα όφειλε να βάλει τα χέρια του, να διορθώσει τη βλάβη, να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις του καμπαναριού της πόλης Ν., να διασφαλίσει την πρόοδο. Τι γίνεται, ρε γαμώτο, αγχώθηκε. Ποιος μπορεί να διαφέρει από ποιον, τελικά; Η ιδέα της προόδου, της εξέλιξης, της αύξησης, της ανάπτυξης είχε ριζώσει στους ανθρώπους από τον καιρό του Αριστοτέλη, τουλάχιστον, σε τούτη τη μεριά του πλανήτη. Ο Αλεξάνδρου, έγραφε για την εξέγερση της Κρονστάνδης ότι "οι Κρονστανδιώτες απέβλεπαν σε μια λύση που, μολονότι ήταν εχθρική για τον μπολσεβικισμό, δεν είχε καμιά σχέση με τις οπισθοδρομικές ιδέες...". Μπροστά, ήθελαν να πάνε. Μπροστά, πάνω, ανοδικά. Δεν ήταν οπισθοδρομικοί, ούτε συντηρητικοί. Η πιο διαδεδομένη ιδεολογική καραμέλα στον δυτικό κόσμο: η πρόοδος, η εξέλιξη, η εγγενής, εμμενής, νομοτελειακή πορεία. Πώς συντελείται η πρόοδος; "μέσω ενός ομογενούς και κενού χρόνου", απαντούσε ο Benjamin στις Θέσεις, ασκώντας κριτική στην ιδέα της προόδου. Μάταια; Περίπου. Είμαστε ταγμένοι θέλοντας και μη, έβαλε τα γέλια. 

Δεν άντεχε άλλο αυτές τις σκέψεις. Είχε κουραστεί. Άλλοτε θα το διασκέδαζε, επαναλαμβάνοντας την εμβληματική φράση του Νικολαΐδη, πως "όλα ξεκίνησαν όταν ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα". Η κούραση, όμως, τον πότισε σοφία και, πέρα απ' την πλάκα, ήξερε ποιος ήταν ο μεγάλος κρετίνος. Εκείνος ο Καντ ήταν που, χωρίς ενδοιασμούς, ύμνησε την πρόοδο σαν προϊόν του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ανθρώπους. Πήρε να διαβάσει, ξεσπώντας στα γέλια, την ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό, όπου ο φιλόσοφος αναγνωρίζει μία κλίση του ανθρώπου να αντιστέκεται στους άλλους και, "σπρωγμένος από φιλοτιμία, φιλοπρωτία ή φιλοχρηματία", κάνει "τα πρώτα αληθινά βήματα από τη βαρβαρότητα προς τον πολιτισμό...". Το γέλιο του έγινε σιγά - σιγά αδύνατο, δεν είχε πρόοδο, γνώρισε τη φθορά, την παρακμή, μεταμορφώθηκε σε τρόμο σχεδόν για τον μαέστρο που συντόνιζε τόσες ζωές, τόσους αγώνες για την ατομική, άρα και τη συλλογική, σύμφωνα με την καντιανή λογική, πρόοδο. Ο Καντ επέμενε απ' το χαρτί, ήταν η φωνή του καθήκοντος, της ηθικής, της τόλμης, του ρεαλισμού, ω Καντ, σου παραδίδομαι, ψιθύρισε:

Χωρίς εκείνες, τις καθ' εαυτές βέβαια καθόλου αξιαγάπητες ιδιότητες της ακοινωνησίας, από τις οποίες πηγάζει η αντίσταση που κατ' ανάγκη συναντά ο καθένας με τις εγωιστικές αξιώσεις του, όλα τα ταλέντα θα έμεναν αιώνια κλεισμένα στα σπέρματά τους, αν η ζωή είχε τον τύπο του αρκαδικού ποιμενικού ειδύλλιου και οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε τέλειαν ομόνοια, επάρκεια και αμοιβαίαν αγάπη· αγαθοί σαν τα πρόβατα που βόσκουν, δεν θα 'διναν τότε στην ύπαρξή τους μεγαλύτερην αξία από κείνην που έχουν τα κατοικίδια ζώα τους και δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν την κενότητα της δημιουργίας ως προς το σκοπό που όφειλε να έχει ως έλλογη Φύση. Ας ευγνωμονούμε λοιπόν τη Φύση που μας έπλασε ασυνεννόητους, ματαιόδοξους και εριστικούς, αδιάκοπα διψαλέους για υλικά αγαθά ή και για κυριαρχία! Χωρίς αυτές τις ιδιότητες όλες οι εξαίρετες καταβολές που υπάρχουν μέσα στην ανθρωπότητα, θα έμεναν βυθισμένες σε αιώνιο λήθαργο, ανεξέλικτες. 


Ο καντιανός χείμαρρος ήταν ασταμάτητος. Είχε μπαφιάσει. Πέταξε το βιβλίο, με τρόπο, στον καναπέ. Όλα ξεκίνησαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Καντ... Αέρα Πατέρα! φώναξε, κατεβάζοντας μια γενναία γουλιά.