Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016


ο κροκόδειλος



δεν
τα μισώ τα μισο
τελειωμένα ποιήματα που
ναρκωθήκανε στην ερημιά
από την αγορά μακριά
των δύσθυμων μαθιών
της αγχοσύνης

που στα χαρτιά στεγνώσανε
τριφτήκανε στις κρύφτες
με στροφορμήν εμμένουσα
ξεφτίσανε πονέσανε




M. Rothko



 
ο παγερός κροκόδειλος
μίαν ημέρα ιστορική θα λεν
έπλευσεν ίσαμε του φόνου τη στροφή
κιόντεψε με τα δάκρυα ληθινά
να συχωρήσει ό,τι

πίσω από τον βράχο
κατούραγε η αυτιστική κυρία
που παίνεψεν ο βόχλος
καθώς εκείνη χήρευε
από τον στρατηλάτη

το ποίμνιό της
πληγωμένο σύχαζε

εμπόλεμη και λάγνα
χάρισε την καρδιά
στης ευκαιρίας τον ιππότη
που κόμπαζε αλλά πορούσε
για το μοδάτο τελετουργικό
το μυρωδάτο δα το βράδυ
 
 σύρθηκε
μέχρι τη στροφή
ο γενναιόσημος κροκόδειλος

στάθηκε στα δυο πόδια
χάδεψε τη λευκή γενειάδα
και πρότεινε γυναίκεια
τα μαστάρια

ακούστε το
από την τυφλότη μου
κανείς δεν λάτρεψε το φως

αθρώποι μοναχοί
αιμόφυρτα θρωπάκια
τι τυραννιέστε και παιδεύεστε
και υγεία δέεστε την υγείαν όλο
αφού το πέρας θα βροχθίσει
την μπουκία

μικρά θρωπάκια θεόρατα
μυρμήγκια φορτωμένα
σπόρους ανοίκειας
συνενοχής

κανένας
από την τυφλότη μου
δεν έμαθε να γλέπει
ποτίζατε το μείγμα των υγρών σας
στον προπατορικό περίβολο
μισούσατε τους στίχους
που ευτυχούσαν στους αιθέρες
εσείς σπουδαία και τρανά θρωπάκια
εσείς που ακούσατε
τον σπαραγμό μου
απόψε

όσα λουλού
δια είχανε πλαγιάσει
ορθώθηκαν να κούσουνε
τη γοερή τη γαλακτώδη
την αγρύπνια του

η ακρυλικώς
ευφρόσυνη κυρία
στην αντηλιά του βράχου
στέγνωνε

βαρύς
ο βόχλος χώθηκε
στων λουλουδιών τον βήχα

την άλληνε τη νύχτα
σε οθόνες ακουμπίστριες
με τρόμο οικόσιτο θριζί
φορζί και ουστ
με σπιουνιές αυτών των ίδιων
για τους έρμους εμ
αυτούς τους

σβήστε τα φώτα
ούρλιαξεν ο υπασπιστής

έπεσε μούγκα
ψέλισσα
δεν τα μισώ
τα μισοτελειωμένα
ποιήματα
ακούστηκε ως
την ξακουσμένη γαλαρία
που αρτύθηκε τον πόνο μου
από κρέας


pictosh



  έπειτα
πήρανε τα μάθια

τα πόδια μου λυθήκαν
βρέθηκα νάσκελα
κάτω από τα πυκνά
τα βήματά τους
άντε όλο
πνεύμα ντιλογίας
μουρμούρισαν δυο τρεις

οι άλλες είπανε
αφήστε τον μαλάκα
να τα ντιλογάει

το μαραμέ
το κοκο
ράκι

είπανε









Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016


τα μισοτελειωμένα



Ο Αύγουστος πέθανε από γκρίνια. Σκατά. Επαναλάμβανε διαρκώς τη λέξη. Μπάνιο κάθε μέρα. Σκατά. Ζέστη. Σκατά. Κατανάλωση. Σκατά. Άνεμος. Σκατά. Δεν υπήρχε γιατί ούτε τι.
Σκατά. Εκείνη είχε ένα βυζί. Δεν θα άφηνε με τέτοιο ιστορικό την υπόνοια να θριαμβεύσει. Καλύτερα με ένα βυζί. Το αριστερό. Το άλλο ας ήταν ψεύτικο. Η αγωνία περιοριζόταν στον δρόμο για τις επόμενες εξετάσεις, κορυφωνόταν τη μέρα των απαντήσεων αλλά ως εκεί. Η υπόλοιπη ζωή θα κυλούσε.
Εκείνος παρακολουθούσε υπομονετικά τις επελάσεις του ανέμου. Δεν ήταν Αύγουστος αυτός. Θα γράψω, είπε, ολίγους στίχους ίνα ξεπροβοδίσω τον α-ναι-μελο μήνα, ίνα φεισμπουκωθώ κομάτι...


Αύγουστε,
μου βρωμάς.

Θα πάρω τη ντανάλια και,
σαν τον ατζαμή δοντογιατρό,
το πρώτο σου το ύψιλον,
από αυγουλάκι χαλασμένο,
θα σου το ξεριζώσω.

Να γράφεσαι
πιτέλους όπως είσαι.
Άγουστε.





=  =  =



Ερχόταν πίσω της απ' τη μεριά του αληθινού βυζιού, την θώπευε κάνοντας ποικίλες αναφορές στο σεξουαλικό τους παρονθόν, εκείνη άφηνε πρώτα στεναγμούς, δεν επιτρεπόταν να γκίξει τα βυζιά της, ούτε το αληθινό, ούτε τίποτα δεν επιτρεπόταν, δεν του το είχε απαγορεύσει ούτε την είχε ρωτήσει αλλά ήταν αυτονόητο, πόσα αυτονόητα τυραννάνε τις φτωχές μας τις ζωές, σαν μηχανές γουρουνογκαζετιές. Σκατά.
Ο ίδιος ήταν τυχερότερος, νόμισε. Ο ειδήμων εμφανίστηκε απολύτως ενθαρρυντικός, η μετεγχειρητική πρόγνωσις ήτο καλλίστη, γνωρίζω γιατρέ, του είχε πει, όμως δεν γνώριζε, ο γιατρός ανακουφίστηκε από την διαβεβαίωσή του, πώς να του το έλεγε.
Πλησίασε ξανά από πίσω της απ' τη μεριά του αληθινού βυζιού αλλά δεν γνώριζε ότι δεν θα εξέχεε εκείνη τη φορά και ποτέ πια, η εγχείρηση στον προστάτη είχε αυτή την στεγνή παρενέργεια, εντάξει, πάτησε τα εξήντα, το σεξ δεν ήταν πια κυρίαρχο στη ζωή, δηλαδή τώρα ήταν απολύτως κυρίαρχο. Την πρώτη φορά μετά την εγχείρισή του, που είχε έρθει από πίσω της από τη μεριά του αληθινού βυζιού, σοκαρίστηκε. Δεν είπε τίποτα, είπε μόνο κόπηκα, δεν πειράζει, είναι το άγχος. Αυτό επαναλήφθηκε λίγες φορές ώσπου τελικά έμαθε τι συμβαίνει. Σκατά. 
Δεν ήταν δυνατόν να παραχθεί άλλο σπέρμα από το δικό του σώμα, αυτή η μαγική στιγμή δεν θα επαναλαμβανόταν ποτέ πια, δεν θα ανακοίνωνε ποτέ πια σε κείνη το επικείμενο, το ρήμα χύνω δεν σχετιζόταν στο εξής με το σώμα του, δεν ήταν μπορετό να το προφέρει. Ήταν μια λέξη αλλοτινή. Δεν αναφερόταν σε κάτι. Σκατά. Σημείον ασήμαντον.
Έπρεπε να συμβιβαστεί με τη νέα πραυματικότητα, έλεγε. Θα ήταν όλα τώρα καθαρά. Στεγνά. Όλα αλλιώς. Καλύτερα καθόλου. Εκείνη δεν ήταν πια το νευρόσπαστό του, η αντικατάσταση του βυζιού είχε μεταθέσει το κέντρο βάρους της, δεν μπορούσε να την χειριστεί αποτελεσματικά. Όλα, όλα, όλα έμεναν ατέλειωτα. Σαν τα μισοτελειωμένα ποίματα που πέτρωσαν και βάραιναν τις τσέπες του. Άρχισε να γράφει. Σκατά. Τ' άφησε στη μέση...


μισώ τα μισο-
τελειωμένα ποιήματα
που ξαφανίστηκαν
μήνα και τα τελειώσω
μήνα η σπίθα
μιας τελείας τελευταίας
τα καψάλιζε

αυτά που κείτονται
στην ερημιά τους
από την αγορά μακριά
των φευγαλέων εικόνων

όπου χαρτάκια πέτρωσαν
στις κρύφτες και τριφτήκαν
με ιιιιλιγγιώδη στροφορμή
που ξέφτισαν
και πού







Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016


δεν άλλαξε η ζωή



το ανακόλουθον παραποίημα
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 8 [2013]
του σκεύους ΤΕΦΛόΝ
και δη στο αφιέρωμα
σαν βγεις στον πηγαιμό για παρωδία
τιτλούμενο
της Αγάθως κατάφαση




M-Fox





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
Μ’ αυτή, υπό μάλης τον Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».


Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 


Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016


μες στης σκλαβιάς τα κάλλη





έζησα σαν και όλα τάλλα τα θρωπάκια
στις κεκαυμένες τις ερήμους και στις κόχες
τις αδιαπέραστες από παλιό σεντέφι
που με γκολπώνανε σαν ήμαν ένας άλλος
με αναπνευστήρα για τις ώρες που κανένας
δυάρα δεν έδινε κανένας για τα μένα

έζησα λέφτερος από τη λεφτερία
και σκλάβος έζησα μες στης σκλαβιάς τα κάλλη
έστησα διάφορα χορό στην ευφορία
να τηνε βγάλω σαν αργούσα στην ευθύνη
και με συντρόφεψαν οι σκέψεις του ιδρώτος
καλή παρέα όσο και νάναι είναι μου ήταν

παρουσιαστηκάρμ σε χώρους και χορούς και
ξεπικοινώνησα σα να μανε κωθώνι
και συφιλιώθηκα με τύπους ψοφασίστες
τρομοκρατήθηκα εν τοιαύτη περιπτώσει
ήμουν μικρός μικρός παρέμεινα στα χρόνια
που κατανάλωναν στιγμή στιγμήν εμέναν
τώρα ποιος ξέρει τι στο διάβολο σκαρώνει
η απαγοήτεψη της μυγδαλιάς ποιος ξέρει
τι θα ζυμώσει στον υπόλοιπο τον βίο
στη λεκανίτσα της η συρφετώδης μοίρα
που αναταράζεται σε κρότους παρονθόντος
και μου αραδιάζει το λοιπόν το τάχα μέλλον

κανείς δεν ξέρει μοναχά τούτο το ποίμα
σαν όλα τάλλα με ρωτά και με ανακρίνει
δεν το βαρέθηκες το ίδιο το βιολάκι
να δειάζεις στίχους δεκατρύλλαβους στα δίχτυα
και να ψαρεύεις το μηδέν στον βάλτο μέσα
δεν το βαρέθηκες βλακέντιε τόσα χρόνια;

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016


βραχνό τραγούδι του θανάτου
[Ναπ. Λαπαθιώτη: στο κέντρο το νυχτερινό]



Με τι παρηγοριέται ο άθρωπος; Με τη μουσική, το πιοτό και τον έρωτα. Με το πιοτό, τον έρωτα και τη μουσική. Η σειρά αλλάζει από την πρώτη στη δεύτερη στροφή του ποιήματος του Λαπαθιώτη αλλά το ίδιο κάνει. Το διάβαζε ξανά και ξανά. Κι ένιωσε σιγά σιγά, βόηθησε στην αρχή ο ρυθμός, να γαντζωθεί η μελωδία, την άκουσε τη μουσική. Εκείνη την ώρα, ήταν 8 Ιουλίου του 1932, ο Λαπαθιώτης έγραφε στο κέντρο το νυχτερινό ένα τραγούδι. Για να γλιτώσει από τον θάνατο τη νύχτα εκείνη, να μην ακούσει το βραχνό τραγούδι τού θανάτου. 





Άκουγε πάλι μέσα του το τραγούδι και, παράξενο, όσο το άκουγε, διάβαζε διαρκώς το Τρίλθε του César Vallejo· τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, που πουλιόταν το 1922 για tres soles, τρεις σόλες, περουβιανές δραχμές σα να λέμε. Ο αριθμός 3 ξεφύτρωνε διαρκώς στο Τρίλθε. Ακόμα κι όταν υπολειπόταν και παρίστανε το 2, ή παραφούσκωνε για να μοιάζει με 4. Άκουγε μέσα του το τραγούδι του Λαπαθιώτη και διάβαζε ξανά το Τρίλθε. Εβδομήντα επτά στροφές. Το 7, διάβαζε τον μεταφραστή Ρήγα Καππάτο στην εισαγωγή των Ποιητικών Απάντων του Vallejo, είναι, πυθαγοριακώς, 4+3. Γη, το 4, ουρανός, το 3. Το κενό στην καρδιά του Λαπαθιώτη ήταν μεγάλο σαν τον ουρανό. Ο Vallejo έγραψε για το Τρίλθε: "Το βιβλίο γεννήθηκε από το πιο μεγάλο κενό". Ένα κενό μεγάλο σαν το 3, σαν τον ουρανό, που εμφανιζόταν διαρκώς στο Τρίλθε, κάποτε βουτηγμένο σε 999 θερμίδες, δηλαδή 3Χ333 ή καημένο σε 99, δηλαδή 3Χ33, βρασμούς, στις 3 αργές διαστάσεις (χτες, σήμερα, αύριο), και συνέχεια. Και "τριαντατρία τρισεκατομμύρια τριακόσιες τριαντατρείς θερμίδες". 

"Ο Ιούλιος", διάβαζε στο Τρίλθε του Vallejo, "είχε εννέα τότε. Ο έρωτας μέτρησε σε ήχο μονό. Κι η γλύκα περιέλουσε όλο το σάβανο, ίσαμε που περίσσεψε". Εννέα, ή 3Χ3. Ιουλίου 9. Του 1920, του 1921, ίσως. Ιουλίου 8 του 1932. Vallejo - Λαπαθιώτης. Όχι πως μοιάζανε. Μα συναντήθηκαν κάτω από την ηχώ του τραγουδιού του δεύτερου. Καθώς μέσα του ακούστηκε το τραγούδι του θανάτου το βραχνό. Από μέσα του να βγαίνει. Έτσι ένιωσε. 









Τώρα που παίζει το βιολί, κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,
που μ’ έναν έρωτα τρελό, σα να ’μαστε δεμένοι,
σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά, να ζαλιστώ,
μες στ’ όνειρό σου να κλειστώ –το μόνο που μου μένει.

Γιατί αν λείψει το κρασί, και φύγεις, άξαφνα, και συ,
και βουβαθεί και το βιολί, με το γλυκό βραχνά του,
– μες στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σαν τον ουρανό,
θ’ ακούσω πάλι, το βραχνό τραγούδι του θανάτου...