Σάββατο, 23 Απριλίου 2016


Η Μαγδαληνή κατά τον θρύλο




του Ηλία Λάγιου
από την τελευταία συλλογή του
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΙΛΑΙΑ
(ένα πόνημα θεολογικόν)
2004



Απ' το σκοτάδι το πυκνό, τερπνά νερά αξημέρωτα,
να χύνουνται σα λειτουργία προς τ' αυγινό τ' αστέρι, 
χαίρονται με τη νιότη τους και παίζουν με τον έρωτα,
στη δροσινή, στη θερμική, σε λαύρας μεσημέρι.

που ένα κρατεί στα μάτια της, και χίλια μύρια λήγει τα,
προβαίνει η κόρη της ντροπής με στάμνα μυροφόρο,
όσα κατέχει το κορμί δε μίλησαν τ' αξήγητα,
κι ειν' το βυζί της προσφορά, κι ειν' η κοιλιά της δώρο.

απ' την πολύφερνην οδό, σε ποταμάκι αβάδιστο,
της μνήμης δέεται της γλυκιάς, που ανθίζει στα όνειρά της,
κι ως λέει η ψυχή της του αηδονιού τον ύμνον ακελάιδιστο,
φυσάει σιρόκο ο ζέφυρος κι όλο τον γραίγο ο μπάτης. 

του θέρους, λες, και πύκνωσε, ηλιοστάλαχτο τον κήδονα,
στον κύκνο της λαιμό, ο ιδρώς, ψηφί μαργαριτάρι,
φκιάνει άλεχτους αστερισμούς να σέρπονται φιλήδονα,
και, μαγευμένο κατ' αυτή, προσβλέπει το χορτάρι.

και, κρούει τη θύρα του σπιτιού, τη θύρα του παράδεισου,
να γένει η πόρνη, λυγερό κι απάρθενο κοράσι,
κρυφονεραϊδογέννητη, σταίνεις βωμό το χάδι σου,
κι είσαι νεράντζι, μανταρίνι, κόκκινο κεράσι.

τον βλέπει, φύλλα τρέμουνε τα μυρισμένα χείλη της, 
κι ως τη θωρεί, στα πόδια του, σαν τρομασμένο αλάφι,
κρατεί το, τάχα, μυστικό της δέησης της αμίλητης,
σα σφιχτοχέρης, που στο στρώμα κρύβει το χρυσάφι.

Κύριος πορεύεται, σιγή διδάσκει τ' αποκάρωμα,
όπου γυμνή, ανυπόδητη, ομοιώνεται τη σάρκα.
σπάζει στα πόδια του το βάζο, εκχέεται πλούτος τ' άρωμα,
μα δεν ταξίδεψεν ο Αδάμ στων Μάγδαλων τη βάρκα.

στριγκά αντιφώνησε ο Θωμάς κι έγρουξ' ο Γιούδας γύρω της,
να πουληθεί και τα λεφτά να πάνε για τη φτώχεια.
μα, δίχτυ που κρυφάπλωσε, ειν' το χυμένο μύρο της,
να πιάσει, κάθε αρσενικό πουλί, μέσα στα βρόχια.

κι ο δάσκαλος δεν έσκυψε, να βυθιστεί στο ευώδισμα,
που απ' την κοιλιάν ανάβρυσε στις απαλές λαγόνες.
σαν τον τυφλό, στου κρυφανθού το νοτισμένο ρόδισμα,
στέρφα τα χρόνια γεύεται στους άτρεπτους αιώνες.

μα, βγαίνει απ' το θνητό κορμί, πέρα απ' την άφραστη ύλη του,
καταλαλιά κι επίκληση, το σμίξιμο μαζί της.
λυγμός του ανέραστου και πόθος άμετρος του αφίλητου.
Πούλια από φως κι Αυγερινός του αιδοίου κι Αποστερίτης.


G. Datzov: το όνειρό της


'βωδάς, οσμή του βραδινού και το βοτάνι ο έροντας,
και δέεσαι του αστροχείμαρρου το γάλα, στην καρδιά μου.
και των αρχαίων ο σκυθρωπός και νεκρικός Αχέροντας
θα μας αλλάξει αστέφανα τα στέφανα του γάμου.

και του καιρού παράπονο, εγκρεμός τα ματοτσίνορα,
ό,τι πρωτόειδα, ζω μ' αυτό, και θα τ' ανακαλέσω.
όταν θα φτάσω, ολόγυμνος, στης ερημιάς τα σύνορα,
μ' εσέναν, γύψινο στεφάνι μου, πολύ θ' αρέσω.

σ' έχω πληρώσει μ' ουρανό. και περισσέψαν τάλαντα.
είμαι ο σταυρός. μαζί μου θνήσκουν πράγματα κι ανθρώποι.
ζώντας, μη ζώντας, θα γιορτάσω να σου πω τα κάλαντα.
Μαγδαληνή. φιλιά. και προδοσίες. και κάποιοι τόποι.


J. J. Lefebvre: στη σπηλιά





ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
εκδ. Ίκαρος, 2009

1 σχόλιο:

  1. Με συγκινεί που θυμάσαι τον Ηλία Λάγιο. Αθεράπευτος εραστής του ομοιοκατάληκτου, έγραφε ο ίδιος και ανέσυρε από τη λήθη τον Παλαμά με επιλογές που έβγαλε το "Ιδεόγραμμα". Σου έχω ξαναγράψει ότι είχα τη μοναδική εμπειρία να μου απαγγέλλει (σε εμένα προσωπικά, όρθιος ακουμπώντας στον πάγκο με τα βιβλία, συνεπαρμένος και αδιαφορώντας για τον κόσμο που μπαινόβγαινε)με έναν αληθινά μοναδικό τρόπο το "Περί Ύψους" του Εγγονόπουλου στο βιβλιοπωλείο "Παρουσία" της Σόλωνος (τώρα έγινε "Ναυτίλος" και μετακόμισε Χαριλάου Τρικούπη και Σόλωνος), το οποίο χαρακτήρισε ως "το ωραιότερο νεοελληνικό ερωτικό ποίημα". "Και σ' αγαπώ παράφορα", θυμάσαι το τέλος; Στο λέει ένας καταναλωτής συναισθημάτων (ένα κάτι τέτοιο εύστοχο μου έχεις πει). Ο Λάγιος έπεσε από το μπαλκόνι του, προσπαθώντας να κάνει ισορροπία σε μια τέντα, παρόντος κόσμου πολλού. (Σκόπιμα;) αδέξια κίνηση,έτσι λίγο πολύ πιωμένος, όπως συνήθως. Έγραφε ωραία. Και πίστευε στον τριαδικό θεό. Αλήθεια. Το έχει ομολογήσει σε ποίημά του. Αιωνία η Μνήμη Αυτού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή