Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

ματώνει απόψε το φεγγάρι







όπου και να ταξιδέψεις 
το φεγγάρι θα ματώσει κοινοτόπως
σαν το κεφάλι που ανοίχτηκε στη μάχη


θα στάζει θα βρεχτείς 
στάμπες από γυαλιά εγκαυμάτων
θα μαρτυράει ψυχές που κλείνονται τις νύχτες
έρημες καταφρονεμένες ένα χάπιο πιπιλώντας
για του καλοκαιριού την άπεπτη κλωστή


ας σταματήσουν οι φωνές
ας σταματήσουνε τα δάχτυλα 
τα βήματα οι σκέψεις 


απόψε 
ιδρύεται το σωματείο
των κατά κράτος εύτακτα νοσούντων 
από πυκνές τυποποιημένες προσδοκίες




Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

ο τόπος μου


τί να μιλήσω για τον τόπο
οι μυγδαλιές λιγόστεψαν 
γεράσανε λιαστήκανε
στη λησμονιά


η θάλασσα σαλεύει απρόθυμα
να σώσει την παλίρροια
απομακρύνονται τα ουράνια
όσο επιτρέπουν οι εγκοπές της όρασης


στον ξεροπόταμο βολτάρουν σαύρες
από παλιά βιντεοπαιχνίδα
στάχτη σκεπάζει τις νυχτιές
σαν νόμος


πριν ξημερώσει συνεργεία 
μαζεύουνε αστέρια μαραμένα
ανοίγει τα φτερά η σιωπή
να κουβαλήσει ομιλίες 
στους αιθέρες




anders-zorn/a-premiere-1890

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ρεφόρμ - κακοφόρμ



βγήκες 
από το χώμα χόμο
μπήκες ξανά στο χώ
βγήκες ξανά στο χώ
μα μπήκες
οι λύκοι χάζευαν 
ετοιμαζόσουν για τη μάχη
που σε βαριότανε κουρασμενάκι
συφιλιασμένος ο στρατός 
παραφρονούσε

άραξε τώρα άραξον όπως και τότε που
ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων
σε μύριζε να δει αν ευωδιάς θανάτω
ή μπόχα καταβόθρας κατά βάθος
τότε το μέλλον το διαιρούσες τέλεια
άφριζες αίνους γόητα στο αραλίκι
μηδενιστή με το ζερό εις το πηλίκον
σε προορίζανε για τζάμπα χαμαλίκι
η υπνοφόρος νινανούριζε η μήκων
πατούσες κλικ στη λάικα 
πατούσες κλικ στη νίκον 
ο σκοτεινός ο θάλαμος κατ οίκον
καταφυγή ρετροϊών 
καφρίκων

στην πόλη αυτή που τυραννιέσαι
στους δρόμους στα στενά στις αποθήκες
ρεφόρμ θα φάτε χλωροφόρμ που συνθημάτιζες
όχ ι ουδαίος περιπλανώμενος όχι δυστυχεσμένος
εμπούχτισες συ είπας από λήθη κουτορνίθι
ας πρόσεχες με τις μεταρρυθμίσεις
πλανώμενος οικτρή την πλάνη
τη φύση την ειρκτή που κλάνει
με βροντερή διάθεση
πλην τζούφια





Clover - Chloroform - 1862









































διατίθεται και εις τραγουδιστόν σονέτον σαιξπηρικού τύπου:


γύριζες πίσω μπρος    τι σημασία
μέσα στο χώμα    χόμο    ήσουν σκουλήκι
στην πιο αγχωμένη σου προετοιμασία
αμέριμνα σε χάζευαν οι λύκοι

άλλοτε δόξαζες το αραλίκι
ο γόης εσύ των υπερσυντελύκων
μα σε στριμώξανε στο χαμαλίκι
αχ παρελθόν μηδέν εις το πηλίκον

κρατούσες πάντα λάικα ή νίκον
ρουφούσε το χαρτί τις αναμνήσεις
σε γλύκαινε η υπνοφόρος μήκων
σ ε πιδειξιομανείς  περιπλανήσεις

κάποιοι το πρόβλεψαν    θα ρεφορμίσεις
μα εσύ    πουλί μου    θα κακοφορμίσεις








Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

τα ρουθούνια των αλλωνών


περνάει τα λουλούδια για μηχανές
κλείνει την πόρτα σκουντουφλάει στο καλώδιο
μαίνεται όρθιος καθιστός ανάσκελα 
μαίνεται μπρούμυτα

λέει της

είμαι ο σκουπιδιάρης κάτω από τη μύτη σου
που πέταξε σχισμένη τη σακούλα του εμετού

εκείνη απορεί κοιμάται ακούει τον

είμαι ο παπάς που λέρωσε βαφτιστήρι σου
αίμα και κρέας στο κουστουμάκι 

εκείνη λέει το κρέας να 
το αίμα λέει πως κρύβεται 
αν θέλεις να το αντλήσω εκείνος 
λέει της     είμαι 
ο υπάλληλος που έχυσε καφέ
στο πιστοποιητικό που του παράγγειλες

εκείνη ορθή και ξάπλα ορθή

είμαι η γκαρσόνα που άργησε να σερβίρει το κοκτέιλ
είμαι η πουτάνα που μπαρδόν σου ζούμπηξε τ α ρχίδια 
είμαι η απόκοσμη του εφιάλτη οχιά 
με δηλητηριώδη τα ψαλίδια
χαίρεσαι  μπάσταρδ  ε;



χαίρεται η λέμφος μέσα μου το αίμα έχει παγώσει

εσένα;
εμένανε η νυχοδομή το στήθος σου θα οργώσει
να δώσω ή να πάρω;
δώσε πνοή στα λάθη μου να στήσουνε ζεϊμπέκι
θα δώσεις;
θα δώσω την ανάσα μου εσύ κάνε τουμπέκι
θα ενδώσω




artnet



περνάει τα κορδόνια για ρολόγια
μισή χαρά μισή ψυχή    περνάει
τα όργανα για εξαρτήματα τ α γγεία
τα περνάει για καλώδια τα νεύρα

άρχεται λέει 

η συνεδρίασις
μπουκάρουνε καμπόσοι
η συνεδρίασις διακόπτεται 
να ηρεμήσουνε τα πνεύματα
να πέσουνε οι τόνοι
οι λέξεις ν α πομείνουν στον αέρα
χωρίς οξείες να μετεωρίζονται τα μίση
ο έρως να μην περισπάται από ρουθούνια


λέει του 
αναπνεύσαμε μαζί
άκουγες μιαν ανάσα όχι δυο
κομμένη να γλιτώσει α να σα  να γλιτώσει
από των ρουθουνιών τον ιμπεριαλισμό
αν άκουσες ποτέ ρουθούνια
νιώθεις αν όχι 
όχι




Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ηλέτροπος σχιζομαρασμός



Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες.
Πόσο έχουν όλοι αλλάξει
Κάποιοι δεν πρόλαβαν.
Θα πάω για ύπνο, 
είπε πως κουράστηκε. 
Όχι άλλες ταινίες ή αναρτήσεις.
Ξέρεις τι δεν μπορείς σαν άθρωπος;
Να είσαι ό,τι θάθελες 
να λεν πως είσαι οι άλλοι.

Αφότου από ουσία ξέμεινε,
έπαψε να σκαρώνει λέξεις 
για τις δίψες.
Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες,
να ποδείξει τι
Έγιναν, είπε, οι λέξεις μαξιλάρι
από καρφιά που σκούριασαν 
μετρώντας τους χειμώνες.
Τώρα μασώ τα λόγια, αφήνω δρόμο.
Τώρα χτυπώ τα πόδια μες σταυτιά
σαν τον φαντάρο.

Τώρα σφουγγίζω 
κάθε ψίθυρο της νύχτας.



προστατευόμενος στη φαλκονέρα



Δες τηνα τούτη τη φωτογραφία. 
Ο άνθρωπος αυτός υπάρχει ακόμα. 
Θα πει τονε μπουκώνει η μνήμη αλάτι,
τονε κρατούν τα μάτια μήνα σωριαστεί,
πίνει νερό, χορεύει στο λαρύγγι,
πίνει κρασί να ξεσπαθώνει την αλήθεια,
πίνει τσιγάρο και βαθιά να ποκοιμιέται.


Έψαχνε τις παλιές φωτογραφίες.
Τακτοποιούσε ανά έτος, μήνα, 
μέγεθος μετά.

Καιρός θαμμένος σε χαρτί.
Εικόνες τρίμματα δυαδικά.
Μηδέν και ένα. Ένα και μηδέν
εκατομμύρια. 










Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

εμείς


μυστήριο που
 τις νύχτες μυρίζεις σοκολάτα
όταν μας παίρνει ο ύπνος στην ταινία
κι 
ήσυχα 
ροχαλίζουν τα παλιά βιβλία
μοιάζοντας τρόφιμοι ασύλων παγερών

τίποτα και καμιά κανένας πια
ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο ποτέ
ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένων ορισμών
δεν θα κοτάνε να φορτώσουνε σε τρένο
σακατεμένα τα λογής εμείς

κι ας λέγαμε
των δεκαετιών της νιότης μας
οι θλιβεροί μεσεγγυούχοι
ας λέγαμε ματώσαμε















λέγαμε πως
ματώσαμε ασύνταχτα
κρατούσαμε κομπρέσες
ποτισμένες με αυγή
υψώναμε τα χέρια
ο πόνος τα τραβούσε πίσω
ξερνούσε ήλιο η κυριακή
σεβότανε τις καθημερινές
μα η δευτέρα κρύβονταν
από τους έχοντες
την εντολήν του εισαγγελέως
έτρεμε για το κλέος
για την υπόσχεση
την εκτός χρόνου επίσης
έτρεμε που δεν αξιώθηκε
να ειπεί την τετριμμένη ατάκα
γύρευε την υπόγειαν άνοιξη
να καβαλήσει τον βαρύθυμο χειμώνα
και μπερδευτήκανε κι ανθίσανε
λίγα δεντρά συχωρεμένα
γύρω τυλίξαμε τις γάζες
που από τα στήθη ξετυλίξαμε
να περιποιηθούμε στους κορμούς
της αυταπάρνησης τα έλκη

ευαισθητούντες μανιακοί
άλλοτε ράθυμοι αστοί
άλλοτε μπερδεμένοι επιβάτες
άλλοτε εισηγητές κακώσεων
ψυχής σκατά ψυχής

άλλοτε
ζύμωναν την επανάσταση
με τα φιλιά και τα λουλούδια
ξέμειναν τώρα επαναστατικές
οι τεχνικές επίτευξης και αποφυγής
και κάτι γκατζετάκια δύστυχα





Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

τλήμων



ήπιε καφέ
και διάβασε ξανά
κι έφαγε κάτι κι είπε
να συγκριθεί με στίχους
το μπόι να ισιώσει να τραβήξει
με το μολύβι τη γραμμούλα ο πατέρας
ακόμα λίγο παραπάνω σήμερα όμως
οι στίχοι ήτανε θεόρατοι και συμμαζεύτηκε και
δέησε να σεβαστεί του εντέρου την απόκριση
πλύθηκε ντύθηκε βγήκε στο δρόμο έξω
στο λεωφορείο πίσω από τα θολά τα τζάμια
ακύρωναν τα εισιτήρια της νύστας στον καφέ
λίγο πριν αφεθούν στη σκυθρωπότητα
ο δρόμος θα γλιστρούσε αργά
υπάρχουν τόσοι τρόποι να ξεχνάς τις λέξεις
σήμερα έμαθε ξανά τη λέξη τλήμων
έφτασε στο γραφείο παραδόθηκε
στο ρόλο τλήμων δεν
θάρθει άλλη μέρα πια να πει πως
πάλι θε ναρθεί μια μέρα που



Harry Anderson

τοιουτοτρόπως
επήλθεν η κούρασις

οι νύχτες έγιναν φωλιά
το τέμπο κράταγε η βροχή
ένιωθε ντος του ξυπολιά
εκτός του άστοργη εποχή