Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

All is Loneliness


Αργύρης Μπακιρτζής, 1979



Lucian Freud (8/12/1922 - 20/7/2011)
Interior in Paddington - 1951





τα δάχτυλά μου η μοναξιά
τα βάφει χρόνια μενεξιά

Janis - by 

πάνω στις νότες ακουμπούν
γυρεύουν μέσα τους να μπουν

Moondog - by  

κι απ’ των ονείρων τη θεά
συνδέουν καλώδια ερσεά

Kono Michi - by  

ανάσες ντύνουν την καρδιά
να ξεσκαλώσουν τη βραδιά

Antony and the Johnsons - by  

να βρω την κόχη να χωθώ
να κρατηθώ να ισωθώ


Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Hello Emptiness




φέρνω μαντάτα για την καντάτα
της μοναξιάς
λέξεις πηχτές λέξεις του χτες
ψυχής σταξιάς



στρίβω κλειδί λέω επειδή
συρίζω
θάβω σβουνιές με ρουθουνιές
μυρίζω

 


δεν είναι εκτός και παρεκτός
διαπιστώνω
στους καπιταλισμούς μονήρεις εγκλεισμούς
παντανταμώνω



κι ο θάνατος αθάνατος
δαμάζει
μπιλώχνει και μαζώχνει
περιφράζει






Δεν ξέρω πώς.
Πες μου πώς γίνεται.
Μόνο του πάει το πράγμα.
Σχεδόν μόνο του.
Σχεδόν πάντα.




το ποίημά της:




Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.


από τη συλλογή τής Κατερίνας Γώγου "Ιδιώνυμο"
εκδ. Καστανιώτη, πρώτη έκδοση 1980











Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

goodnight ladies ...



by   



Kieler Mundharmonikafreunde, by  



The Lawrence Welk Show, by




mr. David Taylor, by ms  



... Lou Reed, by   




... and gentlemen








ας όψονται τ' απροσδόκητα










επιστρέφω
εμμένων










Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011


και πάλι:
Ζήτω η Τρέλα μου!



και πάλι ζήτω η τρέλα μου
ενόσω ή γουάιλ
μες στο μυαλό η βδέλλα μου
ανοίγει ένα φάιλ


Residents - Satisfaction (R.S.) by  


την ίδια αυτή στιγμή
μπαϊλντισμένος
λέω
αμάν
με όση βροντή
η φωνή


που μάζευε κοσάρια περιφρόνηση και
ψέλλιζε θα δεις


λιβάδια φλογίζει
αβροφροσύνης
την ίδια τη στιγμή


απότομα κι αργόσυρτα
και σκόπιμα κι από παραδρομί


αμάν
χωρίς να χάσει ντιπ
από αναίδεια
όχι με πάταγο ούτε
μονάχα με λυγμό μα
με σπαραγμό το
αμάν
σε ασήκωτο αμανέ
βεντουζωμένο


βαρύ σα μαύρος ουρανός
σα μαύρης μέρας ξόδι


και
το ουστ που άλλαξε
πεποιθήσεις και
γίνηκε
αμάν
 της λάσπης 
των ονείρων τσαλαβούτι
για να τινάξει όλη τη σκόνη
από τα αν
να μου προσφέρει σκευρωμένο
το ούτι
κι ένα βαρύ τσιγάρο
ένα ζιτάν


Residents - Satisfaction (R.S.) by  


ζήτω και πάλι η τρέλα μου
σ’ ένα μανέ παραδομένη γιαβουκλού
υποδορίως διαφλέβει η γκέλα μου
την κάθε γκέλα μου ανεμίζει κλου


Ρόζα Εσκενάζυ - Σαμπάχ Μανές από   


"τίποτα δεν φοβήθηκα σ' αυτή την κοινωνία
τον κόσμο το διπρόσωπο και την αχαριστία"


Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Μαγιακόβσκη: νεκρός από Ιούλιο



Маяковский В.В., by   



Πού πάω;
Γιατί;
Τρέχω προς όλα τα σημεία 
ανάμεσα στ' ανθρώπινο σμήνος
που βομβίζει. 

Τα μάτια μου διατρέχουν τα παράθυρα-κυψέλες. 
Επίπονος τούς είναι ο Ιούλιος 
ξένος, 
απεχθής.


Η πολιτεία σβήνει τις βιτρίνες της
και τα παράθυρά της. 


Κατάκοπος και με γερτό κεφάλι. 


Και τότε μόνο
το λιόγερμα, ματόβρεχτος χασάπης, 
ξεκοιλιάζει το πτώμα των σύγνεφων. 


Σέρνομαι. 
Μια γέφυρα φαντασμαγορική.
Εκεί ανεβαίνω
κι απ' το ύψος της παρατηρώ παράξενα συγκινημένος.


Είμουν εκεί όρθιος, θυμάμαι. 
Είταν η ίδια ετούτη ακτινοβόλα λάμψη. 
Το ίδιο και τότε
αυτό λεγόταν Νέβας.


Υπήρχε εδώ μια πολιτεία
μια πολιτεία παράφρονη
χαμένη σ' ένα καπνοφόρο δάσος καμινάδων. 
Και να, σ΄αυτή την πολιτεία
θ' αρχίσουνε σε λίγο
οι νύχτες 
γυάλινες, 
πελιδνές.


Νεκρός από Ιούλιο.








Πυρακτωμένος, στερημένος από νύχτα. 
Το παραλήρημά του σ' ένα φευγαλέο μουρμούρισμα διαφεύγει. 
Σε λίγο περνάει ο σταυρός ενός νοσοκομειακού αυτοκινήτου,
σε λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός. 


Ύστερα πάλι
σιωπή. 
Ξέρω
πως φτάνει κάτι ελάχιστο
για να πυρακτώσει ανθρώπους σαν και μένα. 
Ωστόσο είναι τρομαχτικό
ετούτες οι χιλιάδες τα φανάρια
νάναι πρόσωπα.
Μα πού λοιπόν έχω δει αυτό το τικ;


Επάνω απόνα σπίτι
μες στους κινδύνους της γερτής σκεπής
σε βλέπω να βαδίζεις ανάμεσα στις ακτίνες
συνάζοντάς τες σε ανθοδέσμες. 
Τείνομαι ακέριος προς εσένα
μα εσύ έχεις φύγει κιόλας σαν ομίχλη κάτω από τη μύτη μου. 


Και πάλι, να με, 
βουβός και πετρωμένος. 
Οι βραδινοί περπατητές σκορπίσανε. 
Νιώθω σχεδόν την ευωδιά του δέρματός σου, 
σχεδόν την αναπνοή σου, 
σχεδόν τη φωνή σου. 
Νομίζω πως το φάντασμα 
αιφνίδια ξαναζεί







Εκείνη διέφυγε, 
από δεσμούς αγέρινους ξεγλύστρησε. 
Πιότερο ακόμη
έχει διαλυθεί
σε μια πομπή. 
Η αναστημένη μου καρδιά, βαριά αναπήδησε. 
Και πάλι
Ζήτω
η τρέλλα μου!








από το ποίημα "ο Άνθρωπος"
στο Μαγιακόβσκη - Ποιήματα
μτφ. Γιάννη Ρίτσου
εκδ. Κέδρος, όγδοη έκδοση, 1976





Δείτε ακόμη:

Ο Μαγιακόβσκη σκηνοθετεί και παίζει το 1918 στο 
η Λαίδη και ο Αλήτης
το σενάριο του Μαγιακόβσκη, βασισμένο 
στο διήγημα "Η δασκάλα των εργατών" του Edmondo De Amicis

Μέρος 1ο:

τα άλλα τρία μέρη: 2ο, 3ο και 4ο

by 



Reconstructing Mayakovsky








Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Δακρυγόνα; Σιγά μην κλάψουμε!









από γιουτούμβιον του  
αλιευθέν στο Μίξερ της Ροδιάς



Είναι απίστευτο το πώς κάποιοι συνεχίζουν, και μετά τις 29 Ιουνίου, το βιολί τους και τις φάλτσες δοξαριές ιδεολογικού μη μου άπτου για τα κινήματα στις πλατείες. Όχι ότι έχει καμιά μεγάλη σημασία η στάση τους. Πάντα η ζωή άλλαζε δίχως να κοιτάζει τη μελαγχολία του καθένα επίδοξου αγκιτάτορα. 

Ίσως αυτό που μένει από τις πλατείες είναι κάτι περισσότερο από μια καλή υποθήκη. Οι αλλαγές που προοιωνίζεται για την ελληνική κοινωνία το μεσο-πρόθεσμο είναι ραγδαίες και θεμελιακές. Όμως έξω από τη Βουλή, στις 29 Ιουνίου, ψηφίστηκε το άλλο μεσοπρόθεσμο, αυτό της πλατείας. Και την επομένη άρχισε η συζήτηση του εφαρμοστικού του. 

Η κοινωνία προσπερνάει. Ας παραμερίσουν όσοι δεν καταλαβαίνουν τι βλέπουν. Δεν έκλαψε κανείς για το αύριο. Ας βρέχει δακρυγόνα. Σιγά μην κλάψουμε. 


από