σκέτο χορτάρι κανένας πια δεν θα 'χει ανοίξει τα μάτια του νομίζοντας ότι τα 'χει ανοίξει ούτε τα σώματα ν' ασχοληθούν με την υγρή σαπίλα ούτε η περίφημη γη θα έχει να ανανεωθεί και να έχουμε να φαμπρικάρουμε νέα σώβρακα γεωργικές μηχανές οι άνθρωποι θα σαπίζουν παρά τα σκατά πόσο διστάζω να μη βρίσκομαι σ' έναν λόφο με μια έσχατη κραυγή στους αντίλαλους του κενού.
Το αυγό μου με περιμένει. Μα εγώ, είμαι σε κατάσταση
έμπνευσης· ας το λοιπόν να περιμένει και να κρυώσει.
Γ. Μ. Η κύρια αρρώστια, 1967 (μτφ. Ν. Βαλαωρίτη)
Οι σκόρπιοι στίχοι που έκλεισαν την προηγούμενη ανάρτηση γράφτηκαν απ' τον Γιώργο Μακρή, τον ποιητή που πήδησε από την ταράτσα στα 45 του, το 1968, έχοντας ως τότε δημοσιεύσει μόνο ένα κείμενο με την υπογραφή του, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ΠΑΛΙ το 1964: μια μετάφραση του ποιήματος Πέτρα του Ήλιου του Octavio Paz. Είχε γράψει και το Προοίμιο στο ίδιο τεύχος του ΠΑΛΙ, αλλά είχε αρνηθεί να το υπογράψει και αυτό.
Τα ΓΡΑΠΤΑ του Γιώργου Μακρή, που κυκλοφόρησαν το 1986 από την Εστία, επιμελήθηκε ο ποιητής Ε. Χ. Γονατάς. Το 90% απ' αυτά βρέθηκαν και διασώθηκαν από τον φίλο του Μακρή Άγγελο Καράκαλο και παραδόθηκαν στον Γονατά μέσα σ' ένα τσουβάλι. Σε αρκετούς ο Μακρής ήταν γνωστός από το ποίημα του Σαχτούρη Έζησα Κοντά (μνήμη Γιώργου Μακρή) από τη συλλογή Το Σκεύος (1971) που εισάγει στα ΓΡΑΠΤΑ:
Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά
στους άγριους άρρωστους με τα φτερά
στους μεγάλους απεριόριστους τρελλούς
κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους.
Από τα ΓΡΑΠΤΑ του, το πιο πολύ διαβασμένο υποθέτω πως είναι η Προκήρυξη αρ.1 του ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) για την ανατίναξη της Ακρόπολης (εδώ στην εφημερίδα δρόμου του Ηρακλείου Άπατρις - σχετικό αφιέρωμα και στο HappyFew από τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο). "Μη σε νοιάζει, θα κατέβω αμέσως" λέγεται ότι απάντησε στον θυρωρό του που τον ρώτησε πού πηγαίνει όταν ανέβαινε στην ταράτσα απεριόριστος, κιόλας με φτερά, για τον θαυμάσιο θάνατο.
Το ποίημα για τον διαρρήκτη Βούρβαχη το έγραψε μαζί με τους φίλους Νάνο Βαλαωρίτη και Πάνο Κουτρουμπούση. Στο Μέγα Λαϊκό (μαζί με την πρώτη εκτέλεση του Σακαφλιάτου Τσιτσάνη) έχει δημοσιευθεί όπως περιέχεται στα ΓΡΑΠΤΑ, χωρίς δηλαδή τα κομμάτια των άλλων δύο που βρίσκονται χωριστά στις σημειώσεις. Πιο κάτω, ο ΘΡΗΝΟΣ στο σύνολό του, με τα αρχικά των συντελεστών στα δεξιά του τελευταίου στίχου κάθε κομματιού:
ΘΡΗΝΟΣ
για τον διαρρήκτη Κώστα Βούρβαχη
Δεν πρόλαβε πριν γίνουν δυο τα εκατομμύρια· τον σκότωσαν στον ξεροπόταμο κι έτσι δεν θα κατηφορίσει μ' ένα άσπρο Triumph στην κεντρικότερη λεωφόρο του Rio de Janeiro δεν θα κατέβει στο ξενοδοχείο Montana rue Saint-Benoît υπέρκομψος και νευρικός ΓΜ στα κόλπα, με φουλάρι, ωραία κοκτέιλ σε φίνα ρεσόρτ φοινικιές στους κήπους σταυρωτά πόδια στα μεγάλα καφέ των βουλεβάρδων... ...αφού κι ως τώρα, πριν το φίνις του ξεροπόταμου, στα μπουζούκια τα κορίτσια τον είχαν όλο "έλα" και "όπα-όπα" ΠΚ όμως αυτός γουστάριζε ντύσιμο James Bond και είχε άλλη όψη των πραγμάτων. Αυστρία - Semmering - Gstadt Εξωτερική Μογγολία - Μεξικό - Περού ήταν στο πρόγραμμά του από παιδί. Θα προτιμούσε εξερευνητής, κατάσκοπος και σε μυστηριώδη κόλπα εν γένει ίσως και διπλωμάτης· κι ο πατέρας του ξυπνούσ' εκείνη τη στιγμή του ονείρου τη μάνα του, να σφάξει έναν κόκορα και να γεμίσει κρασί το κανάτι γιατί είχε έρθει με το φίλο του τραγουδώντας τον "Σακαφιά στα Σάλωνα στα δυο στενά που τον σκοτώσανε" κι η μάνα του ξυπόλυτη στις πλάκες με το μαχαίρι τρεις η ώρα το πρωί. ΓΜ Λοιπόν, έτσι εξηγείται και η κατοχή του "αναισθητικού" πιστολιού όπως και όλα τα άλλα εξηγούνται. Και στο τέλος ο "λυπημένος νέος" τινάχτηκε στα ξεροπόταμα χωρίς να συμπληρωθεί το κόλπο και να σκορπιστούν γύρω-γύρω οι θησαυροί σ' όλους αυτούς τους τόπους και να πέφτουν τα τσιπς ελεύθερα στις τσόχες. ΠΚ
Άλλωστε ως πλασιέ δεν έζησε
Με αδιάκοπο παράπονο
πως δεν μπορούσε να πληρώσει
το νοίκι - δραχμές 400 -
ενώ στο δωμάτιό του
ήτανε κρυμμένη μια μικρή
περιουσία, μα
κυρίως τα γάντια του τα άσπρα
η γνώση του για ψεύτικα διαμαντικά
το γούστο του για έργα τέχνης·
δίπλα στις εικόνες ίσως
κανένας Τσαρούχης κανένας
Εγγονόπουλος, κι έτσι
τελικά, το συμπιεσμένο όνειρό του
έσκασε σαν λάστιχο αυτοκινήτου
ντεραπάροντας στην άσφαλτο
μια μέρα βροχερή
πέφτοντας τ' αυτοκίνητο
επάνω σ' ένα δέντρο - και το δέντρο ήταν αυτός. ΝΒ
Έτσι λοιπόν αρχίσανε οι μπούκες με τ' όνειρο μιας γενναιοδωρίας προσεχούς. Γιατί το ορόσημο της λεβεντιάς και της άνεσης λεγόταν 2.000.000. Έτσι το σκέφτηκε: Δεν ήθελε να νοικοκυρευτεί μετά, ούτε κατάστημα ν' ανοίξει ήθελε όμως να γνωρίσει κάποτε τον Charles Mingus, ή τον Kenny Clarke και να την φουμάρουνε παρέα σε ένα μόρτικο studio, rue de l' Ancienne Comédie ή στους 52 δρόμους
ήθελε να γνωρίσει τον Genet
ήθελε ίσως να γράψει ένα πολύ μυστήριο
βιβλίο στο Saint-Paul de Vence
ή στο Urbino (που το 'χε δει τότε που
δούλεψε στο καμιόνι-ψυγείο της
Perrugia σαν σωφέρ) μακριά από την οδό Μαυρομιχάλη. ΓΜ
Και συνάμα σκέφτηκε:
να φτιάξει μια στολή
σαν στρατιωτική αλεξιπτωτιστού
γεμάτη με τρανζίστορ μηχανήματα
για κάθε σκοπό
από ραδιοφωνάκι
μέχρι ακτίνες θανάτου
γεμάτη με καλώδια και εξαρτήματα,
μέχρι και προωθητήρες τζετ
στις μπότες,
και μ' αυτά τα ρούχα να εργάζεται.
Να εμφανίζεται τιμωρός
και να χάνεται αόρατος,
αήττητος απ' τη χωροφυλακή
και τους αστυφύλακες,
περιφρονητής και ολύμπιος.
Ώσπου να τα 'φτιαχνε δυο
τα εκατομμύρια και μετά
να το 'ριχνε στα "γούστα". ΠΚ
Περί αυτού επρόκειτο δηλαδή.
Πλην όμως, αν εξαιρέσει κανείς
κάμποσους δίσκους από Μάρκο Βαμβακάρη
μέχρι Eric Dolphy και McLean και Pergolesi
προς το παρόν
τίποτ' ακόμα: το '66 θα γινόντουσαν δυο τα
εκατομμύρια. Κι αυτός θα έμπαινε στα είκοσι οχτώ
κι ήταν καιρός ν' αρχίσουν τα ωραία.
Αλλά στον ξεροπόταμο της Φιλοθέης
η μπερέτα εκπυρσοκρότησε
και ο σφαγμένος κόκορας λάλησε για τελευταία
φορά
τρεις η ώρα το πρωί, ενώ ο πατέρας του
τραγουδούσε τον Σακαφιά
κι η μάνα του ξυπόλυτη τον ξεπουπούλιζε
ενώ η Ursula Andress μισόγυμνη
χαμογελούσε από το Playboy, Via Veneto
τρεις η ώρα το πρωί! ΓΜ
To σημείωμα του Γιώργου Μακρή,
στο τέλος του χειρογράφου του ΘΡΗΝΟΥ:
Άγνωστός μας, υπογραφόμενος "διαρρήκτης - ποιητής" (προφανώς φίλος του νεκρού), μας απέστειλε το παρακάτω ποίημα. Το δημο-σιεύουμε μ' ευχαρίστηση: Αφού (κι αφότου) ο De Quincey μίλησε "περί της δολοφονίας θεωρουμένης ως μιας των Καλών Τεχνών", νομίζουμε πως δεν θα 'ταν άσκοπο να τονιστεί πως η Τέχνη είναι με τον τρόπο της μια διάρρηξη: Διάρρηξη του οποιουδήποτε κλεμμένου και προφυλαγμένου χώρου. Και δεν αναφερόμαστε κλειστά στο γνωστό απόφθεγμα του Proudhon:"La propriété s' est le vol". Ο χώρος είναι ο κόσμος.
Το απόφθεγμα του Προυντόν είναι το γνωστό η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Εννοώντας το ίσως, έγραφε σ' ένα νεανικό ποίημα "Είμαι χαρούμενος.../ που δεν αφήνουμε ίχνη". Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο το χρησιμοποιούσε. Όπως στο ποίημα ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ που κατέληγε:
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.
O Mingus το 68, τη χρονιά που ο Μακρής σάλταρε (dcjohn62)
ντυμένοι στο ρούχο με γούστο αχ πούναι τα γούστα κι οι ορισμοί του σικ αφού η μεταμοδέρνα μόδα λέει ναι σε όλα στον προϋπολογισμό της ηλιθιότητας η μόδα κάτι άλλο θα είναι τώρα ποιος να νοιάζεται να νοιάζονται όσοι λέγανε φέτος είναι στη μόδα το φούξια ποιος ξέρει τι θλίψη η θεραπεία του ψωνίζιν πάει τώρα η θεραπεία θα είναι γεντί κουλέ και θαραπειά και άγιος ο άγιος πέτρος και βάλε ό,τι έχεις είσαι ό,τι φοράς ωραίο τζιν το χρώμα μου αρέσει και τα γυαλιά ωραία ξέρει να ντύνεται είναι μανούλα έχει γούστο πώς τόλεγε μωρέ για το γούστο ο νίτσε
Ποιο ενδυματολογικό είναι, το ακέραιο Είναι, ο Octavio Paz είκοσι χρόνια μετά την επίσκεψή του στην Ισπανία έγραψε την Πέτρα του Ήλιου, πέντε χρόνια μετά τη μετέφρασε ο Γιώργος Μακρήςγια την Ελένη (και για τη φωτιά), σημείωσε ο ίδιος, απ' αυτόν γνωρίσαμε το ποίημα, όπως κι ο νεότερος μεταφραστής, ο Κώστας Κουτσουρέλης, που βρήκε να λείπει απ' τη μετάφραση του Μακρή το σχήμα της οργάνωσης, η γεωμέτρηση της μορφήςκαι να:
οι δυο γυμνώθηκαν κι αγαπηθήκαν ν' αγωνιστούν για το αιώνιο μερτικό μας, το μερτικό μας στην Εδέμ, στο χρόνο, τις ρίζες μας ν' αγγίξουν, ν' ανακτήσουν τον κλήρο μας που της ζωής οι κλέφτες χίλιους αιώνες τώρα μας αρπάξαν, οι δυο γυμνώθηκαν και φιληθήκαν γιατί οι γυμνότητές τους οι ενωμένες ειν' άτρωτες κι υπερπηδούν το χρόνο, ανέγγιχτες γυρίζουν στην αρχή τους, δεν έχει εκεί εσύ ή εγώ, χθες, αύριο, των δυο η αλήθεια ειν' μια ψυχή, ένα σώμα, ω είναι ακέραιο...
Ηλιόπετρα,η Πέτρα του Ήλιου. Ρούχα δεν φορούσαν, γδύθηκαν, γυμνώ-θηκαν, οι γυμνότητες ενωμένες, αγκαλιασμένες, διασχίζουν το χρόνο, τον υπερπηδούν κι είν' άτρωτες. Ποιητικός μύθος. Άτρωτες. Ένα μόνο σώμα, μια μόνη ψυχή, μια ψυχή, ένα σώμα. Ακεραιότητα. Λιόπετρα πού να συναντηθούν η μεξικάνικη κυκλότητα, η μικρασιάτικη ελπίδα, δυο καρδιές να γίνουν ένα βρ' αμάν, ένα σώμα μια ψυχή, αμάν, γκελ αμάν.
Ακεραιότητα, μύθος ποιητικός. Τίποτα, ούτε άγγιγμα, ούτε ίχνος ζωής, όρκοι αγάπης, υπόσχεση απατηλή, ένα μούρμουρο και ούτε, απλώς εκεί στην πέτρα στον ήλιο, όχι στη λιόπετρα, όχι τοτεσάς, όχι τώρα, όχι: Τότες που
εκεί στην πέτρα μαζί στον ήλιο, στην πέτρα εκεί που σταματούσε το δασάκι, κι ως που έφτανε το μάτι τα στάρια που είχαν πάρει να ξανθαίνουν, ανταλλάζοντας κάθε τόσο όρκους αγάπης, ένα μούρμουρο και ούτε, δίχως ποτέ ούτε ένα άγγιγμα, ούτε τίποτα αυτού του είδους, εσύ στη μιαν άκρη της πέτρας εκείνη στην άλλη, μιας μακρόστενης επίπεδης πέτρας του είδους μυλόπετρα, δίχως ποτέ ούτε ένα βλέμμα ο ένας του αλλουνού, απλώς εκεί μαζί στην πέτρα στον ήλιο, με τη ράχη γυρισμένη στο δασάκι, τα μάτια καρφωμένα στα στάρια ή κλεισμένα, κι ολοτρόγυρα όλα ασάλευτα, ούτε ίχνος ζωής, ψυχή ζώσα έξω, ούτε ν' ακούεται τίποτα
Υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται τον θάνατο, κι άλλοι που ο θάνατος τους επι-σκέφτεται στην ανεμελιά τους. Η υποδοχή του θανάτου στο ξεπροβόδισμα των αποθαμένων τρέφει τη σκέψη που προκαλεί η επί-σκεψη. Όμως δεν ζούμε με τη σκέψη του θανάτου. Ζούμε παρά τον θάνατο. Και πόσες ποικιλίες θανάτου διαβαίνουμε ως το τέλος;
Τι είναι όλοι οι άλλοι άνθρωποι; Πώς γεννιέται ο πόθος να πεθάνουν; Όλοι; Είναι η κόλαση. Το ανακαλύπτει στο τέλος του θεατρικού του Σάρτρ Κεκλεισμένων των Θυρών, και στην αρχή ενός αιωνίου μαρτυρίου, ο Γκαρσέν. Θα ζήσει εκεί, σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε στίλ δεύτερης αυτοκρατορίας, μαζί με την Ινέζ και την Εστέλλα, επιθυμώντας την Ινέζ που τον περιφρονεί και θέλει την Εστέλλα που την αποκρούει γιατί φλερτάρει τον Γκαρσέν που δεν την θέλει και λίγο πριν την ανακάλυψή του, ήξερε ότι βρίσκεται στην κόλαση, δεν ήξερε όμως τι είναι η κόλαση, είχε ξεσπάσει:
Ανοίχτε, που να σας πάρει ο διάολος! Θα υποστώ τα πάντα, τις φλογισμένες τανάλιες, το καφτό μολύβι, τις σούβλες, τους στραγγαλισμούς - όλα τα σατανικά μηχανήματα που 'χετε, ο,τιδήποτε ζεματάει, γδέρνει και σκίζει - θα δεχτώ κάθε βασανιστήριο που θα μου κάνετε. Όλα είναι προτιμώτερα απ' αυτή την αγνία της ψυχής, απ' αυτόν τον σιγανό πόνο που τρώει τον άνθρωπο, τον σιγοψήνει και ποτε δεν χτυπάει αρκετά να δώσει τέλος.
Παλιά μετάφραση, του Μάριου Λαέρτη, από την τρίτη "βελτιωμένη" έκδοση των εκδόσεων Μέντωρ, χ., βέβαια, χ., αδύνατο να λινκάρεις σε παραπομπή. O Σαρτρ πίστευε ότι ήταν, κι αυτός όπως όλοι, καταδικασμένος να ζει ελεύθερος.
Όμως ο Στίρνερ πίστευε ότι η «ελευθερία» είναι και παραμένει μια λαχτάρα, ένα ρομαντικό παράπονο, μια χριστιανική ελπίδα για το επέκεινα και το μέλλον. Κι έπειτα η κραυγή. Η έσχατη κραυγή του Γ. Μακρή στους αντίλαλους του κενού, φέρνει στο νου την κραυγή χαράς δίχως σκέψη του Στίρνερ:
Ένα απότομο τίναγμα μου παρέχει την ίδια υπηρεσία με το πιο α- νήσυχο σκέπτεσθαι, ένα άπλωμα των μελών αποτινάζει τη βάσανο των σκέψεων, ένα αναπήδημα διώχνει τον βραχνά του θρησκευτικού κόσμου από το στήθος μου, μια δυνατή κραυγή χαράς ρίχνει κάτω φορτία που κουβαλούσα χρόνια. Η τεράστια όμως σημασία της δίχως σκέψη χαρούμενης κραυγής δεν μπορούσε να αναγνωριστεί όσο διαρκούσε η μακριά νύχτα του σκέπτεσθαι και του πιστεύειν.
Ο Στίρνερ τα 'βαλε με όλους που στην εποχή του υπόσχονταν ελευθερία, που τους αποκαλούσε φιλελεύθερους: πολιτικούς, κοινωνικούς και ανθρωπιστές. Οι αστοί, πιστοί του πολιτικού φιλελευθερισμού, δέχονται ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ελεύθερος άνθρωπος είναι ο υπάκουος υπηρέτης:
Τι τρομερή ανοησία! Κι όμως, αυτό είναι το νόημα της μπουρζουαζίας, και ο ποιητής της, ο Γκαίτε, όπως και ο φιλόσοφός της, ο Χέγκελ, κατάφεραν να εξυμνήσουν την εξάρτηση του υποκειμένου από το αντικείμενο, την υπακοή στον αντικειμενικό κόσμο.
Για τους σοσιαλιστές και τον κοινωνικό φιλελευθερισμό τους, ο Στίρνερ ήταν εξίσου αιχμηρός και, για τον υπαρκτό, προφητικός:
Μπροστά στον ανώτατο ιδιοκτήτη, θα γίνουμε όλοι ίσοι - κουρελήδες. Για την ώρα, κάποιος είναι ακόμη κατά την εκτίμηση κάποιου άλλου "κουρελής", "επί ξύλου κρεμάμενος"· κατόπιν όμως παίρνει τέλος αυτή η εκτίμηση, είμαστε όλοι κουρελήδες, και ως συνολική μάζα της κομμουνιστικής κοινωνίας μπορούμε να ονομαστούμε "συρφετός κουρελήδων".
Οι ανθρωπιστές σοσιαλιστές, τέλος, έβλεπε να ολοκληρώνουν την κουρελοσύνη:
Πρέπει πρώτα να κατεβούμε στην πιο κουρελίδικη, στην πιο φτωχή κατάσταση, αν θέλουμε να φτάσουμε στην κυριότητα, διότι πρέπει να βγάλουμε από πάνω μας καθετί ξένο. Τίποτα όμως δεν μοιάζει πιο κουρελίδικο από τον γυμνό άνθρωπο.
Το από πάνω σκίτσο του Ένγκελς απεικονίζει τους Ελεύθερους εγελιανούς αριστερούς νέους του Βερολίνου, στους οποίους σύχναζε και ο κολλητός του Μαρξ, όπως κι ο Στίρνερ. Οι Ελεύθεροι σε κατάσταση διαφωνίας. Ανάμεσά τους ο μοναδικός και το ιδιόκτητό του πούρο, μοιάζει να είναι αλλού, δεν συμμετέχει στις αντιπαραθέσεις των λοιπών, που εξήγησε στο κύριο πόνημά του ότι τοποθέτησε την υπόθεσή του στο τίποτα. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, που ειρωνεύτηκαν αυτή την τοποθέτηση, ήταν ένας σαχλός ηθικολόγος. Τον αποκαλούσαν Σάντσο (από τον ήρωα του Θερβάντες) κι έκαναν τον Μοναδικό του φύλλο και φτερό:
Η φιλοσοφική του έλλειψη ιδεών ήταν ήδη, αυτή καθεαυτή, το τέλος της φιλοσοφίας, όπως η ανέκφραστη γλώσσα του ήταν το τέλος όλων των γλωσσών.
Ο Στίρνερ δεν είχε αμφιβολία: Όποιος δεν μπορεί να απαλλαγεί από μια σκέψη είναι, στο βαθμό αυτό, μόνον άνθρωπος, δούλος της γλώσσας, αυτού του ανθρώπινου θεσμού, αυτού του θησαυρού ανθρώπινων σκέψεων. Αν αυτή η σκέψη φαινόταν σε κάποιους στα μισά του 19ου αιώνα σαχλή, δεν θα συνέβαινε το ίδιο έπειτα από καμιά εκατοστή χρόνια. Όπως επισήμανε ο Αβρόν...
... ο Στίρνερ, αντίθετος προς τη λεκτική τυραννία, πολύ πριν μας αποκαλύψουν οι στρουκτουραλιστικές θεωρίες της εποχής μας την επιρροή της γλώσσας στη σκέψη, δημιουργεί για δική του χρήση μια γλώσσα ιδιότροπη, ευμετάβλητη, αυθαίρετη, η οποία, αντί να μεταφέρει ξένες σκέψεις, παραμένει στην υπηρεσία της ριζικής πρωτοτυπίας του εγώ. «Η γλώσσα», γράφει σε ένα εκπληκτικά "μοντέρνο" χωρίο, «ή το "Ρήμα" ασκεί πάνω μας τη χειρότερη τυραννία, επειδή φέρνει εναντίον μας μια ολόκληρη στρατιά έμμονων ιδεών».
Γλώσσα, σκέψη, ελευθερία. Όχι ελεύθερες σκέψεις, αλλά ελευθερία από τη σκέψη. Αυτη η σκέψη, γλωσσικά κατασκευασμένη, ωρυόταν στον πυρήνα του Μοναδικού:
Η δύναμη των λέξεων ακολουθεί εκείνη των πραγμάτων: πρώτα εξαναγκάζεται κανείς με το ραβδί και μετά με την πεποίθηση. Η δύναμη των πραγμάτων ξεπερνά το θάρρος μας, το πνεύμα μας· απέναντι στη δύναμη μιας πεποίθησης, και συνεπώς της λέξης, ακόμη και το όργανο βασανισμού και το ξίφος χάνουν τη δύναμη και την υπεροχή τους. [...] Δεν υπάρχει ούτε μια αλήθεια, δικαίωμα, ελευθερία, ανθρώπινη ιδιότητα κ.ο.κ. που να έχει υπόσταση μπροστά σε μένα, και στην οποία να υποτάσσομαι. Δεν είναι παρά λέξεις, τίποτε άλλο από λέξεις, όπως όλα τα πράγματα δεν είναι για τον χριστιανό παρά «μάταια πράγματα».
Εκατόν είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φουκώ δημοσίευετις Λέξεις και τα Πράγματα. Χωρίς αναφορές στον Στίρνερ, σκεφτόταν το cogito κι αναρρωτιόταν:
... μπορώ τάχα να πω ότι είμαι αυτή η γλώσσα, την οποία μιλώ και όπου η σκέψη μου γλιστρά μέχρι σημείου νά βρίσκει μέσα της το σύστημα όλων των δικών της δυνατοτήτων, αλλά η οποία εντούτοις δεν υπάρχει παρά μέσα στη βαρύτητα προσχώσεων που ποτέ δεν θά είναι ικανή να τις ενεργοποιήσει εξ ολοκλήρου;
Έλα ντε. Πώς τόλεγε ο Heidegger; Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να είναι αυτός ο πλάστης και ο μάστορας της γλώσσας, ενώ είναι αυτή η δέσποινα του ανθρώπου... Αλλά, ας μην πλατιάζουμε, να μην πω δολιχοδρομούμε, που είναι εντυπωσιακότερο. Αυτή η θερινή διαδρομή, οι ύμνοι στην ελευθερία και την ουτοπία της, θα βαδίσει, τουλάχιστον ως προς τη θερμοκρασιακή της ένταση, προς το τέλος της. Καλοκαιράκι είναι όμως ακόμη. Ας μην βιαστούμε πολύ. Ξανά Φουκώ, για το τέλος, αντιταγμένο σε όλους εκείνους:
Σε όλους εκείνους που δεν θέλουν να τυποποιήσουν χωρίς να εξανθρωπολογήσουν, που δεν θέλουν να μυθολογήσουν χωρίς να αποφενακίσουν, που δεν θέλουν να σκεφτούν χωρίς να σκεφτούν παρευθύς ότι ο άνθρωπος δεν είναι αυτός που σκέπτεται, σε όλες αυτές τις αδέξιες και στρεβλές μορφές στοχασμού, δεν μπορούμε παρά να αντιτάξουμε ένα φιλοσοφικό γέλιο - δηλαδή, κατά ένα μέρος, γέλιο σιωπηλό.
Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες.
Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα:
Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα
"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι". Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein,
Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις σε όλες τις δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις, τα προβλήματα της ζωής μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει. Φυσικά τότε δε μένει πιά καμιά ερώτηση· και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.
Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο: - Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος! Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις! Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει; - Μάλιστα, απήντησα. - Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος! Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων. Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. - Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω.