Κι όρμησεν η σιωπή
στην παγωνιά· κατακαλόκαιρο.
Το χώμα έσφιξε τη μυρωδιά.
Στρώθηκαν μόνες τους οι πέτρες·
σκεπάσανε με χρόνια
τις στραγγαλισμένες ηδονές.
Απομακριά λυχτούσαν τα σκυλιά
να βγάλουνε την υποχρέωση στη νύχτα.
Μήνυσε στους γειτόνους να σωπάσουν.
Η πλάση θρόιζε. Ένας ξεθάφτης
έτριβε με τη βούρτσα κόκκαλα.
Πού λιώσανε τα μάθια ντου.
Ήξερεν ότι δεν θα τάβλεπε ξανά·
μα όταν κοιτάχτηκε
τον κοίταξαν και του γελάσαν.
![]() |
juergen-klauke |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου