Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013


εάν οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι ελεύθεροι...


Στην παιδική ηλικία η απελευθέρωση είναι μια προσπάθεια να φτάσουμε στο βάθος των πραγμάτων ή "πίσω από τα πράγματα": γι' αυτό κατασκοπεύουμε τις αδυναμίες όλων, πράγμα για το οποίο, όπως είναι γνωστό, τα παιδιά έχουν σίγουρο ένστικτο· γι' αυτό μας αρέσει να σπάζουμε πράγματα, να ανασκαλεύουμε κρυφές γωνιές, να ερευνούμε καθετί καλυμμένο ή αποσυρμένο, και δοκιμάζουμε τον εαυτό μας σε όλα. Όταν κάποτε φτάσουμε σ' αυτό που υπάρχει "πίσω" από τα πράγματα, ξέρουμε πως είμαστε ασφαλείς· αν έχουμε καταλήξει στο ότι, για παράδειγμα, το μπαστούνι είναι πολύ αδύναμο για την απείθειά μας, τότε δεν το φοβόμαστε πια, "έχουμε παραμεγαλώσει γι' αυτό".

Ο Στίρνερ και ο Μοναδικός του και πάλι, για την παιδική ηλικία και την αταραξία, την απάθειά της, τη χρονική της απόσταση από τον "σκληρό αγώνα ζωής και θανάτου με το λογικό" των ενηλίκων. Τον αγώνα που μπήκαμε κάποτε, καθώς έπηζε το μυαλό, καθώς μας αποχαιρετούσε "η δύναμη της εναντίωσής μας, η υπεροχή της δύναμής μας, το αήττητό μας". Πήγα προχθές στην τράπεζα, ένα παιδί ξέφυγε από τη μάνα του και περιφερόταν τραγουδώντας και χοροπηδώντας ανάμεσα σ' αιχμάλωτους της κοινής λογικής. Κάποια στιγμή έπεσε κάτω, κυλιόταν στο δάπεδο, το ζήλεψα, με φαντάστηκα στη θέση του αλλά δεν το μιμήθηκα, παρέμεινα δέσμιος της λογικής, συναλλασσόμενος μπατίρης. 




Σ' ένα αυτοβιογραφικό παραμύθι με τίτλο τα Τρυφερά Χρόνια ενός Μάγου, ο Hermann Hesse παραδέχεται τη σχέση που είχε αναπτύξει παιδί με το ανθρωπάκι "ένα απειροελάχιστο, φαιόχρωμο σκιώδες ον, ένα ανθρωπάριο, φάντασμα ή στοιχειό, άγγελος ή δαίμονας που παρουσιαζόταν πότε πότε μπροστά του, στον ύπνο ή τον ξύπνιο του κι ήταν τότε υποχρεωμένος να το ακολουθήσει, μια υποχρέωση πιο βαριά απ' αυτή που είχε απέναντι στους δικούς του, απέναντι στη λογική, συχνά μάλιστα πιο επιτακτική κι από το φόβο". Έτσι τα έγραψε ο Hesse, σε πρώτο πρόσωπο, γι' αυτό το ανθρωπάκι που τον καθοδηγούσε όταν ήταν παιδί. Σήμερα κάποιοι ειδικοί θα μπορούσαν να διαγνώσουν πρώιμη σχιζοφρένεια σ΄ένα παιδί σαν τον μικρό Hermann. Πάντως το ανθρωπάκι δεν τον συντρόφευε αδιάλειπτα:
Μόνο που δυστυχώς το ανθρωπάκι δεν ήταν πάντοτε παρόν κι όταν έλειπε, έλειπε κι από τις πράξεις μου η φυσικότητα και η αναγκαιότητα· τότε τα πάντα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά, τότε για το κάθε μου βήμα υπήρχε η δυνατότητα της πράξης ή της παράλειψης, του δισταγμού, της σκέψεης. Όλα τα καλά, τα χαρωπά, τα ευτυχή βήματα της τότε ζωής μου έγιναν όμως χωρίς την παραμικρή σκέψη. Το βασίλειο της ελευθερίας είναι μαζί και βασίλειο της αυταπάτης, ίσως. 



Η ελευθερία σαν αυταπάτη και σαν ουτοπία έδωσε νόημα στο θέρος του μπλογκ MHNYMAL. Οι θερινοί ύμνοι εις την ελευθερίαν και εις την ουτοπίαν αυτής,  που ξεκίνησαν με αφορμή το τέλος της απεργίας πείνας του Σακκά, διακόπτονται βίαια από τις δολοφονικές σταγόνες μιας προαναγγελθείσας βροχής. Το ξέραμε, άλλωστε. Έτσι γίνεται πάντα. Στην πραγματικότητα η ξεκαλοκαιρία συμβαίνει προδιαγεγραμμένα αργά, σταδιακά. Όπως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην επόμενη. Η βιαιότητα χαρακτηρίζει μάλλον την συνειδητή πρόσληψη αυτών των αλλαγών. Κι ο Hesse, που ήθελε να γίνει μάγος, δεν έγινε ποτέ:
Ήδη ο άπειρος, μυριόπτυχος κόσμος του εφικτού περιοριζόταν, κερματιζόταν σε περιοχές, περιφρασσόταν. Σιγά σιγά το παρθένο δάσος των ημερών μου άλλαζε όψη, ξεψυχούσε ο παράδεισος γύρω μου. Αλλά κι εγώ δεν έμεινα απαράλλαχτος, πρίγκιπας και βασιλιάς στη χώρα του εφικτού, δεν έγινα μάγος, άρχισα να μαθαίνω αρχαία ελληνικά, σε δυο χρόνια θα έρχονταν και τα εβραϊκά, σε έξι χρόνια θα ήμουν φοιτητής.


Αυταπάτη ή ουτοπία... "Η διατύπωση του ερωτήματος "τι είναι η ελευθερία;" φαίνεται να μας βυθίζει στην απόγνωση". Μ' αυτή τη φράση ξεκινά ένα σύντομο κείμενο της Hannah Arendt με τίτλο το ίδιο ερώτημα, όπου εξηγεί πώς η "εσωτερική ελευθερία" που (υποστήριξε ότι) βίωνε στην παιδική του ηλικία ο Hermann Hesse, η ελευθερία του "μύχιου κόσμου" είναι το αντίθετο της ελευθερίας σαν αιτίας ύπαρξης ή σκοπού της πολιτικής. Η Arendt εντοπίζει στην όψιμη αρχαιότητα, και στον Επίκτητο, την ανακάλυψη "της εσωτερικότητας ως χώρου απόλυτης ελευθερίας". Αλλά επιμένει ότι "ο άνθρωπος δεν θα είχε την παραμικρή ιδέα για την εσωτερική ελευθερία αν δεν θα είχε πρώτα γνωρίσει εμπειρικά μία κατάσταση ελευθερίας που ήταν μία απτή εγκόσμια πραγματικότητα". Ο Επίκτητος, ο Παύλος, ο Αυγουστίνος και η χριστιανική ιδέα για τη δύναμη της θέλησης εξομοιώνουν την ελευθερία με την ανθρώπινη ικανότητα της βούλησης. Όμως,
Στις ανθρώπινες καταστάσεις που καθορίζονται από το γεγονός ότι στη γη δεν ζει ο άνθρωπος αλλά ζουν άνθρωποι, η ελευθερία και η κυριαρχία ταυτίζονται τόσο λίγο ώστε ούτε καν μπορούν να υφίστανται ταυτοχρόνως. Όποτε οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι κυρίαρχοι πρέπει να υποτάσσσονται στην καταπίεση της βούλησης, είτε πρόκειται για την ατομική βούληση με την οποία εξαναγκάζω τον εαυτό μου, είτε για τη "γενική βούληση" μιας οργανωμένης ομάδας. Εάν οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι ελεύθεροι, τότε είναι σίγουρο ότι πρέπει να αποκηρύξουν την κυριαρχία. 



Αν σήμερα δεν καταφέρνουμε να αισθανθούμε ελεύθεροι, αν η ανακάλυψη της αυταπάτης της εσωτερικής ελευθερίας μάς παρασύρει από τον τρόμο στην κατάθλιψη, αιτία πριν απ' όλα είναι η αδυναμία μας να αποκηρύξουμε την κυριαρχία. Όσο δεν καταφέρνουμε, θα πει δεν επιθυμούμε, κάτι τέτοιο, η ελευθερία θα διαφημίζεται αναίσχυντα και θα προσφέρεται δελεαστικά από τραπεζικά ιδρύματα και άλλες φατρίες της κυριαρχίας. Διαφορετικά, όπως γευτήκαμε σε προηγούμενη ανάρτηση των θερινών ύμνων εις την ελευθερίαν και εις την ουτοπίαν αυτής, ενώ τίποτα δεν μαρτυρά μια νέα ουτοπία, ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο κοντά, εξαιτίας αυτού του τίποτα, το νησάκι της ουτοπίας και ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο βέβαιη η αποβίβασή μας στις ακτές του. Διαφορετικά, λοιπόν, ας ετοιμαστούμε για θαύματα. Η Arendt, που θεωρούσε τη συνταύτιση ελευθερίας και κυριαρχίας σαν "την πιο ολέθρια και επικίνδυνη συνέπεια της εξομοίωσης ελευθερίας και ελεύθερης βούλησης", μας συγκινεί με τη διαπίστωσή της ότι 


Είναι μια παρακαταθήκη του ρεαλισμού, και σε καμία περίπτωση δεισιδαιμονία, να αναζητούμε το απροσδόκητο και το απρόβλεπτο, να είμαστε προετοιμασμένοι για "θαύματα" και να τα αναμένουμε στη σφαίρα του πολιτικού. [...] Η αποφασιστική διαφορά μεταξύ των "άπειρων απιθανοτήτων" στις οποίες εδράζεται η ζωή μας πάνω στη γη και του θαυμαστού χαρακτήρα που είναι εγγενής σε όσα συμβάντα καθίδρυσαν την ιστορική πραγματικότητα είναι ότι, στη σφαίρα των ανθρώπινων υποθέσεων, γνωρίζουμε τον δημιουργό των "θαυμάτων". Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι τα επιτελούν - οι άνθρωποι που επειδή δέχτηκαν το διττό χάρισμα της ελευθερίας και της πράξης μπορούν να δημιουργήσουν μια δική τους πραγματικότητα. 





Προς  το παρόν, έρμαια των πεπερασμένων πιθανοτήτων ενός στατιστικού τραγέλαφου, αναμασάμε την κρίση μας. Η κρίση διαπερνά και καθορίζει κάθε σκέψη, κάθε πράξη, κάθε διαμαρτυρία, κάθε ελπίδα, μα κανένα θαύμα, καμιά ουτοπία. Η κρίση σαν ομίχλη μάς εμποδίζει να δούμε πόσο κοντά είμαστε στην ακτή που, αν την πεθυμούσαμε στ' αλήθεια, θα μας ζάλιζαν κιόλας οι ευωδιές τής χλωρίδας της. Μα δεν μπορεί να περνά η ζωή διαβαίνοντας κι επιβεβαιώνοντας θανάτους. Θ' αρκούσε να το νιώσουμε πως είμαστε το στατιστικό λάθος. Έλα. Λέξεις είναι στην οθόνη, άυλα πλάσματα πλαστικού πληκτρολογίου. Τι να λέμε. Και ποιος τα έλεγε αυτά πριν από 30 χρόνια;:

Ο τρόπος κατανόησης της παρούσας κρίσης είναι αυτός καθεαυτός ένα από τα ζητούμενα. Πράγματι, αυτή η κρίση, μόνο και μόνο από την υπόστασή της, βάζει σε αμφισβήτηση την ορθότητα των προηγούμενων πολιτικών, την προτεραιότητα της οικονομικής διάστασης, τη νομιμότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας και του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού, είτε αυτό είναι δεξιό είτε αριστερό. Γιατί η κρίση κάνει πρόδηλο ότι η λειτουργία της οικονομίαςόχι μόνο δεν ελέγχεται αλλά ούτε καν γίνεται κατανοητή από τους ηγέτες και τους διεκπεραιωτές της. Οι κοινωνίες μας δεν κυριαρχούν πάνω στο μέλλον τους. Ενώ ζούμε την αποδιάρθρωση αυτού του μέλλοντος, ταυτόχρονα μας υπόσχονται πως αύριο θα ξαναβρούμε τις ελπίδες της προηγούμενης δεκαπενταετίας, που στο μεταξύ έχουν διαψευσθεί. Όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες συνασπίζονται για να μας εμποδίσουν να δούμε την κρίση σαν το τέλος της βιομηχανιστικής εποχής και την ενδεχόμενη αρχή μιας άλλης, θεμελιωμένης σε κάποια διαφορετική ορθολογικότητα, διαφορετικές αξίες, σχέσεις, ζωή.


Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013


η ελευθερία ως κόλαση:
η γλώσσα των άλλων



Υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται τον θάνατο, κι άλλοι που ο θάνατος τους επι-σκέφτεται στην ανεμελιά τους. Η υποδοχή του θανάτου στο ξεπροβόδισμα των αποθαμένων τρέφει τη σκέψη που προκαλεί η επί-σκεψη. Όμως δεν ζούμε με τη σκέψη του θανάτου. Ζούμε παρά τον θάνατο. Και πόσες ποικιλίες θανάτου διαβαίνουμε ως το τέλος; 



tassos langis



Τι είναι όλοι οι άλλοι άνθρωποι; Πώς γεννιέται ο πόθος να πεθάνουν; Όλοι; Είναι η κόλαση. Το ανακαλύπτει στο τέλος του θεατρικού του Σάρτρ Κεκλεισμένων των Θυρών, και στην αρχή ενός αιωνίου μαρτυρίου, ο Γκαρσέν. Θα ζήσει εκεί, σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε στίλ δεύτερης αυτοκρατορίας, μαζί με την Ινέζ και την Εστέλλα, επιθυμώντας την Ινέζ που τον περιφρονεί και θέλει την Εστέλλα που την αποκρούει γιατί φλερτάρει τον Γκαρσέν που δεν την θέλει και λίγο πριν την ανακάλυψή του, ήξερε ότι βρίσκεται στην κόλαση, δεν ήξερε όμως τι είναι η κόλαση, είχε ξεσπάσει:
Ανοίχτε, που να σας πάρει ο διάολος! Θα υποστώ τα πάντα, τις φλογισμένες τανάλιες, το καφτό μολύβι, τις σούβλες, τους στραγγαλισμούς - όλα τα σατανικά μηχανήματα που 'χετε, ο,τιδήποτε ζεματάει, γδέρνει και σκίζει - θα δεχτώ κάθε βασανιστήριο που θα μου κάνετε. Όλα είναι προτιμώτερα απ' αυτή την αγνία της ψυχής, απ' αυτόν τον σιγανό πόνο που τρώει τον άνθρωπο, τον σιγοψήνει και ποτε δεν χτυπάει αρκετά να δώσει τέλος.

Παλιά μετάφραση, του Μάριου Λαέρτη, από την τρίτη  "βελτιωμένη" έκδοση των εκδόσεων Μέντωρ, χ., βέβαια, χ., αδύνατο να λινκάρεις σε παραπομπή. O Σαρτρ πίστευε ότι ήταν, κι αυτός όπως όλοι, καταδικασμένος να ζει ελεύθερος





Όμως ο Στίρνερ πίστευε ότι η «ελευθερία» είναι και παραμένει μια λαχτάρα, ένα ρομαντικό παράπονο, μια χριστιανική ελπίδα για το επέκεινα και το μέλλον. Κι έπειτα η κραυγή. Η έσχατη κραυγή του Γ. Μακρή στους αντίλαλους του κενού, φέρνει στο νου την κραυγή χαράς δίχως σκέψη του Στίρνερ:
Ένα απότομο τίναγμα μου παρέχει την ίδια υπηρεσία με το πιο α- νήσυχο σκέπτεσθαι, ένα άπλωμα των μελών αποτινάζει τη βάσανο των σκέψεων, ένα αναπήδημα διώχνει τον βραχνά του θρησκευτικού κόσμου από το στήθος μου, μια δυνατή κραυγή χαράς ρίχνει κάτω φορτία που κουβαλούσα χρόνια. Η τεράστια όμως σημασία της δίχως σκέψη χαρούμενης κραυγής δεν μπορούσε να αναγνωριστεί όσο διαρκούσε η μακριά νύχτα του σκέπτεσθαι και του πιστεύειν.

Ο Στίρνερ τα 'βαλε με όλους που στην εποχή του υπόσχονταν ελευθερία, που τους αποκαλούσε φιλελεύθερους: πολιτικούς, κοινωνικούς και ανθρωπιστές. Οι αστοί, πιστοί του πολιτικού φιλελευθερισμού, δέχονται ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ελεύθερος άνθρωπος είναι ο υπάκουος υπηρέτης: 
Τι τρομερή ανοησία! Κι όμως, αυτό είναι το νόημα της μπουρζουαζίας, και ο ποιητής της, ο Γκαίτε, όπως και ο φιλόσοφός της, ο Χέγκελ, κατάφεραν να εξυμνήσουν την εξάρτηση του υποκειμένου από το αντικείμενο, την υπακοή στον αντικειμενικό κόσμο. 

Για τους σοσιαλιστές και τον κοινωνικό φιλελευθερισμό τους, ο Στίρνερ ήταν εξίσου αιχμηρός και, για τον υπαρκτό, προφητικός:
Μπροστά στον ανώτατο ιδιοκτήτη, θα γίνουμε όλοι ίσοι - κουρελήδες. Για την ώρα, κάποιος είναι ακόμη κατά την εκτίμηση κάποιου άλλου "κουρελής", "επί ξύλου κρεμάμενος"· κατόπιν όμως παίρνει τέλος αυτή η εκτίμηση, είμαστε όλοι κουρελήδες, και ως συνολική μάζα της κομμουνιστικής κοινωνίας μπορούμε να ονομαστούμε "συρφετός κουρελήδων".

Οι ανθρωπιστές σοσιαλιστές, τέλος, έβλεπε να ολοκληρώνουν την κουρελοσύνη:
Πρέπει πρώτα να κατεβούμε στην πιο κουρελίδικη, στην πιο φτωχή κατάσταση, αν θέλουμε να φτάσουμε στην κυριότητα, διότι πρέπει να βγάλουμε από πάνω μας καθετί ξένο. Τίποτα όμως δεν μοιάζει πιο κουρελίδικο από τον γυμνό άνθρωπο. 
  



Το από πάνω σκίτσο του Ένγκελς απεικονίζει τους Ελεύθερους εγελιανούς αριστερούς νέους του Βερολίνου, στους οποίους σύχναζε και ο κολλητός του Μαρξ, όπως κι ο Στίρνερ. Οι Ελεύθεροι σε κατάσταση διαφωνίας. Ανάμεσά τους ο μοναδικός και το ιδιόκτητό του πούρο, μοιάζει να είναι αλλού, δεν συμμετέχει στις αντιπαραθέσεις των λοιπών, που εξήγησε στο κύριο πόνημά του ότι τοποθέτησε την υπόθεσή του στο τίποτα. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, που ειρωνεύτηκαν αυτή την τοποθέτηση, ήταν ένας σαχλός ηθικολόγος. Τον αποκαλούσαν Σάντσο (από τον ήρωα του Θερβάντες) κι έκαναν τον Μοναδικό του φύλλο και φτερό:
Η φιλοσοφική του έλλειψη ιδεών ήταν ήδη, αυτή καθεαυτή, το τέλος της φιλοσοφίας, όπως η ανέκφραστη γλώσσα του ήταν το τέλος όλων των γλωσσών.

Ο Στίρνερ δεν είχε αμφιβολία: Όποιος δεν μπορεί να απαλλαγεί από μια σκέψη είναι, στο βαθμό αυτό, μόνον άνθρωπος, δούλος της γλώσσας, αυτού του ανθρώπινου θεσμού, αυτού του θησαυρού ανθρώπινων σκέψεων. Αν αυτή η σκέψη φαινόταν σε κάποιους στα μισά του 19ου αιώνα σαχλή, δεν θα συνέβαινε το ίδιο έπειτα από καμιά εκατοστή χρόνια. Όπως επισήμανε ο Αβρόν...
... ο Στίρνερ, αντίθετος προς τη λεκτική τυραννία, πολύ πριν μας αποκαλύψουν οι στρουκτουραλιστικές θεωρίες της εποχής μας την επιρροή της γλώσσας στη σκέψη, δημιουργεί για δική του χρήση μια γλώσσα ιδιότροπη, ευμετάβλητη, αυθαίρετη, η οποία, αντί να μεταφέρει ξένες σκέψεις, παραμένει στην υπηρεσία της ριζικής πρωτοτυπίας του εγώ. «Η γλώσσα», γράφει σε ένα εκπληκτικά "μοντέρνο" χωρίο, «ή το "Ρήμα"  ασκεί πάνω μας τη χειρότερη τυραννία, επειδή φέρνει εναντίον μας μια ολόκληρη στρατιά έμμονων ιδεών». 





Γλώσσα, σκέψη, ελευθερία. Όχι ελεύθερες σκέψεις, αλλά ελευθερία από τη σκέψη. Αυτη η σκέψη, γλωσσικά κατασκευασμένη, ωρυόταν στον πυρήνα του Μοναδικού:
Η δύναμη των λέξεων ακολουθεί εκείνη των πραγμάτων: πρώτα εξαναγκάζεται κανείς με το ραβδί και μετά με την πεποίθηση. Η δύναμη των πραγμάτων ξεπερνά το θάρρος μας, το πνεύμα μας· απέναντι στη δύναμη μιας πεποίθησης, και συνεπώς της λέξης, ακόμη και το όργανο βασανισμού και το ξίφος χάνουν τη δύναμη και την υπεροχή τους. [...] Δεν υπάρχει ούτε μια αλήθεια, δικαίωμα, ελευθερία, ανθρώπινη ιδιότητα κ.ο.κ. που να έχει υπόσταση μπροστά σε μένα, και στην οποία να υποτάσσομαι. Δεν είναι παρά λέξεις, τίποτε άλλο από λέξεις, όπως όλα τα πράγματα δεν είναι για τον χριστιανό παρά «μάταια πράγματα».

Εκατόν είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φουκώ δημοσίευε τις Λέξεις και τα Πράγματα. Χωρίς αναφορές στον Στίρνερ, σκεφτόταν το cogito κι αναρρωτιόταν:
... μπορώ τάχα να πω ότι είμαι αυτή η γλώσσα, την οποία μιλώ και όπου η σκέψη μου γλιστρά μέχρι σημείου νά βρίσκει μέσα της το σύστημα όλων των δικών της δυνατοτήτων, αλλά η οποία εντούτοις δεν υπάρχει παρά μέσα στη βαρύτητα προσχώσεων που ποτέ δεν θά είναι ικανή να τις ενεργοποιήσει εξ ολοκλήρου;

Έλα ντε. Πώς τόλεγε ο Heidegger; Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να είναι αυτός ο πλάστης και ο μάστορας της γλώσσας, ενώ είναι αυτή η δέσποινα του ανθρώπου... Αλλά, ας μην πλατιάζουμε, να μην πω δολιχοδρομούμε, που είναι εντυπωσιακότερο. Αυτή η θερινή διαδρομή, οι ύμνοι στην ελευθερία και την ουτοπία της, θα βαδίσει, τουλάχιστον ως προς τη θερμοκρασιακή της ένταση, προς το τέλος της. Καλοκαιράκι είναι όμως ακόμη. Ας μην βιαστούμε πολύ. Ξανά Φουκώ, για το τέλος, αντιταγμένο σε όλους εκείνους:
Σε όλους εκείνους που δεν θέλουν να τυποποιήσουν χωρίς να εξανθρωπολογήσουν, που δεν θέλουν να μυθολογήσουν χωρίς να αποφενακίσουν, που δεν θέλουν να σκεφτούν χωρίς να σκεφτούν παρευθύς ότι ο άνθρωπος δεν είναι αυτός που σκέπτεται, σε όλες αυτές τις αδέξιες και στρεβλές μορφές στοχασμού, δεν μπορούμε παρά να αντιτάξουμε ένα φιλοσοφικό γέλιο - δηλαδή, κατά ένα μέρος, γέλιο σιωπηλό. 






Μα εμένανε, που από μικρόν με βασανίζουν σκέψεις,
με πιάνει η γλώσσα διάβαστο και με βαθμολογάει·
με τεριρέμ παραπονώ και παραπαίω με πόνο
και μνημονεύω τα μωρά που γέροντες τα ξέρω. 
Ακρέβω τα ρουμπολιαστά κλαρούμια της μπραντέλας,
κρακώνω τις ξαντρόχλυρες μπουρλούχες που λιμώνουν
και βγάζω δώδεκα σκριμιές, μία για κάθε μήνα. 
Αφήστε με, κουράστηκα, πάω να πραγκίσω γκλούνια. 




Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013


έσχατη κραυγή του Γ. Μακρή
στους αντίλαλους του κενού


στον Γ. Μακρή


ελευθερία είπε είναι βάσανο
που ισορροπείς με ρίσκο πορσελάνης
όλο κοιμάται στα βουνά
όλο τον μάχεται τον θάνατο
καθώς απλώνει το τουλπάνι της σφιγγός
ο ίδιος ο θεός ο θέρος ελευθέρως

ανέβηκε στον τελευταίο νόροφο
κόντεψεν η παλίρροια να πνιγεί
από ουτοπίας αναρρόφηση

ελευθερία είπε είναι μόνον άλμα
στο κενό από ανθρώπινα τέλος
μπλέκονταν με ταγκίλα νευωδιές
άντεχαν έντρομες την πτώση
πάναγνη όπως η πρόσκρουση

αυτό μονάχα είπε
είναι ελευθερία
ΠΟΘΟΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Χορτάρι δυνατό θα νικήσει αυτό το παντοδύναμο 
μπουκάλι του έσχατου δηλητηρίου
σκέτο χορτάρι
κανένας πια δεν θα 'χει ανοίξει τα μάτια του
νομίζοντας ότι τα 'χει ανοίξει
ούτε τα σώματα ν' ασχοληθούν με την υγρή σαπίλα
ούτε η περίφημη γη θα έχει
να ανανεωθεί
και να έχουμε να φαμπρικάρουμε
νέα σώβρακα
γεωργικές μηχανές
οι άνθρωποι θα σαπίζουν παρά τα σκατά
πόσο διστάζω να μη βρίσκομαι σ' έναν λόφο
με μια έσχατη κραυγή στους αντίλαλους του κενού.



                                                                                    [1964;] 




[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το βαπόρι της ποίησης,
τεύχος 1, καλοκαίρι 1978]




Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013


Ποιος φοβάται την Παρθενόπη Λύκου;



Παρθενόπη τηνε λένε, θα πει παρθένα τάχα, το αντίθετο δηλαδή, πόρνη κατά το κοινώς. Κατά το κοινώς. Λύκου θα πει ανθρώπου, καθότι homo homini lupus. Η πλάνη της φυσιοκρατίας. Ελπίζω να μην είναι άνθρωπος ο λύκος για τον λύκο. Ελευθερία την έλεγαν οι έφηβοι κουνώντας επιδεικτικά ό,τι νάναι. Ελευθερία, πόρνη - ξ, ο, - πόρπη των οιδιπόδων, των παιδιών με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, προδότες, κομμουνιστές. Ποιος τη φοβάται τη Βιρτζίνια; 




Η ελευθερία και-σαν-κε-σές γιαούρτι μας έχωσε τις προάλλες στα εντόσθια του Λεβιάθαν, στο αποχετευτικό δίκτυο του Παρισιού σύμφωνα με τον Ουγκώ των Αθλίων, στον πριν από ένα χρόνο ευφημισμένο λαβύρινθο της περιπλάνησης των λακανικών και μη περιττωμάτων, τον αυθεντικό τόπο όπου πολλών κακών μύρια έπονται. Και στον Οδυσσέα του Τζόυς, μέσω Περέκ τότε, ευθέως τώρα, στην προηγούμενη ανάρτηση με επίκεντρο τον ποιητή Κατσαρό. Τι σύμπτωση, αλήθεια. 

Τζόυς: 
Καλά είναι εδώ. Ας χτίσουμε ένα αφοδευτήριο. 

Το κατάλληλο μέρος για μέρος. Ανακουφιστήριο. Απελευθέρωση. 
Πόσο ελεύθερος μπορεί να νιώσει κάποιος που κρατιέται, κρατιέται, κρατιέται; 

Κατσαρός: 
Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. 

Το κατάλληλο συμβάν. Στατικότης ενω τα πάντα ρει. 

Σε άλλο σημείο των Αθλίων, ο Ουγκώ αναφέρεται στην περίφημη λέξη του Καμπρόν, του στρατηγού του Ναπολέοντα στο Βατερλώ. Ο Ε. Χ. Γονατάς χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα την αναφορά του συγγραφέα στα σκατά, την απάντηση, δηλαδή, του Καμπρόν στην προτροπή του Άγγλου ομολόγου του να παραδοθεί ο στρατός του, για να υποστηρίξει την αξία του Ουγκώ. Το να κεραυνοβολείς με μια τέτοια λέξη τον κεραυνό που σε σκοτώνει, σημαίνει για σένα νίκη, μετέφρασε ο Κοτζιούλας.  Ανακάλυψα με λύπη τις παραλείψεις της μετάφρασης που είχα χρησιμοποιήσει στα εντόσθια του Λεβιάθαν (η παραπομπή για την ημιομώνυμη ανάρτηση), μιας μετάφρασης του 1968, του Γ. Κουχτσόγλου, στην ανάλυση της λέξης του Καμπρόν, σε μια πρόχειρη αντιπαραβολή με το γαλλικό πρωτότυπο. Απ' την ίδια μετάφραση, πάραυτα, αφού δεν βρήκα χρόνο για να βρω του Κοτζιούλα, όπου σκουλίκι, ο Καμπρόν: 

Σε τούτο το σκουλίκι της γης έλαχε να διαμαρτυρηθεί. Και ζήτησε μια λέξη, όπως θα ζήταγ' ένα ξίφος. Τον εκμηδενίζει το τεράστιο αποτέλεσμα μιας νίκης δίχως νικητές, μιας νίκης μέτριας, και εξεγείρεται απελπισμένος. Ναι, είναι νίκη τιποτένια. Το να φτύσει πάνω της δε θάχε μεγάλη σημασία. Τον πιέζει η δύναμη, η ύλη, ο αριθμός. Κι έτσι μέσα στην ψυχή του βρίσκει τη μόνη κατάλληλη έκφραση: ξέχεσμα. 

Στο επόμενο κεφάλαιο, ο Ουγκώ γράφει ότι οι ηττημένοι Γάλλοι τελικά νίκησαν σ' αυτό τον συμβολικό αγώνα, αφού νίκησε η ελευθερία. Και εννοούσε τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης και του διαφωτισμού. Ο διαφωτισμός πράγματι νίκησε. Σε τέτοιο σημείο που κάποιοι θεώρησαν ότι οδήγησε, αναπόφευκτα, σε επιτεύγματα τύπου Άουσβιτς. 




Ο άνθρωπος μπορεί, λέει, να είναι, θα παραδεχόμουν ίσως το να αισθάνεται - όχι το να είναι, ελεύθερος επειδή έχει την ικανότητα και όταν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει. Αναζητώντας νόημα κι ελευθερία σ' ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Βίκτορ Φράνκλ σκέφτηκε ότι το γεγονός ότι ο άνθρωπος έλκεται από τις αξίες, κλείνει μέσα του την ελευθερία της βούλησης: την ελευθερία του ανθρώπου να διαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή ή την απόρριψη μιας προσφοράς, π.χ. να πραγματοποιήσει έναν εν δυνάμει σκοπό ή να χάσει αυτή την ευκαιρία. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να λέμε ότι υπάρχει στον άνθρωπο “ηθική παρόρμηση”, ή ακόμα και “θρησκευτική παρόρμηση”, με την έννοια που θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος “κατεθύνεται από πρωτόγονα ένστικτα”. [...] Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ηθικά χάριν ενός σκοπού στον οποίον αφιερώνεται∙ π.χ. για κάποιο πρόσωπο που αγαπά, ή χάριν του Θεού στον οποίο πιστεύει. 

Ας μην μιλήσουμε και για ηθική τώρα. Πάντως, αυτό. Η ελευθερία είναι ελευθερία βούλησης. Ίσως όχι ακριβώς ελευθερία επιλογής, αφού η επιλογή προϋποθέτει την ύπαρξη προσφορών, σαν τις εκλογές ένα πράμα, πρέπει να μπεις στο παραβάν και να διαλέξεις προσφέροντα, ενώ πραγματικά ελεύθερος θα ήταν αυτός που μπορεί και να μη μπει στο παραβάν, αλλά τότε θα έπρεπε να βρεθεί κάπου αλλού και αυτό το αλλού συνιστά τόπο σχεσιακό, διανθρώπινο, άρα τόπο συμβιβασμών, επιλογών. Η εμμενής ελευθερία οδηγεί τον μοναδικό άνθρωπο να πάρει τα βουνά, κρατώντας την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας, έρποντας κάτω από τα πυκνά κλαδιά των σχέσεών του, που τον συνιστούν. 

Η αγωνιώδης αναζήτηση νοήματος του Καζαντζάκη (και) στην Ασκητική γεννά μέσα του τη φωνή που προστάζει: Ν' αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει! Είπεν ο Καζαντζάκης είμαι λέφτερος, είπε και να γραφτεί και γράφτηκε στον τάφο του. Σ' ετούτο το γραφείο δίπλα τα σκέφτηκε και τα σχεδίασε. Βιβλία που γεμίζουν το εμμενές κενό. Κλειστά όρθια βιβλία κι ανοιχτά ξάπλα. Λέφτερος, είπε, γιατί δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα. Αν δεν φοβηθώ, αν δεν ελπίσω, αγγίζω την ελευθερία. Δεν έχω χρεία μηδενός. 


Τι τον καλεί προς το τέλος της Ασκητικής ο άδειος του θεός; Να κάψει το σπίτι του! Εκεί που τόχτισε και νόμιζε πως όλα ήταν καλά, να του βάλει φωθιά, ηθικό πλειστηρικαυσμό πρώτης κατοικίας, σαν χρέος ζωής, όχι τραπέζης, αλλά χρέος: 
-"Κάψε το σπίτι σου!" φωνάζει ο Θεός. "Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί. Κάψε τις Ιδέες σου σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει. Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται τη πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Έμενα! Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης. Ακλούθα!..."





Κανένας Καζαντζάκης, δεν έκαψε τα βιβλία του. Άλλοι ίσως το έκαναν. Όμως τα αδιέξοδα, όταν επιμένουν, οδηγούν στην ίδια διέξοδο. Ο Παζολίνι πίστευε σε μια ελευθερία επιλογής: Ότι ελεύθερος γίνεται όποιος επιλέγει τον θάνατο. Η ελευθερία δεν μπορεί να διακηρυχθεί παρά μόνο διαμέσου ενός μικρού ή μεγάλου μαρτυρίου, διακήρυσσε, θεωρώντας χρέος του ν' αποκαλύπτει την τελική νίκη μιας εσωτερικής ορμής θανάτου. Σκέφτομαι ξανά και ξανά ότι η βαθιά πίστη στην ανθρώπινη ουσία, τα homo homini lupus, η ενστικτώδης ορμή θανάτου... Ο Γ. Μακρής...






μια λέξη - ξίφος: σπουδαίον ύφος.
μια σκατολέξη: χτικιό και τύφος


Κυριακή 11 Αυγούστου 2013


Πάλιν ζητάς ελευθερίαν;






Έκανε κουράγιο σταμάτησε το βήμα για να δει. Η μυρωδιά τον έβανε να προχωρά. Μόνος εκεί που κατουρούσε τα ρούχα η ζέστη. Ώριμος να κοιτάξει πέρα μακριά στου απρόσιτου σπηλαίου τον στόμα· σαν είσοδος αβύσσου τονε τραβούσε αργό βάσανο. Η τύψη μεταμορφωνότανε σε λύσσα η όραση ξαπλωνόταν ευρυγώνια· θέατρο αρχαίον πέτρα και δίψα. Ένα μηρμύγκι κοντοστάθηκε κι αντάλλαξε το μήνυμά του με το άλλο που ερχόταν απαλλού. Οι αέρηδες κορόιδευαν τη νύστα η νύχτα απορούσε. Ρώτησε τον συνεπιβάτη:

- Θέλεις να μάθεις για την αλλοτρίωση;
- Ξέρω για όσα μετακίνησαν τον εαυτό μου στον υπόγειο τόπο.
- Ωδές Ναυπλείοι. 
- Ω, δες νον πλυ. 
- Κάτω από του κάτη τα μάτια.
- Ελπίδες.
- Ελευθερία ανάπηρη σου τάζουν.
- Ελευθερία αν άπειρη σου τάζουν.
- Σ' αεροπλάνο μπρούμυτα τρυγάς.
- Όραση πτωχή. 
- Μην απολύεις τον δούλον σου. 
- Ελευθερία μετά τη γέννα.
- Λένε καλή λευτεριά. 
- Ελευθερία μέσω αιδοίων. 
- Ελεύθερη από απέριττο παιδίον.
- Όπως από τα περιττώματα.
- Ξαλαφρώνεις από απέριττα και περιττά. 
- Λέει ο Κατσαρός πως με αντίσταση...
- ... περνάς βέβαιος στην ελευθερία.
- Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει:
καλά είμαι εδώ.

- Ενδεδυμένος την τήβεννό του κοίταζε γύρω του και έλεγε:
Καλά είναι εδώ. Ας χτίσουμε ένα αφοδευτήριο.

- Τζόυς. Οδυσσέας. Κεφ. 7, σελ. 167, μετάφραση Καψάσκη.
- Σωστά. Ο καθηγητής ΜακΧιού για τον ρωμαϊκό πολιτισμό: 
Ήταν απέραντος· αλλά χυδαίος. Περιττώματα· υπόνομοι. Ο Ρωμαίος μετέφερε την περιττωματική ιδεοληψία.
- Πού οδηγούνται ελεύθερα τα ιδεοληπτικά περιττώματα;
- Στα εντόσθια του Λεβιάθαν.
- Ελευθερία σήπουσα.
- Ελευθερία βρωμούσα.
- Ελευθερίας ζητιανιά.
- Μιχάλης Κατσαρός: 4Μαζινό. 6, και τέλος:





Επί των κεραμέων πάλιν με εξεδίωξες.
Σε συνόδευον κάθε εσπέρα
εις τον οίκον σου.
Επί των κεραμέων οι βάνδαλοί σου.
Ήρχοντο εξήρχοντο εβάδιζον έπιπτον αι
   άμαξαί σου.
Επί των κεραμέων οι άνθρωποί σου
εβεβήλωσαν το πρόσωπό μου.
Εσύρθην υπό των φρουρών σου διήλθον
τον Βίκτωρά σου — και αι ελπίδες σου
εχάνοντο.
Πάλιν με επόμπευες εις τα θρυλικά σου
   ονόματα.
Πάλιν εις το πρόσωπόν μου το χέρι σου
εστάθη εις τον ραπισμόν.
Συνετρίβη εις το όνομά μου—είδον σε
   ταπεινόν να εισέρχεσαι.
Ο Άγιος Αυγουστίνος με εσυνόδευεν.
Μήπως άθλιε δεν ήσουνα Συ;
Ο Αυγουστίνος που τα πτηνά του ήρχοντο
   στο κελίον μου.
Δίπλα μου ο Γαβριήλ έκλαιγεν.
Ενώ έξωθεν η αμπάρα έπιπτεν επί των
κεφαλών σου.Η αμπάρα εφώναζον η αμπάρα σε
καταστρέφει.
Γιατί μου ζητάς να μου είπεις εις όλας τας
   γλώσσας
«εσύ φταις»
γιατί ανάγωγε ελάκτισες την μονάδα σου.
Σου έδιδον γην και ύδωρ
και εζητούσες το αίμα.
Σου έδιδον μέλη και οστά
και ήθελες την συντριβήν σου.
Σε εσυνάντησα εις την οδόν Μέρλιν
ένα απόγευμα.
Ξέρεις ακριβώς τι έγινεν.
Έπρεπε να διέλθω να δω μόνον το φως σου
να αγωνίζεται να εξέλθει της θύρας.
Έπρεπε με τον Λουκάν να με οδηγήσεις
εις την αλλοδαπήν σου.
Και εις τας φυλακάς η Θεοδώρα να μου
   φέρνει πουκάμισα.
Και μετά να σταματάς τα αποσπάσματα
μήπως με εκτελέσουν.
Ενώ το πλήθος εις την πλατείαν Ελευθερίας
να προσεύχεται
και οι φρουροί να κλαίουσιν.
Ελευθερίαν μου εζήτησες και σου έδιδον
μήπως ποτέ θα σταματήσει;
Τώρα επί του εδάφους του μαρτυρίου μου
κατοικείς
και γω
δεν έχω ούτε ναόν ούτε στέγη.
Ποιος ήτο το μήλον της έριδος;

Το Χρυσόμαλλον δέρας μου το περιέφερον
εις τα στρατόπεδα.
Το εδείκνυον. Εις τον σάκον μου
το μικρόν άγαλμα ο Ορέστης.
Πάλιν ζητάς ελευθερίαν;
Την πόλιν σου έδειξα και πάλιν έρχεσαι
τύραννος πάλι εις νέαν πόλιν;
Και συ κόρη του ποταμού
σου εστερέωσα τον Δούναβιν
πλούσιος καθαρός ρέει και επί των οχθών του
μέλπεις τα όνειρά σου.
Διατί με εμίσησας;


Επί της κεφαλής της ανομίας σας η αρά μου!










ελευθερία αρκετή, ελευθερία λίγη
ελευθερία καυστική σε δήλη μέρα λήγει
ελευθερία περιττή δίκην περιττωμάτων
ελευθερία όρθια πατούσα επί πτωμάτων



Κυριακή 4 Αυγούστου 2013


πάψε να το διαβάζεις






Ποιος είμαι και συ ποιος. 
Εδώ δεν έχω τάξη, νηλικία σχεδόν,
επάγγελμα, συνήθειες, τικ.
Ούτε μυρίζω.
Κοντεύω να ξεχάσω το χαρτί.
Δεν μ' αφορά η ελευθερία που ωφελεί, 
που οφείλει, που φιλεύει χάος το χάος. 
Αλλά δεν είναι χάος αυτό το δομημένο λάθος 
από αλγόριθμους και όγκους δυαδικούς.
Ποιος είμαι και σε ποιους
ανοίγω νόποιαν ώρα νάναι.
Ποια νάραγε νελευθερία ποια νάραγε θερία πολεμά. 
Σε ποιον ανήκουνε οι πλαστικές μου κάρτες
όταν ανήκω εδώ. Αλήθειες όλες κι όλες δυο.
Η μάνα μου ναξύριστο με ξέρει. 
Της γυναικός μου τον ιδρώτα τον αλείβω.
Της κόρης μου τις άβολες σιγές κάνω πως κρίνω.
Εμφιλοχωρώ σ' έμφυλο χορό. 
Ποιος; Ο ουδείς της επαρχίας των Μυκηνών,
ο μισερός από μολύσματα περιβολάρης;
Ο αιμάσσων φλύκταινες σπουδαίων λεξικών;
Ο ασφυκτιών από ελευθέρας στους αγώνες;
Ο ποιος; Ο κοφτερός που σκούριασε 
των ήχων και των αμυχών ψιλέμπορος;
Ποιος είμαι; Πες το.
Πες το, ποιος είμαι;
Ακόμα το διαβάζεις;
Μπορώ ποτέ να μην τελειώσει.
Ξέρω αλλού να γράφω και να βλέπεις ταυτοχρόνως.
Όμως ελεύθερος ποτέ δεν είναι ο χρόνος.
Ούτε κανείς. Κανείς. 
Πάψε να το διαβάζεις.
Καλοκαιριάτικα.