Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ρεφόρμ - κακοφόρμ



βγήκες 
από το χώμα χόμο
μπήκες ξανά στο χώ
βγήκες ξανά στο χώ
μα μπήκες
οι λύκοι χάζευαν 
ετοιμαζόσουν για τη μάχη
που σε βαριότανε κουρασμενάκι
συφιλιασμένος ο στρατός 
παραφρονούσε

άραξε τώρα άραξον όπως και τότε που
ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων
σε μύριζε να δει αν ευωδιάς θανάτω
ή μπόχα καταβόθρας κατά βάθος
τότε το μέλλον το διαιρούσες τέλεια
άφριζες αίνους γόητα στο αραλίκι
μηδενιστή με το ζερό εις το πηλίκον
σε προορίζανε για τζάμπα χαμαλίκι
η υπνοφόρος νινανούριζε η μήκων
πατούσες κλικ στη λάικα 
πατούσες κλικ στη νίκον 
ο σκοτεινός ο θάλαμος κατ οίκον
καταφυγή ρετροϊών 
καφρίκων

στην πόλη αυτή που τυραννιέσαι
στους δρόμους στα στενά στις αποθήκες
ρεφόρμ θα φάτε χλωροφόρμ που συνθημάτιζες
όχ ι ουδαίος περιπλανώμενος όχι δυστυχεσμένος
εμπούχτισες συ είπας από λήθη κουτορνίθι
ας πρόσεχες με τις μεταρρυθμίσεις
πλανώμενος οικτρή την πλάνη
τη φύση την ειρκτή που κλάνει
με βροντερή διάθεση
πλην τζούφια





Clover - Chloroform - 1862









































διατίθεται και εις τραγουδιστόν σονέτον σαιξπηρικού τύπου:


γύριζες πίσω μπρος    τι σημασία
μέσα στο χώμα    χόμο    ήσουν σκουλήκι
στην πιο αγχωμένη σου προετοιμασία
αμέριμνα σε χάζευαν οι λύκοι

άλλοτε δόξαζες το αραλίκι
ο γόης εσύ των υπερσυντελύκων
μα σε στριμώξανε στο χαμαλίκι
αχ παρελθόν μηδέν εις το πηλίκον

κρατούσες πάντα λάικα ή νίκον
ρουφούσε το χαρτί τις αναμνήσεις
σε γλύκαινε η υπνοφόρος μήκων
σ ε πιδειξιομανείς  περιπλανήσεις

κάποιοι το πρόβλεψαν    θα ρεφορμίσεις
μα εσύ    πουλί μου    θα κακοφορμίσεις








Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

τα ρουθούνια των αλλωνών


περνάει τα λουλούδια για μηχανές
κλείνει την πόρτα σκουντουφλάει στο καλώδιο
μαίνεται όρθιος καθιστός ανάσκελα 
μαίνεται μπρούμυτα

λέει της

είμαι ο σκουπιδιάρης κάτω από τη μύτη σου
που πέταξε σχισμένη τη σακούλα του εμετού

εκείνη απορεί κοιμάται ακούει τον

είμαι ο παπάς που λέρωσε βαφτιστήρι σου
αίμα και κρέας στο κουστουμάκι 

εκείνη λέει το κρέας να 
το αίμα λέει πως κρύβεται 
αν θέλεις να το αντλήσω εκείνος 
λέει της     είμαι 
ο υπάλληλος που έχυσε καφέ
στο πιστοποιητικό που του παράγγειλες

εκείνη ορθή και ξάπλα ορθή

είμαι η γκαρσόνα που άργησε να σερβίρει το κοκτέιλ
είμαι η πουτάνα που μπαρδόν σου ζούμπηξε τ α ρχίδια 
είμαι η απόκοσμη του εφιάλτη οχιά 
με δηλητηριώδη τα ψαλίδια
χαίρεσαι  μπάσταρδ  ε;



χαίρεται η λέμφος μέσα μου το αίμα έχει παγώσει

εσένα;
εμένανε η νυχοδομή το στήθος σου θα οργώσει
να δώσω ή να πάρω;
δώσε πνοή στα λάθη μου να στήσουνε ζεϊμπέκι
θα δώσεις;
θα δώσω την ανάσα μου εσύ κάνε τουμπέκι
θα ενδώσω




artnet



περνάει τα κορδόνια για ρολόγια
μισή χαρά μισή ψυχή    περνάει
τα όργανα για εξαρτήματα τ α γγεία
τα περνάει για καλώδια τα νεύρα

άρχεται λέει 

η συνεδρίασις
μπουκάρουνε καμπόσοι
η συνεδρίασις διακόπτεται 
να ηρεμήσουνε τα πνεύματα
να πέσουνε οι τόνοι
οι λέξεις ν α πομείνουν στον αέρα
χωρίς οξείες να μετεωρίζονται τα μίση
ο έρως να μην περισπάται από ρουθούνια


λέει του 
αναπνεύσαμε μαζί
άκουγες μιαν ανάσα όχι δυο
κομμένη να γλιτώσει α να σα  να γλιτώσει
από των ρουθουνιών τον ιμπεριαλισμό
αν άκουσες ποτέ ρουθούνια
νιώθεις αν όχι 
όχι




Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ηλέτροπος σχιζομαρασμός



Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες.
Πόσο έχουν όλοι αλλάξει
Κάποιοι δεν πρόλαβαν.
Θα πάω για ύπνο, 
είπε πως κουράστηκε. 
Όχι άλλες ταινίες ή αναρτήσεις.
Ξέρεις τι δεν μπορείς σαν άθρωπος;
Να είσαι ό,τι θάθελες 
να λεν πως είσαι οι άλλοι.

Αφότου από ουσία ξέμεινε,
έπαψε να σκαρώνει λέξεις 
για τις δίψες.
Έψαχνε στις παλιές φωτογραφίες,
να ποδείξει τι
Έγιναν, είπε, οι λέξεις μαξιλάρι
από καρφιά που σκούριασαν 
μετρώντας τους χειμώνες.
Τώρα μασώ τα λόγια, αφήνω δρόμο.
Τώρα χτυπώ τα πόδια μες σταυτιά
σαν τον φαντάρο.

Τώρα σφουγγίζω 
κάθε ψίθυρο της νύχτας.



προστατευόμενος στη φαλκονέρα



Δες τηνα τούτη τη φωτογραφία. 
Ο άνθρωπος αυτός υπάρχει ακόμα. 
Θα πει τονε μπουκώνει η μνήμη αλάτι,
τονε κρατούν τα μάτια μήνα σωριαστεί,
πίνει νερό, χορεύει στο λαρύγγι,
πίνει κρασί να ξεσπαθώνει την αλήθεια,
πίνει τσιγάρο και βαθιά να ποκοιμιέται.


Έψαχνε τις παλιές φωτογραφίες.
Τακτοποιούσε ανά έτος, μήνα, 
μέγεθος μετά.

Καιρός θαμμένος σε χαρτί.
Εικόνες τρίμματα δυαδικά.
Μηδέν και ένα. Ένα και μηδέν
εκατομμύρια. 










Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

εμείς


μυστήριο που
 τις νύχτες μυρίζεις σοκολάτα
όταν μας παίρνει ο ύπνος στην ταινία
κι 
ήσυχα 
ροχαλίζουν τα παλιά βιβλία
μοιάζοντας τρόφιμοι ασύλων παγερών

τίποτα και καμιά κανένας πια
ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο ποτέ
ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένων ορισμών
δεν θα κοτάνε να φορτώσουνε σε τρένο
σακατεμένα τα λογής εμείς

κι ας λέγαμε
των δεκαετιών της νιότης μας
οι θλιβεροί μεσεγγυούχοι
ας λέγαμε ματώσαμε















λέγαμε πως
ματώσαμε ασύνταχτα
κρατούσαμε κομπρέσες
ποτισμένες με αυγή
υψώναμε τα χέρια
ο πόνος τα τραβούσε πίσω
ξερνούσε ήλιο η κυριακή
σεβότανε τις καθημερινές
μα η δευτέρα κρύβονταν
από τους έχοντες
την εντολήν του εισαγγελέως
έτρεμε για το κλέος
για την υπόσχεση
την εκτός χρόνου επίσης
έτρεμε που δεν αξιώθηκε
να ειπεί την τετριμμένη ατάκα
γύρευε την υπόγειαν άνοιξη
να καβαλήσει τον βαρύθυμο χειμώνα
και μπερδευτήκανε κι ανθίσανε
λίγα δεντρά συχωρεμένα
γύρω τυλίξαμε τις γάζες
που από τα στήθη ξετυλίξαμε
να περιποιηθούμε στους κορμούς
της αυταπάρνησης τα έλκη

ευαισθητούντες μανιακοί
άλλοτε ράθυμοι αστοί
άλλοτε μπερδεμένοι επιβάτες
άλλοτε εισηγητές κακώσεων
ψυχής σκατά ψυχής

άλλοτε
ζύμωναν την επανάσταση
με τα φιλιά και τα λουλούδια
ξέμειναν τώρα επαναστατικές
οι τεχνικές επίτευξης και αποφυγής
και κάτι γκατζετάκια δύστυχα





Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

τλήμων



ήπιε καφέ
και διάβασε ξανά
κι έφαγε κάτι κι είπε
να συγκριθεί με στίχους
το μπόι να ισιώσει να τραβήξει
με το μολύβι τη γραμμούλα ο πατέρας
ακόμα λίγο παραπάνω σήμερα όμως
οι στίχοι ήτανε θεόρατοι και συμμαζεύτηκε και
δέησε να σεβαστεί του εντέρου την απόκριση
πλύθηκε ντύθηκε βγήκε στο δρόμο έξω
στο λεωφορείο πίσω από τα θολά τα τζάμια
ακύρωναν τα εισιτήρια της νύστας στον καφέ
λίγο πριν αφεθούν στη σκυθρωπότητα
ο δρόμος θα γλιστρούσε αργά
υπάρχουν τόσοι τρόποι να ξεχνάς τις λέξεις
σήμερα έμαθε ξανά τη λέξη τλήμων
έφτασε στο γραφείο παραδόθηκε
στο ρόλο τλήμων δεν
θάρθει άλλη μέρα πια να πει πως
πάλι θε ναρθεί μια μέρα που



Harry Anderson

τοιουτοτρόπως
επήλθεν η κούρασις

οι νύχτες έγιναν φωλιά
το τέμπο κράταγε η βροχή
ένιωθε ντος του ξυπολιά
εκτός του άστοργη εποχή


Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr