Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016


δεν άλλαξε η ζωή



το ανακόλουθον παραποίημα
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 8 [2013]
του σκεύους ΤΕΦΛόΝ
και δη στο αφιέρωμα
σαν βγεις στον πηγαιμό για παρωδία
τιτλούμενο
της Αγάθως κατάφαση




M-Fox





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
Μ’ αυτή, υπό μάλης τον Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».


Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 


Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016


μες στης σκλαβιάς τα κάλλη





έζησα σαν και όλα τάλλα τα θρωπάκια
στις κεκαυμένες τις ερήμους και στις κόχες
τις αδιαπέραστες από παλιό σεντέφι
που με γκολπώνανε σαν ήμαν ένας άλλος
με αναπνευστήρα για τις ώρες που κανένας
δυάρα δεν έδινε κανένας για τα μένα

έζησα λέφτερος από τη λεφτερία
και σκλάβος έζησα μες στης σκλαβιάς τα κάλλη
έστησα διάφορα χορό στην ευφορία
να τηνε βγάλω σαν αργούσα στην ευθύνη
και με συντρόφεψαν οι σκέψεις του ιδρώτος
καλή παρέα όσο και νάναι είναι μου ήταν

παρουσιαστηκάρμ σε χώρους και χορούς και
ξεπικοινώνησα σα να μανε κωθώνι
και συφιλιώθηκα με τύπους ψοφασίστες
τρομοκρατήθηκα εν τοιαύτη περιπτώσει
ήμουν μικρός μικρός παρέμεινα στα χρόνια
που κατανάλωναν στιγμή στιγμήν εμέναν
τώρα ποιος ξέρει τι στο διάβολο σκαρώνει
η απαγοήτεψη της μυγδαλιάς ποιος ξέρει
τι θα ζυμώσει στον υπόλοιπο τον βίο
στη λεκανίτσα της η συρφετώδης μοίρα
που αναταράζεται σε κρότους παρονθόντος
και μου αραδιάζει το λοιπόν το τάχα μέλλον

κανείς δεν ξέρει μοναχά τούτο το ποίμα
σαν όλα τάλλα με ρωτά και με ανακρίνει
δεν το βαρέθηκες το ίδιο το βιολάκι
να δειάζεις στίχους δεκατρύλλαβους στα δίχτυα
και να ψαρεύεις το μηδέν στον βάλτο μέσα
δεν το βαρέθηκες βλακέντιε τόσα χρόνια;

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016


βραχνό τραγούδι του θανάτου
[Ναπ. Λαπαθιώτη: στο κέντρο το νυχτερινό]



Με τι παρηγοριέται ο άθρωπος; Με τη μουσική, το πιοτό και τον έρωτα. Με το πιοτό, τον έρωτα και τη μουσική. Η σειρά αλλάζει από την πρώτη στη δεύτερη στροφή του ποιήματος του Λαπαθιώτη αλλά το ίδιο κάνει. Το διάβαζε ξανά και ξανά. Κι ένιωσε σιγά σιγά, βόηθησε στην αρχή ο ρυθμός, να γαντζωθεί η μελωδία, την άκουσε τη μουσική. Εκείνη την ώρα, ήταν 8 Ιουλίου του 1932, ο Λαπαθιώτης έγραφε στο κέντρο το νυχτερινό ένα τραγούδι. Για να γλιτώσει από τον θάνατο τη νύχτα εκείνη, να μην ακούσει το βραχνό τραγούδι τού θανάτου. 





Άκουγε πάλι μέσα του το τραγούδι και, παράξενο, όσο το άκουγε, διάβαζε διαρκώς το Τρίλθε του César Vallejo· τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, που πουλιόταν το 1922 για tres soles, τρεις σόλες, περουβιανές δραχμές σα να λέμε. Ο αριθμός 3 ξεφύτρωνε διαρκώς στο Τρίλθε. Ακόμα κι όταν υπολειπόταν και παρίστανε το 2, ή παραφούσκωνε για να μοιάζει με 4. Άκουγε μέσα του το τραγούδι του Λαπαθιώτη και διάβαζε ξανά το Τρίλθε. Εβδομήντα επτά στροφές. Το 7, διάβαζε τον μεταφραστή Ρήγα Καππάτο στην εισαγωγή των Ποιητικών Απάντων του Vallejo, είναι, πυθαγοριακώς, 4+3. Γη, το 4, ουρανός, το 3. Το κενό στην καρδιά του Λαπαθιώτη ήταν μεγάλο σαν τον ουρανό. Ο Vallejo έγραψε για το Τρίλθε: "Το βιβλίο γεννήθηκε από το πιο μεγάλο κενό". Ένα κενό μεγάλο σαν το 3, σαν τον ουρανό, που εμφανιζόταν διαρκώς στο Τρίλθε, κάποτε βουτηγμένο σε 999 θερμίδες, δηλαδή 3Χ333 ή καημένο σε 99, δηλαδή 3Χ33, βρασμούς, στις 3 αργές διαστάσεις (χτες, σήμερα, αύριο), και συνέχεια. Και "τριαντατρία τρισεκατομμύρια τριακόσιες τριαντατρείς θερμίδες". 

"Ο Ιούλιος", διάβαζε στο Τρίλθε του Vallejo, "είχε εννέα τότε. Ο έρωτας μέτρησε σε ήχο μονό. Κι η γλύκα περιέλουσε όλο το σάβανο, ίσαμε που περίσσεψε". Εννέα, ή 3Χ3. Ιουλίου 9. Του 1920, του 1921, ίσως. Ιουλίου 8 του 1932. Vallejo - Λαπαθιώτης. Όχι πως μοιάζανε. Μα συναντήθηκαν κάτω από την ηχώ του τραγουδιού του δεύτερου. Καθώς μέσα του ακούστηκε το τραγούδι του θανάτου το βραχνό. Από μέσα του να βγαίνει. Έτσι ένιωσε. 









Τώρα που παίζει το βιολί, κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,
που μ’ έναν έρωτα τρελό, σα να ’μαστε δεμένοι,
σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά, να ζαλιστώ,
μες στ’ όνειρό σου να κλειστώ –το μόνο που μου μένει.

Γιατί αν λείψει το κρασί, και φύγεις, άξαφνα, και συ,
και βουβαθεί και το βιολί, με το γλυκό βραχνά του,
– μες στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σαν τον ουρανό,
θ’ ακούσω πάλι, το βραχνό τραγούδι του θανάτου...




Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016


Ντε Νίρο




πίστεψε 
πως την έμαθε
τη φύση των αθρώπω
ο αδαής
αυτή που δεν
υπάρχτηκε ποτέ
πως τηνε γνώρισε
θαρρούσε
στην ατίμια της

είχε ξανά και 
πάλι αποδειχτεί
πως όλα συνεχίζονται
και ζουν μέσω θανάτων
τις ώρες που οτιδήποτε
πεθαίνει
οι ζωντανοί φορτώνουνε
εικόνες μεταλλάξεις
και συμβιβασμούς
και σπουν οι σπόνδυλοί τους
σπούνε στο τέλος και σωριάζονται
στων γαμημένων πεποιθήσεων
το δάπεδο το γλιστερό

έξω κοιτούσε που
στο καροτσάκι ο γέρος
έψαχνε με τον τρόμο μιαν παλάμη
ένα σκυλάκι αρνιότανε να υποταχτεί
στον έκπληχτο τον κύριό του
η πεταλούδα ναποφάσιστη
ίσως υπερκινητική
με πρόβλημα διάγνωστο
το δίχως άλλο
η κλασοπαπαδιά νυπόμονη
στο βρωμερό της έργο
ο αγέρας φθονερός
έπαιρνε σβάρνα τα φυτέματα
η κόλαση δεν ήτανε
ανάγκη να επινοηθεί

έψαλλαν άγγελοι
κύριε νετερόρρυθμε
ελέησον κιμάς
ο τρόπος είναι διάβολος
διαόλια της μαμάς

ακούγονταν 
στον κύριο ψαλμοί
ω ντραμαραμακουίν στο ακρογιάλι
ίδια στορία που εξατμιόταν πάλι
εις το σοκάκι το παλαιουρό
το κάθετο στη λεωφόρο
νοραμάτων



διάολε
ξύπνα να νιφτείς
να σιώσεις το χαλί σου
να το τινάξεις πρότερα
να τιναχτούν οι σκόνες
που σκέψεις ήταν μοναχά
σκέψεις και τίποτάλλο


οι σκέψεις
τυραννίστρες
τον τυράνναγαν
γύρισε δίπλα του
είδε τον νουντλ
που γέλαε 
τον ντενίρο
είπεν πως είναι πια καιρός
καιρός και γω να γείρω




Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016


τα υπολείμματα




όταν
τα οσμίστηκες
έψαξες για χαρτί
να γράψεις
όταν
τα πάτησες
φοβήθηκες για
τις συνέπειες
εν οίκω
όταν
τα ντίκρυσες
απόστρε
ψες τα μάτια
όταν 
ξανά τα είδες
κράτησες την
αναπνοή
 
σύρθηκες
σαν τα ξέπλυνες
στης ματαιότητας
τον αγαστό
κλωβό
στη σόλα
τα υπολείμματα
δε βγαίνουνε ποτέ
η μπόχα τύλιξε
γάζα νωπή το σώμα
όλα κατάρρευσαν
από ένα στραβο
πάτημα



κι αν ήταν σκύλου
πήγαινε καλά

 μα ήταν αθρώπου
μεθυσμένου 
από αηδία








Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016


Μέρα του Μπλούμη: Μανιφέστο




Στη Νυχτόπολη, στη Θηλυκούπολη, στην Τρούμπα του Δουβλίνου, εκτυλίσσεται το κεφάλαιο 15 του Οδυσσέα. Όλοι είναι εκεί, όσοι διαβήκαν τη μέρα του Μπλούμη, του Λεοπόλδου. Κι ο πατέρας κι η σύζυγος κι η κόρη κι οι πόρνες κι η Ζωή κι η Μπέλλα κι οι αστυνομικοί και τα σφυρίγματα κι ο ηλίθιος κι ο Στήβεν κι η Μάριον και οι χασομέρηδες κι η μπαρατζού κι ο εργάτης κι ο σκαφτιάς κι οι αστυφύλακες κι ο κλητήρας και η κυρία Μπέλλινγκχαμ και οι καμπάνες κι ένας σιδεράς και μια εκατομμυριούχος και μια φεμινίστρια και ένας τοποθετητής καμπανών κι ένα αγόρι του ασύλου και τα μωρά και τα νήπια και οι περίεργοι και ο πολίτης και το πλήθος και ο Νταίηβυ Μπερν και η Σίβυλλα με την καλύπτρα και ένα χέρι μέσα από τον τάφο και τα κοριτσάκια της αποστολής φυλακισμένων και η Κίττυ και τα αρσενικά κτήνη και η Φλώρα και το κασκέτο και το γραμμόφωνο και η συντέλεια του κόσμου και οι μακαρισμοί και η φλόγα του γκαζιού και ο μεθυσμένος Φίλιπ και ο εγκρατής Φίλιπ και οι παρθένες και το πόμολο της πόρτας και το ριπίδι και οι περασμένες αμαρτίες και κάποιος μαυριδερός και η νύμφη και τα βάτα και η ηχώ και τα τσουλάκια και ο καταρράχτης και τα θεωρεία των εθνικιστών και τα θεωρεία των ορανγκιστών και οι ώρες και η πιανόλα και η Καίτη η μουνάρα και τόσοι τόσες τόσα ακόμα. Στο τέλος κι ο γιος του Ρούντυ, που πέθανε 11 ημερών. Μέσα στο χάος, διακηρύσσει το μανιφέστο του:



joyceimages


Υποστηρίζω την αναμόρφωση των δημοτικών ηθών και τας δέκα εντολάς εις την καθαράν και απλήν μορφή των. Στον καθένα και ένα λυχνάρι του Αλαντίν. Την ενότητα όλων, εβραίων, μουσουλμάνων και εθνικών. Τρία στρέμματα γης και μια αγελάδα στα φυσικά τέκνα. Πολυτελείς αυτοκίνητες νεκροφόρες. Υποχρεωτική χειρωνακτική εργασία για όλους. Όλα τα πάρκα ανοιχτά εις το κοινό επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Ηλεκτρικά πλυντήρια πιάτων. Εξαφάνισιν της φυματιώσεως, της επιληψίας, του πολέμου και της επαιτείας. Γενικήν αμνηστίαν, καρναβάλι άπαξ της εβδομάδος με άδεια χρησιμοποίησης μάσκας, βραβεία για όλους, εσπεράντο της παγκοσμίου αδελφότητος. Δεν θα ανεχθώμεν πλέον τον πατριωτισμόν των καφενείων από απατεώνες σελεμιστές ποτών. Χρήματα για όλους, ελεύθερος έρωτας, εκκλησία λαϊκή, ελεύθερη, μέσα σ' ένα κράτος ελεύθερο και λαϊκό. 


 στη μετάφραση του Σωκρ. Καψάσκη (εκδ. Κέδρος)



Matisse-Circe