Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014


φυσικά, ο μέγας παρακείμενος του τέλους





Μας υφαίνει
η υπομονετική
αράχνη του χρόνου
το δίχτυ της
αλιεύει
τις στιγμές μας
σπαρταράνε
στο αγκίστρι
που τους
κάρφωσε
ο μέγας παρακείμενος
του τέλους





      


Όταν κάποιος πεθαίνει, εκβάλλοντας στο οριστικά κοινότοπο, επαναλαμβάνεται κοινότοπα ο περί θανάτου λόγος. Οι άνθρωποι κάνουν σαν να νιώθουν την υποχρέωση να εξηγήσουν το γιατί μιας κοινοτοπίας, ενίοτε και το πώς. Με το τι και με το πώς σαν καρκίνος θα με τρως, τραγουδούσε άλλοτε ο Σαββόπουλος επιβεβαιώνοντας τον μύθο του ανθρωποφάγου καρκίνου, της μάστιγας του δυτικού κόσμου, της αρρώστιας της ανομολόγητης από τον άρρωστο στους άλλους ή από τους άλλους στον άρρωστο, που, καθώς εξισώνεται με τον θάνατο, κάποιοι αρχίζουν να τον περιμένουν, τα ρολόγια ρυθμίζονται ανάποδα, η μέτρηση γίνεται αντίστροφη, η αράχνη του χρόνου ανυπομονεί, ώσπου δεν υφαίνει πια, δεν χρειάστηκε να συνεχίσει να υφαίνει για τον Πάνο Οικονόμου, τον Contrabbando, και για όλους τους άλλους. Η Susan Sontag παρατήρησε ότι γενικά πιστεύεται πως ο καρκίνος προκαλείται από την καταπίεση του πάθους, με την έκφραση ενός εσωτερικού εγώ. Ένα από τα πολλά παραδείγματα του περί καρκίνου λόγου που παραθέτει η ίδια ανήκει στον Kant: Τα πάθη είναι καρκίνοι για τον καθαρό πρακτικό Λόγο και πολλές φορές αθεράπευτοιΗ παρένθεση για τον καρκίνο και, ας χρησιμοποιήσουμε τη νόσο ως μεταφορά, για τον καρκίνο της ιατρικής, δεν θ' ανοίξει τώρα, καλοκαιριάτικα. Γενικότερα, άσχετα από το περιεχόμενό του, ο περί θανάτου λόγος αποτελεί τουλάχιστον μια δήλωση ανακούφισης: Μιλώ για τον θάνατο. Μπορώ να μιλώ. Είμαι ζωντανός. Η είδηση του θανάτου του Ιβάν Ιλίτς, στην ηλικία περίπου του Πάνου Οικονόμου, "αφύπνισε, όπως πάντα, σ' όλους εκείνους που 'μαθαν αυτό το νέο ένα αίσθημα χαράς: δεν είμαι εγώ αυτός που πέθανε, αλλά εκείνος". Μια δεύτερη σκέψη προκαλεί φόβο, όπως στον Πιοτρ Ιβάνοβιτς: "Τρεις μέρες γεμάτες τρομερά βάσανα κι έπειτα ο θάνατος. Κάτι που μπορεί να συμβεί και σε μένα, σε κάθε στιγμή. Και τώρα αμέσως"...

Ο λόγος για τον θάνατο γίνεται συχνά αστείος. Μια ογδοντάχρονη θεια μού είπε τις άλλες στο μνημόσυνο συνομήλικού της μπάρμπα: άντε, να είναι το τελευταίο αυτό· αποκλείεται, της απάντησα, εσείς δηλαδή δεν θα πεθάνετε; Με κοίταξε τρομαγμένη, όχι, όχι, το τελευταίο, ξαναείπε. Κάποιοι άνθρωποι πεθαίνοντας απαλλάσσουν από το βάρος τους κάποιους που ζουν πια ξαλαφρωμένοι. Ο Schopenhauer, λέει, που πλήρωσε ακριβά τον θυμό του για μια ενοχλητικά θορυβώδη κυρία καταβάλλοντάς της μετά από δικαστική απόφαση τριμηνιαία αποζημίωση, όταν εκείνη πια πέθανε έγραψε στο πιστοποιητικό θανάτου της, παίζοντας με τις λέξεις,


Obit anus, abit onus

που θα πει πεθαίνει η γριά, το βάρος φεύγει





Δυο βδομάδες προσπαθώ να μαζέψω τη σκέψη, καθώς καθοδηγείται από λέξεις γραμμένες και ειπωμένες, αμολιέται σε παράδρομους, το νήμα χάνεται. Για να ξαναβρεθεί πρέπει ο λόγος ν' ακρωτηριαστεί. Στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης: Τα βήματά μας πλησιάζουν στα νεκροταφεία, όπως εκείνο του Glasnevin, όπου είχε βρεθεί εκείνη την 16η Ιουνίου ο Μπλούμ. Θα περάσουμε την πύλη στην επόμενη ανάρτηση... Ας περάσουμε λοιπόν την πύλη, ο θάνατος κάποτε είναι ό,τι μπορείς να φανταστείς απολαμβάνοντας βομβαρδισμούς από μακριά, όμως πάντα στο τέλος απλώνεται η σιωπή πάνω από μνήματα, ας περάσουμε την πύλη να γίνουμε, όπως ο Καρούζος, άσκοποι διαβάτες, σχεδόν να περιπλανηθούμε. Περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα, ο Μπλουμ σκέφτεται:

Πόσοι πολλοί! Όλοι αυτοί κάποτε περπάτησαν στους δρόμους του Δουβλίνου. Αποχωρήσαντες πιστοί. Όπως είσθε εσείς τώρα, κάποτε υπήρξαμε κι εμείς. 

Η τελευταία φράση φτάνει υπόκωφη στ' αυτιά του από μέσα του, του τηνε ψιθυρίζουν  οι τόσοι πολλοί νεκροίΚι ο Canetti, παρατηρεί τον άσκοπο διαβάτη του νεκροταφείου: Μόνον εκείνος πάει κι έρχεται, όπως του κάνει κέφι. Μόνον εκείνος στέκει όρθιος ανάμεσα σ' όλους αυτούς τους ξαπλωμένους. 
Τι κάνει αληθινά ο επισκέπτης όταν βρίσκεται σ' ένα νεκροταφείο; Πώς κινείται και με τι απασχολείται; Περπατάει αργά ανάμεσα στους τάφους πέρα δώθε, παρατηρεί ετούτη ή εκείνη την ταφόπετρα, διαβάζει τα ονόματα και νιώθει να προσελκύεται από μερικά. Ύστερα αρχίζει να ενδιαφέρεται γι' αυτά που είναι γραμμένα κάτω από τα ονόματα. Να ένα ζευγάρι που έζησε για πολύν καιρό μαζί και τώρα αναπαύεται δίπλα - δίπλα, όπως αρμόζει. Να ένα παιδί που πέθανε πολύ μικρό. Να μια κοπέλα που μόλις έφτασε τα δεκαοχτώ της χρόνια. Όλο και πιο πολύ ελκύουν τον επισκέπτη οι χρονολογίες. Όλο και πιο πολύ απομακρύνονται από τις συγκινητικές ιδιοτυπίες και γίνονται σκέτα χρονικά διαστήματα. 



Κι ο Costinho, πριν από λίγες μέρες:
Στέκομαι λίγο παραπάνω σαν δω μικρή ηλικία, κάνω τις πράξεις, φαντάζομαι μια ιστορία· ποια ιστορία έγραψε λίγα χρόνια στη φωτογραφία και μεγάλο πόνο σε όσους συνέχισαν και δεν έγιναν ακόμα φωτογραφίες. Ένας ήσυχος τόπος, μνήματα και πράξεις, ένας τόπος της αριθμητικής. Η μνήμη είναι αριθμητική· προσθέτεις αφαιρείς υπολογίζεις. Πόσα χρόνια μαζί, πόσα χρόνια καλά, πόσα χρόνια από τότε. Μετράω ασπούμε πόσα έζησα με τον παππού και είναι σχεδόν όσα δεν τον έζησα, όσα μεγάλωνα χωρίς αυτόν. Αφαιρώ απ'όσα έχω ζήσει μέχρι τώρα, έτσι γίνονται οι πράξεις. Αφαιρείς έναν άνθρωπο από σένα, τα χρόνια του από τις δικές σου μνήμες· αφαιρείς για να βγάλεις ταμείο.

Όμως δεν είναι πάντα απλή, στεγνή αριθμητική. Ο Costinho δεν μετράει πια τα χρόνια απ' τη χρονιά της αποφοίτησης από το σχολείο. 
Τώρα που μεγαλώνω -όσο μεγαλώνω- τα μετράω με το '08, πριν και μετά χωρίζονται όλα. Έξι χρόνια πριν· από τότε, Ιούλιοι μαχαιριές στα καλοκαίρια που νόμιζες πως κυλάνε ερήμην, πως περνάνε σαν κύμα. Από τότε δουλεύει η μνήμη, έμαθες τις αντοχές της, τις μαθαίνεις ακόμα· νιώθεις αφόρητα ευλογημένος που τις μαθαίνεις ακόμα, όσες πληγές κι αν στρίβουν.

Η αριθμητική γίνεται απλή, ξανά στον Canetti, όταν δεν χαίνουν οι πληγές.
Η αόριστη προθεσμία ζωής, που μπορεί να προσδοκά, είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχει σε σύγκριση με αυτούς, κι αν καταβάλει προσπάθεια μπορεί ίσως και να τους ξεπεράσει. [...] Όμως αυτό δεν είναι το μόνο είδος υπολογισμού με το οποίο ασχολείται ο επισκέπτης μπροστά σ' ένα τέτοιο πλήθος τάφων. Αρχίζει να προσέχει πόσον πολύν καιρό αναπαύονται ήδη εδώ μερικοί άνθρωποι. [...] Ο υπολογισμός του χρόνου, που συνήθως εξυπηρετεί μόνο πρακτικούς σκοπούς, αποκτά ξαφνικά μια ισχυρή, γεμάτη βαθύ νόημα ζωή. Όλοι οι αιώνες για τους οποίους ξέρει ο επισκέπτης του ανήκουν. Αυτός που βρίσκεται εκεί κάτω, δεν έχει ιδέα ότι ο επισκέπτης εξετάζει το διάστημα της ζωής του. 







Οι ηλικίες της ζωής δεν ήταν πάντα έτσι. Τίποτα δεν ήταν άλλωστε. Ούτε ο χρόνος δηλαδή. Δεν ήξεραν τις ηλικίες, τις ημερομηνίες, τις ώρες, τα κομματιασμένα φτερόλεπτα, αλλιώς ήταν ο θάνατος και το εξώφυλλο του χρόνου δέρμα, και πού το ξέρεις δηλαδή εσύ, ο όποιος; Ποιαν ελευθερία γεννά ο θάνατος; Ο πλούσιος πεθαίνει μια φορά κι ο φτωχός χίλιες, έχει αποφανθεί εδώ και δεκαετίες η μάνα μου. Ο άστεγος που κοιμάται σε χαρτόκουτες είναι νεκρός, τονε λένε κοινωνικά νεκρό, δεν είναι πρόσωπο αναγνωρίσιμο, όπως δεν είναι ο ενταφιασμένος των κελλιών υψίστης ασφαλείας, τα κελλιά τα λένε cells, άλλως κύτταρα, τα κύτταρα συνεχίζουν να πεθαίνουν, στα κελλιά συνεχίζουν να πεθαίνουν. Κάποιοι θάνατοι, φυσικοί ή κοινωνικοί, δεν έχουν αξιοπρέπεια, οι δεύτεροι πώς αλλιώς. Ας περάσει λίγο καλοκαίρι ακόμα, ελπίζω να ζούμε για τα υπόλοιπα. Ό,τι κι αν πούμε, εξάλλου, τον τελευταίο λόγο τον έχει ο μέγας παρακείμενος του τέλους, για τον Contrabbando, ή ο καθ' ημάς διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων. Χρόνοι συγγενείς. Και δεν ανατέθηκε, στο κάτω κάτω, σ' αυτή τη διαδικτυακή κόγχη καμιά καθ' ύλην αρμοδιότητα. Ο θάνατος έχει δικό του σάιτ. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου