Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017


ο εχθρός του ποιητή
είναι ποιητής


Παρακολουθώ διαδικτυακές διενέξεις, ενίοτε συγκρούσεις, μεταξύ ποιητών. Βλέπω ποιητές να δίνουν συμβουλές και συνταγές. Πρόκειται συνήθως για άντρες, γι' αυτό δεν λέω ποιήτριες. Δεν είμαι βέβαιος για τα κίνητρα. Διαπιστώνω μια διάχυτη δυσφορία για την πληθώρα ποιητών και ποιητριών, για το πλεόνασμα ποίησης που, πράγματι, γεμίζει προθήκες και οθόνες. Η ποίηση απέκτησε το δικό της καταραμένο απόθεμα. Τι συμβαίνει; Οι αναγνώστριες είναι λιγότερες από τις ποιήτριες. Πολλοί από εκείνους που θεωρούν τους εαυτούς τους γνήσιους ποιητές, κυρίως λόγω της αναγνώρισής τους, απεχθάνονται τους ερασιτέχνες. Η διάχυτη διάχυση το επιτρέπει· σχεδόν το επιβάλλει. "Πόσο μέτριοι κι ανάξιοι ποιητές είστε", στραβώνει η Κυβέλη στον Εχθρό του Ποιητή του Γ. Χειμωνά, λίγο μετά τη διαπίστωσή της ότι "ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό". 

Οι ποιητές κι οι ποιήτριες τρώγονται με τα ρούχα τους, έχουν γίνει εσωστρεφείς. Όλο γράφουν για τη γραφή και για την πρώτη ύλη της, τις λέξεις. Ακολουθούν το παράδειγμα του Ν. Βρεττάκου, που στον Αγρό των λέξεων αναζητούσε το νέκταρ τους: "Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι, όμοια κ' εγώ. Τριγυρίζω διαρκώς γύρω απ' τη λέξη"Οι λέξεις δεν είναι πια το μέσον, έγιναν το μήνυμα. "Οι λέξεις θα σ' αλλάξουν / θα γίνεις απαλός" γράφει η Τόνια Κοσμαδάκη στο Σβήσε της. Η Ουρανία Ονουφρίου μέσω του Ποιείν μιμείται τον ήχο των λέξεων που στάζουν "Τιπ τιπ στάζεις στο μυαλό μου / τις λέξεις σου". "Φυσικά και χάθηκα επανειλημμένως στον κόσμο των λέξεων, με υψηλότατο κόστος" εξομολογείται η Παυλίνα Μάρβιν στο Book Press. "Είμαι ολόκληρη αγέλη από δευτερεύουσες προτάσεις" αποκαλύπτει η Lailapse. Και η κυρία Κική Δημουλά (καμία σχέση με την κυρία Κικίδη - Μουλά), που διέπρεψε με την ποιητική γραμματική της για τα ουσιαστικά έρωτας, φόβος, μνήμη και νύχτα, στην Άνω Τελεία της προειδοποιεί "κι όσο οι λέξεις θα με αφήνουν / ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω / φωναχτά ότι οι λέξεις φταίνε / αν όχι για όλα / πάντως για τ' αξεπέραστα". Μα κι εγώ, κι όλοι, στις λέξεις εσωστρέφομαι, και στο και Δημουλά, για τις λέξεις που γίνονται πικίνδυνος μπουχός, όταν δεν πλαγιάζουν στο χαρτί, γράφω. Τι έχουμε πάθει; Τα παραδείγματα είναι εντελώς τυχαία. Το φαινόμενο είναι γενικευμένο. Κι αν ο Paterson του Jarmusch παρηγοριέται πως τα ποιήματα "είναι μόνο λέξεις", η Μαρία Μήτσορα νιώθει ένα λεκτικό ποτάμι να κυλάει ανάμεσα στην ίδια και στα πράγματα κι επισφραγίζει: "Με λένε Λέξη".




εξώφυλλο: κολάζ Δημ. Καλοκύρη
από έργα των L. Lippi και Δ. Φωτόπουλου



Μα, πρόκειται στ' αλήθεια μόνο για λέξεις; Κάτι λείπει εδώ. Δεν είναι η ποίηση μόνο λέξεις. Είναι παιχνίδι με τις λέξεις. Γι' αυτό και είναι "πάθος και χαρά", που λέει ο Borges. Πρότυπα, μορφές και θέματα της ποίησης συναντώνται σ' όλον τον κόσμο, παρατηρεί ο J. Huizinga, ανακαλύπτοντας στην ποίηση μια λειτουργία του παιχνιδιού. Αντίστοιχα με το πάθος και τη χαρά του Borges, εδώ προβάλλεται η "έκσταση κι ο ενθουσιασμός", "μια διάθεση ιερή ή εορταστική". Αν ο Μπλάνας υποψιάστηκε ότι "το μοναδικό αιώνιο ή καθολικό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου είναι η επιμονή με την οποία τον ασκούν οι άνθρωποι", ο Huizinga βρίσκει τον κοινό παρονομαστή στο παιχνίδι. Μ' ενθουσιασμό για ποιητικό παιχνίδι περιπλανήθηκα στο διαδίκτυο εδώ και χρόνια. Μ' αρέσει ν' απαντώ σε ποιητικές προκλήσεις και να πειράζω ποιητικές επιδόσεις άλλων. Πρόσφατα διάβασα στη Θράκα ένα ποίημα του Ζήση Αϊναλή για την κόρη του· κι οι πρώτοι στίχοι του 


Κόρη μου εσύ μονάκριβη πώς θα με συγχωρήσεις;
Για το κακό που σου ’κανα, τις μάταιες εμμονές μου,
τα όνειρα που ξαστόχησαν, τις άστοχες βουλές μου;


ένιωσα να πάλλονται σ' έναν ρυθμό που δεν συνάντησα στη συνέχεια· θέλησα να τον κρατήσω τον ρυθμό, κι έτσι πείραξα όλους τους στίχους. Έτσι, οι στίχοι

Όταν η ουτοπία που μόχθησα για σένα μόνος μου να στήσω
συνθλίβεται και σβήνει καθώς μέσα στην νύχτα σβήνοντας
άλλων παιδιών ξεφωνητά από το φρικαλέο Λούνα Παρκ
που οι δυο μας ξένοι από μακριά παράταιροι κοιτάμε;

έγιναν

Η ουτοπία που μόχθησα για σένανε να στήσω
μέσα στη νύχτα σβήνεται, συνθλίβεται και σβήνει
άλλων παιδιών ξεφωνητά από το φρικαλέο
το Λούνα Παρκ που ξένοι δυο, η κόρη κι ο πατέρας,
από μακριά παράταιροι και μοναχοί κοιτάμε.


Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Ο ρυθμός, η μουσική των στίχων. Ο Κώστας Κουτσουρέλης θύμισε πριν λίγες μέρες τον Παλαμά που έλεγε ότι "ποίηση είναι ο λόγος που πάει να γίνει τραγούδι", συμπεραίνοντας ότι "η σύγχρονη ποίηση αν είναι ανάγνωσμα τόσο ξηρό και άτερπνο, το "χρωστάει" στην αποξένωσή της από τη ζείδωρη ωδική της ρίζα". Όπως ο Valery εξηγούσε ότι "ποίηση είναι αυτό που δεν μπορεί να συνοψιστεί. Η μελωδία δεν συνοψίζεται". Όπως δεν συνοψίζονται τα δημοτικά τραγούδια που αναβλύζουνε μουσική, που ακούγονται και τραγουδιούνται και χορεύονται, τα δημοτικά κι ο ξεθυμασμένος τους απόγονος, που έλεγε ο Πετρόπουλος, τα ρεμπέτικα. Τη λειτουργία των λέξεων στο τραγούδι την κατέχουν τα ίδια τα δημοτικά κι οι ανώνυμοι δημιουργοί τους καλύτερα απ' το εσωστρεφές συγκαιρινό ποιητικό προσωπικό. "Και τα τραγούδια λόγια 'ναι" μας θυμίζει ο Παντελής Μπουκάλας, "θέλουν να βγάλουν τον καημό, μα ο καημός δεν βγαίνει". Με την Αγαπώ και τον Αγαπώ που μας σύστησε πρόσφατα, το ρήμα που γίνεται όνομα, είδε τη δημοτική ποίηση σαν ένα μεγάλο κοινοτικό γλωσσικό εργαστήρι· θα το 'λεγα αλλιώς ένα αδιάκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, μιας και ο σκοπός δεν θα ήτανε η τελειοποίηση του τραγουδιού - προϊόντος, δεν υπήρχε σχέδιο· ήταν, επισημαίνει πάντως ο Μπουκάλας, βαθύτερη εκφραστική ανάγκη και η δημοτική ποίηση ήτανε παιχνιδιάρα, "σ' ένα παιχνίδι που γεννάει νόημα με τρόπο αναντικατάστατο". Κι ήταν ένα παιχνίδι συλλογικό και δίχως τέλος. Στα δημοτικά τραγούδια συχνά ακόμα και η αρχική σύνθεση ήταν αποτέλεσμα συνεύρεσης. Όμως τόσο στα δημοτικά όσο και στα παλιά ρεμπέτικα παιχνιδιζόταν μια διαρκής επεξεργασία με την προφορική διάδοση. Από στόμα σε στόμα άλλαζαν ή/και αποκτούσαν παραλλαγές. Κι ήτανε λίγα τραγούδια, λιγοστά ποιήματα, μέσα στους αιώνες, λίγες εκατοντάδες ήταν, όπως διατείνεται πειστικά στις εποπτικές του προσεγγίσεις ο Αλέξης Πολίτης: κανένα ασήκωτο απόθεμα· δεν ήταν τα τραγούδια χιλιάδες, χιλιάδες ήταν οι παραλλαγές στο παιχνίδι. 




Kazuo Ohno photographed by Eikoh Hosoe.



Το διαδίκτυο, πέρα από τη γενικευμένη εθιστική του αφασία, αποτελεί ιδανική περιοχή ποιητικής άσκησης και παιχνιδιού. Στη συνέντευξή του τις προάλλες στον Χρ. Αγγελάκο, στην efsyn, ο Κωστής Παπαϊωάννου έλεγε ότι η μεγάλη "βιρτουοζιτέ" του πρόωρα χαμένου Πάνου Οικονόμου "ήταν ότι έκανε το παιχνίδι με τις λέξεις ανθρώπινη επαφή, γι' αυτό και το twitter του πήγαινε πολύ". Στην ποιητική του συλλογή "Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου" πριν από τα ποιήματα του Κοντραμπάντο διαβάζουμε λίγες λέξεις του Michel Schneider: "Οι λέξεις μας θα διαθέτουν ακόμη άρθρωση ή δε θα είναι παρά βογκητά, ψελλίσματα;" Πάντα ο λόγος για τις λέξεις, οι λέξεις για τις λέξεις. Στο διαδίκτυο, η έκρηξη του ποιητικού λόγου, το καταραμένο απόθεμα των στίχων, δίνει τη δυνατότητα για παιχνίδια· και τέτοια παίξαμε πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Όμως το τοπίο θόλωσε. Οι εμπνευσμένοι στίχοι χάνονται στη δεξαμενή των ρηχών, θα υποστηρίξουν πειστικά οι καλές ποιήτριες κι οι επιτυχημένοι ποιητές. Αποσιωπώντας ότι μέσα στη ρηχότητα θα λάμψουν και μικρά διαμάντια, καθώς οι δικές τους προσπάθειες θα φτηναίνουν εγλώβισμένες στην αγωνία τους. Μπορεί να μας παρασύρει ένα ρεύμα συλλογικής ποίησης όπου οι στίχοι να μην είναι ιδιόκτητοι αλλά έρμαια κάθε φαντασίας; Αυτή η σκέψη είναι απ' τη μάνα της αποτυχημένη. Ανήκει στην κατηγορία των νοσταλγικών ιδεών της επιστροφής σε μια κοινότητα. Η φαντασίωση της ανάπτυξης μικρο-κοινοτήτων στο πρότυπο των άλλοτε αγροτικών, που λεν κι οι Luther Blissett, πάσχει, όπως όλες αυτές οι φαντασιώσεις, από το γεγονός ότι αποτελούν επινόηση θεωρητικών που θα ήθελαν, ή νομίζουν ότι θα ήθελαν, να συνυπάρξουν κοινοτικά. Η συμμετοχή στο κοινοτικό εργαστήρι του δημοτικού τραγουδιού δεν ήταν πολιτικό, οικολογικό ή άλλο καθήκον· ήταν αυθόρμητη. Η επίγνωση αυτή όμως δεν γίνεται να εμποδίσει τα παιχνίδια μας στο διαδίκτυο, στον δρόμο και στο χαρτί· η δημιουργική κολεγιά των συλλογικών ποιημάτων του τσακμακιού το επιβεβαιώνει. 

Έτσι κι αλλιώς οι προφορικές παραδόσεις ήταν μηχανισμοί με τους οποίους η κοινωνία μεταβίβαζε στο μέλλον τη σχετική ενότητα των αξιών της, όπως συμπέρανε ο D. Riesman· με άλλους όρους θα τους λέγαμε μηχανισμούς αναπαραγωγής. Η παράδοση των δημοτικών τραγουδιών ήταν ένας "τρόπος να ποιήσεις και να μοιράσεις το ποίημά σου στην ακοή των άλλων αλλά και στη φωνή τους, η οποία θα το παραλλάξει, θα το οικειοποιηθεί προς στιγμήν, μόνο και μόνο για να το μεταδώσει, δίχως κανέναν πόθο ιδιοκτησίας", ξεκαθαρίζει ο Π. Μπουκάλας. Δεν υπήρχε πόθος ιδιοκτησίας ούτε πόθος για ισχύ αφού η ισχύς και η ιδιοκτησία, όπως γίνονταν αντιληπτά, ήταν σιγουράκια· όπως αδιαμφισβήτητοι ήταν οι ρόλοι. Σε γενικές γραμμές και σε κοινοτικό επίπεδο, για να μην υπάρξει παρεξήγηση ως προς τις προκαπιταλιστικές αντιθέσεις, καθότι "όλη η έως τότε ιστορία ήταν ιστορία ταξικών αγώνων". Τώρα όλα έχουν αλλάξει. "Ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό". Τον ποιητή. Όχι τον σχιζοειδή εαυτό του, όχι μόνον αυτόν, αλλά και τον άλλον ποιητή. Ο Χειμωνάς γράφει: "Γιατί το απάνθρωπο κίνητρο της δημιουργίας είναι πάντα η δόξα. Η δόξα να άρχεις. Η φιλοδοξία τους είναι να εξουσιάσουν με την τέχνη τους τον κόσμο. Δεν υπάρχει πιο μανιακή πιο ανθεκτική. Ακατάλυτη εξουσία από την εξουσία της τέχνης". 

Ας γκρινιάζει ο εχθρός μας. Προς το παρόν δεν έχουμε και πολλές επιλογές. Γι' αυτό πυκνά επιστρέφουμε στα δημοτικά και στις παλιές τις ρίμες, όπως του Καρυωτάκη:



Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.


Και στα 9/8:







άσματος προϊστορία:

ήμερα της προσΠοίησης



Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017


τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα



Έπρεπε ξάλλου να παινεύει
ό,τι κατέρρεε στων λέξεων
το σύμπαν που σχεδόν βρόχινες
υπονομεύαν τη σιωπή -
θύμα της ασελγούς
παραφοράς μηχανημάτων.

Έπρεπε πιφωνήματα να βγάζει
και να μιλά πιφ πιφ
όπως πθευδίδουνε με σιδεράκια
στο κάθε πολλοστό
στην έρημο παγόβουνο.

Ήτανε πόμενο να φέρεται
σαν ζώο στο κλουβί.
Κι ήτανε λογικό από τα πριν
να ξυριστεί. Μα
είχε μόνο ένα ξυράφι.

Σάλταρε στο ποδήλατο.
Θα γόραζε άστορ.
Τραγουδούσε και κορόιδευε:
 
Ετούτο το ξυράφι ποιήματα δεν γράφει.
Το αίμα πάει στράφι μ' ετούτο το ξυράφι.
Δεν είναι αυτό μελάνι, είναι γραμμένη πλάνη·
μες στο χαρτί καπλάνι. Δεν είναι αυτό μελάνι.

Η πόρσε τον παρέσυρε
μουγκρίζοντας.
Άγρια ζώα

η μοναξιά κι η πόρσε.
Κανείς δεν θα το πίστευε
πως αν δεν τον διαλύνανε τα σίδερα
θάπαιρνε πια τη δόξα το ξυράφι.
Ούτε πως αν δεν έβρισκε ξυράφι,
αν μιαν ημέρα το καθυστερούσε,
θα πάθαινε την άλλην εγκεφαλικό.








Μην κλαις, καλή μου κι ακριβή,
κοίτα προσεκτικά τα εντόσθια τα χυμένα·
αυτός ο όγκος είναι σαν μικρό πεπόνι.
Θα πέθαινε σε δυο-τρεις μήνες το πολύ.
 Τον φύλαξε ο Θεός από τους πόνους.
Του έδωσε μπόνους.
Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου
Συλλόγου Χριστιανών Ογκολόγων,

αυτόπτης μάρτυς του συμβάντος,
παρηγορούσε τη μνηστή του
.

Στα ογδόντα στο περίπου μέτρα
βρέθηκαν συσκευή εμπιθρί και ακουστικό

προσαρμοσμένο στο δεξί αυτί του ποδηλάτη.
Αδιάκοπα κουγόταν της Ρέιτσελ Χάρνες,
της σοπράνως, η απερίσπαστη φωνή.

Είχε κολλήσει.






από την όπερα  Προμηθέας του Luigi Nono


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017


Νινόν


Έξω ακουγόταν ο άνεμος. Η μουσική του τρύπωνε από τις χαραμάδες. Ο βιρτουόζος άνεμος σε βραδινό κονσέρτο. Έτρεχε και πιανόταν απ΄το πόδι του πατέρα του. Πριν από 50 χρόνια. Ο πατέρας περπατούσε. Το πόδι του τον τραβούσε, τον έσερνε λίγο πιο μπροστά κι εκείνος γύριζε και το ξανάπιανε. Η κίνηση επαναλαμβανόταν στον ρυθμό του ανέμου. Έβαλε στο πικάπ το Χάπι Ντέι του Σαββόπουλου ν' ακούσει τον Σώτο Παναγόπουλο στο Νινόν. Δαμόκλειοι δίσκοι και βιβλία. Ανάμεσα στα παραταγμένα του Εμπειρίκου ήταν και μια βιογραφία του πατέρα τού ποιητή. Μιαν άλλη επανάληψη είχε συναντήσει άλλοτε εκεί. Ένα μακριά-κοντά από την ίδια περίπου ηλικία με τη δική του όταν αγκάλιαζε το πόδι του πατέρα. Ο πατέρας τού Εμπειρίκου τον σήκωνε ψηλά με ορμή και τον κατέβαζε γρήγορα "εν μέσω οξυτάτων φωνών αγαλλιάσεως και γαργάρων γελώτων". Οι μνήμες των επαναλήψεων είναι πιο δυνατές. 
Άξαφνα ο άνεμος ακούστηκε στον δρόμο να παρασέρνει κάτι βαρύ. Κοίταξε απ' το παράθυρο το γεροντάκι στο αναπηρικό καροτσάκι που φρέναρε στην κολόνα της στάσης. Το πλησίασε μια νέα γυναίκα. Έκανε να του προσφέρει μια κούπα ζεστό καφέ όμως της έπεσε απ' τα χέρια κι έσπασε στο πεζοδρόμιο. Τον κοίταξε με αγωνία. Την κοίταξε χαμογελώντας, μισόκλεισε τα μάτια κι έγειρε πίσω το κεφάλι εννοώντας μην ανησυχείς, δεν πειράζει. Ήταν βιαστική. Κοιτούσε κλεφτά το ρολόι. Τύλιξε τα χέρια της με τα δικά του, τα χάιδεψε και την έσπρωξε, σχεδόν την άφησε, προς τα πίσω. Εκείνη ανέβηκε στο λεωφορείο που είχε σταματήσει μπροστά τους. Ένα δάκρυ κύλησε. Τα μάτια του γυάλιζαν. Ήταν παράξενο μα κατάλαβε ότι το γεροντάκι ήταν ο ίδιος. Έβλεπε τον εαυτό του γέρο, κάπου 30 χρόνια μεγαλύτερο, απέναντι στο πεζοδρόμιο, να κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι. Κούνησε το κεφάλι να διώξει την εικόνα. Άδικα.
Ένα θηριώδες καρτούν, φαλακρό αθρωποειδές με μεγάλα σαγόνια, πλησίασε το γεροντάκι, σήκωσε τη γροθιά και την κατέβασε στο κεφάλι του. Βυθίστηκε στο πεζοδρόμιο μαζί με το καροτσάκι. Το καρτούν συνέχισε την πορεία του ατάραχο, χωρίς να μειώσει ταχύτητα. Το καροτσάκι στο μεταξύ αναδύθηκε όμως ο γέρος ήταν άλλος. Ήταν ο πατέρας του, που είχε από χρόνια πεθάνει, με το ίδιο χαμόγελο και το ίδιο δάκρυ που είχε τρέξει πριν στο δικό του πρόσωπο. Το καρτούν εμφανίστηκε με πανομοιότυπη κίνηση κι επανέλαβε τη γροθιά. Ο πατέρας του βυθίστηκε με το καροτσάκι στο πεζοδρόμιο. Το καρτούν προσπέρασε ενώ το γεροντάκι αναδυόταν, άλλο γεροντάκι τώρα· ήταν ο παππούς του, πατέρας του πατέρα του. Έφαγε κι εκείνο, βαστώντας το ίδιο χαμόγελο και τα ίδια μάτια που γυάλιζαν, τη μπουνιά του καρτούν, που είχε επανέλθει. Καθώς το καρτούν συνέχιζε τον δρόμο του, το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στο αναδυόμενο καροτσάκι. Κατέβηκε η ίδια νέα γυναίκα. Αυτή τη φορά την αναγνώρισε. Ήταν η Νινόν. Ενώ το καρτούν πλησίαζε, έβγαλε από την τσάντα έναν τεράστιο διορθωτικό μαρκαδόρο κι άρχισε να το σβήνει· καθώς ανεβοκατέβαζε τον μαρκαδόρο της πάνω στο καρτούν, αυτό έσβηνε, χανόταν. Είδε τον εαυτό του πάλι στο καροτσάκι να ξεφυσά λυτρωμένος. Εκείνη έσκυψε, τον φίλησε κι ανέβηκε στο λεωφορείο που μόλις είχε σταματήσει στη στάση. 
Την έλεγε Νινόν απ' το τραγούδι του Σαββόπουλου. Κάποτε την πείραζε θα γεράσω και θα σε περιμένω συντρίμμι στη γωνιά να μου προσφέρεις μιαν ανεμώνα. Κοίταζε τον εαυτό του μέσα στο σπίτι να παίρνει το βιβλιαράκι του Εμπειρίκου και να διαβάζει δυνατά: "Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου...". Κοίταζε τον εαυτό του απ' έξω. Καθόταν στο καροτσάκι κι έβλεπε μέσα σ' εκείνο το σπίτι τον εαυτό του 30 χρόνια νεώτερο. Άρχισε να μιλά στους περαστικούς: Είμαι 80 ετών. Ο πατέρας μου αγκαλιάζει το πόδι του παππού μου που τον παρασέρνει μπροστά· κι εκείνος, δείτε, γυρνά και το ξαναπιάνει. Κάποτε καθόμουν δίπλα στο τζάκι σ' εκείνο το σπίτι και διάβαζα. Τώρα περιμένω το αστικό. Έναν καφέ ζεστό περιμένω. 






το Νινόν του Ορέστη Λάσκου
τραγούδησε στη μουσική του Σαββόπουλου
για το Happy Day του Παντελή Βούλγαρη
ο Σώτος Παναγόπουλος



Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017


σπαργών, εξέπεμπα
οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως



Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου εις το σαλόνι της οικίας μας, στην Σύρον, και κρατών εμέ εις τας χείρας του με σηκώνει με ορμήν υψηλά και με καταβιβάζει πάλιν γοργά, επαναλαμβάνων τας κινήσεις αυτάς πολλάς φοράς, άνευ διακοπής. Τούτο συνεχίζεται επί πολλήν ώραν, εκ μέρους μου, ενώ ο πατέρας μου, απολαμβάνων την απόλαυσίν μου γελά και αυτός. Το αίσθημα που δοκιμάζω ομοιάζει με εκείνο που αισθάνεται κανείς, όταν τέρπεται εις μίαν αιώραν, ανυψούμενος και κατερχόμενος εναλλάξ, με αύξουσαν ολονέν την έντασιν και την ταχύτητα των ωστικών κινήσεων και προς τας δύο κατευθύνσεις.

Αι πλέον συγκλονιστικαί στιγμαί της παιδιάς ήσαν δύο. Αφ' ενός, όταν, έφθανα με ιλιγγιώδη ταχύτητα εις το ζενίθ της ανώσεως και ήρχιζε εις το μεταίχμιον εκείνο αποτόμως και με στιγμιαίον κόψιμον της αναπνοής μου, η ορμητική προς τα κάτω φορά, και αντιστρόφως πάλιν. Αφ' ετέρου, όταν, ενώ έβλεπα εκ των κάτω να υπέρκειται, καθώς ανηρχόμην, η κεφαλή του πατρός μου, αίφνης την έβλεπα κάτω από εμέ, μόλις, ήλλαζε εν ριπή οφθαλμού, η θέσις μου, καθώς με ανύψωναν οι πατρικοί βραχίονες προς το ταβάνι, ενώ εγώ, σπαργών, εξέπεμπα οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως.

Οποία ηδονή! Ο δε πατήρ μου, μου εφαίνετο τότε, όχι μόνον ένα ον ανθρωπίνως θαυμαστόν, αλλά αληθινός θεός - ένας θεός πανίσχυρος λαμπρός και παντοκράτωρ, που έπαιζε όχι μόνον εμέ, αλλά τον κόσμον όλον εις τα χέρια του! 




mricon




Δημητρίου Ι. Πολέμη:
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βιογραφεί τον πατέρα του
Άνδρος, 1990

[απόσπασμα μονοτονισμένο - κόμματα δεν πειράχτηκαν ]


Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017


ένα καράβι μέθυσε




άναψε το τσακμάκι στον μήνυμαL τον τόπο
και γίνηκε πικρό τραγούδι των αθρώπω



Moebius





ένα καράβι μέθυσε και διάβηκε τη νύχτα
και γίνηκε σε μια νυχτιά κιτρινωπό υποβρύχιο
και το πρωί το βρήκανε οι δύτες της υπόγας
και βάλαν τους ιστορικούς να το μοιρολογούνε
και βάλανε και μένανε για να τους σιγοντάρω


kurt-kemp




σαν έπεσε το σούρουπο σηκώθηκε να φύγει
να βρει ξανά τις φίλες του της θάλασσας τα κήτη
κι ο γύπας που το φύλαγε έκπληχτος το ρωτάει
αφού είσαι πτώμα καραβιού κιτρινωπό υποβρύχιο
τι τα σηκώνεις τα πανιά και πας να ταξιδέψεις
πάω μοναχά στις φίλες μου να μάσω λίγη αφρότη
το θέατρο τελείωσε στραγγίσαν τα νερά μου
μέθυσα κι ήπια θάλασσα μα τώρα θα σαλπάρω
και θα χω καπετάνισσα τυφλότατη μπουμπλίνα
κι αμούστακα ναυτόπουλα με τα στυλά στο χέρι
για την κοινότη του νερού και της φωθιάς τη μούρλα
για τα όσα τάξαμε παλιά πριχού γενούμε μούμιες







φωτογραφία άσματος: Μαρία Σορωνιάτη

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017


μην ξεχνάς τον Ωρωπό


Και τον ανά- και τον ανάβει η κυρια-Κούλααα, βρε πούχει τάλιρα και τσιγαριές στη ζούλα... Την πρώτη φορά που την άκουσε να το τραγουδά έμεινε. Νόμισε ότι άκουγε τη Βούλα Σαββίδη κι έπειτα, όταν το πήρε ψηλά, τη Φλέρυ· αλλά ήταν η Κούλα. Υπόδικη κι αυτή. Εσένα γιατί σε μπουζουριάσανε, μικρούλα; Η Λουκία δεν είχε όρεξη να δώσει αναφορά σε καμιάν εκεί μέσα. Και δεν ήξερε τι ρουφιάνα μπορεί να ήτανε η Κούλα, η φωνάρα. Λίγο λίγο όμως η Κούλα κέρδισε την εμπιστοσύνη της. Την έβλεπε κάθε μέρα πώς κοίταζε τις γουρούνες. Ειδικά τη Δήμητρα, την αρχιγουρούνα. Τον Μήτσο, που την έλεγε. Λίγο λίγο της ανοίχτηκε η Λουκία. Της είπε που γλίτωσε στο τσακ όταν αδειάσαν την κατάληψη, που πήρε στο σπίτι τη Στέλλα, το κορίτσι με τα πιο λυπημένα μάτια που είχε δει ποτέ, που την είχε γνωρίσει στην κατάληψη και τη φιλοξένησε δυο βράδια, που δεν ήταν όμως εκεί το πρωί που έγινε το ντου στο σπίτι, που είχε εξαφανιστεί αλλά το πιστολάκι της ήταν κρυμμένο κάτω απ' το στρώμα κι άντε να την πιστέψουν την Λουκία ότι δεν είχε ιδέα. Α, ρε Στέλλα και κόντεψα να σ' ερωτευτώ και ν' αλλάξω σεξουαλικό προσανατολισμό. 
Μην στεναχωριέσαι γλύκα, θα τη σκαπουλάρεις. Η Κούλα ήταν σίγουρη. Ο δικηγόρος της Λουκίας, τον είχε ακουστά, έβγαζε λαγούς. Θα τον έχει τον τρόπο της η μικρή, είχε σκεφτεί, αλιά από μένα. Εγώ την έχω κάτσει, μπέμπα. Υποτροπή. Για νταλαβέρι. Για τη Τζοβάνα. Η Τζοβάνα γουστάρει το λούσο. Ο Γιάννης, ποια Τζοβάνα, δηλαδή. Κούκλα η Τζοβάνα. Όταν τη γνώρισα έπαθα. Δεν την ψυλλιάστηκα πως ήτανε εγχειρισμένη, αλήθεια σου λέω. Οι δικές μου λέγανε κόψε την παραμύθα, Κούλα. Την ερωτεύτηκα. Εσύ, έχεις αγόρι; Η Λουκία είχε σχέσεις εφήμερες. Με αγόρια. Δεν πίστευε στον έρωτα που κρατάει πάνω από λίγες μέρες. Το σώμα του άλλου δεν είναι ιδιοκτησία, Κούλα. Δεν είναι κλοπή. Μωρό, με μπερδεύεις.
Η Λουκία δεν γνώρισε μάνα. Είχε παρατήσει τον πατέρα της όταν ήτανε βρέφος. Εκείνος ήτανε μηχανικός. Μεγαλοεργολάβος. Δεν θυμόταν πόσες πολυκατοικίες είχε σηκώσει. Με την κρίση τον πήρε η κάτω βόλτα. Αν και του έφταναν να ζήσει άνετα όσο θα ζούσε, έζησε πολύ λιγότερο απ' όσο περίμενε. Μπαμ και κάτω. Το στρες είναι δολοφόνος. Η Λουκία είχε αρκετά λεφτά σ' έναν λογαριασμό που της άνοιξε ο μπαμπάς όταν τα πράγματα σκούρυναν αρκετά. Την περιουσία πήγε και την αποποιήθηκε κι άντε γεια. Της είπαν να ζητήσει απογραφή της κληρονομιάς να δει αν τη συμφέρει να κάνει αποδοχή αλλά σιγά μην έμπλεκε.

rightsobserver

Μέσα σ' ένα μήνα είχαν κολλήσει. Η Κούλα, καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερη, βάλε και τις καταχρήσεις, φαινότανε σα μάνα της. Και τη φρόντιζε. Δεν άφηνε καμιά να την πειράξει. Εδώ είναι κόλαση, μωρό. Την άλλη φορά που με είχαν δέσει, όταν γύρισα απ' την άδεια έπαθα κλακάζ. Κολπικός έλεγχος· ξέρεις τι είναι; Είχαμε κάνει αγώνα για την Γκουλιώνη, καμάρωσε η Λουκία. Ναι, καλά. Τίποτα δεν σκαμπάζεις. Κάτσε να σε βάλει ο Μήτσος στο κρεβάτι του γυναικολόγου και να σου χώσει τη χερούκλα με το γάντι και να σε ρωτήσει κιόλας αν σου άρεσε και θα σου πω. Η Λουκία κούρνιασε στο στήθος της. Μη φοβάσαι. Αν θέλεις, να με λες μαμά. Η μαμά μου δεν με θήλασε ποτέ, Κούλα. Θα είσαι το μωρό μου στο κελί.
Η Κούλα σήκωσε τη μπλούζα, τράβηξε το σουτιέν και φάνηκαν τα βυζιά της. Η Λουκία είδε το τατουάζ στο αριστερό. Μια κάμπια πάνω σ' ένα μανιτάρι έπινε αργιλέ. Χαμογέλασε. Η Κούλα την έσπρωξε απαλά προς το δεξί. Έλα, να παρηγορηθείς λιγάκι. Από εκείνο το βράδυ η Λουκία τη χάιδευε συνέχεια. Πρόσεχε μαρή, η Δήμητρα έχει μάτια και στην πλάτη. Της χάιδευε τα μαλλιά, τον λαιμό, την ελιά στο μάγουλο· κι ηλεκτριζότανε και πηδούσε σαν κατσίκι. Εμείς είμαστε το κίνημα Κούλα μου, Κουλίτσα μου, Κουλάρα μου. Τα ονόματά μας είναι ίδια παρά ένα ι, αλλάζουν θέση το κου και το λου. Σαν τα ποδανά, ε; Περίπου. Θα βγάλω το ι να με λες Λούκα. Κούλα - Λούκα.
Ένα απόγευμα η Δήμητρα την είδε να της χαϊδεύει τον ποπό. Σκύλιασε. Την άλλη μέρα τις άλλαξαν κελιά. Γεια σου ρε Μήτσο στραβοκάνη, της είπε η Κούλα όταν μπήκε στο κελί να το ανακοινώσει. Λες και το ήξερε. Όταν έσπρωχναν έξω τη Λουκία, η Κούλα ψιθύρισε στο μωρό της: μην ξεχνάς τον Ωρωπό...






χάιδεψε τα μαλλιά της
και θυμήθηκε τον Πεντζίκη
που χάιδεψε τα μαλλιά της
και θυμήθηκε τα οστά των μεταστάντων
και τσίκι τσίκι βγήκε αυτό το τσίκι τσίκι
και τσίκι τσίκι βγήκε μία ιστορία

womenprisoners






[ είμεθα πρωτότυποι ]