Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

όπως πάντα, ανυπεράσπιστοι


Μ' έναν παππού χίτη κι έναν, που σχεδόν δεν γνώρισα, εξόριστο στον εμφύλιο, έζησα ενδοοικογενειακές συγκρούσεις. Ήπιες συγκρούσεις, αφού το αριστερό μου σόι ήταν μακριά, στην Κρήτη. Ο πατέρας μου, ξένος στον τόπο όπου αγάπησε, κατάφερε ν' αποδείξει ότι είναι νοικοκύρης, έγινε φανατικός ανδρεϊκός, όπως ολυμπιακός, και τελικά ακροβάτησε στο σκοινί που τεντώνονταν στη μέση μιας σοβούσας σύγκρουσης. Οι μεν τον θεωρούσαν δεξιό, οι δε κομμουνιστή. Λίγους μήνες πριν πεθάνει μου εκμυστηρεύτηκε την αγωνία που είχε νιώσει όταν η μάνα του τον έστειλε να δώσει φαγητό σ' έναν κυνηγημένο αντάρτη, δεν θυμάμαι τ' όνομά του, που κρυβόταν στο σπίτι τους, θα ήταν το 1950, ο αντάρτης θα είχε κατέβει απ' τις σπηλιές του Αποκόρωνα. Δεν μπορούσε να καταλάβει ο πατέρας μου, το πώς η μάνα του δεν νοιαζόταν για το μέλλον του. Στενοχωρήθηκε. Φοβόταν ότι θα τους ανακάλυπταν με συνέπεια να κοπεί λόγω φρονημάτων στις εξετάσεις που επρόκειτο να δώσει για τη σχολή μιας μεγάλης δημόσιας εταιρίας. Ο αντάρτης έφυγε γρήγορα· και λίγο καιρό μετά ο πατέρας μου έμπαινε στο καράβι για να εγκατασταθεί σ' ένα φτωχόσπιτο στην Αθήνα, μαζί με άλλους συγγενείς που είχαν προηγηθεί, και να ξεκινήσει μια σταδιοδρομία για την οποία θα καμάρωνε ως τα τελευταία του. 




Ο πατέρας σου δεν έπρεπε ν' αλλάξει, μου είπε η θειά, η αδερφή του, που ήρθε από την Κρήτη όταν εκείνος πέθανε κι έμεινε μέχρι τα εννιάμερα. Ο δικός του πατέρας ήταν αριστερός, δεν έπρεπε ν' αλλάξει, επέμενε. Εμένα πάλι, μου έλεγε για τον πατέρα του ότι πήγαινε στο γραφείο, όταν ερχόταν από την Κρήτη για να μας δει για λίγο καιρό, καθόταν σε μια καρέκλα και τον καμάρωνε, αμίλητος. Το καμάρι, η περηφάνια, είχαν μεγάλη αξία για τον πατέρα μου. Πόνεσε πολύ γι' αυτά κάποιες φορές. Ήταν συνεργός, συνοδοιπόρος, στο πανεθνικό όνειρο για δουλειά και προκοπή, που έλεγε κι ο Θεοδωράκης στον Ωρωπό.  Λευτεριά και προκοπή έλεγε, κι ο πατέρας μου ένιωσε λευτεριά όταν βγήκε το ΠΑΣΟΚ. 

Άλλα ξεκίνησα να γράψω. Για τους Ανυπεράσπιστους του Δημήτρη Χατζή, το ομώνυμο με τη συλλογή του 1979 διήγημα. Παραστράτησα, ίσως γιατί ο πατέρας μου έζησε ανυπεράσπιστος στη δίνη της μικροαστικής ανέλιξης, πέτυχε τα πιο πολλά απ' όσα, λίγα, ονειρεύτηκε για τη γαμημένη την κοινωνική καταξίωση, ανυπεράσπιστος ακροβάτης των κοινωνικών συμβάσεων. Οι ανυπεράσπιστοι του Χατζή ήταν αλλιώς. Ήταν θύματα κι από τις δυο πλευρές του πολέμου ανάμεσα στον ΔΣΕ και τον τακτικό στρατό. Μια μικρή ομάδα ανταρτών στο τέλος του πολέμου, σίγουροι μελλοθάνατοι, εκπρόθεσμοι ακόμα και στη διορία παράδοσης: και ν' αυτομολούσαν θα τους σκότωναν· και να μην τους έπιαναν θα παγώνανε στα χιόνια. Επιχειρούν το απονενοημένο. Ψάχνουν το μονοπάτι που θα τους γλιτώσει. Καθαρίζουν τον επίτροπο που κι ο απ' ολούθε θάνατος δεν τον πτοεί μες στην ψύχωσή του, που τα λόγια του είταν πάντα παρμένα από κομματικές αποφάσεις και μαθήματα πολυγραφημένα. Κάποιοι πεθαίνουν απ' το κρύο, όπως ο φοιτητής με τα βιβλία και τα ποιήματα, την επανάσταση, την Κατίνα και τα μικροαστικά υπολείμματα, στα οποία, όπως τον είχαν κατηγορήσει στη συνέλευση του λόχου, οφείλονταν οι ερωτοτροπίες του με την Κατίνα. 





Σ' ένα φυλάκιο τους την έχουν στήσει οι άλλοι ανυπεράσπιστοι, του τακτικού στρατού. Παγώνουν κι αυτοί, οι σίγουροι νικητές. Το βράδυ αποκοιμούνται. Οι αντάρτες πέφτουν πάνω στο αντίσκηνό τους. Δεν διστάζουν, μπαίνουν μέσα. Το απόσπασμα το βρήκα έτοιμο στην παλιά ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου (δια χειρός Γιάννη Π.):



Οι αντάρτες περάσανε τ’ άσπρο πλάτωμα. Σε λίγο νιώσανε τα πόδια τους να κατηφορίζουν. Ήτανε το πέρασμα, το μονοπάτι του γκρεμού. Περάσαν μπροστά στ’ αφημένα πολυβόλα – δεν τα ’δανε. Μ’ όση ζωή τους απόμεινε αφεθήκαν και ροβολούσαν, κατρακυλώντας από την άλλη μεριά του βουνού, κυνηγημένοι ακόμα από κείνο το φόβο του χάους. Κατεβαίναν όπως τους πήγαινε αυτός ο κατήφορος. Η σκηνή των στρατιωτών βρισκόταν πιο κάτω, μέσα στο γούβωμα – δεν την είδαν, δεν βλέπανε πια. Όταν φτάσανε μπρος της, τότε σταμάτησαν. Πέσανε πάνω της, πασπατεύοντας βρήκανε τ’ άνοιγμα, μπήκανε μέσα.

Για μια στιγμή οι στρατιώτες σα να ξυπνούσανε, κάνανε κάπως να σηκωθούνε. Οι άλλοι στέκαν ασάλευτοι, δε λέγαν, δεν κάνανε τίποτα, δεν προστάξανε τίποτα. Τότε το ’νιωσαν πως ήταν αντάρτες, δεν ήταν ο λόχος τους που τρομάξαν. Μια φωνή πνιγμένη, σαν μούγκρισμα ζώου, ακούστηκε μόνον και ξαναπέσαν εκεί που βρισκόνταν.

- Μη βαράτε εσείς, μπόρεσε κι είπε ο Βαλάκης.

Για μια στιγμή οι αντάρτες, σα να ξυπνούσανε τώρα, να βγαίναν από το χάος, πήγαν να κάνουνε πίσω. Οι άλλοι δεν είχαν σαλέψει να τους δεχτούνε, να τους χτυπήσουν – τότε ξέρανε πως δεν είχαν πέσει σε δικά τους τμήματα, που τρομάξαν. Άλλη μια φωνή πνιγμένη, πάλι σα μούγκρισμα ζώου, ακούστηκε μόνο.

- Αντάρτες είμαστε... Μη βαράτε, μπόρεσε κι είπε ο Βασίλης.

Ύστερα όλοι μαζί πέσανε δίπλα στους στρατιώτες. Δε βλέπανε τίποτα, δεν κάνανε τίποτα, κανένας δεν είπε τίποτα. Ακουγότανε μόνο το βόγκημα αυτών που πονούσαν, όλοι πονούσαν, όλοι βογκούσαν. Ο αγέρας λύσσαζε στην κορφή. Το κρύο δυνάμωνε.

Σε λίγο αρχίσαν και σάλευαν, κάποιοι ζωντάνευαν – όλοι ζωντάνευαν λίγο. Στριμωχνό-ταν ο ένας κοντά στον άλλον που ’τανε δίπλα του να χωρέσουν – δε βλέπαν, δεν ξέραν ποιος ήταν, στρατιώτης ή αντάρτης. Πέφτανε πλάτη με πλάτη, αγκαλιάζονταν, μπλέκαν τα σκέλια τους, να ζεσταθούνε κοντά του. Ο Βασίλης σκούντησε αυτόν που ’τανε δίπλα του. Δε σάλεψε, έμεινε όπως ήταν, μπρούμυτα πεσμένος. Άπλωσε το χέρι του, το ’νιωσε από τη χλαίνη του πως ήταν στρατιώτης, τον έπιασε από το σβέρκο, τον έσφιγγε όσο μπορούσε, ζεσταινόταν κι αυτός με το σφίξιμο. Ο στρατιώτης σάλεψε λίγο, γύρισε απ' το πλευρό, άνοιξε την κουβέρτα του, τον πήρε μέσα. Ο μικρός ήταν. Κουκουλωθήκαν μαζί, έγινε λίγο ζεστότερα.

- Μην κοιμάσαι, του ’πε ο Βασίλης.

- Μην κοιμηθείς, είπε κι ο μικρός.

Η Κατίνα κρύωνε ακόμα πολύ. Είχε πέσει κοντά στον Κύρκα. Από το άλλο του πλευρό ήτανε πεσμένος ο Δημάκης. Αυτή έτρεμε ακόμα, έτρεμε ολόκληρη. Τραβήχτηκε κοντά στον Κύρκα, πολύ κοντά του. Ο ψηλός πυρετός του αναδινότανε γύρω του, τον ένιωθε. Παραμιλούσε ακόμα – πάντα με το Δημάκη. Άπλωσε τα χέρια της στα σκοτεινά και του σκούπισε το μέτωπο, μουσκεμένο στον ίδρωτα. Άφησε κει την παγωμένη παλάμη της και το δρόσιζε, το χέρι της ζεσταινόταν. Το ξαναπήρε, το ’βαλε πάλι και πάλι. Το παραμίλημα σε λίγο σταμάτησε. Η ανάσα του ακουγότανε μέσα, ξεχώριζε, βαριά, κομμένη, δυσκολεμένη. Ύστερα ακούστηκε η φωνή της Κατίνας – σαν εκείνη μες στο δάσος.

- Κύρκα μου, ακούστηκε από δίπλα κι η φωνή του Δημάκη.

Το κρύο δυνάμωσε μονομιάς. Από κείνη τη γωνιά που κείτεται ο Κύρκας ανεβαίνει κι απλώνεται, περνάει τις κουβέρτες, τις χλαίνες και μπαίνει μέσα στα κόκαλα. Σφίγγονται όλοι κοντά στους άλλους, κοντύτερα, να ζεσταθούνε, να τ' αποδιώξουν. Δε λένε τίποτα, σφίγγονται μόνο κοντά στον άλλον, να ζεσταθούνε, να τον ζεστάνουν, τα χέρια κάποτε τρομαγμένα τον πασπατεύουν – είναι ζεστός ακόμα, αυτός ο δικός τους.

Κοντεύουνε τα μεσάνυχτα.

Το κορμί τους ζεστάθηκε λίγο μ' αυτό τ' αγκάλιασμα – αρχίζει τότε κι ο νους και ξυπνάει. Ξυπνάει λίγο – φοβούνται αμέσως. Οι αντάρτες θέλουνε τότε να σηκωθούνε να φύγουν, να τραβήξουνε το δρόμο τους μέσα στο δάσος, να μην είναι δω το πρωί με το φως. Οι στρατιώτες ζεσταθήκανε λίγο, θέλουνε τώρα να φύγουν, να ξαναγυρίσουν στ' αφημένα πολυβόλα, να την πάρουν από δω τη σκηνή, να μη μείνει τίποτα το πρωί απ' αυτή τη νύχτα της προδοσίας. Σαλεύουν όλοι, ανασηκώνονται λίγο, να το ξεφύγουν αυτό τ' αγκάλιασμα, να τελειώσουν. Έτσι που πέσαν ανάκατοι δεν ξέρουνε τους δικούς τους πού βρίσκονται, είναι επικίνδυνο ν' αρχίσουν τώρα να τους φωνάζουν. Η τάξη χάλασε μέσα, ξεσκεπάστηκαν, κρυώνουνε πάλι. Φοβούνται και σφίγγονται πάλι δίπλα στον άλλον. Λουφάζουν. Το πρωί θα βρεθούν εκεί, θα βρεθούν έτσι. Οι στρατιώτες θα ξαναγίνουν στρατιώτες, αυτοί οι αντάρτες θα γίνουν αντάρτες. Ο λόχος, το πέρασμα, τα πολυβόλα, τα τμήματα, ο σκοτωμένος επίτροπος – τα φοβούνται. Οι περισσότεροι και πιο δυνατοί θα τους σκοτώσουνε το πρωί τους άλλους, τους λιγότερους και λιγότερο δυνατούς – τον φοβούνται αυτόν που βρίσκεται δίπλα τους. Τα χέρια σαλεύουνε μέσα στο σκοτάδι, ψάχνουν τα όπλα τους, να ζεστάνουνε τη σκανδάλη τους, να ξεπαγώσουνε τις θαλάμες με τα χέρια τους που ζεσταθήκανε λίγο, τα πασπατεύουν, τα σιγουρεύουνε δίπλα τους. Ακούγονται που τα σέρνουν κοντά τους – ένα χτύπημα σε κουμπιά, σε ζωστήρα, ένα κρακ μιας ασφάλειας – κάποιος την άνοιξε. Το κορμί κρυώνει ξανά, οι αρμοί τους αρχίζουν ξανά να πονούνε, στην κορφή ακούγεται εκείνος ο αγέρας, από τη γωνιά που κείτεται ο Κύρκας ανεβαίνει εκείνο το κρύο και μπαίνει στα κόκαλα. Και τότε πάλι φοβούνται και σφίγγονται πάλι κοντά στον άλλον που βρίσκεται δίπλα τους. Μικρές γροθιές ακούγονται βιαστικές σε μια πλάτη, μια κουβέρτα που τραβιέται, ένα χέρι που τρίβεται κάπου, ένα βόγκημα – η ένοχη φωνή σέρνεται πάλι μες στη σκηνή, χαμηλή, μητρική:

- Μην κοιμάσαι...




Ο Βούλγαρης διασκεύασε τη σκηνή από τους Ανυπεράσπιστους στην ταινία του Ψυχή Βαθιά. Δεν την είδα την ταινία, ήμουν κάπως προκατειλημμένος, ειδικά μετά τις ΝύφεςΕίδα τη σκηνή στο γιουτιούμπ. Δεν άλλαξα γνώμη. Η ταινία προκάλεσε συζητήσεις. Άλλες συζητήσεις, γι' άλλα ξεκίνησα να γράψω. Ακόμα κι αν στο τέλος του διηγήματος ηχούν πολυβόλα, οι Ανυπεράσπιστοι μου 'ρχονται τελευταία στο μυαλό όταν νιώθω την ανυπεράσπιστη κοινωνία και περιμένω την αναπόφευκτη ανάγκη να κουρνιάσει ο ένας πάνω στον άλλον να ζεσταθεί, να διαψεύσουν τίποτα ξεπαγιασμένοι την ανθρωποφαγία του κοινωνικού δαρβινισμού, να φυτρώσουν σαν τα συμβιωτικά μανιτάρια πάνω στα δέντρα, να φυτρώσουν κι ας τα κόψουν τα χέρια των κανίβαλων. 

Η ιδέα ότι η φύση έχει χαρίσει την ουσία σε κάθε τι πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη, είτε για να είναι συμβιωτικός είτε για να μάχεται στον πόλεμο της φυσικής επιλογής, είναι μόνο μια ιδέα σε ανθρώπινα μυαλά. Τα μυαλά των ανυπερά-σπιστων δούλευαν παράλογα, θα 'λεγε ο Καμύ, μ' έναν εγωιστικό αλτρουισμό θα ισχυριζόταν ο Ντόκινς, ό, τι και να 'ταν, όποια και να 'ταν η αιτία, οι αιτίες, οι ανυπεράσπιστοι προτίμησαν να μην  ολοκληρωθούν μέσα στην οικογενειακή προκοπή και να καμαρώσουν τα παιδιά τους επιστήμονες, όπως θα επέβαλε σε λίγα χρόνια το καθολικό όραμα της αναγεννημένης ελληνικής κοινωνίας που θα έκλεινε κάποτε και τα μακρονήσια, θα επέμενε με τη Γυάρο και κάποιαν ωραία στιγμή θα παρασημοφορούσε κάποιους που γλίτωσαν το εκτελεστικό απόσπασμα, θα έδινε και σύνταξη σε αρκετούς, που πολλοί απ' αυτούς όχι ανυπεράσπιστοι δεν ήταν, αλλά ούτε κατά λάθος δεν θα άφηναν ανυπεράσπιστο τον εαυτό τους. 
Απέραντη μοναξιά και, πολλές φορές συντριπτική ήττα του ανθρώπου. Βρίσκονται πίσω από κάθε βιβλίο του, έλεγε (50:49) ο Χατζής. Έλεγε ακόμα (57:31) ότι είχε δυο δασκάλους. Την ιστορία και τη λύπη. Την ιστορία και τη λύπη σε μια θητεία δίχως τέλος ως το τέλος, για να θυμηθούμε μιαν άλλη ταινία του Βούλγαρη, παλιά, για τη Μακρόνησο, το Happy Day, και τη μουσική του Σαββόπουλου:


Το διήγημα του Χατζή πρωτοδημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1964. Η στρατευμένη αριστερά συμπέρανε τότε την υποχώρησή του στην πίεση της αστικής ιδεολογίας. Ο Χατζής έτσι κι αλλιώς δεν θα περίμενε κάτι άλλο απ' αυτή την αριστερά. Κι όταν υπερασπιζόταν ποιητές όπως ο Καβάφης από ανάλογα  αριστερά μαστιγώματα, δεν έπαυε να αισιοδοξεί για μια διαφορετική αριστερά, που δεν θα υποκλινόταν σε αστικά ιδεολογήματα όπως αυτό της αδιάκοπης συνέχειας του Ελληνισμού

Και όσο μπορούσε να είναι η πρώτη έκφραση ενός εξαστισμού και εξευρωπαϊσμού της μικρής αυτής και σταυρωμένης ανάποδα χώρας, ούτε η κατεστημένη επίσημη σκέψη και διαστροφή, ούτε ο λαϊκισμός των ξοφλημένων πολιτικών σχημάτων της αριστεράς μπορούσαν ή μπορούν να εμποδίσουν τη δημιουργία της Νέας Ποίησης να την κληρονομήσει και να την εγκολπωθεί αισθητικά και ιδεολογικά, ο νέος κόσμος της χώρας αυτής – η αριστερά της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου