Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014


Βύρων Λεοντάρης: Τα φονικά ακόντια




Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
-για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες το βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
-στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα –πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα



από την Κρύπτη (1968)









Ο Βύρων Λεοντάρης πέθανε σήμερα.
Σαν σήμερα πριν από δεκαοκτώ χρόνια


Τρίτη 5 Αυγούστου 2014


Αντώνης Αντωνάκος: Αύγουστος



θα αμπαρώσω απόψε την καρδιά μου
απo τη βέβηλη εισβολή των πειρασμών
στα σκέλια κάποιας θα καλπάσω
παίρνοντας το ξημέρωμα για λύτρα τα υγρά της
καθώς
Αύγουστος άπατρις ξιφήρης
γονυπετής του αιδοίου
βέβηλος λάγνος σοδομάκιας
που φωνασκεί συμπόσια ελληνικά
μαστίχα Χίου κολλημένη σε χειλάκια


ω τα φριχτά τα τραύματα από βλέμματα
ω τα ανοιχτά τα σκέλια αφηνιασμένα
καταπάνω του φαλού
ω λαιμητόμοι αρχιερείς
ανάσκελα προσφέροντας
απ’ το ιερό αιδοίον σας
μεταλαβιά την καύλα σας
τα πορφυρά σας χείλη
την κάψα υπερασπίζοντας του θέρους
τη λαμπερή αλφαβήτα των μηρών
που εν ριπή οργασμού αχνίζουν λέξεις
κι αγκομαχητά
στύσεις ανίατες
για ποιήματα μελλοντικά που θα διαβάζονται
σε κάποια βηθλεέμ ερωτική
σε κάποιον γαμιστρώνα ιερό.

















αυτόν
τον Αύγουστο
με άλλους στίχους
μπλογκοσφαιρόβιους


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014


Θεοδόσης Βολκώφ: Αιδοίον Αΐδιον





Δεύτερο στόμα, τρομερότερο του πρώτου –
με τ’ ανδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μες στις συσπάσεις σου με είχες αναγγείλει.
Γεννάς τον άντρα και δηλοίς τον θάνατό του.
Η γλώσσα σου δεν φτιάχτηκε από λέξεις·
θάλασσα που αρμύρα ξεχειλίζεις,
που με καλείς, που μου μιλάς και αναβαπτίζεις
το πνεύμα μου, το σώμα αν επιλέξεις.


Θύρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
άβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
έμμονη σκέψη μου και βούληση εσχάτη
η υποπόρφυρη θαμνώδης σου αγκάλη.
Ιδέα σάρκινη, σκοπέ της κάθε πράξης,
των τρόπων όλων το αιώνιο θέμα,
ποτάμιο προς εσένα ρέει το αίμα
ζωή και θάνατο μαζί για να διδάξεις.


Καταγωγή μου που σ’ εσένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ο σκύμνος
εγώ – κι ο πίδακας του σπέρματος ο ύμνος,
η προσευχή κι ο όρκος που σου δίνω.
Κόρη του Χρόνου αρχαιότερη απ’ τον Χρόνο,
χαλκέντερη αιώνια αιώνων μήτρα,
τη μόνη μου λευκότητα για λύτρα
όσο ο ταύρος μου βαστά θα σου πληρώνω.












αυτόν
τον Αύγουστο
με άλλους στίχους
μπλογκοσφαιρόβιους

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014


Stixakias: Μαζί μέχρι το θάνατο...




Είμαστε εμείς τα δύο τόσο ενωμένα
που θα έλεγε κανείς πως είμαστε ένα
Δίπλα σου ζω κοντά σου ανασαίνω
και αν σε χάσω αυτόματα πεθαίνω

Τόσο μεγάλη είν’ η αγάπη αυτή που σου ‘χω
που ντύνομαι με αυτό που ντύνεσαι το ρούχο
Μία καρδιά χτυπά για μας ρυθμό έχει ένα
Στο ξαναλέω. Αφού είμαστε ενωμένα…

Όταν πονάς ο πόνος σου αντανακλάται
φτάνει σε μένα. Το κορμάκι μου συσπάται
Όταν κρυώνεις κι εγώ νιώθω αυτό το κρύο
Στο ξαναλέω. Είμαστε ένα. Όχι δύο

Είναι αγάπη ή ανάγκη; Δεν το ξέρω
Δεν ξέρω αλήθεια αν ποτέ θα καταφέρω
να ζήσω μόνο μου. Δεν ξέρω κι αμφιβάλλω
“Αυτά είπε χθες το ένα αρχίδι μου στο άλλο…”
















αυτόν
τον Αύγουστο
με άλλους στίχους
μπλογκοσφαιρόβιους


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014


Πέτρος Θεοδωρίδης: Το τέλος τους




Σα νιώσουνε το τέλος τους, λένε, οι Ινδιάνοι
-Αυτοί που με πνεύματα μιλούν κι είναι σαμάνοι-
Φορτώνουν τα υπάρχοντα σε μια παλιά πιρόγα
Και προσπαθούν να φτάσουνε στου Μανιτού τη ρόγα…

Μες την πιρόγα κάθονται και έτσι γλιστρούν στο έλος
Το νεκρικό, σαν αισθανθούν, το των σαμάνων τέλος
Και προχωράνε σιγανά, μες του θεού τον βάλτο
Κι όταν φτάνουν στο κέντρο του, κάνουν εκεί ένα σάλτο

Κι εν τέλει ο βάλτος τους ρουφά στην θεία αταραξία
Και οι Σαμάνοι σβήνουνε μες την ανυπαρξία
Βυζαίνουνε το γάλα τους στου Μανιτού τη ρόγα
Και άδεια πλέει απαλά η νεκρική πιρόγα








από το 


ακόμα πιο καινούργιο:








αυτόν
τον Αύγουστο
με άλλους στίχους
μπλογκοσφαιρόβιους